Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 619 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 619/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Αργυρίου, για συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 616/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άρτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Άρτας Μ. Χ., έλαβε αριθμό 1/2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτός ο αυτεπαγγέλτως προτεινόμενος λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς το κεφάλαιο της καταδίκης του αναιρεσείοντος για την πράξη της εξύβρισης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και να απορριφθεί η αίτηση κατά τα λοιπά και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση από 15.11.2024 αίτηση του Λ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 616/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, που δημοσιεύθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 29.10.2024 με άυξ. αρ.184, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 ΚΠΔ) με δήλωση του αναιρεσείοντα ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Άρτας. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 333 παρ.1 ΠΚ, "Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Το έγκλημα αυτό, που ανήκει στα υπαλλακτικώς μικτά εγκλήματα, προστατεύει το συναίσθημα της ασφάλειας του καθενός για τον σχηματισμό ελευθερίας βούλησης ή πραγματοποίησης αυτής και με την τέλεσή του ο δράστης στρέφεται κατά της προσωπικής ελευθερίας. Στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του πλημμελήματος της απειλής είναι όχι η άσκηση βίας αλλά η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, η οποία απειλή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, δια νευμάτων ή άλλων απειλητικών κινήσεων και πρέπει να απευθύνεται κατά του απειλούμενου ή προσώπου συνδεόμενου στενά με αυτόν.
Περαιτέρω, η εκδήλωση αυτής της απειλής πρέπει να περιήγαγε τον άλλον σε τρόμο ή ανησυχία, χωρίς να ερευνάται εάν η απειλή αυτή είναι γενικώς ικανή να προκαλέσει τούτο. Αν ο απειληθείς δεν περιήλθε σε τρόμο ή ανησυχία, διότι δεν την έλαβε σοβαρά υπόψη, η πράξη δεν τελέσθηκε. Για την υποκειμενική υπόσταση, απαιτείται γνώση του υπαιτίου ότι η απειλούμενη ενέργεια είναι βία ή άλλη παράνομη πράξη και θέληση του δράστη να προκαλέσει στον παθόντα φόβο ή ανησυχία, ενώ αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 756/2024, ΑΠ 617/2024, ΑΠ 499/2024, ΑΠ 771/2023).
ΙΙΙ. Στη διάταξη του άρθρου 337 παρ.1, όπως διατυπώνεται στον ισχύοντα από 1-7-2019 Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019) και που αποσκοπεί στην προστασία του εννόμου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας και αξιοπρέπειας, ορίζεται ότι "'Όποιος με χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα, με προτάσεις που αφορούν γενετήσιες πράξεις, με γενετήσιες πράξεις που τελούνται ενώπιον άλλου ή με επίδειξη των γεννητικών του οργάνων, προσβάλλει βάναυσα την τιμή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος ή χρηματική ποινή. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το ανωτέρω έγκλημα, είναι υπαλλακτικώς μικτό και τελείται με περισσότερους του ενός τρόπους και συγκεκριμένα: α) με χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα, β) με προτάσεις που αφορούν γενετήσιες πράξεις, γ) με γενετήσιες πράξεις που τελούνται ενώπιον άλλου και δ) με επίδειξη των γεννητικών οργάνων του δράστη. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, με τον πρώτο των ανωτέρω τρόπων, αρκεί να λάβουν χώρα χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα, που συνιστούν πράξεις ήσσονος βαρύτητας, δεν εξικνούνται σε γενετήσια πράξη, αλλά πάντως τελούνται σε σωματική επαφή, όπως λ.χ. ψαύσεις ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς κλπ, του παθόντος, και δεν παύουν να αποτελούν βάναυση προσβολή κατά της γενετήσιας ελευθερίας του ατόμου, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των στοιχείων της πράξεως (ΑΠ 661/2024, ΑΠ 740/2023, ΑΠ 618/2023, ΑΠ 216/2023, ΑΠ 1145/2022, ΑΠ 508/2022, ΑΠ 1866/2019).
IV. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο, που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε ή υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 1363/2020), ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 501/2020).
Δεν είναι όμως απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, αυτό όμως δεν συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση, που αφορά το έγκλημα της προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας και της απειλής.
Τέλος, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 216/2023, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021). Η ίδια δε ως άνω αιτιολογία που απαιτείται για την απόφαση περί ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία, απαιτείται για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε.
V. Σύμφωνα με το άρθρο 349 παρ.1 και 2 εδ.α' του ΚΠΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε και διαμορφώθηκε με το άρθρο 41 του νόμου 4947/23-6-2022 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση << 1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 340. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου. 2. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης." Από τις ως άνω διατάξεις και αυτές του άρθρου 501 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο εκκαλών- κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας αυτού ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Το Δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα αρχικά διακοπής και στη συνέχεια αναβολής της δίκης, μόνο αν κρίνει ότι οι επικαλούμενοι λόγοι, για τους οποίους ζητείται η αναβολή, είναι σοβαροί λόγοι υγείας ή συνιστούν ανώτερη βία, όχι όμως όταν κρίνει ότι δεν υφίστανται τέτοιοι και επομένως δε συντρέχει λόγος αναβολής (ΑΠ 907/2022). Αν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι ο επικαλούμενος λόγος αναβολής δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας και λόγο αναβολής, δεν είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει αν υπάρχει δυνατότητα διακοπής της δίκης.
Εξάλλου και η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης με σκοπό να προσκομισθούν νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, κατά το άρθρο 352 παρ.3 του ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση, διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 818/2023, ΑΠ 484/2023, ΑΠ 869/2023, ΑΠ 147/2023, ΑΠ 10/2023). Στο αίτημα αναβολής πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα που πρόκειται να αποδειχθεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής του κατηγορουμένου (ΑΠ 484/2023). Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος (αναβολής/διακοπής για απουσία μαρτύρων ή για νέες αποδείξεις) απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου ουσίας (ΑΠ 869/2023, ΑΠ 818/2023, ΑΠ 484/2023, ΑΠ 147/2023), το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αναβολής, και, σε περίπτωση απόρριψής του, οφείλει να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα για την απορριπτική του κρίση, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε αόριστο αίτημα (ΑΠ 818/2023, ΑΠ 1367/20ΑΠ 1134/2022, ΑΠ 566/2022, ΑΠ 140/2021, ΑΠ 398/2019). Είναι δε ορισμένο το εν λόγω αίτημα , μόνον όταν αναφέρονται τα ζητήματα για τα οποία θα κατέθετε ο μάρτυρας, ώστε να κριθεί αν τα ζητήματα αυτά είναι κρίσιμα για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλέστερη κρίση.
VΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι ο συνήγορος υπεράσπισης του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι υποβάλει αίτημα αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, προκειμένου στη μετ' αναβολή συνεδρίαση να προσέλθει και να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης ο αδελφός του (κατηγορούμενου), Β. Σ. του Ε. και ο οποίος δεν κατέστη εφικτό να προσέλθει στο δικαστήριο λόγω ασθενείας του. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με το ακόλουθα σκεπτικό: "Το αίτημα που υποβλήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου είναι νόμω αβάσιμο, μη δυνάμενο να αρυσθεί τη νομική του θεμελίωση από τη διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται μόνο σε ανακύπτοντα κωλύματα που αφορούν αποκλειστικά στους διαδίκους και συνηγόρους της ποινικής δίκης, ενώ το αναφερόμενο από τον κατηγορούμενο ως άνω πρόσωπο , ήτοι ο αδελφός του, Β. Σ. του Ε. δεν περιλαμβάνεται σε αυτά (αφού δεν είναι μάρτυρας του κατηγορητηρίου)". Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ ήτοι για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας.
Συνεπώς το δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος ως μη νόμιμο αφού ο λόγος υγείας αφορούσε στο πρόσωπο μάρτυρα υπεράσπισης. Αλλά και στην περίπτωση που το ανωτέρω αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου εδραζόταν στο άρθρο 352 ΚΠΔ , όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο, διότι δεν ανέφερε για ποιούς συγκεκριμένους λόγους ήταν αναγκαία η μαρτυρία του μνημονευομένου μάρτυρα και το θέμα επί του οποίου θα κατέθετε, ώστε να κριθεί εάν η κατάθεση αυτού ήταν αναγκαία για την ανακάλυψη της αληθείας. Παρά ταύτα, το δικαστήριο, διέλαβε στο σκεπτικό περί της ενοχής ,που παρέθεσε στην προσβαλλόμενη, πλήρεις, για την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής, αιτιολογίες, τις οποίες δεν ήταν αναγκαίο να επαναλάβει και αυτοτελώς στο σκεπτικό της παρεμπίπτουσας απόφασής του περί απόρριψης του ως άνω αιτήματος.
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο στο σκεπτικό του αναφέρει κατά λέξη "Εξάλλου, ο ισχυρισμός του συνηγόρου υπεράσπισης κατηγορούμενου ότι δράστης των άνω πράξεων ήταν ο αδελφός του κατηγορουμένου, Β. Σ. (με τον οποίο παρουσιάζουν ομοιότητα κατά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του προσώπου τους - ο οποίος (ισχυρισμός) προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου - ουδόλως προέκυψε από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ αν ήταν αληθής, τότε ο Β. Σ. αφενός θα εμφανιζόταν αυτοβούλως και θα παραδιδόταν στις αστυνομικές αρχές, όταν έλαβε χώρα το συμβάν την 29.4.2021 και αφετέρου θα εμφανιζόταν, επίσης, και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης του κατηγορούμενου (ούτε και στην προκείμενη δευτεροβάθμια δίκη εμφανίστηκε προς υπεράσπισή του).". Με αυτά που δέχτηκε το τριμελές πλημμελειοδικείο Άρτας, διέλαβε στην ως άνω απόφασή του, αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής προκειμένου να καταθέσει ως μάρτυρας ο αδελφός του κατηγορουμένου , την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν έκρινε σκόπιμη και αναγκαία την αναβολή για να προσέλθει και καταθέσει ο μάρτυρας καθόσον, κατά τις σαφείς παραδοχές του, οι υπάρχουσες αποδείξεις ήταν επαρκείς και επομένως η αναβολή δεν ήταν αναγκαία.
Εξάλλου, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε αιτιολογημένα ότι δεν συνέτρεχε, κατά νόμον, λόγος αναβολής της δίκης, δε υποχρεούτο, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής αυτής. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα αναβολής δεν υπέπεσε στην αντίστοιχη από το άρθρο 510 παρ1 στοιχ Δ' ΚΠοινΔ αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας ως προς την παρεμπίπτουσα αυτή απόφασή του, όπως αβασίμως αιτιάται την προσβαλλομένη ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησής του.
VII. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άρτας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αρ. 616/2024 καταδικαστικής απόφασής του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων ειδικά αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, που εξετάστηκε στο ακροατήριό του, ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακολούθως περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά , κατά το ενδιαφέρον, για την παρούσα διαδικασία, τμήμα της : "Στην Άρτα, στο σούπερ μάρκετ Diellas, στις 29.4.2021 και από ώρα 17:10 έως 17:15 ο κατηγορούμενος α) με πρόθεση απείλησε την εγκαλούσα, δικηγόρο Άρτας, Ν. Γ. με τη φράση "θα σε γαμήσω, θα σε φτιάξω" , με αποτέλεσμα αυτή να περιέλθει σε τρόμο και ανησυχία, β) με πρόθεση προσέβαλε την τιμή της ανωτέρω εγκαλούσας με την φράση "άντε γαμήσου" θίγοντας έτσι την τιμή και την υπόληψη της και γ) με άσεμνες χειρονομίες και προτάσεις, προσέβαλε βάναυσα την αξιοπρέπεια της εγκαλούσας, καθόσον επιδείχνει και άγγιζε τα γεννητικά του όργανα ενώπιόν της, λέγοντάς της ταυτόχρονα "πάρε και αυτό". Ως προς την ταυτότητα του κατηγορουμένου δεν προέκυψε η οιαδήποτε αμφιβολία από μεριά στις εγκαλούσας, καθόσον αυτή, μετά το συμβάν την 29.4.2021, γνώρισε ανεπιφύλακτα τον κατηγορούμενο ως δράστη των ανωτέρω σε βάρος της πράξεων, κατόπιν προς αυτήν επίδειξης φωτογραφίας του από τα αστυνομικά όργανα του ΑΤ Άρτας. Τούτο, άλλωστε δεν αναιρείται από το γεγονός στην επ' ακροατηρίου διαδικασία (και μετά 3,5 έτη μετά το συμβάν) η εγκαλούσα δεν μπόρεσε να διακρίνει με βεβαιότητα σε ποια από τις δύο (2) φωτογραφίες, που επιδείχθηκαν σε αυτήν από το συνήγορο υπεράσπισης κατηγορουμένου, απεικονίζεται ο κατηγορούμενος (ο οποίος απουσίαζε στη δίκη) ή ο αδελφός του, Β. Σ., διότι πρόκειται για φωτογραφίες ασπρόμαυρες, στις οποίες τα εικονιζόμενα πρόσωπα παρουσιάζουν οι υπερβολικά μεγάλη ομοιότητα (ωσάν δίδυμοι ) λόγω του συγγενικού τους δεσμού ως αδέλφια. Ούτε το δικαστήριο, εξ ετέρου, διατηρεί οιαδήποτε αμφιβολία για το ότι δράστης των ένδικων πράξεων είναι ο κατηγορούμενος (και όχι ο αδελφός του Β. Σ.), αφού είπε η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του - όπως εναργώς κατέθεσε και η εγκαλούσα - πάρεπεμπε σε άτομο, που πάσχει και από ψυχιατρική νόσο και όχι σε κάποιο πρόσωπο που απλώς εμφανίζει μία αντικοινωνική, δύστροπη συμπεριφορά προς τους συμπολίτες του. Άλλωστε, αποδείχθηκε και από την αναγνωσθείσα ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ψυχίατρου Γ. Π. ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από ετών από σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου και ως εκ τούτου διαθέτει μειωμένο καταλογισμό. Προσέτι, από την σαφή προς τούτο κατάθεση της εγκαλούσας προέκυψε ότι όπως εκ των υστέρων πληροφορήθηκε η ίδια, ο κατηγορούμενος ήταν χρόνια πελάτης του συγκεκριμένου σούπερ μάρκετ Diellas (όπου έλαβε χώρα το συμβάν ) και ήταν γνωστό τόσο σε εργαζόμενους, όσο και σε άλλους πελάτες του άνω καταστήματος ότι πάσχει από ψυχιατρική νόσο, καθότι με την αλλοπρόσαλλη και ασταθή συμπεριφορά του είχε προκαλέσει και άλλες φορές στο παρελθόν παρόμοιου τύπου φασαρίες και διαπληκτισμούς εντός του άνω καταστήματος.
Εξάλλου, ισχυρισμός του συνηγόρου υπεράσπισης κατηγορούμενου ότι δράστης των άνω πράξεων ήταν ο αδελφός του κατηγορουμένου, Β. Σ. (με τον οποίο παρουσιάζουν ομοιότητα κατά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του προσώπου τους - ο οποίος (ισχυρισμός) προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου - ουδόλως προέκυψε από η οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ αν ήταν αληθής, τότε ο Β. Σ. αφενός θα εμφανιζόταν αυτοβούλως και θα παραδιδόταν στις αστυνομικές αρχές, όταν έλαβε χώρα το συμβάν την 29.4.2021 και αφετέρου θα εμφανιζόταν, επίσης, και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης του κατηγορούμενου (ενώ ούτε και στην προκείμενη δευτεροβάθμια δίκη εμφανίστηκε προς υπεράσπισή του). Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις, εφόσον πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση, αναγνωριζομένης σε αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 36 ΠΚ λόγω του αποδειχθέντος μειωμένου καταλογισμού του. Απορριπτέοι τυγχάνουν, τέλος, οι ισχυρισμοί του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στον τελευταίο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' ΠΚ, δοθέντος ότι εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε η ουσιαστική βασιμότητα τους". Στη συνέχεια κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο με το ακόλουθο διατακτικό: " Στην Άρτα , στο σούπερ μάρκετ Diellas, στις 29.4.2021 και περί ώρα 17:10 έως ώρα 17:15, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα κα ειδικότερα: 1) Με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον τρόμο και ανησυχία απειλώντας τον με βία και συγκεκριμένα στον άνω τόπο και χρόνο απείλησε την εγκαλούσα Ν. Γ. του Χ., με την απειλητική φράση "θα σε γαμήσω, θα σε φτιάξω", με αποτέλεσμα αυτή να περιέλθει σε τρόμο και ανησυχία.2) Με πρόθεση προσέβαλε με λόγο την τιμή άλλου και συγκεκριμένα προσέβαλε την τιμή της ανωτέρω εγκαλούσας με την εξυβριστική φράση "άντε γαμήσου", θίγοντας έτσι την τιμή και τη υπόληψη της. 3) Με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις, προσέβαλε βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο επιδείκνυε και άγγιζε τα γεννητικά του όργανα ενώπιον της ανωτέρω εγκαλούσας λέγοντας της "πάρε και αυτό", προσβάλλοντας έτσι τη γενετήσια αξιοπρέπεια της."
VΙΙI. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων της απειλής και της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 εδ. α', 333 και 337 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με αιτιολογική επάρκεια, γίνεται δεκτό στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο κατηγορούμενος απηύθυνε προς την εγκαλούσα Ν. Γ. την απειλητική φράση "θα σε γαμήσω, θα σε φτιάξω" , που ενέχει απειλή άσκησης βίας, με την οποία εξωτερίκευσε τη θέλησή του να την απειλήσει, εξαγγέλοντας την επέλευση δυσμενών συνεπειών για τη σωματική της ακεραιότητα, και ότι αυτή περιήλθε σε τρόμο και ανησυχία δεδομένου ότι αυτός, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ταυτόχρονα άγγιζε και επιδείκνυε σ'αυτήν τα γεννητικά του όργανα και συνεπώς αρκεί ότι η ανωτέρω απειλή περιήγαγε την απειλούμενη σε τρόμο ή ανησυχία, χωρίς να ερευνάται εάν η απειλή αυτή είναι γενικώς ικανή να προκαλέσει τούτο, σύμφωνα και με όσα αναφέροντα στην ανωτέρω σκέψη υπό στοιχείο
ΙΙ. Σε ότι αφορά στο αδίκημα της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει ότι ο αναιρεσείων, με τα χέρια του άγγιζε και επεδείκνυε τα γεννητικά του όργανα στην ως άνω εγκαλούσα και ότι πρόσβαλλε με τον τρόπο αυτό βάναυσα, ήτοι κατά τρόπο που υποδηλώνει ιδιαίτερη απαξία και σοβαρότητα, την αξιοπρέπεια της τελευταίας στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής της σύμφωνα και με όσα αναφέροντα στην ανωτέρω σκέψη υπό στοιχείο
ΙΙΙ. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του την από 11.6.2021 ένορκη κατάθεση στην προδικασία της αυτόπτου μάρτυρος Β. Γ., είναι αβάσιμη και απορριπτέα, προεχόντως διότι, από την επισκόπηση των πρακτικών της απόφασης, τα οποία δεν διορθώθηκαν, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε από το Δικαστήριο την ανάγνωση της ανωτέρω μαρτυρικής καταθέσεως, ενώ αναγνώσθηκε η κατάθεση της μάρτυρος αυτής που δόθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στα πλαίσια της ανάγνωσης των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι δεν είναι αυτός ο δράστης των πράξεων αυτών αλλά ο αδελφός του, συνιστά άρνηση της κατηγορίας και το δικαστήριο αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει εντούτοις τον απέρριψε αιτιολογημένα με την επί της ενοχής, απόφασή του, αφού δέχτηκε ότι κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, ότι δηλαδή ο δράστης είναι ο ίδιος, όχι μόνον από την αναγνώριση του από την εγκαλούσα, κατόπιν επίδειξης προς αυτήν φωτογραφίας του από τα αστυνομικά όργανα του ΑΤ Άρτας, πού, κατά τον ίδιο, έγινε εσφαλμένα, αλλά και από τη συμπεριφορά του που παρέπεμπε σε άτομο που πάσχει από ψυχιατρική νόσο, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από την αναγνωσθείσα ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ψυχιάτρου Γ. Π., ότι δηλαδή αυτός πάσχει από ετών από σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου και ως εκ τούτου διαθέτει μειωμένο καταλογισμό και ότι είχε προκαλέσει κι άλλες φορές στο παρελθόν παρομοίου τύπου φασαρίες και διαπληκτισμούς εντός του άνω καταστήματος. Εξάλλου το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται κατά τις παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου από το ότι ο ισχυρισμός του αυτός προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που αφορούν στην εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων είναι απαράδεκτες καθώς με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ως άνω δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά τα αδικήματα της απειλής και της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΧ. Στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, που κυρώθηκε με τον ν. 4619/2019 και ισχύει από 1-7-2019, ορίζεται ότι: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά τον χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ. ΑΠ 1/2014, ΑΠ 1025/2020). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο, γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται, κατ' αρχάς, υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ η πρώτη θεωρείται βαρύτερη της δεύτερης, σε περίπτωση δε χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής (ΑΠ 86/2020, ΑΠ 1820/2019). Επίσης, ευμενέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει επιβαρυντική περίσταση, η παραδοχή της οποίας, μέχρι την κατάργησή της, οδηγούσε στον χαρακτηρισμό της πράξης ως κακουργήματος ή σε επίταση της απειλούμενης κατά του δράστη ποινής. Εξάλλου, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που απαιτεί επιπλέον στοιχείο για τη συγκρότηση συγκεκριμένου αδικήματος, ενώ, αντίθετα, δυσμενέστερος και, ως εκ τούτου μη εφαρμοζόμενος αναδρομικά, είναι ο νεότερος νόμος, που καταργεί στοιχείο απαιτούμενο κατά τον προγενέστερο νόμο, υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η πράξη (ΑΠ 1318/2022, ΑΠ 1302/2022, ΑΠ 166/2021).
Τέλος, προδήλως, είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη, δηλαδή μη αξιόποινη (ΑΠ 1064/2022, ΑΠ 906/2022 ).
Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης της εξύβρισης (29.4.2021) ίσχυε το άρθρο 361 του νέου ΠΚ σύμφωνα με το οποίο "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή. Αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή .Το άρθρο 361 παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 53 του Ν. 5090/23-2-2024 (ΦΕΚ 30, Α). Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 138 (του ν.5090) η ισχύς της ανωτέρω διάταξης αρχίζει από την 1η-5-2024. Επομένως κατά το χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως (24.9.2024) το άρθρο 361 ΠΚ οριζόταν ως εξής : "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο έχοντα τέτοιο σκοπό, τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή. Αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή....".
Συνεπώς επιεικέστερη είναι η διάταξη όπως ισχύει μετά την τελευταία τροποποίηση της αφού δεν αρκεί πλέον ο απλός δόλος αλλά αξιώνει πρόσθετο στοιχείο για το αξιόποινο της πράξης , αυτό του σκοπού προσβολής της τιμής άλλου και τυγχάνει εφαρμοστέα. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την ύπαρξη του ειδικού δόλου που πρέπει να υπάρχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα δεν περιλαμβάνει ουδεμία παραδοχή σχετικά με το σκοπό του να προσβάλλει την τιμή της εγκαλούσας με την φράση "άντε γαμήσου" που της απηύθυνε.
Προκύπτει επομένως ότι δεν αιτιολογείται ο ειδικός δόλος του σκοπού προσβολής της τιμής άλλου, στερώντας την απόφαση από την κατά νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και θα πρέπει να γίνει δεκτός ο αυτεπαγγέλτως προτεινόμενος λόγος της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας της πράξης της εξύβρισης, κατ' άρθρο 511 σε συνδ. με 510 παρ. 1 Δ'ΚΠΔ.
Χ. Κατά συνέπεια, κατά παραδοχή ως βάσιμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενου λόγου αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και συγκεκριμένα μόνο κατά τη διάταξή της που αναφέρεται στην επί μέρους πράξη της εξύβρισης αναγκαίως δε και κατά την περί ποινής διάταξή της και την επιμέτρηση της συνολικής ποινής αναφορικά και με τις υπόλοιπες πράξεις για τις οποίες δεν αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, απορριπτομένης κατά τα λοιπά της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 616/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας κατά τη διάταξή της που αναφέρεται στην επί μέρους πράξη της εξύβρισης, αναγκαίως δε και κατά την περί ποινής για την πράξη αυτή διάταξή της και την επιμέτρηση της συνολικής ποινής αναφορικά και με τις υπόλοιπες πράξεις.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15.11.2024 και με αριθμό πρωτ. 1/2024 αίτηση του Λ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 616/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ