Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 624 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 624/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Ευβοίας, περί αναιρέσεως της αποφάσεως 12/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας.
Με κατηγορούμενο τον Π. Δ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Δελή.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Ευβοίας ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.12.2024 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Ευβοίας Ι. Κ. και έλαβε αριθμό 9/2024 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του κατηγορουμένου που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 περ. β του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Εφετών, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα, (ήτοι 20 ημερών από την καταχώριση καθαρογραμμένης της αποφάσεως), να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της έδρας και περιφέρειάς του, για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας, (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' και Θ' του ΚΠοινΔ), ως προς τις αποφάσεις των παραπάνω Δικαστηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες που σε πρώτο βαθμό έπαυσαν οριστικά την εναντίον του κατηγορουμένου ποινική δίωξη και είναι ανέκκλητες τελειωτικές αποφάσεις, εφόσον δεν προσβάλλονται με έφεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 04.12.2024 με αριθμό κατάθεσης 9/2024 αίτηση, που άσκησε η Εισαγγελέας Εφετών Ευβοίας Β. Δ., με δήλωση στη Γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας, για αναίρεση της απόφασης 12/15.02.2022 του ως άνω Δικαστηρίου, που εκδόθηκε σε Α' βαθμό και έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατά του Π. Δ. του Σ., για την πράξη της φοροδιαφυγής με αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές η αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ, αφού μετέβαλε την κακουργηματική κατηγορία του άρθρου 66 παρ.5 εδ.β' του ν. 4174/2013, (όπως είχε προστεθεί με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015), σε πλημμέλημα του άρθρου 66 παρ.5 εδ.α'του αυτού ως άνω ν.4174/2013, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός είκοσι (20) ημερών από την καταχώριση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου, η οποία έλαβε χώρα στις 22.11.2024, αφού η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε στις 04.12.2024. Επομένως, πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των προβαλλομένων με αυτή λόγων αναίρεσης, που αναφέρονται σε πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠΔ, του ως άνω κατηγορουμένου, εκπροσωπουμένου από τον συνήγορό του στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην προαναφερόμενη δικάσιμο.
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 και 4 του Νόμου 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 40§ 1 του Νόμου 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία η νοθεύει τέτοια στοιχεία ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ....". Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου: "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή μέρος αυτής.... Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας... ". Οι ανωτέρω διατάξεις τροποποιήθηκαν με το άρθρο 8 του Ν.4337/2015, ήδη δε, ίσχυε από 17.10.2015 ως άρθρο 66 παρ. 5 του Ν.4174/2013 (που εφαρμόστηκε ως επιεικέστερος νόμος στην προκείμενη ένδικη περίπτωση, κατ' άρθρο 2 ΠΚ) και έχει ως εξής: "5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, [ήδη δε κατ'εφαρμογή του άρθρου 463 του ΠΚ με φυλάκιση τουλάχιστον (1) έτους ή με κάθειρξη έξι (6) ετών], εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.... Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής... Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας....". Σημειώνεται ότι ομοίου περιεχομένου είναι οι διατάξεις του άρθρου 66 του Ν. 4987/2022 "Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας" (Φ.Ε.Κ. 206/04.11.2022, τεύχος πρώτο), με το άρθρο 71 παρ.4 του οποίου καταργήθηκαν από 04.11.2022 οι ανωτέρω διατάξεις του Ν.4174/2013, ως προς το αδίκημα της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, με μόνη διαφοροποίηση ως προς την ποινική κύρωση του εν λόγω αδικήματος, την προσθήκη στις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4987/2022, όταν μεν η αξία των ανωτέρω εικονικών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων δεν υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000,00 €), της απειλής χρηματικής ποινής, διαζευκτικά, κατ` άρθρο 57 του ισχύοντος Π.Κ., με την ποινή φυλάκισης, όταν δε υπερβαίνει το ανωτέρω όριο την απειλή ποινής φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξης έως έξι (6) έτη, αντί της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη που προέβλεπε η καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β` στοιχ. β` του Ν. 4174/2013. Η παραπάνω διαφοροποίηση ως προς την ποινική κύρωση ουσιαστικά δεν υπάρχει, αφού οι απειλούμενες ποινές τόσο στις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύουν μετά την ισχύ του άρθρου 463 ΠΚ, όσο και σε εκείνες του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4987/2022 κατ` αποτέλεσμα είναι ίδιες, έγινε δε προφανώς αφού λήφθηκαν υπόψη οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του ως άνω άρθρου 463 του ισχύοντος Π.Κ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη είναι: α) αντικειμενικά μεν, η έκδοση από το δράστη ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ως εικονικού θεωρουμένου από το νόμο, εκτός των άλλων, και του στοιχείου εκείνου που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, ενώ, όταν στο φορολογικό στοιχείο αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρείται ότι αυτό είναι εικονικό μόνο κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας β) υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και την αποδοχή αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά ολικά ή εν μέρει φορολογικά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται σκοπός του τελευταίου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης (ΑΠ 746/2020, ΑΠ 653/2020, ΑΠ 159/2019).
Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι από 17.10.2015 και εφεξής η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων, καθίσταται ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν. 4174/2013, (δηλαδή αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος κλπ, φόρου προστιθέμενης αξίας κλπ και φόρου πλοίων), οπότε δεν είναι αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της προϊσχύσασας δυσμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης. Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει, ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έχει ασκηθεί και εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε μεν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάστηκε, ούτε έχει ασκηθεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη, για μείζονα δε λόγο δεν ισχύει στις περιπτώσεις που με την χρήση των εν λόγω εικονικών φορολογικών στοιχείων δεν τελείται αξιόποινη πράξη, λόγω του ύψους του φόρου που δεν πληρώθηκε ή δεν αποδόθηκε ή επιστράφηκε αχρεωστήτως [ποσό κατώτερο των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), όταν πρόκειται για φόρο εισοδήματος, ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή ειδικό φόρο ακινήτων (Ε.Φ.Α.), και ποσό κατώτερο των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €), όταν πρόκειται για φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος (άρθρο 66 παρ. 3 του Ν. 4987/2022, όμοια δε ήταν και η ρύθμιση της αντίστοιχης διάταξης του Ν. 4174/2013]. Έτσι, σε περίπτωση αθώωσης του κατηγορουμένου για την απορροφώσα πράξη ή σε περίπτωση κήρυξης ως προς αυτήν απαράδεκτης της ποινικής δίωξης, η απορροφώμενη πράξη ανακτά την αυτοτέλεια της και δεν κωλύεται το Δικαστήριο να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο για την απορροφηθείσα πράξη (ΑΠ 624/2023, ΑΠ 1485/2023, ΑΠ 1484/2023, ΑΠ 1084/2023, ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 160/2022). Τούτο δε διότι σκοπός του νομοθέτη με την ανωτέρω ρύθμιση ήταν η αποφυγή της διπλής τιμώρησης του δράστη, δηλαδή τόσο για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, όσο και για μία από τις πράξεις που περιγράφονται στις διατάξεις των παρ. 1 έως και 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 [ήδη του ισχύοντος Ν. 4987/2002 (αποφυγή πληρωμής φόρου εισοδήματος, επιστροφή Φ.Π.Α., αχρεωστήτως, κ.λπ.)], όχι δε η πλήρης ατιμωρησία.
ΙΙ. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ, θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Ακόμη, η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφασίζει για ζήτημα, το οποίο δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να αποφασίσει για ζήτημα, για το οποίο έχει υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠοινΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, με αριθμό 12/15.02.2022, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας, που δίκασε σε Α' βαθμό το αδίκημα της φοροδιαφυγής με αποδοχή πλαστών εικονικών φορολογικών στοιχείων συνολικής αξίας άνω των 200.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή ("έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίστηκαν στα πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου"), διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης τα ακόλουθα:
"Από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίστηκαν στα ίδια πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, Π. Δ., είναι αγρότης ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., με έδρα στην ..., αρμοδιότητας της Δ.Ο.Υ. Θηβών, δηλαδή επιτηδευματίας του άρθρου 2παρ.4 του Π.Δ 186/1992 [Κ.Σ.Β], με περιορισμένες φορολογικές υποχρεώσεις, ως μη υπόχρεος τήρησης βιβλίων και έκδοσης τιμολογίων πώλησης, για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων, που πραγματοποιούσε, αλλά δικαιούμενος σύμφωνα με το άρθρο 12παρ.6 του Κ.Β.Σ, λήψης τιμολογίων αγοράς από τους εμπόρους - αγοραστές των προϊόντων του, ενώ ήταν υπόχρεος έκδοσης δελτίων αποστολής, που εκδίδονται στις περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ. 2 του ΚΒΣ.
Εξάλλου, ως αγρότης ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, μπορούσε και ο ίδιος να εκδίδει τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση ένταξης στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, μετά από απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 2 περ. ζ του ΚΒΣ. Επίσης, ο κατηγορούμενος, επειδή ήταν ενταγμένος στο Ειδικό Καθεστώς του άρθρου 41 του Ν. 2859/2000 [Κώδικας Φ.Π.Α], για την παράδοση των αγροτικών προϊόντων της παραγωγής του, εδικαιούτο να ζητήσει από το Ελληνικό Δημόσιο ως επιστροφή Φ.Π.Α, που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, που πραγματοποιούσε για την άσκηση της εκμετάλλευσης του, χρηματικό ποσό ανερχόμενο [σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα συντελεστή] σε ποσοστό 7% επί της αξίας των αγροτικών προϊόντων που παρέδιδε. Με την ως άνω ιδιότητα του ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-3-2006, αποδέχθηκε πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους. Συγκεκριμένα, του αποδόθηκε η κατηγορία ότι στην ..., κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που φέρουν τα τιμολόγια και αναφέρονται στον ακόλουθο πίνακα κατωτέρω στο διατακτικό, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του αγρότη ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., αποδέχθηκε με πρόθεση, προς όφελος του πέντε (5) πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγροτικών προϊόντων - δελτία αποστολής, που είχαν διατρηθεί και σφραγισθεί με άγνωστο τρόπο και δεν είχαν καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία των αρμόδιων φορολογικών αρχών σχετικές πράξεις θεώρησής τους, με φερόμενους ως εκδότες 4 εξ αυτών τον Γ. Σ. και του 5ου τον Γ. Μ., οι οποίοι ουδέποτε πραγματοποίησαν μαζί του τις συναλλαγές, στα οποία περιγράφονται συναλλαγές, ήτοι αγορές γεωργικών προϊόντων παραγωγής του, οι οποίες (συναλλαγές) φέρονται ως ανύπαρκτες στο σύνολο τους, αφού οι συγκεκριμένες αγορές γεωργικών προϊόντων φέρονται κατά το κατηγορητήριο ότι δεν έλαβαν ποτέ χώρα, ούτε από τους αναγραφόμενους στα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς εμπόρους ούτε από άλλους, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία το Δημόσιο. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος για την χρήση του έτους 2005 φέρεται ότι αποδέχθηκε συνολικά 5 εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής του αξίας 215.900 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθμό ...-2006 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α, που υπέβαλε στην Δ.ΟΎ. Θηβών το έτος 2006, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 10.795 ευρώ. Τα τιμολόγια δε αυτά, από τα οποία ο κατηγορούμενος φέρεται να έχει εισπράξει από την διάθεση της γεωργικής του παραγωγής, συνολικό χρηματικό ποσό 215.900 ευρώ, εμφαίνονται στον κατωτέρω παρατιθέμενο στο διατακτικό πίνακα που περιλαμβάνει κατά στήλες τον αριθμό του τιμολογίου αγοράς, την ημερομηνία αυτού και την συνολική αξία εκάστου τιμολογίου. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στον κατηγορούμενο συντάχθηκε η υπ' αριθμό ΥΣΕ 1043/2012 αριθμός υπόθεσης 653/2012 έκθεση ελέγχου των Ελεγκτών Α. Γ. και Η. Ρ. υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδας, που θεωρήθηκε στις 30-5-2013, από την οποία αποδείχθηκε ότι με βάση τα ως άνω τιμολόγια, που ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε, τα οποία φέρονται ότι ήταν πλαστά και εικονικά, επρόκειτο να επιστραφεί στον κατηγορούμενο από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Θηβών και τελικώς επιστράφηκε για την χρήση του έτους 2005 ΦΠΑ ποσού 10.795 ευρώ. Δεν υποβλήθηκε μηνυτήρια αναφορά από την Δ.Ο.Υ. Θηβών για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α.. Για τα ως άνω φερόμενα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία που φέρεται ότι αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος συντάχθηκε η από 31-5-2013 υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 3042/2013 μηνυτήρια αναφορά του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδος, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, μόνο για το αδίκημα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997. Παρά ταύτα ασκήθηκε ποινική δίωξη τόσο: Α) για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. για το έτος 2005 ποσού 10.795 ευρώ, για την οποία πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. έχει ήδη κηρυχθεί αθώος ο νυν κατηγορούμενος, δυνάμει της υπ' αριθμό 9/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, καθόσον μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. για το έτος 2005 ποσού 10.795 ευρώ ανήλθε σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη το ελάχιστο ποσό για να είναι αξιόποινη η πράξη στις 50.000 ευρω, με συνέπεια να καταστεί η εν λόγω αποδιδομένη πράξη σε βάρος του κατηγορουμένου ανέγκλητη, όσο Β) και για το αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, με συνολική αξία υπερβαίνουσα το ποσό των 200.000 ευρώ, άρθρο 19 παρ.1β-β του Ν. 2523/1997 - ήδη 66 παρ. 5 εδ. β υποπερ. (β) του Ν. 4174/2013, (κρινόμενη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου υπόθεση). Από την ανωτέρω αναφερόμενη κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο (ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν προκύπτει ότι για την πράξη της αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, που αφορά τα ένδικα τιμολόγια του έτους 2005, θα πρέπει, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, να αποδοθεί στον κατηγορούμενο η πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην απλή και όχι στην διακεκριμένη μορφή της και τούτο επειδή ο φερόμενος ως υπαίτιος - κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν. 4174/2013 όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. (άρθρο 18παρ.1β του Ν. 2523/1997 - ήδη 66 παρ. 1β του Ν. 4174/2013), με συνέπεια, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Β νομική σκέψη της παρούσας, μη συνολογιζομένων των ενδίκων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, αλλά της απλής μορφής του εν λόγω αδικήματος, που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα λόγω του είδους της απειλούμενης ποινής (ποινή φυλάκισης). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνευτική εκδοχή ότι η ένδικη πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό της χαρακτήρα, επειδή το εδάφιο γ' του άρθρου 66παρ.5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", εφαρμόζεται μόνο όταν υφίσταται αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, θα οδηγούσε στο "άτοπο" Α) να τιμωρείται στην ένδικη περίπτωση (ελλείψει καταδικαστικής απόφασης παρά την άσκηση ποινικής δίωξης για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. για το έτος 2005 ποσού 10.795 ευρώ επειδή μεταγενέστερα της άσκησης της ποινικής δίωξης ανήλθε το ελάχιστο ποσό για να είναι αξιόποινη η πράξη στις 50.000 ευρώ) για κακούργημα με πρόσκαιρη κάθειρξη ο κατηγορούμενος που αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 215.900 ευρώ, τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποίησε για να παραπλανήσει την Φορολογική Αρχή, ώστε να του επιστρέψει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α., με συντελεστή Φ.Π.Α. 7% (όπως ο συντελεστής αυτός ισχύει για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού για την χρήση του έτους 2005 ΦΠΑ 10.795 ευρώ, ενώ Β) εάν ο ίδιος κατηγορούμενος ήθελε υποτεθεί ότι είχε αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 1.215.900 ευρώ, τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποιούσε για να παραπλανήσει την Φορολογική Αρχή, ώστε να του επιστρέψει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α., με συντελεστή Φ.Π.Α. 7% (όπως ο συντελεστής αυτός ισχύει για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού για την χρήση του έτους 2005 ΦΠΑ 85.113 ευρώ, θα είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και θα είχε καταδικαστεί (εάν πληρούτο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος) δυνάμει της προαναφερόμενης υπ' αριθμό 9/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών μόνο για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. δια παραπλανήσεως της φορολογικής Αρχής, ήτοι μόνο για πλημμέλημα που τιμωρείται με φυλάκιση, το οποίο (πλημμέλημα της επιστροφής αχρεωστήτως Φ.Π.Α. 85.113 ευρώ) θα απορροφούσε την ένδικη πράξη της αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικού ποσού ανώτερου των 200.000 ευρώ. Επίσης πρέπει να Σημειωθεί ότι, όπως αναφέρθηκε στην υπό στοιχείο Β νομική σκέψη, η ερμηνευτική εκδοχή ότι το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", δεν εφαρμόζεται εάν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της φοροδιαφυγής που να αφορά τα επίδικα εικονικά τιμολόγια ή δεν έχει καταδικαστεί ο κατηγορούμενος για την πράξη της φοροδιαφυγής, για οποιονδήποτε λόγο, θα καθιστούσε το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013 παντελώς ανεφάρμοστο - "κενό γράμμα", καθότι δεν θα υπήρχε καμία περίπτωση θεωρητικής εφαρμογής του. Ειδικότερα υφισταμένης στην προκειμένη περίπτωση κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινης πράξης των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που αφορούσε τα εκδοθέντα ένδικα εικονικά τιμολόγια (πράξη για την οποία παραπέμφθηκε ο νυν κατηγορούμενος ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών), εάν δεν είχε τροποποιηθεί το ελάχιστο όριο του αξιοποίνου από τις 3.000 ευρώ στις 50.000 ευρώ και είχε καταδικαστεί ο υπαίτιος για την αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, δεν θα ετίθετο ζήτημα εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66παρ.5 του Ν. 4174/2013, ήτοι συνυπολογισμού ή μη συνυπολογισμού των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων που χρησιμοποίηθηκαν για την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66, λόγω της προηγηθείσας συρροής και της εξολοκλήρου απορρόφησης της πράξης των εικονικών τιμολογίων από την πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013.
Επειδή εν προκειμένω, λόγω της νομοθετικής μεταβολής ως προς το ελάχιστο όριο του αξιοποίνου, αθώωθηκε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο νυν κατηγορούμενος για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. που αφορά τα ένδικα εικονικά τιμολόγια, εάν και πάλι δεν αφαιρούνταν (ήτοι συνυπολογίζονταν) τα ένδικα φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη - υποστήριξη πράξης των παραγράφων 1 έως 4 - αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., τότε δεν θα υπήρχε για την συγκεκριμένη υπόθεση καμία δυνατότητα θεωρητικής εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66παρ.5 του Ν. 4174/2013, παρότι τα ένδικα εικονικά τιμολόγια τα χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να διαπράξει αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013. Τέλος, ενόψει του, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος, όσον αφορά τα αναφερόμενα στο διατακτικό πλαστά και εικονικά τιμολόγια του έτους 2005, που φέρεται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος, θα πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 111 παρ. 3 και 113 παρ. 2 του ΠΚ και 368 περ. β του Κ.Π.Δ., να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, καθόσον, σύμφωνα με την επικρατέστερη στην νομολογία εκδοχή, ο χρόνος τέλεσης του κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμελήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος είναι ο χρόνος θεώρησης του φύλλου ελέγχου του Ελεγκτή - υπαλλήλου του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδος (βλ. ΑΠ185/2019), ήτοι εν προκειμένω η 30-5-2013, και συνεπώς έχει παρέλθει έως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο το προβλεπόμενο στα άρθρα 111 παρ. 3 και 113 παρ. 2 του ΠΚ ανώτατο για την παραγραφή των πλημμελημάτων χρονικό διάστημα της οκταετίας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και την διάταξη του άρθρου 368περ.β ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας".
Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, με την υπ' αριθ. 12/2022 απόφασή του έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την κατά του ως άνω κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την πράξη της της φοροδιαφυγής με την μορφή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές η αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ με το ακόλουθο διατακτικό :
"Παύει Οριστικά την Ποινική Δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής, για την κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, κατ' εξακολούθηση, στην απλή μορφή του εγκλήματος του άρθρου 66παρ.5 εδάφιο α' του Ν. 4174/2013, ήτοι για το ότι: Στην ..., κατά το χρονική διάστημα από 1-1-2005 έως 30-3-2006, για την χρήση 2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος και υπό την ιδιότητα του ως αγρότης ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, με έδρα τη ..., με πρόθεση αποδέχθηκε πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, η συνολική αξία των οποίων (εικονικών φορολογικών στοιχείων) υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, με πρόθεση ζήτησε, έλαβε και έκανε χρήση των κατωτέρω αναφερομένων πέντε (5) πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων (τιμολόγια αγοράς-δελτία αποστολής) για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, συνολικής αξίας διακοσίων δεκαπέντε χιλιάδων εννιακοσίων ευρώ (215.900), τα οποία προσκόμισε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Θηβών με την υπ' αριθ. ...-2006 αίτησή του, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α. ποσού 10.795 ευρώ, όπως και έγινε με το υπ' αριθμ. 170/2006 Α ΦΕΚ. Ήτοι:
ΧΡΗΣΗ 2005 Α/Α A/A TIM ΗΜ/ΝΙΑ
ΕΚΔΟΤΗΣ
ΑΞΙΑ (ΕΥΡΩ) 1
499
18-04-2005
Μ. Γ.
43.700,00 2
101
19-02-2005
Σ. Γ.
41.300,00 3
102
05-03-2005
Σ. Γ.
46.600,00 4
103
02-03-2005
Σ. Γ.
42.500,00 5
104
22-02-2005
Σ. Γ.
41.800,00
ΣΥΝΟΛΟ
215.900,00
Τα ανωτέρω τιμολόγια είναι πλαστά, διότι δεν έχουν θεωρηθεί κατά νόμο από την αρμόδια ΔΌ.Υ., δεν έχουν καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετικές πράξεις θεώρησής τους, η δε διάτρησή τους έχει γίνει παράτυπα, με άγνωστο τρόπο και μέσο και εικονικά, καθόσον αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές, αφού οι εκδότριες επιχειρήσεις είναι ανύπαρκτες στη δηλωθείσα διεύθυνση, δεν διαθέτουν υποδομή και συγκρότηση λειτουργούσα επιχείρησης, ικανής να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές που αναφέρονται στα τιμολόγια, δεν υπέβαλαν δηλώσεις και δεν προέβησαν σε καμία αγοραπωλησία των ειδών που περιγράφονται, στα εν λόγω τιμολόγια, τελούσε δε ο κατηγορούμενος σε γνώση των ανωτέρω. Επιπροσθέτως, όσον αφορά όλα τα ως άνω φορολογικά στοιχεία, δεν προσκόμισε στη φορολογική αρχή στοιχεία για την απόδειξη της συναλλαγής και την πραγματοποίηση της παραγωγής, υπάρχει καταφανής δυσαρμονία των ακαθαρίστων δηλωθέντων εσόδων στις δηλώσεις φόρου εισοδήματος με τα εν λόγω τιμολόγια, δεν δικαιολογείται η ανάλογη παραγωγή των πωληθέντων προϊόντων με βάση την καλλιέργεια και τη στρεμματική απόδοση, καθόσον πρόκειται για τεράστιες ποσότητες εμπορευμάτων, χωρίς να προκύπτει η μεταφορά τους, ούτε ο τρόπος καταβολής του ιδιαιτέρως μεγάλου τμήματος, ούτε προσκόμισε στη φορολογική αρχή στοιχεία για την απόδειξη της συναλλαγής και την πραγματοποίηση της παραγωγής, όπως διαπιστώθηκε από τον έλεγχο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπ' αριθ. ΥΣΕ 1043/2012 αρ. υπόθεσης 653/2012 έκθεση ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε. Περιφερειακής Διεύθυνσης Στερεάς Ελλάδας (ημερομηνία θεώρησης 30-05-2013) και στην υπ' αριθ. Πρωτ. 3042/2013 μηνυτήρια αναφορά του Σ.Δ.Ο.Ε. Περιφερειακής Διεύθυνσης Στερεάς Ελλάδας προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θηβών".
Με τις εκτιθέμενες παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας, που δίκασε σε Α' βαθμό, με την προσβαλλόμενη 12/15.02.2022 απόφασή του, δέχθηκε ότι η πράξη της φοροδιαφυγής με την αποδοχή των επιδίκων εικονικών τιμολογίων συνολικής αξίας 215.900 ευρώ, του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν.4174/2013, έχει απορροφηθεί από την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής ΦΠΑ ποσού 10.795 ευρώ, με εξαπάτηση της φορολογικής αρχής, με την αιτιολογία ότι τα παραπάνω τιμολόγια χρησιμοποιήθηκαν και για την πράξη αυτή (αχρεώστητης επιστροφής ΦΠΑ).
Περαιτέρω, το ίδιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής ΦΠΑ ποσού 10.795 ευρώ, ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη και με την 9/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών ο κατηγορούμενος αθωώθηκε, επειδή η πράξη αυτή, λόγω μεταγενέστερης νομοθετικής μεταβολής, κατέστη ανέγκλητη, αφού το ποσό των 10.795 ευρώ υπολειπόταν εκείνου των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, η υπέρβαση του οποίου θεμελιώνει την αξιόποινη πράξη επιστροφής του ανωτέρω φόρου, αχρεωστήτως (άρθρο 66 παρ. 3 του Ν.4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, ήδη δε άρθρο 66 παρ. 3 του ισχύοντος Ν. 4987/2022). Στη συνέχεια έκρινε ότι μετά την απορρόφηση αυτή "μη συνυπολογιζομένων των ένδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013, αλλά της απλής μορφής του εν λόγω αδικήματος, που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα" και έπαυσε την κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, λόγω συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής των οκτώ ετών από τις 30.05.2013, ημερομηνία κατά την οποία έγινε η θεώρηση του φύλου ελέγχου του ελεγκτή υπαλλήλου του ΣΔΟΕ Στερεάς Ελλάδος, μέχρι την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως στο δικαστήριο της ουσίας που έλαβε χώρα στις 15.02.2022. Ωστόσο, με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης (15.02.2022), ήδη δε αντικαταστάθηκε με το άρθρο 66 παρ. 5 του Ν. 4987/2022, τις οποίες παραβίασε ευθέως. Τούτο δε, διότι μετά την παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος -κατηγορούμενος αθωώθηκε για το φορολογικό αδίκημα της αχρεώστητης επιστροφής φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), με εξαπάτηση της φορολογικής αρχής, με την 9/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, επειδή η πράξη, λόγω μεταγενέστερης νομοθετικής μεταβολής κατέστη ανέγκλητη, αφού το ποσό των 10.795 ευρώ υπολειπόταν εκείνου των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, η υπέρβαση του οποίου θεμελιώνει την αξιόποινη πράξη επιστροφής του ανωτέρω φόρου, αχρεωστήτως (άρθρο 66 παρ. 3 του Ν.4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, ήδη δε άρθρο 66 παρ. 3 του ισχύοντος Ν. 4987/2022), δεν επήλθε απορρόφηση της πράξης της φοροδιαφυγής με την αποδοχή των επιδίκων εικονικών τιμολογίων, δεδομένου ότι όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη υπό στοιχ.Ι, που αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσης, προϋπόθεση της απορρόφησης είναι ο κατηγορούμενος να έχει ήδη καταδικαστεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή να έχει ασκηθεί και να εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές (ΑΠ 1485/2023, ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 160/2022) και δεν ισχύει η απορρόφηση στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε μεν, τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάστηκε, αλλά κηρύχθηκε αθώος, επειδή εκ των υστέρων η πράξη αυτή των παρ.1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν.4174/2013, λόγω ποσού, κατέστη ανέγκλητη, όπως στην ένδικη περίπτωση (ΑΠ 624/2023). Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, με την οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν.4174/2013 ως προς την μετατροπή της ένδικης πράξης από κακούργημα σε πλημμέλημα, είναι βάσιμος. Επιπλέον, το Δικαστήριο της ουσίας το οποίο, λόγω της κατά τα ως άνω εσφαλμένης μετατροπής του ένδικου κακουργήματος σε πλημμέλημα και της ως εκ τούτου, εσφαλμένης παραγραφής του, λόγω παρόδου οκταετίας και της εξ αυτού οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης, δεν διερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και είναι βάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Θ' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολο της η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 12/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 12/15.02.2022 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2025.
Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ