ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 602/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 602/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 602/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 602 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 602/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τζανέτο - Ιωάννη Μπαλιτσάρη, για αναίρεση της απόφασης 2233/2024 του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.8.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, β) να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της, περί ενοχής και επιβολής ποινής, για τον εξεταζόμενο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 εδ. α' ΚΠΔ λόγο της έλλειψης, από την απόφαση, της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ) και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28.8.2024 (αριθ. 5835/2024) αίτηση του Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2233/2024 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 19.7.2024 και με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις α) της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και β) της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ.2 και 3, 474 ΚΠοινΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 195 του ν.4738/2020 "Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις" "1. Φυσικό πρόσωπο που εκ του νόμου έχει αλληλέγγυα ευθύνη λόγω της εκπροσωπευτικής ή διοικητικής του σχέσης με οφειλέτη νομικό πρόσωπο, απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για οφειλές του οφειλέτη, που προέκυψαν εντός της ύποπτης περιόδου ή και εντός των τριάντα έξι (36) μηνών που προηγήθηκαν της ύποπτης περιόδου, με την πάροδο τριάντα έξι (36) μηνών από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης, ή είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης ή την καταχώρηση της παρ. 4 του άρθρου 77, όποιο από τα δύο προηγηθεί χρονικά, εκτός αν εντός της παραπάνω προθεσμίας υποβληθεί προσφυγή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον κατά της απαλλαγής του.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 196 του ιδίου νόμου "H απαλλαγή του οφειλέτη ή του εκπροσώπου του από χρέη, κατά περίπτωση, δεν θίγει με οποιονδήποτε τρόπο τη συνέχιση της διαδικασίας ρευστοποίησης και διανομής των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας και τα δικαιώματα των πιστωτών επί αυτών, συμπεριλαμβανομένων και των αδήλων εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων, τα οποία δολίως ή εξ αμελείας απεκρύβησαν στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας από τον οφειλέτη και των δικαιωμάτων των ενέγγυων πιστωτών επί υπεγγύων στοιχείων του οφειλέτη, η οποία διεξάγεται και ολοκληρώνεται σύμφωνα με τον παρόντα. Η απαλλαγή του οφειλέτη εκ της πρωτοφειλής ή εγγυήσεως δεν επηρεάζει τις απαιτήσεις έναντι των λοιπών συνοφειλετών ή εγγυητών που ενέχονται εκ του νόμου ή δυνάμει δικαιοπραξίας. Η απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 193 ή 195, κατά περίπτωση, συνεπάγεται την άμεση και αυτοδίκαιη κατάργηση κάθε εκκρεμούς διαδικασίας διοικητικής εκτέλεσης ή άλλης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος οφειλετών φυσικών προσώπων ή εκπροσώπων και διοικούντων νομικών προσώπων, αντιστοίχως. Με την επιφύλαξη του άρθρου 195, η απαλλαγή του οφειλέτη εκ της πρωτοφειλής ή εγγυήσεως δεν επηρεάζει τις απαιτήσεις έναντι των λοιπών συνοφειλετών ή εγγυητών που ενέχονται εκ του νόμου ή δυνάμει δικαιοπραξίας". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από αυτές απαλλαγή προσώπου που εκ του νόμου έχει αλληλέγγυα ευθύνη λόγω της εκπροσωπευτικής ή διοικητικής του σχέσης, με οφειλέτη - νομικό πρόσωπο, από κάθε ευθύνη, για τις περιλαμβανόμενες, σε αυτές οφειλές του οφειλέτη, αναφέρεται σε αστική ευθύνη για οφειλές του οφειλέτη - νομικού προσώπου και όχι σε ποινική ευθύνη αυτού.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν.3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010, με τις οριζόμενες στην ίδια διάταξη αθροιστικές ποινές τιμωρείται όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς λογαριασμούς ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, τιμωρείται για υπεξαίρεση με τις ποινές που αναγράφονται στην ίδια διάταξη, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων χρηματικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό. Για την πληρότητα δε της αντικειμενικής υπόστασης των συγκεκριμένων εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενο αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, που ως τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίον παρασχέθηκε η εργασία. Για την καταβολή δε των ως άνω εισφορών, όταν εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρεία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 115 του Ν.2238/1994 και 4 παρ. 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 61 παρ. 2 του Ν. 2676/1999 και πρόκειται για ασφαλιστικές εισφορές του γεννήθηκαν μέχρι τις 11.4.2012, οπότε θεσπίσθηκε η παρ. 7 του αρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, που προστέθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 4075/2012, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνον ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, ενώ στην περίπτωση που οι ασφαλιστικές εισφορές γεννήθηκαν μετά την ως άνω ημερομηνία (11.4.2012), αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι όσοι ορίζονται στην ίδια ως άνω διάταξη της παρ 7 του Α.Ν. 86/1997, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11.4.2012, σύμφωνα με την οποίαν, ως αυτουργοί των εγκλημάτων της μη απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών θεωρούνται στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες: α) οι πρόεδροι των Διοικητικών Συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από την ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση των εταιρειών αυτών και β) σε περίπτωση που ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. (ΑΠ 345/2023, ΑΠ 1741/2019). Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Όσον δε αφορά το δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως είναι και η παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του (λ.χ. άμεσο δόλο). Κατ' ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, τα κρίσιμα περιστατικά, που είναι: α) Η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, β) τα χρονικά διαστήματα που παρείχαν οι εργαζόμενοι την εργασία τους κατά τα οποία παρακρατήθηκαν οι εισφορές αυτές, γ) ο χρόνος που ήταν απαιτητές και οι δύο αυτές κατηγορίες των εισφορών από τον ασφαλιστικό φορέα τους, ήτοι μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα που παρασχέθηκε η εργασία τους. δ)Αναφορά, επί εργοδότη νομικού προσώπου (εταιρείας) της μορφής του νομικού προσώπου ή της εταιρείας και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στην εταιρεία κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, ε) Όταν πρόκειται για εργοδότη ανώνυμη ημεδαπή εταιρεία στην περίπτωση που πρόκειται για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11.4.2012, οπότε θεσπίσθηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, περίπτωση κατά την οποίαν, κατ' αρχήν, κυρίως υπόχρεοι για την ως άνω καταβολή είναι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε., ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των αρχικά και κυρίως υπόχρεων μόνον τότε πρέπει να αναγράφεται στην καταδικαστική απόφαση ότι ο καταδικασθείς είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο μία από τις αναγραφόμενες στην ως άνω διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 ιδιότητες, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού αυτού ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης (ΑΠ 840/2020, ΑΠ 543/2019).

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους αποδείχθηκαν τα εξής: "Ότι ο κατηγορούμενος ως υπεύθυνος/η της επιχείρησης με την Επωνυμία ΑLTEC ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Α.Ε. και Α.Μ.Ε.: ..., Διεύθυνση επιχείρησης: ... ..., είδος επιχείρησης: Παροχή συμβουλών και προμήθεια λογισμικού, ότι δεν καταβλήθηκαν οι εισφορές για τους εργαζομένους σ' αυτή μισθωτούς για τη χρονική περίοδο από 01/07/2019 μέχρι 31/07/2019 συνολικού ποσού 68.661,28 ΕΥΡΩ, για τις οποίες συντάχθηκε η με αριθμό ... Από το σύνολο των ανωτέρω εισφορών ποσό 22.887,09 ΕΥΡΩ αποτελεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που απασχολήθηκαν στον παραπάνω εργοδότη, τις οποίες παρακράτησε για να μας αποδώσει (εργατικές), το υπόλοιπο ποσό 45.774,19 ΕΥΡΩ, αποτελεί ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον εργοδότη (εργοδοτικές).
Επειδή, η μη καταβολή τον εισφορών πέρα από το μήνα που έγιναν απαιτητές, αφ' ενός των εισφορών που παρακρατήθηκαν για τους ασφαλισμένους συνιστά το προβλεπόμενο από την παρ. 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/67 αδίκημα της υπεξαίρεσης, αφ' ετέρου των εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, το προβλεπόμενο από την παρ. 1 του ίδιου άρθρου αδίκημα και σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 του Ν.3904/2010, σας θέτουμε υπόψη τα ανωτέρω και παρακαλούμε για τις δικές σας ενέργειες.

Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αντίστοιχων πράξεων του κατηγορητηρίου που του αποδίδονται και αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, δεδομένου ότι πληρείται η αντικειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος εφόσον από τη διατάξεις των άρθρων 195 και 196 του Ν. 4738/2020, προκύπτει ότι αυτός δεν απαλλάσσεται από την ποινική ευθύνη." Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2Β' ΠΚ για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών με το ακόλουθο διατακτικό: "Ως Υπεύθυνος/η της επιχείρησης με την Επωνυμία ΑLTEC ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Α.Ε. και Α.Μ.Ε.: ..., Διεύθυνση επιχείρησης: ... ..., είδος επιχείρησης: Παροχή συμβουλών και προμήθεια λογισμικού, ότι δεν καταβλήθηκαν οι εισφορές για τους εργαζομένους σ' αυτή μισθωτούς για τη χρονική περίοδο από 01/07/2019 μέχρι 31/07/2019 συνολικού ποσού 68.661,28 ΕΥΡΩ, για τις οποίες συντάχθηκε η με αριθμό ... Από το σύνολο των ανωτέρω εισφορών ποσό 22.887,09 ΕΥΡΩ αποτελεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που απασχολήθηκαν στον παραπάνω εργοδότη τις οποίες παρακράτησε για να μας αποδώσει (εργατικές), το υπόλοιπο ποσό 45.774,19 ΕΥΡΩ, αποτελεί ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον εργοδότη (εργοδοτικές).

Επειδή, η μη καταβολή τον εισφορών πέρα από το μήνα που έγιναν απαιτητές, αφ' ενός των εισφορών που παρακρατήθηκαν για τους ασφαλισμένους συνιστά το προβλεπόμενο από την παρ. 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/67 αδίκημα της υπεξαίρεσης, αφ' ετέρου των εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, το προβλεπόμενο από την παρ. 1 του ίδιου άρθρου αδίκημα και σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 του Ν.3904/2010, σας θέτουμε υπόψη τα ανωτέρω και παρακαλούμε για τις δικές σας ενέργειες." Με τις παραδοχές αυτές ήτοι ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος με βάση τις διατάξεις των άρθρων 195 και196 του ν.4738/2020 δεν απαλλάσσεται της ποινικής του ευθύνης για την έγκαιρη καταβολή των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 195 και 196 του ν. 4738/2020 και 1 παρ. 1, 2 του ΑΝ 86/1967 και συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμος.

Πλην όμως εφόσον η αναίρεση είναι παραδεκτή και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση η αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη κατ'άρθρο 511 εδ.α' ΚΠΔ αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε ΚΠοινΔ καθόσον, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότιδα ανώνυμη εταιρεία, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση η ιδιότητα και η θέση που ο κατηγορούμενος είχε στην ως άνω εταιρεία, ώστε να ανακύπτει η νομική υποχρέωσή του αφενός να εξοφλήσει τις εργοδοτικές εισφορές της ανώνυμης εταιρείας και αφετέρου να παρακρατήσει τις εισφορές των εργαζομένων σ' αυτή και να τις αποδώσει στο ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ).

Συγκεκριμένα δεν αναγράφεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται αν κατά το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.7.2019 μέχρι 31.7.2019 Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ή Διευθύνων Σύμβουλος ή Εντεταλμένος ή συμπράττων σύμβουλος η Διοικητής ή Γενικός Διευθυντής και γενικά πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση ή τέλος σε περίπτωση έλλειψης των παραπάνω προσώπων, αν ήταν ο αναιρεσείων μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας (αντιπρόεδρος ή σύμβουλος) και ασκούσε πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των παραπάνω αναφερομένων κατ' αρχήν και κυρίως υπόχρεων. Μόνη δε η αναφερόμενη στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης ιδιότητα του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ως υπεύθυνου της επιχείρησης με την επωνυμία ALTEC ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΑΕ και Α.Μ.Ε., είδος επιχείρησης: παροχή συμβουλών και προμήθεια λογισμικού, δεν καθιστά αυτόν άνευ ετέρου, υπόχρεο για παρακράτηση εργατικών εισφορών και για απόδοση αυτών μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές στο ΕΦΚΑ. Επιπλέον δεν παρατίθεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της απόφασης ο ακριβής χρόνος τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, ο οποίος συμπίπτει με την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο, κατ' άρθρο 511 εδ. α' ΚΠοινΔ λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ',Ε' ΚΠοινΔ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2233/2024 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους, που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή