Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 580 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 580/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Ψ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Μιχαήλ Ατσαβέ, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 900/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας.
Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Σ. Π. του Ν., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Οκτωβρίου 2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, Σ. Δ., έλαβε αριθμό 1/2024, και στον από 17.01.2025 πρόσθετο λόγο αυτής τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος λόγος και να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινομένη από 21-10-2024 αίτηση αναίρεσης της Δ. Ψ. του Γ., κατά της υπ' αριθμ. 900/29-5-2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, που καταχωρήθηκε στις 30-9-2014 καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - με την οποίαν η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η οποία ακολούθως μετατράπηκε σε χρηματική ποινή και καθορίστηκε το χρηματικό ποσόν των πέντε ευρώ (5,00 €) για κάθε ημέρα φυλάκισης, ενώ στην συνέχεια χορηγήθηκε προθεσμία τριών ετών για την καταβολή του σχετικού χρηματικού ποσού σε τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες δόσεις - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με δήλωση της ιδίας της αναιρεσείουσας, που έγινε στην γραμματέα του παραπάνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στις 21-10-2024, ημέρα Δευτέρα, την επόμενη δηλαδή μη εξαιρετέα ημέρα, καθόσον η τελευταία ημέρα της σχετικής εικοσαήμερης προθεσμίας ήταν Κυριακή (άρθρο 168 παρ. 1, εδ. ε' ΚΠΔ και άρθρο 1 παρ. 12 εδ. α' του Ν. 1157/1981), οπότε αυτή παρεκτείνεται έως και την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 870/2024, ΑΠ 6/2024), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ.
Εξάλλου, ο συνεκδικαζόμενος με την ως άνω αίτηση αναίρεσης λόγω συναφείας (άρθρο 128 επ. ΚΠΔ), πρόσθετος λόγος αυτής, που ασκήθηκε επίσης νομίμως και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 509 ΚΠΔ, με το από 17-1-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε την ίδια ημέρα (δηλαδή στις 17-1-2025) αυτοπροσώπως από την αναιρεσείουσα στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δηλαδή δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης. Επί πλέον, η κρινόμενη αναίρεση αλλά και ο πρόσθετος αυτής λόγος περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, στην σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, στην παραβίαση δεδικασμένου και στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β', Δ', Ε', ΣΤ' (και όχι Ζ' όπως εσφαλμένως χαρακτηρίζεται) και Θ' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή τόσον η αναίρεση, όσον και ο πρόσθετος αυτής λόγος και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των σχετικών αυτών λόγων. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου δεν εμφανίσθηκε η Σ. Π. του Ν., η οποία παραστάθηκε για την υποστήριξη της ως άνω κατηγορίας εις βάρος της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, παρότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, όπως προκύπτει από το από 4-1-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Ανθυπαστυνόμου Ν. Σ. που υπηρετεί στο ΑΤ Καλαμάτας, η συζήτηση όμως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης", ενώ κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος" και κατά το άρθρο 15 του κυρωθέντος με το Ν. 2462/1997, Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες, για τον κατηγορούμενο, διατάξεις". Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1 Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 νΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι "Άν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από την διάταξη αυτή, που σημειωτέον αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014, ΑΠ 221/2025), προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγουμένου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ' ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ' ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και άν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 221/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1079/2023).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 362 πΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης" και κατά το επόμενο άρθρο 363 ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με την φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή. Μπορεί επίσης να επιβληθεί και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων κατά το άρθρο 63". Κατά τις διατάξεις του αυτού ως άνω άρθρου 362 ΠΚ, όπως ίσχυαν μετά τις 1-7-2019 (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή" και κατά το άρθρο 363 ΠΚ, όπως ίσχυσε μετά τον ως άνω Ν. 4619/2019 "Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή". Ακολούθως, με το άρθρο 54 του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α' 30/23.2.2024 - Έναρξη ισχύος από 1-5-2024 σύμφωνα με το άρθρο 138 του ως άνω Ν. 5090/2024), το προαναφερθέν άρθρο 363 του Ποινικού Κώδικα αντικαταστάθηκε και διαμορφώθηκε πλέον ως εξής: "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή.
Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα δυαδικά μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης". Κατά την αιτιολογική έκθεση του ως άνω Ν. 5090/2024, "Με την κατάργηση της απλής δυσφήμησης του άρθρου 362 ΠΚ το αξιόποινο περιορίζεται στις περιπτώσεις που η διάδοση ενώπιον τρίτου συνοδεύεται από την υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση της γνώσης της ψευδούς υπόστασης του γεγονότος που είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου. Επίσης, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οπότε εξ αυτού και μόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής.
Στην ανωτέρω εξαίρεση δεν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί που στρέφονται κατά άλλων (πλην των διαδίκων) μερών ή περιπτώσεις που οι αποδέκτες των διαδόσεων (δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι), συνδέονται προσωπικά με τα διάδικα μέρη έτσι ώστε η γνωριμία αυτή να αίρει την απροσφορότητα του γεγονότος να βλάψει την τιμή λόγω μη αποστασιοποίησης των λειτουργών ή υπαλλήλων από τα διάδικα πρόσωπα. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης. Άλλωστε, για τα τελευταία αυτά πρόσωπα δεν προκύπτει ότι λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των συγκεκριμένων δικογράφων, παρά μόνο των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης. Επίσης, για τον προσδιορισμό της έννοιας του τρίτου χρησιμοποιήθηκε στοχευμένα ο διευρυμένος και γενικός ορισμός της "δίκης" που περιλαμβάνει κάθε στάδιο από την προδικασία (π.χ. αστυνομική προανάκριση, άρα καταλαμβάνει και προανακριτικούς υπάλληλους κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση) μέχρι την αμετάκλητη απόφαση". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται αντικειμενικώς, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και υποκειμενικώς, άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ' ενός μεν, την γνώση του δράστη, ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και την γνώση, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, αφ' ετέρου δε, την θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Ήτοι, προϋποθέτει τρία διαφορετικά πρόσωπα τον δυσφημούντα, τον δυσφημούμενο και τον αποδέκτη της ανακοίνωσης (τρίτο). Εάν ο συκοφαντικός ισχυρισμός απευθύνεται στον δυσφημούμενο, παρουσία όμως τρίτου και τότε τελείται συκοφαντική δυσφήμηση και όχι εξύβριση (ΑΠ 221/2025). Ως "τρίτος" κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε άλλο, πλην του δυσφημουμένου, πρόσωπο, το οποίο με οποιονδήποτε τρόπο λαμβάνει γνώση του δυσφημιστικού γεγονότος, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται. Για την πλήρωση της αντικειμενικής του υπόστασης του ως άνω εγκλήματος δεν ενδιαφέρει αν οι "τρίτοι" γνωρίζουν ήδη το διαδιδόμενο γεγονός ή θα μπορούσαν ευχερώς να το πληροφορηθούν από άλλους. Τούτο, διότι και στην περίπτωση αυτή η πράξη μπορεί να δημιουργεί επιπλέον κίνδυνο για την τιμή, αφού ενισχύει την πίστη ως προς την αλήθεια του γεγονότος. Ενώπιον "τρίτου" τελείται μια πράξη ακόμη και όταν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου (ΑΠ 221/2025, ΑΠ 814/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1021/2023, ΑΠ 415/2023, ΑΠ 314/2023).
Ισχυρισμός είναι εκδήλωση και ειδικότερα ανακοίνωση, που εμφανίζεται ως γνώση ή πεποίθηση για την αλήθεια ενός γεγονότος. Στην έννοια του γεγονότος περιλαμβάνεται κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου και κάθε πράξη ή συγκεκριμένη κατάσταση ή σχέση ή συμπεριφορά που αναφέρεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Η έκφραση γνώμης ή αξιολογική κρίση και η απόδοση χαρακτηρισμών καθίστανται γεγονότα, όταν αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνο όταν συνδέονται και σχετίζονται με ορισμένο γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του καθώς και όταν είναι διαγνωστό ότι αφορούν συγκεκριμένο συμβάν (ΑΠ 221/2025, ΑΠ 100/2023, ΑΠ 1693/2022, ΑΠ 1659/2022, ΑΠ 675/2022, ΑΠ 1311/2022, ΑΠ 590/2022).
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 221/2025, ΑΠ 302/2020). Ως "τιμή" εννοείται το "αγαθό" όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του (ΑΠ 221/2025, ΑΠ 150/2023, ΑΠ 302/2020). Η προσφορότητα δε, κρίνεται από τον τόπο, χρόνο, το είδος του γεγονότος, από τον τρίτο ή τρίτους ενώπιον των οποίων διαδίδεται και γενικά από τις περιστάσεις (ΑΠ 221/2025, ΑΠ 970/2023, ΑΠ 1688/2022, ΑΠ 1565/2022, ΑΠ 468/2020, ΑΠ 670/2020). Όπως γινόταν δεκτό από τη νομολογία, ο ισχυρισμός για το δυσφημιστικό γεγονός μπορούσε να γίνει και με κατάθεση δικογράφου ή με επίδοση εξωδίκου μέσω δικαστικού επιμελητή, οπότε γνώση των ισχυρισμών, που περιέχονταν σ' αυτό, λάμβαναν οι δικαστές, ο εισαγγελέας, οι υπάλληλοι της γραμματείας, ο δικαστικός επιμελητής και γενικά όλα τα πρόσωπα, τα οποία, από καθήκον, λάμβαναν γνώση του περιεχομένου του. Δηλαδή, στην έννοια του τρίτου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβανόταν οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κλπ, που έλαβαν γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αρκεί το γεγονός να ήταν επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδιδόταν (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 221/2025, ΑΠ 174/2023, ΑΠ 1489/2022). Μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 5090/2024, δηλαδή από 1-5-2024, στο νέο άρθρο 363 ΠΚ, στο εδάφιο α' αυτού, ο νομοθέτης μετέφερε όλα τα στοιχεία που προηγουμένως συγκροτούσαν το έγκλημα του άρθρου 362 ΠΚ της δυσφήμησης (λόγω της κατάργησής του με το άρθρο 136 περ. α' του ως άνω Ν. 5090/2024), μαζί βέβαια με το ψευδές του γεγονότος και τη βεβαία γνώση περί αυτού, ώστε πλέον στο νέο άρθρο να περιγράφεται πλήρως η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενώ στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού (363 ΠΚ) περιορίστηκε το πλάτος της εννοίας του τρίτου ενώπιον του οποίου προβάλλεται ο δυσφημιστικός ισχυρισμός (ΑΠ 221/2025). Ήτοι, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης, εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρισης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι, που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης (ΑΠ 221/2025, ΑΠ 1114/2024, ΑΠ 959/2024, ΑΠ 943/2024, ΑΠ 752/2024). Με το άρθρο 54 του Ν. 5090/2024, επήλθε ο κατά τα άνω περιορισμός του εύρους (πλάτους) της έννοιας του τρίτου ενώπιον του οποίου προβάλλεται ο δυσφημιστικός ισχυρισμός και κατά τούτο κατέστη ευμενέστερη, η απειλούμενη όμως από αυτήν ποινή δεν θίχτηκε, αλλά παρέμεινε όπως προβλέφθηκε από την αντίστοιχη διάταξη 363 του ισχύσαντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, ήτοι προβλέπει για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή (η σωρευτική επιβολή της οποίας είναι υποχρεωτική και όχι δυνητική, όπως στον παλαιό Ποινικό κώδικα και, αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή) και συνεπώς, είναι δυσμενέστερη αυτής του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία ως εκ τούτου εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, αφού η παρακάτω αναφερόμενη ένδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιανουαρίου - Μαρτίου του έτους 2017.
Περαιτέρω, από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1203/2023).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 221/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 844/2024, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 ΚΠΔ, "1. Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. 2. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 και 527. Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου πρέπει να συντρέχουν: α) Αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης, ως προς το πραγματικό σκέλος της στο σύνολό του (τρόπο, χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσής της) και ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της, που περιλαμβάνει τόσο την πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη), όσο και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή, αμέσως μετά την τέλεσή της ή σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 445/2021, ΑΠ 37/2017, ΑΠ 1570/2002). Η επίκληση ύπαρξης δεδικασμένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο ο επικαλούμενος οφείλει να αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή πλήρους αντιγράφου της απόφασης από την οποία απορρέει και επιπροσθέτως βεβαιώσεως του αρμοδίου γραμματέως περί του αμετακλήτου αυτής. Η παραβίαση του δεδικασμένου, που διαπιστώνεται από την σύγκριση των διατακτικών των αποφάσεων, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, ενώ μπορεί να προταθεί το πρώτον και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως λόγος αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, εξεταζόμενος κατ' άρθρο 511 εδ. α' ΚΠΔ και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 221/2025, ΑΠ 1122/2023, ΑΠ 1020/2023, ΑΠ 1090/2019, ΑΠ 16/2018, ΑΠ 957/2016). Όταν με αμετάκλητο βούλευμα ή απόφαση κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη, εάν το απαράδεκτο κηρύχθηκε λόγω δεδικασμένου με δεδομένη την ύπαρξη σχετικής αμετάκλητης απόφασης για την ίδια πράξη, τότε το δεδικασμένο από τη νέα απόφαση ή βούλευμα είναι οριστικό. Εάν όμως κηρύχθηκε το απαράδεκτο εξαιτίας της έλλειψης κάποιας δικονομικής προϋπόθεσης (λχ έγκλησης κλπ), η οποία (έλλειψη) μπορεί να αρθεί, τότε το δεδικασμένο είναι προσωρινό, δηλ. εμποδίζει νέα δίωξη μόνο μέχρις ότου αρθεί η εκάστοτε έλλειψη εκτός και αν συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής, οπότε το εν λόγω αμετάκλητο βούλευμα αποκτά ισχύ οριστικού δεδικασμένου όπως άλλωστε συμβαίνει και όταν δεν μπορεί πλέον να αρθεί το δικονομικό κώλυμα. Δεδικασμένο δεν παράγεται από τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις. Μόνον οι τελειωτικές επί της κατηγορίας αποφάσεις εξαντλούν την κατηγορία, αναλίσκουν την ποινική δίωξη και απεκδύουν το δικαστήριο από κάθε εξουσία περαιτέρω κρίσης επί της ιδίας κατηγορίας. Ως "πράξη" νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και καθ' όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Ταυτότητα της πράξης, υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία. Ενόψει αυτών, το δεδικασμένο εξαντλείται όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξης αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο, που επίσης αποτέλεσε στοιχείο του εγκλήματος, που έχει κριθεί. Δεν υφίσταται ταυτότητας πράξης και ως εκ τούτου δεδικασμένο, οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μίας φυσικής πράξης, έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 221/2025, ΑΠ 544/2023, ΑΠ 445/2021, ΑΠ 743/2020), όπως επίσης όταν διαφέρει ο χρόνος τέλεσης (ΑΠ 1638/2018), ενώ δεν έχει σημασία αν παραλλάσσει ο τρόπος συμμετοχής (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 733/1998) και βέβαια η ταυτότητα της πράξης προκύπτει μόνο από το διατακτικό της απόφασης ή του βουλεύματος και όχι από το αιτιολογικό, που μπορεί να χρησιμεύσει μόνο για τη διασάφηση του πρώτου (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 320/2014).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατά την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ανωτέρω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου εμφιλοχώρησαν παρατυπίες και αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας αλλά και για παραβίαση δεδικασμένου (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' και ΣΤ' ΚΠΔ και όχι Ζ' ΚΠΔ όπως εσφαλμένως χαρακτηρίζεται εκ μέρους της). Ο προαναφερθείς πρώτος λόγος και ως προς τα δύο σκέλη του τυγχάνει διττώς απαράδεκτος, αφ' ενός μεν, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας (κατ' άρθρο 464 εδ. α' ΚΠΔ), εφ' όσον η κρινομένη αναίρεσή της ασκήθηκε παραδεκτώς και ειδικότερα, εντός της νομίμου προθεσμίας των είκοσι ημερών από της καθαρογραφής της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, αφ' ετέρου δε, επειδή είναι αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του καθενός από τους αναιρετικούς αυτούς λόγους σύμφωνα με τις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και συγκεκριμένα, στην πρώτη περίπτωση (της αιτίασης από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ), δεν προσδιορίζεται ποιά ακριβώς δικαιοδοσία άσκησε το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που δεν του παρεχόταν από τον νόμο ή ποια δικαιοδοσία αρνήθηκε να ασκήσει παρότι του παρεχόταν από τον νόμο στην συγκεκριμένη υπόθεση και στην δεύτερη περίπτωση (που αφορά την επόμενη αιτίαση από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ), δεν αναφέρεται η σχετική (αμετάκλητη) απόφαση, από την οποίαν θα έπρεπε να προκύπτει η βασιμότητα ή μη της ως άνω εις βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορίας ή ότι έπαυσε οριστικά κατ' αυτής η σχετική ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, ενώ βεβαίως δεν προσκομίσθηκε εκ μέρους της τελευταίας - όπως ασφαλώς θα έπρεπε κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη - πλήρες αντίγραφο της σχετικής αυτής απόφασης, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο αλλά και επιπροσθέτως, βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως περί του αμετακλήτου αυτής. Κατά συνέπειαν, ο προαναφερθείς πρώτος αναιρετικός λόγος και ως προς τα δύο σκέλη του πρέπει να απορριφθεί.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υπάρχει αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν...δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε. Η παραβίαση των ως άνω διατάξεων επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 551/2023). Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους υποβληθέντες εκ μέρους της ισχυρισμούς, που αφορούσαν την απόλυτη ακυρότητα της πρωτοβάθμιας δίκης (εννοείται η υπ' αριθμ. 1744/3-7-2020 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας), γιατί η Εισαγγελέας δεν έκανε πρόταση για την εις βάρος της (κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας) ενοχή της ή μη για την ως άνω πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, αλλά και γιατί δεν περιέλαβε ειδική αιτιολογία για την μη χορήγηση αναστολής της ποινής φυλάκισης των δέκα (10) μηνών που της επιβλήθηκε πρωτοδίκως και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α', Β' και Δ' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες, ήτοι της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, της σχετικής ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας. Από την επιτρεπτή επισκόπηση για τις ανάγκες του ως άνω αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους προβληθέντες αυτούς ισχυρισμούς διαλαμβάνοντας τα εξής: "...σε περίπτωση έφεσης, το δικαστήριο εξετάζει αρχικά εάν η έφεση είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή.
Εφόσον είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή γίνεται τυπικά δεκτή η έφεση, εξαφανίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της και εξετάζεται από την αρχή η υπόθεση. Επομένως, οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης περί απόλυτης ακυρότητας της πρωτόδικης απόφασης, είναι απορριπτέοι...". Με τις προαναφερθείσες παραδοχές το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την (ορθή και αιτιολογημένη) απόρριψη των ως άνω υποβληθέντων ισχυρισμών της αναιρεσείουσας στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, καθ' όσον διαλαμβάνεται σ' αυτήν, ότι, εφ' όσον έγινε τυπικά δεκτή η ασκηθείσα εκ μέρους της εκκαλούσας - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας υπ' αριθμ. 187/3-7-2020 έφεση κατά της πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. 1744/2020 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, η τελευταία απόφαση εξαφανίσθηκε και συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος και ως προς τα προαναφερθέντα τρία σκέλη του, ότι δηλαδή από την απόρριψη των ως άνω υποβληθέντων ισχυρισμών προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, αλλά και σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε και επί πλέον, ότι δεν περιελήφθη ειδική αιτιολογία για την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α', Β' και Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι δεν της "επετράπη από το δικαστήριο" να κάνει ερωτήσεις στην εξετασθείσα μάρτυρα (και υποστηρίζουσα την εις βάρος της κατηγορία) και ισχυριζόμενη ότι εξαιτίας αυτού παραβιάσθηκαν τα σχετικά (υπερασπιστικά) δικαιώματά της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια και συγκεκριμένα, της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο. Από τα αυτά ως άνω πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτουν τα εξής: "Στο σημείο αυτό, η κατηγορουμένη δήλωσε ότι διαμαρτύρεται στο δικαστήριο διότι δεν της επιτρέπουν να κάνει ερωτήσεις στη μάρτυρα. Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθεί η προσφυγή της κατηγορουμένης, διότι οι ερωτήσεις δεν αφορούν τα υπό κρίση πραγματικά περιστατικά".
Μετά ταύτα το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δημοσίευσε αμέσως στο ακροατήριο την ακόλουθη απόφαση, ύστερα από την προηγούμενη καταχώρηση της σχετικής νομικής σκέψης:
"...Εν προκειμένω, η κατηγορουμένη, όταν της αφαιρέθηκε από την Πρόεδρο ο λόγος για συνέχιση ερωτήσεων στη μάρτυρα, διαμαρτυρήθηκε στο δικαστήριο. Η δήλωση αυτή της κατηγορουμένης κρίνεται από το δικαστήριο ως προσφυγή του άρθρου 335 παρ. 2 ΚΠοινΔ και πρέπει να απορριφθεί επειδή οι ερωτήσεις που απηύθυνε προς τη μάρτυρα δεν έχουν σχέση με τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά". Επομένως, εφ' όσον δεν παραβιάσθηκε κανένα δικαίωμα της εκκαλούσας - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά τα προαναφερθέντα, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο και ως εκ τούτου ο ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης.
Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) και η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση που αφορά στο αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στα στοιχεία αυτά, με παράθεση των περιστατικών κατά τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση ψευδών γεγονότων, ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του. Ειδικότερα, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως, ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 1301/2023, ΑΠ 1096/2022). Υπάρχει όμως και στην περίπτωση του ανωτέρω αδικήματος αιτιολογία του δόλου όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη ή σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση αυτή, περιστατικών (ΑΠ 1301/2023, ΑΠ 1693/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 173/2021).
Ακόμη, η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και (οι οποίοι) τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Το δικαστήριο της ουσίας όμως δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022).
Ωστόσο, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό η άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 1267/2017). Δεν αποτελούν συνεπώς, μεταξύ άλλων, αυτοτελείς ισχυρισμούς, (εκτός από την άρνηση των στοιχείων του εγκλήματος), τα πραγματικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αναφέρονται σε αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ενοχής (ΑΠ 660/2020, ΑΠ 1615/2005), τα νομικά επιχειρήματα και γενικά δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός που αναφέρεται σε αμφισβήτηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης και η επίκληση διαφορετικού (ηπιώτερου) νομικού χαρακτηρισμού (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1079/2023).
Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).
Στην κρινόμενη υπόθεση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων ως προς το είδος τους αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, στις 14.08.2015 προέβη μέσω της εταιρείας ... σε κράτηση ενός δωματίου σε ξενοδοχείο, ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "COMFY ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην ..., επί της οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την εγκαλούσα Σ. Π. Η κράτηση πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό κι επ' ονόματι της μητέρας της κατηγορουμένης, Ε. Ψ., για το χρονικό διάστημα από 20.05.2015 έως 1η.09.2015, η δε, κατηγορουμένη για την ολοκλήρωσή της γνωστοποίησε στην ως άνω διαδικτυακή εταιρεία κρατήσεων, τα στοιχεία της προσωπικής της πιστωτικής κάρτας. Ακολούθως, η μητέρα της κατηγορουμένης εμφανίστηκε στις 20.08.2015 στο ως άνω ξενοδοχείο και διέμεινε σε αυτό μέχρι την 1η.09.2015, οπότε αποχώρησε, το δε, κόστος διαμονής της, συνολικού ποσού 1.115 ευρώ, εξοφλήθηκε μέσω της πιστωτικής κάρτας της κατηγορουμένης, τα στοιχεία της οποίας είχαν γνωστοποιηθεί στην ξενοδοχειακή εταιρεία, μέσω της διαδικτυακής εταιρείας. Η κατηγορουμένη, εναντιώθηκε στη χρήση της πιστωτικής της κάρτας ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε έδωσε τη συναίνεσή τής γι' αυτό, ενώ η εγκαλούσα από την άλλη πλευρά ισχυριζόταν ότι η χρέωση της πιστωτικής κάρτας της κατηγορουμένης έγινε σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης που συνήψε με το ξενοδοχείο. Τελικά, η κατηγορουμένη ζήτησε και πέτυχε από την τράπεζά της να της επιστρέψει το ανωτέρω ποσό, ενώ περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι εξοφλήθηκε με άλλον τρόπο η απαίτηση του ξενοδοχείου από τη διαμονή της μητέρας της κατηγορουμένης. Ακολούθησε δικαστική διαμάχη μεταξύ της κατηγορουμένης και της εγκαλούσας σχετικά με τα ανωτέρω περιστατικά, τόσο σε αστικό όσο και σε ποινικό επίπεδο στα οποία δικαιώθηκε η εγκαλούσα.
Περαιτέρω, διαρκούσης αυτής της αντιδικίας, αναρτήθηκαν στον ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης ... και στις ιστοσελίδες της ..., όπου διαφημίζεται το ξενοδοχείο της ανωτέρω ξενοδοχειακής εταιρείας και της ..., τα ακόλουθα: α) τον Ιανουάριο του έτους 2017 στην διαδικτυακή ιστοσελίδα της ..., όπου διαφημίζεται το ξενοδοχείο ιδιοκτησίας της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "COMFY - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνει η εγκαλούσα, Σ. Π. του Ν., σχόλιο - αξιολόγηση του ξενοδοχείου με το ψευδώνυμο "...", με το οποίο ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού αναγνωστών της ως άνω ιστοσελίδας του διαδικτύου, για την ως άνω εγκαλούσα, επί λέξει: "Μεγάλη αλητεία: Κλέψανε πολύ μεγάλο ποσό από τη τράπεζα αλλά μετά άρχισαν να με κυνηγάνε επειδή ξεμπροστιάστηκαν και εξακολουθούν να με κυνηγάνε! Έχει υποβληθεί μήνυση εναντίον τους και κατά του δικηγόρου τους Δ. Δ. (για ηθική αυτουργία) - είναι σε εκκρεμότητα - για να δούμε", β) τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2017 στη διαδικτυακή ιστοσελίδα ..., ανήρτησε σχόλιο με το ψευδώνυμο "...", με το οποίο ισχυρίσθηκε και διέδωσε, ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού αναγνωστών της ως άνω ιστοσελίδας του διαδικτύου, για την ως άνω εγκαλούσα, επί λέξει: "Φωνάζει ο κλέφτης...Όχι μόνο μου κλέψανε χρήματα από την πιστωτική μου κάρτα, άλλα με κυνηγάνε κιόλας με αγωγές και μηνύσεις επειδή ξεμπροστιάστηκαν όταν έκανα καταγγελία. Επίπεδο πρωτόγονου καθεστώτος. Δεν θα τους περάσει όμως - έχει υποβληθεί μήνυση κατά της διευθύντριας Σ. Π. καθώς και κατά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δ. Δ. για συνεργεία και ηθική αυτουργία. Αναμένονται εξελίξεις στο θρίλερ...", γ) την 01-03-2017 στην διαδικτυακή ιστοσελίδα της ..., όπου διαφημίζεται το ως άνω ξενοδοχείο ανήρτησε σχόλιο - αξιολόγηση του ξενοδοχείου με το ψευδώνυμο "...", με το οποίο ισχυρίσθηκε και διέδωσε, ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού αναγνωστών της ως άνω ιστοσελίδας του διαδικτύου, για την ως άνω εγκαλούσα, σε ελεύθερη μετάφραση από την αγγλική γλώσσα: "Έκλεψαν ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό από την πιστωτική κάρτα και στη συνέχεια παρενοχλούν και βρίζουν αντί να ζητούν συγγνώμη και να προβούν στην παροχή επιστροφής. Λεηλατούν από τους λογαριασμούς των ανυποψίαστων κατόχων τους, όπως ακριβώς οι πειρατές. Μπορούν επίσης να παρενοχλούν το θύμα της κλοπής με αγωγές, βασίζονται σε φανταστικά παράπονα όπως με παρενοχλούν στο τηλέφωνο ενώ ήμουν στο νοσοκομείο αναρρώνοντας από τη χειρουργική επέμβαση, σε μία προσπάθεια να προσπαθήσει να μεταθέσει την ευθύνη μακριά από τον εαυτό τους για την ποταπή και την εγκληματική συμπεριφορά τους. Ευτυχώς, η τράπεζα δεν ξεγελάστηκε από την αποτυχημένη προσπάθεια τους για την εκ νέου χρέωση της πιστωτικής κάρτας και ούτε είναι οι αρχές που έχουν ανοίξει μια ποινική έρευνα για τη συμπεριφορά τους, συμπεριλαμβανομένων των ψευδών ισχυρισμών τους εναντίον του θύματος. Μπορούν επίσης να συνωμοτούν με τους μεγαλύτερους ιστοτόπους αξιολόγησης ξενοδοχείων και on Line κρατήσεων για να εμποδίσουν ή να αφαιρέσουν αρνητικές κριτικές, ακόμα και αν είναι αλήθεια" και δ) την 06-03-2017 στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης του διαδικτύου "Facebook", στη σελίδα του λογαριασμού "Αξιέπαινοι Επαγγελματίες Καλαμάτας" ισχυρίσθηκε και διέδωσε, ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού αναγνωστών της ως άνω ιστοσελίδας του διαδικτύου, για την ως άνω εγκαλούσα, επί λέξει: "ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΘΑ ΜΑΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΝΤΑΙ ΑΡΑΓΕ ΟΙ ΑΞΙΕΠΑΙΝΟΙ ΞΕΝΟΔΟΧΟΙ κες Π. και ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ Δ. Θ. Δ., που δεν φοβάται τις προκλήσεις; Που αξίζουν ΧΙΛΙΑ ΜΠΡΑΒΟ!!! θα ήθελα να ευχηθώ στη κα Σ. Π. του Ν. και της Α. όπως και στην επιχείρηση Comfy - Ανώνυμη Εμπορική - Ξενοδοχειακή Εταιρεία, η οποία εκπροσωπείται από τις αδελφές Σ. και Σ. Π., καθώς και από τη μάνα Α. Κ., η οποία αξίζει επαίνους για τη συνεισφορά της στις ξενοδοχειακές μονάδες της οικογένειας, με τη παραγωγή άξιων διαδόχων, όλα όσα αξίζουν στη δικαστική αναμέτρηση μαζί μου, όπου ζητάνε συνολικά 19.000 € αποζημίωση για υποτιθέμενες προσβολές, σε αγωγή που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας από τον καταξιωμένο πληρεξούσιο δικηγόρο Δ. Δ. με σπουδές σε ίδρυμα της Ιταλίας...Ήθελα επίσης να τους συγχαρώ για τις αρχέγονες αξίες που πρεσβεύουν και εφαρμόζουν ως μέρος της οικογενειακής παράδοσης στο χώρο των ξενοδοχείων, που αντέχουν ενάντια των εφήμερων κανονισμών που επιβάλλουν οι θνητοί μέσω νομοθετημάτων. Εύχομαι να χάρηκαν τα 1115 € που είχαν στην κατοχή τους έστω και προσωρινά προτού επέμβει η κακιά τράπεζα μου και τα πάρει πίσω εκ μέρους μου, αρχικά προσωρινά, τελικά οριστικά μετά από ένσταση που υπέβαλλε η επιχείρηση, η οποία δυστυχώς, απορρίφθηκε γιατί οι τράπεζες δεν ακολουθούν το ίδιο σύστημα δικαίου με την επιχείρηση, με τις αρχέγονες αξίες της. Ευελπιστώ όμως, τα δικαστήρια να εκτιμήσουν τη πραγματική ουσία αυτής της υπόθεσης. Το χρόνο στη φυλάκα, αν έχω τέτοια τιμή, θα τον χρησιμοποιήσω εποικοδομητικά, κάνοντας ωραίες σκέψεις για τη λαμπρή αυτή οικογένεια και τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Δ., τον οποίο θαυμάζω για τις γνώσεις, την ευστροφία και την ευρηματικότητα του...ώστε να υποστηριχθεί μια ενεπαρκής αγωγή;". Τα ως άνω ανήρτησε χωρίς αμφιβολία η κατηγορουμένη, καθώς αναφέρονταν όλα στο ανωτέρω περιστατικό και περιέχονται στοιχεία που ήταν γνωστά στις αντίδικες πλευρές και αντλήθηκαν από την σχηματισθείσα ποινική και αστική δικογραφία, ενώ στην ανάρτηση της 6ης.03.2017 και στο τέλος αυτής, ανέγραψε και το όνομά της με αγγλικούς χαρακτήρες, δηλαδή D. P. (Δ. Ψ.). Εξάλλου, και κατά τη σημερινή συνεδρίαση η κατηγορουμένη συνέχισε να θεωρεί παραβάτες του νόμου την εγκαλούσα και τη διαδικτυακή εταιρεία, όπως και στις επίδικες αναρτήσεις. Αλλά και σε άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν η κατηγορουμένη επώνυμα ή με ψευδώνυμα ισχυρίζεται τα ίδια με τα επίδικα δημοσιεύματα, ώστε δεν προκύπτει καμία αμφιβολία ότι η ίδια έκανε τις επίδικες αναρτήσεις. Άλλωστε, είναι γνωστό στο δικαστήριο από άλλες συνεδριάσεις του ότι η κατηγορουμένη συνηθίζει αυτή την τακτική, να αναρτά, δηλαδή, στο διαδίκτυο χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα, δυσφημιστικά γεγονότα για άτομα με τα οποία βρίσκεται σε αντιδικία, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της κατηγορουμένης (άρνηση της κατηγορίας) ότι δεν ανήρτησε η ίδια τα επίδικα σχόλια. Η κατηγορουμένη ξεκίνησε τέτοιου είδους αναρτήσεις για την εγκαλούσα, το ξενοδοχείο ιδιοκτησίας της και το δικηγόρο της Δ. Δ., αμέσως μετά το ανωτέρω συμβάν για τα οποία η εδώ εγκαλούσα Σ. Π. είχε υποβάλει άλλη έγκληση με βάση την οποία η κατηγορουμένη κηρύχθηκε ένοχη. Περαιτέρω, η εγκαλούσα κατέθεσε την επίδικη έγκληση το Μάρτιο του 2017 προσκόμισε δε, και τις σχετικές αναρτήσεις. Επειδή οι αναρτήσεις αυτές έγιναν εντός του έτους 2017 και τότε εκτυπώθηκαν και προσκομίστηκαν με την έγκληση, δεν αναγράφεται έτος στις αναρτήσεις αλλά μόνο πριν πόσες ημέρες ή ώρες αναρτήθηκαν. Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη φρόντισε να αφαιρέσει τις αναρτήσεις αυτές, γι' αυτό και σήμερα αμφισβήτησε τόσο την ύπαρξή τους όσο και το χρόνο που αναρτήθηκαν. Με βάση, όμως, τα ανωτέρω και την κατάθεση της εγκαλούσας, δεν προκύπτει αμφιβολία ότι αυτές έγιναν στο χρόνο που αναφέρεται, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η κατηγορουμένη ως ουσία αβάσιμων. Ακολούθως, όσα με πρόθεση ισχυρίστηκε η κατηγορουμένη με τις ανωτέρω αναρτήσεις μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, καθώς την παρουσίαζαν ως άτομο που διαπράττει ποινικά αδικήματα καθώς και ότι δεν είναι αξιόπιστη επαγγελματίας, ήταν δε, τα γεγονότα αυτά ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε το ψεύδος τους, τα ισχυρίστηκε δε ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού αναγνωστών των ως άνω ιστοσελίδων του διαδικτύου για τη νυν εγκαλούσα. Επομένως, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της ανωτέρω πράξης".
Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την εκκαλούσα - κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα διαλαμβάνοντας στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα εξής:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παραπάνω κατηγορούμενη ένοχη του ότι: Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2017 έως Μάρτιο του έτους 2017, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και ενεργώντας με πρόθεση ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον ενώπιον τρίτων γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, τα γεγονότα δε αυτά ήταν ψευδή και αυτή το γνώριζε και συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο α) τον Ιανουάριο του έτους 2017 στην διαδικτυακή ιστοσελίδα της ..., όπου διαφημίζεται το ξενοδοχείο ιδιοκτησίας της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "COMBY - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνει η εγκαλούσα, Σ. Π. του Ν., ανήρτησε σχόλιο - αξιολόγηση του ξενοδοχείου με το ψευδώνυμο "...", με το οποίο ισχυρίσθηκε και διέδωσε, ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού αναγνωστών της ως άνω ιστοσελίδας του διαδικτυου, για την ως άνω εγκαλούσα, επί λέξει: "Μεγάλη αλητεία: Κλέψανε πολύ μεγάλο ποσό από τη τράπεζα αλλά μετά άρχισαν να με κυνηγάνε επειδή ξεμπροστάστηκαν και εξακολουθούν να με κυνηγάνε! Έχει υποβληθεί μήνυση εναντίον τους και κατά του δικηγόρου τους Δ. Δ. (για ηθική αυτουργία) - είναι σε εκκρεμότητα - για να δούμε", β) τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2017 στη διαδικτυακή ιστοσελίδα ..., ανήρτησε σχόλιο με το ψευδώνυμο "...", με το οποίο ισχυρίσθηκε και διέδωσε, ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού αναγνωστών της ως άνω ιστοσελίδας του διαδικτύου, για την ως άνω εγκαλούσα, επί λέξει: "Φωνάζει ο κλέφτης... Όχι μόνο μου κλέψανε χρήματα από την πιστωτική μου κάρτα, αλλά με κυνηγάνε κιόλας με αγωγές και μηνύσεις επειδή ξεμπροστιάστηκαν όταν έκανα καταγγελία. Επίπεδο πρωτόγονου καθεστώτος. Δεν θα τους περάσει όμως - έχει υποβληθεί μήνυση κατά της διευθύντριας Σ. Π. καθώς και κατά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δ. Δ. για συνεργεία και ηθική αυτουργία. Αναμένονται εξελίξεις στο θρίλερ...", γ) την 01-03-2017 στην διαδικτυακή ιστοσελίδα της ..., όπου διαφημίζεται το ως άνω ξενοδοχείο ανήρτησε σχόλιο - αξιολόγηση του ξενοδοχείου με το ψευδώνυμο "...", με το οποίο ισχυρίσθηκε και διέδωσε, ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού αναγνωστών της ως άνω ιστοσελίδας του διαδικτύου, για την ως άνω εγκαλούσα, σε ελεύθερη μετάφραση από την αγγλική γλώσσα: "Έκλεψαν ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό από την πιστωτική κάρτα και στη συνέχεια παρενοχλούν και βρίζουν αντί να ζητούν συγγνώμη και να προβούν στην παροχή επιστροφής. Λεηλατούν από τους λογαριασμούς των ανυποψίαστων κατόχων τους, όπως ακριβώς οι πειρατές. Μπορούν επίσης να παρενοχλούν το θύμα της κλοπής με αγωγές, βασίζονται σε φανταστικά παράπονα όπως με παρενοχλούν στο τηλέφωνο ενώ ήμουν στο νοσοκομείο αναρρώνοντας από τη χειρουργική επέμβαση, σε μία προσπάθεια να προσπαθήσει να μεταθέσει την ευθύνη μακριά από τον εαυτό τους για την ποταπή και την εγκληματική συμπεριφορά τους. Ευτυχώς η τράπεζα δεν ξεγελάστηκε από την αποτυχημένη προσπάθεια τους για την εκ νέου χρέωση της πιστωτικής κάρτας και ούτε είναι οι αρχές που έχουν ανοίξει μια ποινική έρευνα για τη συμπεριφορά τους, συμπεριλαμβανομένων των ψευδών ισχυρισμών τους εναντίον του θύματος. Μπορούν επίσης να συνωμοτούν με τους μεγαλύτερους ιστοτόπους αξιολόγησης ξενοδοχείων και on Line κρατήσεων για να εμποδίσουν ή να αφαιρέσουν αρνητικές κριτικές, ακόμα και αν είναι αλήθεια" και δ) την 06-03-2017 στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης του διαδικτύου "Facebook", στη σελίδα του λογαριασμού "Αξιέπαινοι Επαγγελματίες Καλαμάτας" ισχυρίσθηκε και διέδωσε, ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού αναγνωστών της ως άνω ιστοσελίδας του διαδικτύου, για την ως άνω εγκαλούσα, επί λέξει: "ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΘΑ ΜΑΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΝΤΑΙ ΑΡΑΓΕ ΟΙ ΑΞΙΕΠΑΙΝΟΙ ΞΕΝΟΔΟΧΟΙ κες Π. και ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ Δ. Θ. Δ., που δεν φοβάται τις προκλήσεις; Που αξίζουν ΧΙΛΙΑ ΜΠΡΑΒΟ!!! Θα ήθελα να ευχηθώ στη κα Σ. Π. του Ν. και της Α. όπως και στην επιχείρηση Comfy-Ανώνυμη Εμπορική - Ξενοδοχειακή Εταιρεία, η οποία εκπροσωπείται από τις αδελφές Σ. και Σ. Π., καθώς και από τη μάνα Α. Κ., η οποία αξίζει επαίνους για τη συνεισφορά της στις ξενοδοχειακές μονάδες της οικογένειας, με τη παραγωγή άξιων διαδόχων, όλα όσα αξίζουν στη δικαστική αναμέτρηση μαζί μου, όπου ζητάνε συνολικά 19.000 € αποζημίωση για υποτιθέμενες προσβολές, σε αγωγή που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας από τον καταξιωμένο πληρεξούσιο δικηγόρο Δ. Δ. με σπουδές σε ίδρυμα της Ιταλίας...Ήθελα επίσης να τους συγχαρώ για τις αρχέγονες αξίες που πρεσβεύουν και εφαρμόζουν ως μέρος της οικογενειακής παράδοσης στο χώρο των ξενοδοχείων, που αντέχουν ενάντια των εφήμερων κανονισμών που επιβάλλουν οι θνητοί μέσω νομοθετημάτων. Εύχομαι να χάρηκαν τα 1115 € που είχαν στην κατοχή τους έστω και προσωρινά προτού επέμβει η κακιά τράπεζα μου και τα πάρει πίσω εκ μέρους μου, αρχικά προσωρινά, τελικά οριστικά μετά από ένσταση που υπέβαλλε η επιχείρηση, η οποία δυστυχώς, απορρίφθηκε γιατί οι τράπεζες δεν ακολουθούν το ίδιο σύστημα δικαίου με την επιχείρηση, με τις αρχέγονες αξίες της. Ευελπιστώ όμως, τα δικαστήρια να εκτιμήσουν τη πραγματική ουσία αυτής της υπόθεσης. Το χρόνο στη φυλάκα, αν έχω τέτοια τιμή, θα τον χρησιμοποιήσω εποικοδομητικά, κάνοντας ωραίες σκέψεις για τη λαμπρή αυτή οικογένεια και τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Δ., τον οποίο θαυμάζω για τις γνώσεις, την ευστροφία και την ευρηματικότητα του...ώστε να υποστηριχθεί μια ανεπαρκής αγωγή;", ισχυριζόμενη με αυτόν τον τρόπο, ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού αναγνωστών των ως άνω ιστοσελίδων του διαδικτύου για τη νυν εγκαλούσα, ότι διαπράττει ποινικά αδικήματα καθώς και ότι δεν είναι αξιόπιστη επαγγελματίας. Όλα τα παραπάνω, τα οποία η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ανωτέρω είναι ψευδή, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας".
Με τις ανωτέρω παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω δευτεροβάθμιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, όπως η έννοιά του εκτέθηκε στην σχετική προηγηθείσα νομική σκέψη, για το οποίο (έγκλημα) κηρύχθηκε ένοχη και καταδικάστηκε η εκκαλούσα - κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, βάσει των οποίων προέβη στην υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 363 ΠΚ, που το άνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, ήτοι η κατάθεση της μάρτυρος, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημοσίως στο ακροατήριό του, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και η απολογία της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί ακριβώς προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού συνάγεται μετά βεβαιότητας ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, τα έλαβε όλα υπόψη του, χωρίς να περιοριστεί επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αγνοώντας τα υπόλοιπα. Με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα και του δόλου της, ήτοι: 1) Ο ακριβής χρόνος αλλά και ο τόπος που έλαβε χώρα το (κάθε κατ' εξακολούθηση) έγκλημα και επί πλέον, το μέσον που τελέσθηκε το καθένα από τα εγκλήματα αυτά, 2) ο ισχυρισμός από την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ψευδών περιστατικών και γεγονότων ενώπιον "τρίτων", όπως η σχετική αυτή έννοια προσδιορίζεται στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, δηλαδή ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού αναγνωστών των παραπάνω αναφερομένων ιστιοσελίδων του διαδικτύου (internet) και συγκεκριμένα, προσάπτοντας στην προαναφερθείσα Σ. Π. ότι διαπράττει ποινικά αδικήματα και ότι δεν είναι αξιόπιστη επαγγελματίας, ενώ εκτίθενται ακόμη αναλυτικά ο τρόπος και οι συνθήκες της εκ μέρους της (κατ' εξακολούθηση) τέλεσης της αξιόποινης αυτής πράξης, 3) ότι οι προαναφερθέντες χαρακτηρισμοί που απέδωσε στην ως άνω εγκαλούσα η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα και μάλιστα ενώπιον τρίτων, ήταν ψευδείς και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, 4) η ανακοίνωση των ανωτέρω ψευδών περιστατικών και γεγονότων σε τρίτους μπορούσε να πλήξει την τιμή και την υπόληψη της εν λόγω εγκαλούσας, καθόσον έθεσε σε αμφισβήτηση την ηθική της αξία, 5) ο δόλος της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνει την γνώση της, αφ' ενός μεν, για το ότι τα επίμαχα περιστατικά και γεγονότα που (κατ' επανάληψη) ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα ενώπιον τρίτων και μπορούσαν να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της ήταν ψευδή, αφ' ετέρου δε, την θέλησή της να ισχυριστεί ενώπιον τρίτων τα σχετικά αυτά περιστατικά και τα γεγονότα, ενώ η γνώση θεμελιώνεται σε προσωπική και άμεση αντίληψή της, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, με συνέπεια να μην απαιτείται η παράθεση και άλλων περιστατικών σχετικά με τη γνώση αυτή (ΑΠ 1301/2023, ΑΠ 631/2022). Επομένως, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε', με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, σχετικά με τις υπόλοιπες σχετικές αιτιάσεις, που περιέχονται σε άλλους αναιρετικούς λόγους, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν "υπάρχει πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ταυτότητα του συντάκτη των επίδικων σχολίων" που αναφέρονται "στις τρεις τελευταίες σελίδες" της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ με τον έκτο αναιρετικό λόγο αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, ισχυριζόμενη ότι "δεν στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση του δόλου" και συγκεκριμένα, ότι αυτή δεν γνώριζε πως "τα επίδικα σχόλια ήταν ψευδή", οι οποίες (αιτιάσεις) εκτός από αβάσιμες κατά τα αμέσως προηγουμένως προεκτεθέντα, τυγχάνουν απαράδεκτες, διότι, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος της (αναιρεσείουσας) προαναφερθέντων σχετικών ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης αλλά και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο τυγχάνουν απαράδεκτες και οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που περιέχονται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης και αφορούν, α) τις "τρεις αναρτήσεις", "που έχουν γίνει από τους χρήστες με τα ψευδώνυμα: α) "...", β) "..." και γ "..." έχουν περιεχόμενο που ρητά αναφέρεται στην επιχείρηση που εκμεταλλεύεται η ανώνυμη εταιρεία "COMBY - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όπως επί λέξει αναφέρονται στο σχετικό δικόγραφο και β) την τέταρτη ανάρτηση που έγινε από το χρήστη με το ψευδώνυμο "Αξιέπαινοι Επαγγελματίες Καλαμάτας". Επομένως, τόσον ο πέμπτος, όσο και ο έκτος των αναιρετικών λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, τυγχάνουν αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι απορρίφθηκαν "παράνομα" ο τρίτος και ο τέταρτος των εκ μέρους της γραπτώς υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών, με το τίτλο "εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός - δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας" και "εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός - ανυπαρξία δυσφήμησης" αντιστοίχως, που αφορούν ισχυρισμούς της εκκαλουμένης - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας ότι οι (προαναφερθείσες) τρεις πρώτες αναρτήσεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο αφορούν την προαναφερθείσα εταιρία "COMBY - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και όχι την υποστηρίζουσα την κατηγορία Σ. Π. και ότι στην τέταρτη ανάρτηση δεν περιέχεται κάποιος ισχυρισμός βλαπτικός της τιμής και της υπόληψης της τελευταίας, δηλαδή της Σ. Π. και ισχυριζόμενη ότι για τον λόγο αυτό προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο και ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιελήφθη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη των ως άνω ισχυρισμών της και επί πλέον, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του (ήδη καταργηθέντος) άρθρου 364 ΠΚ (που αφορούσε την δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας), προσάπτει σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) τις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες. Όλες οι προαναφερθείσες αιτιάσεις όμως τυγχάνουν επίσης απαράδεκτες, καθόσον, εκτός του ότι οι σχετικοί αυτοί ισχυρισμοί είναι αρνητικοί της κατηγορίας, με την επίφαση της συνδρομής των ως άνω αναιρετικών λόγων, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος της (αναιρεσείουσας) ως άνω ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της. Κατά συνέπειαν, ο τέταρτος αυτός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
Με τον όγδοο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για την καταδικαστική εις βάρος της κρίση, ούτε αξιολόγησε την νομίμως προσκομισθείσα εκ μέρους της υπ' αριθμ. 64071/5-10-2020 Ένορκη Βεβαίωση της Ε. Ψ. (I. P.) που έγινε στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Τορόντο Καναδά και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, ήτοι της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, που όμως είναι αβάσιμος, καθόσον όπως ήδη αναφέρθηκε, το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του για την εκ μέρους της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, έλαβε υπόψη του - μεταξύ των άλλων - και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν δημοσίως στο ακροατήριό του, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση και δεν ήταν αναγκαίο, ούτε απαραίτητο και επιβεβλημένο κατά τα αναφερόμενα στην σχετική προηγηθείσα νομική σκέψη, η αναλυτική παράθεση της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης, ούτε η αναφορά τί ακριβώς προκύπτει από αυτήν και επί πλέον, ούτε η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου της με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Επίσης αβάσιμος είναι και ο έβδομος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας όσον αφορά τον χρόνο παραγραφής του ως άνω εγκλήματος, δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, αφού αυτό - κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου - τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιανουαρίου του έτους 2017 έως και Μαρτίου του ιδίου έτους 2017 και ως εκ τούτου δεν παρήλθε χρονικό διάστημα οχτώ ετών και επομένως, δεν τίθεται θέμα παραγραφής του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 112, 113 παρ. 1, 2 και 363 ΠΚ.
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 99 § 1 εδ. α' του ισχύσαντος έως 30-6-2019 ΠΚ, "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Η διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ (Ν. 4619/2019) ορίζει ότι "Αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από την αντιπαραβολή των δύο διατάξεων προκύπτει ότι η τελευταία είναι ευμενέστερη της πρώτης, ως προς τις προϋποθέσεις χορήγησης της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, δεδομένου ότι πλέον η χορήγηση της αναστολής αποσυνδέεται από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών, καθώς και του συνολικού ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί. Όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νΠΚ "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 465 νΠΚ του ίδιου Κώδικα, "Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ποινή, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος". Το τελευταίο άρθρο, το οποίο συνιστά διάταξη ειδικότερη του άρθρου 2 παρ. 1 νΠΚ (Ν. 4619/2019). πρέπει να παραβλεφθεί καθόσον αφορά στο ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, ως αντικείμενο σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, που καθιερώνουν την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου και ειδικότερα: α) Στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4 και 7 Συντάγματος (αρχές της ισότητας και της νομιμότητας (ΟλΑΠ 1/2015), β) στην διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 εδ. γ' του κυρωθέντος με το Ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α' 25/26.2.97) "Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής του θανάτου", όπου ο όρος "ελαφρύτερη ποινή" δεν καταλαμβάνει μόνο το πλαίσιο της ποινής, αλλά ερμηνεύεται ευρέως, ώστε να εμπίπτει και ο τρόπος εκτίσεως αυτής, γ) στο άρθρο 7 παρ. 1 της με το ΝΔ 53 της 19/20.9.1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, ως και του προσθέτου εις αυτήν πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952", στο πλαίσιο ερμηνείας του οποίου γίνεται δεκτή η υποχρέωση της αναδρομικής εφαρμογής της ευμενέστερης ποινικής διάταξης. Επομένως, μετά την 1-7-2019, ως προς την αναστολή εκτέλεσης της ποινής, εφαρμοστέο τυγχάνει σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και για πράξεις που τελέστηκαν πριν από την 1-7-2019, το άρθρο 99 παρ. 1 εδ. α' του νΠΚ. Το δικαστήριο της ουσίας υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής, να αποφασίσει σχετικά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του. Άλλως, αν δεν αποφασίσει για την αναστολή ή μη της ποινής ή αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς να αποφασίσει προηγουμένως επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, από τη οποία ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ (ΑΠ 1065/2022).
Με τον δέκατο λόγο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του νομίμως υποβληθέντος αιτήματός της για την αναστολή εκτέλεσης της ως άνω επιβληθείσας σ' αυτήν ποινής φυλάκισης των δέκα (10) μηνών και προσάπτει σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) την από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας. Από τα ίδια ως άνω πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι: "Μετά την απαγγελία της παραπάνω αποφάσεως, η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε η ποινή φυλακίσεως των δέκα (10) μηνών που επιβλήθηκε στην κατηγορουμένη, να μετατραπεί σε χρηματική, προς πέντε (5,00) ευρώ ημερησίως, όπως και πρωτόδικα. Η κατηγορουμένη ζήτησε την αναστολή της εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής". Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το υποβληθέν αίτημα αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω επιβληθείσας στην κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ποινής φυλάκισης των δέκα (10) μηνών, διαλαμβάνοντας τα εξής: "Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμόν 1744/3.7.2020 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας), είχε κριθεί απολύτως αναγκαία η έκτιση της ποινής για να αποτραπεί η καταδικασθείσα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων εξαιτίας της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, που υποδηλώνει αυξημένη παραβατικότητα και επικινδυνότητα αυτής. Ωστόσο, επειδή το άρθρο 83 παρ. 1 εδ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ, ήταν ευμενέστερο για την κατηγορουμένη, εν σχέσει προς την πραγματική έκτιση της ποινής, μετέτρεψε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης σε χρηματική ποινή προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Και το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παραπάνω ποινή φυλακίσεως σε χρηματική (άρθρο 82 Π.Κ. όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει) για το ίδιο λόγο, την επανειλημμένη, δηλαδή, τέλεση των πράξεων και κίνδυνο επανάληψής τους καθώς, είναι γνωστό στο δικαστήριο από άλλες συνεδριάσεις του, ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει επανειλημμένως το ίδιο ή παρόμοιο αδίκημα σε βάρος κι άλλων ατόμων, ληφθείσης υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού της μετατροπής και της οικονομικής κατάστασης της κατηγορουμένης, που καταδικάστηκε, και πρέπει κάθε ημέρα φυλακίσεως να υπολογιστεί προς πέντε (5,00) €, ως πρωτοδίκως". Με τις προαναφερθείσες παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του ως άνω υποβληθέντος αιτήματος αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας στην εκκαλούσα - κατηγορουμένη και ήδη αναιρείουσα ποινής φυλάκισης των δέκα (10) μηνών, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτήν (απόφαση) συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από την ύπαρξη των οποίων να προκύπτει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ως άνω επιβληθείσας στην κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ποινής φυλάκισης αλλά και η αναγκαιότητα της εκ μέρους της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας έκτισης της ως άνω επιβληθείσας σ' αυτήν ποινής φυλάκισης και συνεπώς, ο προαναφερθείς δέκατος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για το ότι δεν διερευνήθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω επιβληθείσας σ' αυτήν (κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα) ποινής φυλάκισης είναι βάσιμος. Ως εκ τούτου πρέπει να αναιρεθεί (εν μέρει μόνον) η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, κατά το εν λόγω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο ισχύει μετά το Ν. 4855/2021).
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι με τον ένατο λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση χειροτέρευσε η "μετατραπείσα σε χρήμα ποινή" που της "επιβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο - απόφαση υπ' αριθμ. 1744/2020 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, ενώ με τον ενδέκατο λόγο εκθέτει (η αναιρεσείουσα) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ειδική αιτιολογία όσον αφορά την απόρριψη του νομίμως υποβληθέντος αιτήματός της για την μετατροπή της ως άνω επιβληθείσας ποινής της στην εκ μέρους της παροχή κοινωφελούς εργασίας. Εν όψει όμως της εν μέρει αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το προαναφερθέν μέρος της, δηλαδή ως προς το θέμα της αναστολής εκτέλεσης της ως άνω επιβληθείσης σ' αυτήν ποινής φυλάκισης των δέκα (10) μηνών, παρέλκει η εξέταση αμφοτέρων των λόγων αυτών, ενώ πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη από 21-10-2024 αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτής λόγος, που ασκήθηκε με το από 17-1-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, κατά της υπ' αριθμ. 900/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας ως προς το υπόλοιπο μέρος της, αυτό δηλαδή που αφορά τις αιτιάσεις των παραπάνω αναφερομένων απορριφθέντων αναιρετικών λόγων, καθώς επίσης και του προσθέτου αναιρετικού λόγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 900/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, μόνον ως προς τις διατάξεις της περί μη αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας στην αναιρεσείουσα Δ. Ψ. του Γ., ποινής φυλάκισης των δέκα (10) μηνών και περί μετατροπής αυτής σε χρηματική.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την κρινόμενη από 21-10-2024 αίτηση και τον ασκηθέντα με το από 17-1-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετο λόγο, της Δ. Ψ. του Γ. για αναίρεσης της υπ' αριθμ. 900/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ