ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 636/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 636/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 636/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 636 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 636/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο-Εισηγητής, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου S. ή S. Y. του J., κατοίκου ..., ήδη κρατούμενου στο Κ. Κ. Μαλανδρίνου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευρύκλεια Πασπαλή, η οποία διορίστηκε με την υπ'αριθμ. 337/2022 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2322/2021/2018 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Το ΣΤ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 23 Απριλίου 2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, Β. Χ. και έλαβε αριθμό Ε.Μ.: 193/2024, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινομένη από 23-4-2024 αίτηση αναίρεσης του (επ) Y. (ον) S. ή S. του J. και της S., που γεννήθηκε το έτος ..., στο ..., κατά της υπ' αριθμ. 2322/3-12-2021 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που καταχωρήθηκε στις 3-4-2024 καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - με την οποίαν ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της κατοχής αυτών από υπότροπο και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 23-4-2024 για λογαριασμό του (αναιρεσείοντος), με σχετική προς τούτο δήλωση της πληρεξουσίου του δικηγόρου στην γραμματέα του εν λόγω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Εξάλλου, ο συνεκδικαζόμενος με την ως άνω αίτηση αναίρεσης λόγω συναφείας (κατ' άρθρο 128 επ. ΚΠΔ), από 10-1-2025 πρόσθετος αυτής λόγος, ασκήθηκε επίσης νομίμως και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 509 ΚΠΔ, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στις 10-1-2025 από την αυτήν ως άνω πληρεξουσία του Δικηγόρο, στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δηλαδή δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης. Επί πλέον, η κρινόμενη αναίρεση αλλά και ο πρόσθετος αυτής λόγος περιλαμβάνουν σαφή και ορισμένο αναιρετικό λόγο, συνιστάμενο στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή τόσον η αναίρεση, όσον και ο πρόσθετος αυτής λόγος και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα του παραπάνω αναιρετικού λόγου.

Στον ισχύοντα από 20-3-2013, Ν. 4139/2013, που τιτλοφορείται "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 74/20.3.2013) και στο άρθρο 20 αυτού (διακίνηση ναρκωτικών) ορίζονται τα εξής: "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών...3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία". Με το ανωτέρω άρθρο τυποποιείται το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο οποίο αναφέρονται ενδεικτικά οι διάφοροι τρόποι τέλεσής του, που αποτελούν ένα μόνο έγκλημα αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, ενώ περιέχεται μεταξύ αυτών η αγορά, η μεταφορά και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Με τον όρο "κατοχή" νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διάθεσης της ναρκωτικής ουσίας (ΑΠ 217/2025). Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και την θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει τη πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση καθενός από τους τρόπους τέλεσής τους (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 1354/2022, ΑΠ 483/2020).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 29 του αυτού ως άνω Ν. 4139/2013, "1. Όποιος, για δική του αποκλειστικά χρήση, με οποιονδήποτε τρόπο προμηθεύεται ή κατέχει ναρκωτικά, σε ποσότητες που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση ή κάνει χρήση αυτών ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε (5) μηνών. Η διαπίστωση του σκοπού εξυπηρέτησης της δικής του αποκλειστικά χρήσης γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της καθαρότητας και της ποσότητας του συγκεκριμένου ναρκωτικού, σε συνδυασμό με τη συχνότητα χρήσης, το χρόνο χρήσης, την ημερήσια δόση και τις ιδιαίτερες ανάγκες χρήσης του συγκεκριμένου χρήστη. 2. Ο δράστης της πράξης της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να κριθεί ατιμώρητος, εάν το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις τέλεσης της πράξης και την προσωπικότητα του δράστη, κρίνει ότι η αξιόποινη πράξη ήταν εντελώς περιστασιακή και δεν είναι πιθανόν να επαναληφθεί".

Εξάλλου, με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 22 του ιδίου ως άνω Ν. 4139/2013, τυποποιούνται διακεκριμένες περιπτώσεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών που τιμωρούνται με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, μεταξύ των οποίων (περιπτώσεων) συγκαταλέγεται και η τέλεση της πράξης του άρθρου 20 από υπότροπο, που θεωρείται όποιος χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος, έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα διακίνησης ναρκωτικών μέσα στην προηγούμενη δεκαετία (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 56/2020). Με τον νΠΚ, που άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του Ν. 4619/2020 και άρθρο 460 νΠΚ - ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 88 και 89 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 πΠΚ, που αναφέρονταν στους υπότροπους εγκληματίες, για τους οποίους προβλεπόταν βαρύτερη μεταχείριση. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ως άνω Ν. 4619/2019, με τον οποίο κυρώθηκε ο νΠΚ, καταργήθηκαν ως απολύτως απαρχαιωμένες οι ως άνω διατάξεις, διότι δεν εφαρμόζονται κατά κανόνα από τη νομολογία αλλά και επειδή διαθέτουν αμφίβολης αξίας νομιμοποιητικό θεμέλιο και ειδικότερα, διότι "μόνη η προηγούμενη επιβολή ποινής ουδόλως μπορεί να δικαιολογήσει την αύξηση της ποινής για το νέο έγκλημα.

Συγκεκριμένα, προβάλλεται μεταξύ άλλων, το άτοπο του συνδυασμού ενός χαμηλού βαθμού ενοχής με την υψηλή ειδικοπροληπτική λειτουργία του θεσμού, η μάλλον σχηματική παρά ρεαλιστική αντίληψη για την προειδοποιητική λειτουργία της προηγούμενης καταδικαστικής απόφασης, η αναποτελεσματικότητα του θεσμού και κυρίως η μέσω αυτού παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της δίκαιης μεταχείρισης του υπαιτίου, αφού με βάση τις σχετικές διατάξεις, ο υπαίτιος τιμωρείται καθ' υπέρβαση του βαθμού της ενοχής του για το έγκλημα που έχει τελέσει". Παράλληλα, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ. 5 του νΠΚ, "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η κατάργηση των διατάξεων της υποτροπής, που προέβλεπαν ως συνέπεια της υποτροπής την επιβάρυνση της ποινής, επεκτείνεται και στον (ειδικό) Ν. 4139/2013, καθόσον και στην περίπτωση διάπραξης της πράξης της διακίνησης ναρκωτικών από υπότροπο συντρέχει ο ίδιος ως άνω δικαιολογητικός λόγος, ενόψει του ότι με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 περ. γ' του εν λόγω Ν. 4139/2013, προβλέπεται επαύξηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 20 ποινής, ως συνέπεια της υποτροπής. Επομένως, από 1-7-2019 (που άρχισε να ισχύει ο νέος ΠΚ, δεν συγκροτείται πλέον η διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από υπότροπο και ο ως άνω δράστης τιμωρείται κατά τη βασική διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 4139/2013 (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 809/2023, ΑΠ 998/2023, ΑΠ 1354/2022, ΑΠ 808/2020).

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης.

Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023).

Ακόμη, η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και (οι οποίοι) τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Το δικαστήριο της ουσίας όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 217/2025, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι ο ισχυρισμός του δράστη για την εκ μέρους του κατοχή της ναρκωτικής ουσίας προς ιδία αποκλειστική χρήση, που δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικής ουσίας υπό την έννοια των ενδεικτικώς μεταξύ άλλων, απαριθμούμενων στο άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 4139/2013, περιπτώσεων της αγοράς αλλά και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Έτσι, ο προαναφερθείς ισχυρισμός που προβάλλεται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου των άρθρων 171 παρ. 1, περ. δ' και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, ότι πρόκειται δηλαδή για προμήθεια ή κατοχή με οποιοδήποτε τρόπο ναρκωτικών σε ποσότητα που εξυπηρετεί αποκλειστικά μόνο τις ανάγκες του κατηγορουμένου ή ότι καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, που στηρίζεται στο άρθρο 29 του Ν. 4139/2033, η παραδοχή του οποίου μετατρέπει την κατηγορία σε πλημμεληματική μορφής πράξη και ως εκ τούτου, το δικαστήριο οφείλει να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί σε διαφορετική περίπτωση ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (ΑΠ 809/2023).

Στην κρινόμενη υπόθεση το προαναφερθέν ΣΤ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο, που περιέχεται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, από την από 12-9-2018 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Χ. Κ., που διενεργήθηκε σε εκτέλεση της με αριθμό 1198/2018 διάταξης της 3ης Ανακρίτριάς Ναρκωτικών του Πρωτοδικείου Αθηνών και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν όλα δημόσια στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη την συζήτηση της υπόθεσης (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην Αθήνα στις 21-8-2018 και περί ώρα 16.00 αστυνομικοί του Σχεδίου Αστυνόμευσης του Δήμου Αθηναίων, διερχόμενοι από την Πλατεία Ομόνοιας, εντόπισαν τον κατηγορούμενο και αποφάσισαν να τον ελέγξουν. Μόλις αυτός αντιλήφθηκε τους αστυνομικούς να κινούνται προς το μέρος του, πλησίασε έναν κάδο απορριμμάτων που υπήρχε στο σημείο και απέρριψε εντός αυτού μία μπλε σακούλα. Αμέσως οι αστυνομικοί τον ακινητοποίησαν και αφού περισυνέλεξαν την σακούλα από τον κάδο, διαπίστωσαν ότι εντός αυτής υπήρχαν έντεκα (11) αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, που περιείχαν ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης συνολικού μικτού βάρους 38,7 γραμμαρίων. Ακολούθως συνέλαβαν τον κατηγορούμενο και προέβησαν στην κατάσχεση της παραπάνω ποσότητας ναρκωτικής ουσίας (βλ. την από 21-8-2018 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης του Υπαστυνόμου Β' του ΤΑ Ομόνοιας Δ. Μ.), την οποία αυτός κατείχε κατά την σύλληψή του, υπό την έννοια ότι την είχε στην φυσική του εξουσίαση και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να την διαθέτει κατά βούληση, με σκοπό αποκλειστικά την περαιτέρω διάθεσή της σε τρίτους, όπως συνάγεται από την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας και την κατανομή της σε δόσεις προς άμεση διάθεσή της, αλλά και από το γεγονός ότι τυγχάνει υπότροπος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, καθόσον με την με αριθμό 3791/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που είναι αμετάκλητη, έχει καταδικαστεί σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για κατοχή με σκοπό την εμπορία ποσότητας ακατέργαστης κάνναβης συνολικού μικτού βάρους 50,8 γραμμαρίων και καθαρού βάρους 17,9 γραμμαρίων, πράξη την οποία τέλεσε στις 18-3- 2011, δηλαδή εντός δεκαετίας από την σύλληψή του για την παρούσα πράξη. Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι την παραπάνω ποσότητα κάνναβης την προόριζε αποκλειστικά για δική του χρήση, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το ότι, σύμφωνα με την από 12-9-2018 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Χ. Κ., που διατάχθηκε με την με αριθμό 1198/2018 διάταξη της 3ης Ανακρίτριας Ναρκωτικών του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος δεν είναι άτομο εξαρτημένο από τα ναρκωτικά, πλην όμως είναι χρόνιος χρήστης ινδικής κάνναβης και τούτο διότι, η ιδιότητα του χρήστη δεν σημαίνει, άνευ ετέρου, ότι και η προμήθεια της παραπάνω ποσότητας κάνναβης έγινε για δική του χρήση. Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον αποδεικνύεται ότι στοιχειοθετείται κατά την αντικειμενική και την υποκειμενική της υπόσταση η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της κατοχής αυτών από υπότροπο, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό".

Ακολούθως το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, διαλαμβάνοντας στο διατακτικό του τα εξής:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ του ότι: Στον αναφερόμενο κατωτέρω τόπο και χρόνο, εκ προθέσεως ενεργώντας και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, τέλεσε το έγκλημα της διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από υπότροπο, που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική ποινή και συγκεκριμένα, στην Αθήνα, στις 21-08-2018 κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να διαπιστώνει ανά πάσα στιγμή την ύπαρξη και να διαθέτει κατά την βούλησή του, απαγορευμένες από τον νόμο ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την διακίνησή τους και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο και δη στην Αθήνα, στην πλατεία Ομόνοιας, την 21.08.2018 και περί ώρα 16.00, κατελήφθη να κατέχει έντεκα (11) αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης συνολικού μικτού βάρους 38,7 γραμμαρίων. Την παραπάνω πράξη της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών τέλεσε ενώ είναι υπότροπος, ήτοι, ενώ έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, σε βαθμό κακουργήματος την τελευταία δεκαετία. Ειδικότερα, έχει καταδικαστεί με την με αριθμό 3791/31.10.2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε κάθειρξη δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών".
Με το δεύτερο σκέλος του προσθέτου λόγου - κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχεται ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του, ότι δηλαδή αυτός τις ως άνω ναρκωτικές ουσίες τις κατείχε για δική του αποκλειστική χρήση και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πλημμέλεια. Με τις προαναφερθείσες παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού. Ειδικότερα, αναφέρονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, ήτοι, η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, η από 12-9-2018 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Χ. Κ., τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημοσίως στο ακροατήριο του εν λόγω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και η απολογία του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώ διαλαμβάνονται ακόμη στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος, ο τόπος, οι περιστάσεις και οι συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων τέλεσε την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Επί πλέον, αναφέρονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση οι επί μέρους ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών που κατείχε ο αναιρεσείων και κυρίως ότι αυτός έφερε μαζί του τις ως άνω αναφερόμενες έντεκα (11) αυτοσχέδιες νάϋλον συσκευασίες που περιείχαν ποσότητες ακατέργαστης κάνναβης συνολικού βάρος 38,7 γραμμαρίων και είχαν κατανεμηθεί σε δόσεις, όχι για δική του αποκλειστική χρήση αλλά για την άμεση διάθεσή τους σε τρίτους. Κατά συνέπειαν, ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος που αναφέρεται σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, αυτοτελής ισχυρισμός που τείνει στην μείωση της επιβλητέας ποινής κατ' άρθρο 83 ΠΚ, θεωρείται κατά την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, μεταξύ άλλων και η υπό στοιχείο ε' περίπτωση και συγκεκριμένα, ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 6/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 188/2022). Η ως άνω κατά το άρθρο 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, ελαφρυντική περίσταση θεωρείται ότι συντρέχει και όταν ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται, όπως ήδη αναφέρθηκε, απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 6/2024, ΑΠ 980/2022, ΑΠ 1555/2019). Η δυνατότητα της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ ακόμα και κατά την κράτηση του καταδικασθέντος επιβάλλεται από τον ειδικοπροληπτικό σκοπό της ποινής κατά της ελευθερίας (ΑΠ 6/2024, ΑΠ 1418/2022, ΑΠ 1818/2019, Αιτιολ. Έκθεση ΠΚ, υπό το άρθρο 84). Η παραδοχή της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, αναμφιβόλως, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του. Η καλή δηλαδή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του (ΑΠ 6/2024, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 760/2021, ΑΠ 1308/2019, ΑΠ 193/2015). Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης και με το (συμπληρωματικό και συνεξεταζόμενο) πρώτο σκέλος του προσθέτου λόγου κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ο υποβληθείς εκ μέρους του αυτοτελής ισχυρισμός, να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προσάπτει σ' αυτήν, την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πλημμέλεια. Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, που σημειωτέον δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι στο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο υποβλήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ο αυτοτελής ισχυρισμός να αναγνωρισθεί στον τελευταίο η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, που όμως, παρότι υποβλήθηκε κατά τρόπον αόριστο, εν τούτοις απορρίφθηκε ως αβάσιμος από ουσιαστικής απόψεως, αφού το ανωτέρω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να μαρτυρούν ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια για την πράξη του, δοθέντος ότι δεν παραδέχεται την ενοχή του αλλά υποστηρίζει ότι τις κατασχεθείσες συσκευασίες κάνναβης προόριζε για ατομική του χρήση, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος στο παρελθόν είχε καταδικασθεί για παρόμοια πράξη διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, γεγονός που καταδεικνύει ότι η όποια δήλωση μετάνοιας αυτού, που πάντως εκφράστηκε καθυστερημένα στο στάδιο αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν είναι ειλικρινής και πραγματική αλλά προσποιητή για να τύχει ευνοϊκότερης αντιμετώπισης από το Δικαστήριο".

Πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι από τα ως άνω πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ακόμη ότι τα (τέσσερα) έγγραφα που επικαλείται ο αναιρεσείων με το δικόγραφο του προσθέτου λόγου, προκειμένου να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, δεν είχαν προσκομισθεί εκ μέρους του στην δευτεροβάθμια δίκη και ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν να ληφθούν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 221/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 844/2024, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022).

Στην κρινόμενη υπόθεση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το ανωτέρω δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΣΤ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών), στις 3-12-2021, δίκασε τις υπ' αριθμ. 719/23-5-2019 και 767/6-6-2019 εφέσεις του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2272/20-5-2019 καταδικαστικής εις βάρος του απόφασης του Δ' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2322/2021 απόφασή του με το προαναφερθέν περιεχόμενο. Παρότι λοιπόν κατά τον παραπάνω αναφερόμενον χρόνο και ήδη από 1-7-2019, είχε καταργηθεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 περ. γ' του ως άνω Ν. 4139/2013, η οποία κατά τα προαναφερθέντα προέβλεπε επιβάρυνση της προβλεπόμενης στο άρθρο 20 του ίδιου νόμου ποινής, ως συνέπεια της "υποτροπής", το ανωτέρω Δικαστήριο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων αλλά και της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τη μορφή της κατοχής αυτών από υπότροπο, κατά την έννοια του άρθρου 22, παρ. 2, περ. γ' του Ν. 4139/2013, καθώς έχει αμετάκλητα καταδικαστεί κατά την προηγούμενη δεκαετία με την υπ' αριθμ. 3791/31-10-2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την τελεσθείσα εκ μέρους του στις 18-3-2011, πράξη της κατοχής με σκοπό την εμπορία, ποσότητας ακατέργαστης κάνναβης συνολικού μικτού βάρους 50,8 γραμμαρίων και καθαρού βάρους 17,9 γραμμαρίων και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Ακολούθως, καθόρισε για την παραπάνω αναφερόμενη αξιόποινη ένδικη πράξη ως πλαίσιο ποινής την κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και τη χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, εντός του οποίου στη συνέχεια προέβη στην επιμέτρησή της και επέβαλε σ' αυτόν - όπως ήδη αναφέρθηκε - ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, αντί να τον κρίνει ένοχο της άνω πράξης του άρθρου 20 του ίδιου νόμου και ακολούθως να καθορίσει ως πλαίσιο ποινής την κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, εντός του οποίου να επιμετρήσει την ποινή. Εφ' όσον λοιπόν το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την προαναφερθείσα πράξη, δηλαδή της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με την μορφή της κατοχής αυτών, από υπότροπο, υπερέβη (θετικά) την εξουσία του παραβαίνοντας με τον τρόπο αυτό τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, οπότε συντρέχει περίπτωση της κατ' εφαρμογήν του άρθρου 511 ΚΠΔ, αυτεπάγγελτης έρευνας από τον Άρειο Πάγο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, αναιρετικού λόγου (ΑΠ 844/2024, ΑΠ 481/2023), ο οποίος είναι βάσιμος κατά τα προαναφερθέντα.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2322/2021 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και συγκεκριμένα, α) ως προς την διάταξή της που αφορά την ενοχή του αναιρεσείοντος για την τέλεση της άνω πράξης και συγκεκριμένα, της διακεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της αγοράς αυτών από υπότροπο, χωρίς βέβαια να συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας για (νέα) εκδίκαση της εκ μέρους του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος τέλεσης του (βασικού) εγκλήματος του άρθρου 20 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 4139/2013, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας για την σχετική αυτή αξιόποινη πράξη και β) ως προς την διάταξη για την επιβληθείσα ποινή σ' αυτόν για την προαναφερθείσα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, οι οποίες (διατάξεις) πρέπει να απαλειφθούν, ενώ πρέπει ακόμη να παραπεμφθεί η υπόθεση για την επιβολή ποινής για την εκ μέρους του αναιρεσείοντος τέλεση του (βασικού) εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών με την μορφή της κατοχής, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και επί πλέον, πρέπει να απορριφθεί κατά το υπόλοιπο μέρος της η κρινόμενη από 23-4-2024 αίτηση αναίρεσης και οι από 10-1-2025 πρόσθετοι αυτής λόγοι, του (επ) Y. (ον) S. ή S. του J. και της S., κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 2322/2021 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 2322/2021 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ως προς την διάταξη που αφορά την ενοχή του αναιρεσείοντος (επ) Y. (ον) S. ή S. του J., για την πράξη της διακεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με την μορφή της κατοχής αυτών από υπότροπο, αλλά και ως προς την διάταξη για την επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή για την διακεκριμένη αυτή περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών.

ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ τις ως άνω αναφερόμενες σχετικές διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση και συγκεκριμένα, για την επιβολή ποινής στον αναιρεσείοντα για την εκ μέρους του τέλεση του (βασικού) εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της κατοχής τους, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά το υπόλοιπο μέρος της, την από 23-4-2024 αίτηση αναίρεσης και τους από 10-1-2025 προσθέτους αυτής λόγους, του (επ) Y. (ον) S. ή S. του J., κατά της υπ' αριθμ. 2322/2021 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή