ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 617/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 617/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 617/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 617 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 617/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μοροζίνη, για συμπλήρωση της υπ'αριθμ. 2533/2019 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Το Α' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 01 Οκτωβρίου 2024 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 02.10.2024, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 16663/2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να παραπεμφθεί η αίτηση στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 2533/2019 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ως προς την άρση ή μη της απαγόρευσης κίνησης του συνόλου των τραπεζικών λογαριασμών που επιβλήθηκε με την υπ'αριθμ. 39/2012 διάταξη του Ανακριτή και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, "1.Όταν στην απόφαση, στην ποινική διαταγή ή στην διάταξη υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δικαστής που τις εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή της, εφόσον δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή στην απόφαση και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Ουσιώδης μεταβολή υπάρχει, ιδίως, όταν εισφέρεται νέα δικαιοδοτική κρίση, επιβάλλεται κύρια ποινή, παρεπόμενη ποινή ή μέτρο ασφαλείας. 2. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά εκτός από τις άλλες παραλείψεις και τα όσα αναφέρονται, ως προς την ταυτότητα του κατηγορουμένου, την ιδιότητα του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας, ιδίως όταν αυτή προκύπτει χωρίς αμφιβολία από τα στοιχεία του φακέλου, την απάλειψη προφανών παραδρομών του αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ή διάταξη ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίσθηκαν (εν.κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η διορθωτέα απόφαση). Αν ασκήθηκε κατά της απόφασης ένδικο μέσο, τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση τη διατάσσει το δικαστήριο που την εξέδωσε, αν το ένδικο μέσο, απορρίφθηκε ως απαράδεκτο.

Σε αντίθετη περίπτωση τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση τη διατάσσει το δικαστήριο που αποφασίζει για το ένδικο μέσο". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες περί ενδίκων μέσων, σαφώς συνάγεται ότι ως διόρθωση της απόφασης νοείται η αποκατάσταση της πραγματικής βουλήσεως του δικαστηρίου, με την απάλειψη στοιχείων που παρεισέφρησαν αθέλητα στο κείμενό της ή με την παράθεση σ' αυτό στοιχείων που είναι αναγκαία για την απόδοση της αληθινής βούλησης του Δικαστηρίου και έχουν παραλειφθεί από παραδρομή ή αβλεψία ή από άλλη παρόμοια αιτία, και όχι η άρση των σφαλμάτων που δημιουργούν ακυρότητα, ή των ουσιαστικών σφαλμάτων αυτής, που είναι αντικείμενο της κρίσης του ανωτέρου δικαστηρίου, το οποίο επιλαμβάνεται της υπόθεσης, κατόπιν άσκησης ένδικου μέσου (ΟΛΑΠ 365/1982, ΑΠ 958/2024, ΑΠ 945/2022, ΑΠ 691/2020).

Εντεύθεν , απαραίτητη προϋπόθεση της διόρθωσης είναι η ύπαρξη ή παράλειψη τέτοιου στοιχείου και η αιτία στην οποία οφείλεται αυτό (AΠ 858/2024, AΠ 691/2020, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 1330/2018, ΑΠ 806/2014, ΑΠ 952/2014, ΑΠ 112/2013). Κατά τις ίδιες ως άνω διατάξεις σε διόρθωση και συμπλήρωση υπόκεινται και οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου (AΠ 691/2020, ΑΠ 986/2019), ενώ έχει κριθεί ότι χωρεί συμπλήρωση της απόφασης για το κεφάλαιο της τύχης των κατασχεμένων που δεν κρίθηκε (ΑΠ 945/2022, ΑΠ 986/2019). Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 145 του ΚΠΔ, δεν ορίζεται χρόνος, μέσα στον οποίο πρέπει να γίνει η συμπλήρωση ή διόρθωση απόφασης, η οποία, καταρχήν, μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και ανατρέχει στον χρόνο έκδοσης της συμπληρούμενης ή διορθούμενης απόφασης (ΑΠ 858/2024, ΑΠ 1973/2009).

Επίσης, προκύπτει ότι αν ασκηθεί αναίρεση κατά απόφασης και αυτή δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ο Άρειος Πάγος είναι αρμόδιος να προβεί στη διόρθωση ή τη συμπλήρωση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 365/1982 ΑΠ 945/2022, ΑΠ 691/2020), εφόσον συντρέχουν γι' αυτό και οι λοιποί όροι και εφόσον η διόρθωση ή συμπλήρωση δεν προϋποθέτει αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και εκφορά ουσιαστικής κρίσης, δηλαδή δικαιοδοτική λειτουργία που ανήκει στα δικαστήρια ουσίας και όχι στην ακυρωτική αρμοδιότητα και αποστολή του Αρείου Πάγου (ΑΠ 706/2016).

Όμως, ενόψει της βασικής δικονομικής αρχής των ενδίκων μέσων, κατά την οποία η μεταβίβαση της υπόθεσης στο ανώτερο δικαστήριο καθορίζεται από τα αντικείμενα που αφορούν οι λόγοι του ενδίκου μέσου και περιορίζεται μόνο στο προσβαλλόμενο μέρος της απόφασης, ενώ, ως προς τη μη προσβαλλόμενο μέρος της, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, η αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου για διόρθωση ή συμπλήρωση της απόφασης δεν υπερβαίνει τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της αναίρεσης, δηλαδή υπάρχει μόνο για κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την αίτηση αναίρεσης και συνάπτονται άμεσα με τους λόγους αναίρεσης. Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος, ως δικαστήριο του ενδίκου μέσου, είναι αρμόδιος, κατ' αίτηση ή αυτεπαγγέλτως για τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, μόνον όταν υπεισέρχεται στην έρευνα (από νομική ή/και ουσιαστική άποψη των λόγων της αναίρεσης, γεγονός που προϋποθέτει ότι έχει μεταβιβαστεί σ' αυτόν το κεφάλαιο, όπου εμπίπτει η διορθωτέα ή συμπληρωτέα διάταξη. Διαφορετικά, αν η διόρθωση ή η συμπλήρωση αφορά κεφάλαιο της απόφασης, που δεν προσβάλλεται με την αναίρεση ως προς το οποίο, συνεπώς, η αναίρεση είναι ανύπαρκτη (νομική κατάσταση για την οποία, κατά μείζονα λόγο, ισχύει η παραπάνω διάταξη, που ρητά αποκλείει την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που αποφασίζει για το ένδικο μέσο που ασκήθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτο), η σχετική αρμοδιότητα παραμένει στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, στο οποίο ο Άρειος Πάγος παραπέμπει την υπόθεση, ως καθ' ύλη αρμόδιο δικαστήριο, για να προβεί στη διόρθωση ή στη συμπλήρωση της απόφασής του (ΟλΑΠ 365/1982, ΑΠ 858/2024, ΑΠ 333/2023, ΑΠ 132/2022, ΑΠ 706/2016).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 495 και 504 παρ.1 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 495 ΚΠΔ (στον κατηγορούμενο, στον παρασταθέντα για την υποστήριξη της κατηγορίας και στον τρίτο) επιτρέπεται αναίρεση κατά του μέρους της απόφασης που αφορά την απόδοση ή δήμευση, εφόσον η απόφαση, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση. Το μεταβιβαστικό δε αποτέλεσμα των ένδικων μέσων προσδιορίζεται από την έκταση αυτών και μπορεί να είναι είτε καθολικό, όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση, δηλαδή όλα τα κεφάλαια αυτής, είτε μερικό, όταν προσβάλλονται ορισμένα μόνο κεφάλαιά της, σε αυτήν δε την περίπτωση το Δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει, μόνο επί εκείνων των μερών της απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι λόγοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την βασιμότητα της κρινομένης αιτήσεως συμπληρώσεως αποφάσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Α' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 2533/2019 απόφαση του κήρυξε τον κατηγορούμενο Χ. Σ. του Ν., ένοχο για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού και κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός έτους, αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε', και επιπλέον ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 2 παρ.7 του Ν.4312/201 και διέταξε την άρση της απαγόρευσης κίνησης των τραπεζικών του λογαριασμών, που είχε επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 18/2013 του Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών, με το εξής διατακτικό : "Διατάσσει την άρση της απαγόρευσης κίνησης. Τραπεζικοί λογαριασμοί Χ. Σ.: 1. υπ' αριθμ ... τραπεζικός λογαριασμός της Alpha Bank". Κατά της απόφασης αυτής ο ως άνω κατηγορούμενος άσκησε την από 27/5/2020 αναίρεση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, μόνο ως προς το περί της ενοχής κεφάλαιο, με συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, τόσο ως προς την έρευνα των λόγων της αναίρεσης όσο και ως προς τη διόρθωση ή συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 2533/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών να περιοριστεί στο ως άνω προσβαλλόμενο κεφάλαιο της απόφασης, ενώ ως προς τα λοιπά και μη προσβαλλόμενα κεφάλαιά της, η απόφαση έγινε αμετάκλητη και δεν θεμελίωνε η άσκηση της αναίρεσης αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου για διόρθωση ή συμπλήρωση της απόφασης, ως προς αυτά τα κεφάλαια. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης συζητήθηκε, κατά την δικάσιμο της 2/2/2022 και απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ'αριθμ.945/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου. Παράλληλα συνεκδικάσθηκαν και οι λοιπές κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και δη: 1) η από 15.6.2020 του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, 2) η από 13.3.2020 του Α. Φ., κατοίκου ..., και 3) η από 13.3.2020 του Σ. Σ., κατοίκου ..., οι οποίες επίσης απορρίφθηκαν στο σύνολό τους. Στη συνέχεια, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης υπ'αριθμ.945/2022 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, ο κατηγορούμενος Χ. Σ. υπέβαλε στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών την από 1/10/2024 και με αρ. πρωτ. 16663/02-10-2024 αίτηση διόρθωσης-συμπλήρωσης της υπ' αριθμ. 2533/2019 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ως προς την άρση της απαγόρευσης κίνησης του συνόλου των τραπεζικών λογαριασμών, που είχε επιβληθεί με την υπ'αριθμ.39/2012 Διάταξη του Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αυτή εισήχθη στο Τριμελές Εφετείο Αναστολών Β' Βαθμού, κατά την δικάσιμο της 18/11/2024, οπότε εκδόθηκε η υπ'αριθμ.377/2024 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία το εν λόγω Εφετείο, λαμβάνοντας γνώση ότι είχε ασκηθεί αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης της οποίας ζητείτο η διόρθωση (2533/2019), κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ'ύλη να προβεί στη συμπλήρωση της απόφασης αυτής και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση, κατ' άρθρο 120 ΚΠΔ, στο Ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου, ως καθ'ύλην αρμόδιο δικαστήριο, για να αποφανθεί επί της αιτήσεως συμπληρώσεως, μετά την έκδοση της υπ'αριθμ.945/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου. Ακολούθως, με το υπ'αριθμ.πρωτ.16663/22.11.2024 έγγραφο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών υποβλήθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου (αρ. πρωτ. Εισαγ. Αρείου Πάγου 8415/28-1-2024) απόσπασμα της υπ'αριθμ.377/2024 παραπεμπτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Αναστολών) Αθηνών, μετά της σχετικής δικογραφίας αφορώσας αίτηση του Χ. Σ. για διόρθωση -συμπλήρωση της 2533/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν αυτών, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε την υπόθεση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως συμπλήρωσης. Όμως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, και αφού η από 27/5/2020 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Χ. Σ., έπληττε την υπ'άριθ. 2533/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς το κεφάλαιο της καταδίκης του για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, για την οποία επιβλήθηκε η ποινή φυλάκισης ενός έτους με τριετή αναστολή της εκτέλεσης της, και όχι και ως προς το αυτοτελές κεφάλαιο της δήμευσης -απόδοσης των κατασχεμένων, με συνέπεια να μην υπάρχει άσκηση αναίρεσης, ως προς αυτό το κεφάλαιο, αρμόδιο Δικαστήριο για τη συμπλήρωση της επίμαχης απόφασης (2533/2019) δεν είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, αλλά το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δηλαδή το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, κατ'άρθρο 111 ΚΠΔ , ως αντικ. με τον Ν. 5090/2024, στο οποίο και πρέπει γι' αυτόν τον λόγο να παραπεμφθεί η υπόθεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών την υπ'αριθ.16663/02-10-2024 αίτηση συμπλήρωσης της υπ'αριθμ. 2533/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ως προς την άρση ή μη της απαγόρευσης κίνησης του συνόλου των τραπεζικών λογαριασμών που επιβλήθηκε με την υπ'αριθ. 39/2012 Διάταξη του Ανακριτή.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή