Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 637 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 637/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο-Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Ευβοίας, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 176/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας. Με κατηγορούμενους τους: 1.Ι. Π. του Κ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε 2. Ο. Δ. του Α., ο οποίος απεβίωσε, (όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. πρωτ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου).
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται 1. στην από 05.12.2024 έκθεση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα Εφετών Ευβοίας Γεωργίου Καλούδη, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Ευβοίας Ι. Κ. και έλαβε αριθμό 22 & 23/5.12.2024, για αναίρεση της υπ'αριθ. 176/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας και 2. στην υπ'αριθμ. πρωτ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του 2ου αναιρεσείοντος, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως όσον αφορά την 1η αναιρεσείουσα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου για τον 2ο αναιρεσείοντα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρο 505 παρ. 1 περ. β' ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Εφετών μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του Εφετείου, του μικτού ορκωτού εφετείου και των μικτών ορκωτών δικαστηρίων της περιφέρειάς του, για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας κατ' άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ αντιστοίχως (ΑΠ 30/2025).
Η κρινόμενη από 5-12-2024 (αριθμός κατάθεσης: 22 και 23/5-12-2024), αίτηση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα Εφετών Ευβοίας, κατά της υπ' αριθμ. 176/17-11-2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Εύβοιας - με την οποία μετετράπη η κακουργηματικής μορφής κατηγορία της αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ (και ήδη τις 200.000 ευρώ) κατ' εξακολούθηση, (οικονομικής χρήσης του 2006), σε πλημμεληματικής μορφής πράξη και ακολούθως, έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων Ι. Π. του Κ. και Ο. Δ. του Α. - που καταχωρήθηκε στις 22-11-2024 καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος (πρωτοβαθμίου) ποινικού δικαστηρίου, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 5-12-2024, με σχετική προς τούτο δήλωση του προαναφερθέντος Αντεισαγγελέα Εφετών στην αρμόδια γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 505 παρ. 1 περ. β' και 507 ΚΠΔ. Σύμφωνα με τα άρθρο 463 ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα.
Σε κάθε περίπτωση όμως είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Προϋπόθεση συνεπώς για την άσκηση ενδίκου μέσου είναι η ύπαρξη έννομου συμφέροντος, δηλαδή ανάγκης παροχής προστασίας δια της προσφυγής στο δικαστήριο. Το έννομο αυτό συμφέρον πρέπει να είναι ενεργό και κατά το χρόνο της κρίσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως και την έκδοση της σχετικής απόφασης, γιατί διαφορετικά στερείται εννόμων συνεπειών η ανατροπή της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1364/2005).
Εξ άλλου, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 70 ΚΠΔ, και σε αντίθεση με τους διαδίκους, η άσκηση ενδίκου μέσου από τον Εισαγγελέα είναι αποσυνδεδεμένη από την απόδειξη συνδρομής εννόμου συμφέροντος, καθώς ο Εισαγγελέας λειτουργεί ως εκπρόσωπος της Πολιτείας και το συμφέρον του απορρέει από τη νομική του θέση στην ποινική δίκη, δηλαδή από την ιδιότητά του ως οργάνου της δικαιοσύνης. Ωστόσο, από τις διατάξεις των άρθρων 463, 464, 474 και 505 παρ. 3 ΚΠΔ συνάγεται ότι και στην περίπτωση της άσκησης ενδίκου μέσου από τον Εισαγγελέα απαιτείται η επιδιωκόμενη ανατροπή της προσβαλλομένης απόφασης να μην στερείται ουσιαστικών συνεπειών. Δηλαδή πρέπει το ένδικο μέσο, τόσο κατά τον χρόνο άσκησής του, όσο και κατά τον χρόνο συζήτησής του να είναι ικανό να επιφέρει, κατόπιν διόρθωσης της προσβαλλόμενης νομικής ή ουσιαστικής πλημμέλειας, την επιδιωκόμενη νομική μεταβολή, επιδρώντας άμεσα στη θέση των διαδίκων. Αντιθέτως, δεν αρκεί για το παραδεκτό αυτού (του ενδίκου μέσου) μόνη η επίκληση νομικής ή ουσιαστικής πλημμέλειας. Τέτοια εξουσία ελέγχου της νομικής ορθότητας των αποφάσεων χωρίς να επηρεάζεται η θέση των διαδίκων παρέχεται εξαιρετικά και κατ' αποκλειστικότητα μόνο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ.
Εξ άλλου, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 368 εδ. β' ΚΠΔ, η ποινική δίκη τελειώνει με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης, όταν έχει γίνει παραίτηση από το δικαίωμα της έγκλησης ή όταν έχει γίνει ανάκλησή της ή όταν έχει αμνηστευθεί η πράξη ή έχει παραγραφεί το αξιόποινό της ή όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει. Επομένως, ο θάνατος του κατηγορουμένου συνεπάγεται το απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ελλείψει δυνατότητας επέλευσης της επιδιωκόμενης νομικής μεταβολής, δεδομένου ότι και σε περίπτωση βασιμότητας της αίτησης αναίρεσης δεν χωρεί παραπομπή της υποθέσεως προς νέα έρευνα, ακριβώς λόγω του θανάτου (ΑΠ 1380/2024).
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Ο. Δ. του Α., που γεννήθηκε στις ..., στο ..., απεβίωσε στις ..., όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. Πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου ΔΕ Τανάγρας Βοιωτίας, ήτοι πριν από την άσκηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης και συνεπώς, πρέπει κατά τα προδιαληφθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του προαναφερθέντος δευτέρου αναιρεσιβλήτου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά ανυπάρκτου προσώπου. Κατά το υπόλοιπο όμως μέρος της και ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη Ι. Π. του Κ., η κρινομένη αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και συγκεκριμένα, της διάταξης του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 66 παρ. 5 του Ν. 4987/2022, αλλά και της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ αντιστοίχως). Επομένως, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η αίτηση κατά το προαναφερθέν μέρος της και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των σχετικών λόγων της σαν να ήταν παρούσα (κατ' άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ) η ανωτέρω πρώτη αναιρεσείουσα Ι. Π. του Κ., η οποία κατά την ως άνω δικάσιμο (12-2-2025), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα, δεν εμφανίσθηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, παρότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με επίδοση της υπ' αριθμ. 1175/27-12-2024 κλήσης, όπως προκύπτει από τα δύο (2) από 28-12-2024 αποδεικτικά επίδοσης του Ανθυπαστυνόμου Α. Α. που υπηρετεί στο ΑΤ Θηβών και αφορούν την ίδια την πρώτη αναιρεσείουσα αλλά και τον ορισθέντα εκ μέρους της αντίκλητο Δικηγόρο Γεώργιο Ψυχογιό αντιστοίχως. Με την διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 (που άρχισε να ισχύει από 17-10- 2015), ορίζεται ότι "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 (σημ. αντίστοιχες των άρθρων 17 παρ. 1 και 18 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 που καταργήθηκαν με το άρθρο 71 και αντικαταστάθηκαν με τις ρυθμίσεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά τον Ν. 4337/2015), οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος...". Η ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 66 παρ. 5 του Ν. 4987/2022, με έναρξη ισχύος την 4-11-2022, κατά το οποίο "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΠΚ, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΠΚ, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με το άρθρο 463 παρ. 3 ΠΚ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 και ισχύει από 1-7-2019 και ορίζει ότι, "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83, περ. δ'. Η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της...", προκύπτει ότι η ανωτέρω αναγραφόμενη στην ως άνω ειδική ποινική μεταχείριση του άρθρου 66 έχει ήδη σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 463 και την περ. δ' του άρθρου 83 του νΠΚ (προτού αυτό τροποποιηθεί εκ νέου με τον Ν. 5090/2024), αντικατασταθεί από τη φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους ή την κάθειρξη έως (6) έτη και επομένως, συντρέχει λόγος προσαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 66 στο νεότερο πλαίσιο που έχει προσδιορίσει ο νΠΚ, με την επισήμανση ότι η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της (σχ. αιτιολογική έκθεση Ν. 4987/2022). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι από 17-10-2015 και εφεξής, η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων, καθίσταται ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4174/2013 και ήδη άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4987/2022, (δηλαδή αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος κλπ, φόρου προστιθέμενης αξίας κλπ και φόρου πλοίων), οπότε δεν είναι αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της προϊσχύσασας δυσμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης (ΑΠ 30/2025, ΑΠ 160/2022). Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει βεβαίως ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις άνω πράξεις φοροδιαφυγής, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έχει ασκηθεί και εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάσθηκε ούτε έχει ασκηθεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη (ΑΠ 30/2025, ΑΠ 160/2022, ΑΠ 1711/2019).
Πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι δεν συντρέχει η εν λόγω προϋπόθεση ακόμη και εάν ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε πρωτοδίκως για την πράξη της φοροδιαφυγής, πλην όμως η ποινική δίωξη κρίθηκε μεταγενεστέρως ως απαράδεκτη, ενώ προκύπτει ακόμη ότι και η αθώωση για τη φοροδιαφυγή στο εισόδημα και στο Φ.Π.Α. αποσυνθέτει τη φαινομενική συρροή με τα εικονικά τιμολόγια και επομένως, απαιτείται καταδικαστική απόφαση για το βασικό αδίκημα της φοροδιαφυγής στο εισόδημα και στο ΦΠΑ, γιατί ο σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η τιμωρία του δράστη για κάποια από τις πράξεις της φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που τελέστηκαν με τη χρήση των φορολογικών αυτών στοιχείων, γιατί διαφορετικά θα οδηγούσε, αντί της επιδιωκόμενης "άπαξ" τιμώρησης, στο αντίθετο άκρο της πλήρους ατιμωρησίας (ΑΠ 160/2022).
Περαιτέρω, από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1203/2023).
Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022), ενώ κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι.
Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 221/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 844/2024, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν σε πρώτο βαθμό Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας, με την ως άνω υπ' αριθμ. 176/2021 προσβαλλόμενη απόφασή του μετέτρεψε την κακουργηματικής μορφής κατηγορία της αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (και ήδη των 200.000 ευρώ) κατ' εξακολούθηση (οικονομικής χρήσης του 2006), σε πλημμέλημα, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλομένης - μετά την παράθεση της σχετικής νομικής σκέψης - τα ακόλουθα: "Από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίστηκαν στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η 1η κατηγορούμενη, Ι. Π., είναι αγρότισσα ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., με έδρα την Θήβα, αρμοδιότητας της Δ.Ο.Υ. Θηβών, δηλαδή επιτηδευματίας του άρθρου 2 παρ. 4 του ΠΔ 186/1992 [Κ.Σ.Β], με περιορισμένες φορολογικές υποχρεώσεις, ως μη υπόχρεη τήρησης βιβλίων και έκδοσης τιμολογίων πώλησης, για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων, που πραγματοποιούσε, αλλά δικαιούμενη σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 6 του Κ.Β.Σ, λήψης τιμολογίων αγοράς από τους εμπόρους - αγοραστές των προϊόντων της, ενώ ήταν υπόχρεη έκδοσης δελτίων αποστολής, που εκδίδονται στις περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ. 2 του ΚΒΣ.
Εξάλλου, ως αγρότισσα ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, μπορούσε και η ίδια να εκδίδει τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση ένταξης στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, μετά από απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 2 περ. ζ' του ΚΒΣ. Επίσης, η 1η κατηγορούμενη, επειδή ήταν ενταγμένη στο Ειδικό Καθεστώς του άρθρου 41 του Ν. 2859/2000 [Κώδικας Φ.Π.Α], για την παράδοση των αγροτικών προϊόντων της παραγωγής της, εδικαιούτο να ζητήσει από το Ελληνικό Δημόσιο ως επιστροφή Φ.Π.Α, που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, που πραγματοποιούσε για την άσκηση της εκμετάλλευσής της, χρηματικό ποσό ανερχόμενο [σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα συντελεστή] σε ποσοστό 7% επί της αξίας των αγροτικών προϊόντων που παρέδιδε. Με την ως άνω ιδιότητά της η 1η κατηγορούμενη και ο 2ος κατηγορούμενος, Ο. Δ., κατά το έτος 2006, κατηγορούνται ότι ο μεν 2ος κατηγορούμενος εξέδωσε, η δε 1η κατηγορούμενη ότι αποδέχθηκε πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Συγκεκριμένα, τους αποδόθηκε η κατηγορία ότι στην Θήβα, κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που φέρουν τα τιμολόγια, εκμεταλλευόμενοι την ιδιότητα της 1ης κατηγορουμένης - αγρότισσας ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., ο μεν 2ος κατηγορούμενος εξέδωσε, η δε 1η κατηγορούμενη αποδέχθηκε, με πρόθεση, προς όφελός τους δέκα επτά (17) πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγροτικών προϊόντων - δελτία αποστολής, που είχαν διατρηθεί και σφραγισθεί με άγνωστο τρόπο και δεν είχαν καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία των αρμόδιων φορολογικών αρχών σχετικές πράξεις θεώρησής τους, με φερόμενους ως εκδότες 5 εξ αυτών τον Α. Κ., 4 εξ αυτών τον Α. Ε., 5 εξ αυτών τον Δ. Δ. και 3 εξ αυτών την Μ. Σ., οι οποίοι ουδέποτε πραγματοποίησαν μαζί τους τις συναλλαγές, στα οποία περιγράφονται συναλλαγές, ήτοι αγορές γεωργικών προϊόντων παραγωγής της 1ης κατηγορουμένης, οι οποίες (συναλλαγές) φέρονται ως ανύπαρκτες στο σύνολό τους, αφού οι συγκεκριμένες αγορές γεωργικών προϊόντων φέρονται κατά το κατηγορητήριο ότι δεν έλαβαν ποτέ χώρα, ούτε από τους αναγραφόμενους στα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς εμπόρους ούτε από άλλους, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία το Δημόσιο. Ειδικότερα για την χρήση του έτους 2006, οι κατηγορούμενοι φέρονται ότι ο μεν 2ος εξέδωσε και ότι 1η αποδέχθηκε συνολικά 17 πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής της συνολικής αξίας 554.990 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθμό ...-2007 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α, που υπέβαλε στην Δ.Ο.Υ. Θηβών το έτος 2007, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 38.849,30 ευρώ. Τα τιμολόγια δε αυτά του έτους 2006, από τα οποία η 1η κατηγορούμενη φέρεται να έχει εισπράξει από την διάθεση της γεωργικής της παραγωγής, συνολικό χρηματικό ποσό 554.990 ευρώ, παρατίθενται κατωτέρω στο διατακτικό, με αναφορά στον αριθμό του τιμολογίου αγοράς, την ημερομηνία αυτού και την συνολική αξία εκάστου τιμολογίου. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στην 1η κατηγορούμενη συντάχθηκε η υπ' αριθμό ... αριθμός υπόθεσης ... έκθεση ελέγχου των Ελεγκτών Κ. Ρ. και Χ. Δ., υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδας, που θεωρήθηκε στις 23-4-2013, από την οποία αποδείχθηκε ότι με βάση τα ως άνω τιμολόγια, που οι κατηγορούμενοι εξέδωσε ο 2ος και αποδέχθηκε η 1η κατηγορούμενη αντίστοιχα, τα οποία φέρονται ότι ήταν πλαστά και εικονικά, επρόκειτο να επιστραφεί στην 1η κατηγορούμενη από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Θηβών και τελικώς επιστράφηκε για την χρήση του έτους 2006 ΦΠΑ ποσού 38.849,30 ευρώ. Για τα ως άνω φερόμενα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία που φέρεται ότι εξέδωσε ο 2ος και αποδέχθηκε η 1η κατηγορούμενη συντάχθηκε η από 24-4-2013 υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ... μηνυτήρια αναφορά του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδος, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, για το αδίκημα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997. Εν συνεχεία ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, με συνολική αξία υπερβαίνουσα το ποσό των 200.000 ευρώ, άρθρο 19 παρ. 1 β-β του Ν. 2523/1997 - ήδη 66 παρ. 5 εδ. β', υποπερ. (β) του Ν. 4174/2013. Από την ανωτέρω αναφερόμενη κατηγορία που αποδίδεται στους κατηγορουμένους σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν προκύπτει ότι για την πράξη της έκδοσης και αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, που αφορά τα ένδικα τιμολόγια του έτους 2006, θα πρέπει, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, να αποδοθεί στους κατηγορουμένους η πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην απλή και όχι στην διακεκριμένη μορφή της και τούτο επειδή οι φερόμενοι ως υπαίτιοι - κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4174/2013 όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. (άρθρο 18 παρ. 1β' του Ν. 2523/1997 - ήδη 66 παρ. 1 β' του Ν. 4174/2013), με συνέπεια, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Β' νομική σκέψη της παρούσας, μη συνολογιζομένων των ενδίκων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, αλλά της απλής μορφής του εν λόγω αδικήματος, που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα λόγω του είδους της απειλούμενης ποινής (ποινή φυλάκισης). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνευτική εκδοχή ότι η ένδικη πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό της χαρακτήρα, επειδή το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", εφαρμόζεται μόνο όταν υφίσταται αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, θα οδηγούσε στο "άτοπο", Α) να τιμωρούνται στην ένδικη περίπτωση (ελλείψει φαινομενικής συρροής με κάποιο άλλο αδίκημα του άρθρου 66) για κακούργημα με πρόσκαιρη κάθειρξη οι κατηγορούμενοι που εξέδωσαν και αποδέχθηκαν πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 554.990 ευρώ, τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποίησαν για να παραπλανήσουν την Φορολογική Αρχή, ώστε να επιστρέφει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α., με συντελεστή Φ.Π.Α. 7% (όπως ο συντελεστής αυτός ισχύει για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού 38.849,30 ευρώ για το έτος 2006 (ποσό Φ.Π.Α. κατώτερο του ελάχιστου ορίου των 50.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης του Φ.Π.Α), ενώ Β) εάν οι ίδιοι κατηγορούμενοι ήθελε υποτεθεί ότι είχαν εκδώσει και αποδεχθεί διπλάσιο αριθμό εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικού ποσού 1.109.990 ευρώ (554.990 υποθετικώς + 554.990 ευρώ για το έτος 2006), τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποιούσαν για να παραπλανήσουν την Φορολογική Αρχή, ώστε να επιστρέφει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α., με συντελεστή Φ.Π.Α. 7% (όπως ο συντελεστής αυτός ισχύει για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού 77.698,60 ευρώ για το έτος 2006 (ποσά Φ.Π.Α. ανώτερα του ελάχιστου ορίου των 50.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης του Φ.Π.Α, κατώτερα όμως του ορίου των 100.000 ευρώ που απαιτείται για να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα η πράξη του Φ.Π.Α.), η οποία (πράξη της επιστροφής αχρεωστήτως Φ.Π.Α. 77.698,60 ευρώ) θα απορροφούσε την πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικού ποσού ανώτερου των 200.000 ευρώ), θα ετιμωρούντο μόνο για το πλημμέλημα της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. κατ' εξακολούθηση με ποινή φυλάκισης. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρθηκε στην υπό στοιχείο Β' νομική σκέψη, η ερμηνευτική εκδοχή ότι το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", δεν εφαρμόζεται εάν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της φοροδιαφυγής που να αφορά τα επίδικα εικονικά τιμολόγια ή δεν έχει καταδικαστεί ο κατηγορούμενος για την πράξη της φοροδιαφυγής, για οποιονδήποτε λόγο, θα καθιστούσε το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013 παντελώς ανεφάρμοστο - "κενό γράμμα", καθότι δεν θα υπήρχε καμία περίπτωση θεωρητικής εφαρμογής του. Ειδικότερα, εάν ήθελε υποτεθεί ότι υφίστατο στην προκειμένη περίπτωση κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που αφορούσε τα εκδοθέντα ένδικα εικονικά τιμολόγια θα είχαν διωχθεί ή καταδικαστεί οι κατηγορούμενοι για την αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 και δεν θα ετίθετο ζήτημα εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, ήτοι συνυπολογισμού ή μη συνυπολογισμού των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66, λόγω της προηγηθείσας συρροής και της εξ ολοκλήρου απορρόφησης της πράξης των εικονικών τιμολογίων από την πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013.
Επειδή εν προκειμένω, δεν υφίστατο κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που να αφορά τα εκδοθέντα ένδικα εικονικά τιμολόγια, εάν και πάλι δεν αφαιρούνταν (ήτοι συνυπολογίζονταν) τα ένδικα φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη - υποστήριξη πράξης των παραγράφων 1 έως 4 - αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., τότε δεν θα υπήρχε για την συγκεκριμένη υπόθεση καμία δυνατότητα θεωρητικής εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, παρότι τα ένδικα εικονικά τιμολόγια τα χρησιμοποίησαν οι κατηγορούμενοι για να διαπράξουν αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013. Τέλος, ενόψει του, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος, όσον αφορά τα αναφερόμενα στο διατακτικό πλαστά και εικονικά τιμολόγια του έτους 2006, που φέρεται ότι διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, θα πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 111 παρ. 3 και 113 παρ. 2 του ΠΚ και 368 περ. β' του Κ.Π.Δ., να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος των κατηγορουμένων ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, καθόσον, σύμφωνα με την επικρατέστερη στην νομολογία εκδοχή, ο χρόνος τέλεσης του κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμελήματος, για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι είναι ο χρόνος θεώρησης του φύλλου ελέγχου του Ελεγκτή - υπαλλήλου του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεός Ελλάδος..., ήτοι εν προκειμένω η 23-4-2013, και συνεπώς έχει παρέλθει έως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο το προβλεπόμενο στα άρθρα 111 παρ. 3 και 113 παρ. 2 του ΠΚ ανώτατο για την παραγραφή των πλημμελημάτων χρονικό διάστημα της οκταετίας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και την διάταξη του άρθρου 368 περ. β ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας". Στην συνέχεια, το ίδιο (πρωτοβάθμιο) δικαστήριο με την ως άνω προσβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε στο διατακτικό τα εξής: "Παύει Οριστικά την Ποινική Δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων λόγω παραγραφής, για την κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ' εξακολούθηση, στην απλή μορφή του εγκλήματος του άρθρου 66 παρ. 5, εδάφιο α' του Ν. 4174/2013, ήτοι για το ότι: Στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως και 6-3-2007, για την χρήση 2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος (Α) ο μεν Ο. Δ. (β' κατηγορούμενος) με πρόθεση εξέδωσε τα αναφερόμενα εν συνεχεία πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, η συνολική αξία των οποίων (εικονικών φορολογικών στοιχείων) υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, ενώ η (Β) η Ι. Π. (α' κατηγορούμενη) υπό την ιδιότητά της ως αγρότισσας ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, με έδρα τη ..., με πρόθεση αποδέχθηκε τα αυτά πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, η συνολική αξία των οποίων (εικονικών φορολογικών στοιχείων) υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.0000) ευρώ. Συγκεκριμένα, ο β' κατηγορούμενος εξέδωσε και η α' κατηγορούμενη με πρόθεση ζήτησε, έλαβε και έκανε χρήση των κατωτέρω αναφερόμενων δεκαεπτά (17) πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων (τιμολόγια αγοράς - δελτία αποστολής) για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, συνολικής αξίας πεντακοσίων πενήντα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα ευρώ (554.990), τα οποία προσκόμισε η ίδια στην αρμόδια ΔΟΥ Θηβών με την υπ' αριθμ. ...-2007 αίτησή της, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α. ποσού 38.849,30 ευρώ, όπως και έγινε.
Ήτοι:
Τα ανωτέρω τιμολόγια έχουν εκδοθεί από άγνωστο πρόσωπο, με φερόμενους εκδότες τους ανωτέρω αναφερόμενους (φορολογικά ανύπαρκτα πρόσωπα) και είναι πλαστά, διότι δεν έχουν θεωρηθεί κατά νόμο από την αρμόδια ΔΟΥ, δεν έχουν καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετικές πράξεις θεώρησής τους, η δε διάτρησή τους έχει γίνει παράτυπα, με άγνωστο τρόπο και μέσο και εικονικά, καθόσον αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές, αφού οι εκδότριες επιχειρήσεις είναι ανύπαρκτες στη δηλωθείσα διεύθυνση, δεν διαθέτουν υποδομή και συγκρότηση λειτουργούσας επιχείρησης, ικανής να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές που καμία αγοραπωλησία των ειδών που περιγράφονται, στα εν λόγω τιμολόγια, τελούσες δε σε γνώση των ανωτέρω. Επιπροσθέτως, όσον αφορά όλα τα ως άνω φορολογικά στοιχεία, δεν προσκόμισε η Ι. Π. στη φορολογική αρχή στοιχεία για την απόδειξη της συναλλαγής και την πραγματοποίηση της παραγωγής, υπάρχει καταφανής δυσαρμονία των ακαθαρίστων δηλωθέντων εσόδων στις δηλώσεις φόρου εισοδήματός της με τα εν λόγω τιμολόγια, δεν δικαιολογείται η ανάλογη παραγωγή των πωληθέντων προϊόντων με βάση την καλλιέργεια και τη στρεμματική απόδοση, καθόσον πρόκειται για τεράστιες ποσότητες εμπορευμάτων, χωρίς να προκύπτει η μεταφορά τους, ούτε ο τρόπος καταβολής του ιδιαιτέρως μεγάλου τμήματος, ούτε προσκόμισε εκείνη στη φορολογική αρχή στοιχεία για την απόδειξη της συναλλαγής και την πραγματοποίηση της παραγωγής, όπως διαπιστώθηκε από τον έλεγχο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπ' αριθ. ... αρ. υπόθεσης 1324/84097/12 έκθεση ελέγχου του Σ.ΔΟ.Ε. Περιφερειακής Διεύθυνσης Στερεάς Ελλάδας (ημερομηνία θεώρησης 26-03-2013), σε συνδυασμό με τις υπ' αριθμ. Πρωτ. ... και 2281/2013 μηνυτήριες αναφορές του Σ.Δ.Ο.Ε. Περιφερειακής Διεύθυνσης Στερεάς Ελλάδας προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θηβών".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω σχετικών ποινικών διατάξεων, έκρινε ότι η πράξη της αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, της οικονομικής χρήσης του 2006, θα έπρεπε κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, να αποδοθεί στους κατηγορουμένους στην απλή και όχι στην διακεκριμένη μορφή της και τούτο γιατί οι φερόμενοι ως υπαίτιοι - κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής - εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. (άρθρο 18 παρ. 1β' του Ν. 2523/1997, ήδη 66 παρ. 1β' του Ν. 4174/2013), με συνέπεια, μη συνυπολογιζομένων των προαναφερθέντων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης κακουργηματικής μορφής του εγκλήματος της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της τελευταίας αυτής περίπτωσης, αλλά της μορφής του εν λόγω αδικήματος που φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα (άρθρο 66 παρ. 5 α' του Ν. 4174/2013). Με αυτά που δέχθηκε δηλαδή το Δικαστήριο, καίτοι τα εικονικά φορολογικά στοιχεία αφορούσαν συναλλαγές, η συνολική αξία των οποίων υπερέβαινε, κατά περίπτωση, το χρηματικό ποσό των 200.000 €, καθώς επίσης και με την κρίση ότι τα ένδικα φορολογικά στοιχεία δεν πρέπει να συνυπολογιστούν για την κάλυψη του ορίου του ποσού των 200.000 € που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης (κακουργηματικής) μορφής του εν λόγω εγκλήματος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 και ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 66 παρ. 5 του Ν. 4987/2022, αφ' ενός μεν, επειδή αντιφατικώς διέλαβε ότι, ενώ ο νομοθέτης θέτει ως κριτήριο διάπραξης των διακεκριμένων μορφών του εγκλήματος της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων την αξία των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, εντούτοις στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διακεκριμένης μορφής παρότι η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 200.000 €, αφ' ετέρου δε, επειδή προέβη σε contra legem ερμηνεία που δεν συνάδει ούτε με το γράμμα του νόμου, καθώς η διάταξη είναι σαφής και ρητά αναφέρεται σ' αυτή "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος...." και ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να απορροφηθεί η διάταξη του άρθρου 65 παρ. β' του Ν. 4174/2013 και ήδη 66 παρ. 5 β' του Ν. 4987/2022 από τη διάταξη της παρ. 5α' του ως άνω άρθρου και να μην είναι αυτοτελώς κολάσιμη, είναι όταν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για τη διάπραξη ή υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για την πράξη αυτή, κάτι που δεν συντρέχει εν προκειμένω, δεδομένης της μη υποβολής μηνυτήριας αναφοράς από τον Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδος για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. και ως εκ τούτου της μη άσκησης ποινικής δίωξης για τον εν λόγω έγκλημα, ούτε με το σκοπό του νομοθέτη που προσβλέπει στην αποφυγή του διπλού αξιοποίνου και "άπαξ" τιμωρία και όχι στην πλήρη ατιμωρησία του δράστη, όπως τελικά συνέβη στην προκειμένη υπόθεση. Έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας το οποίο, λόγω της κατά τα ως άνω παραγραφής του αδικήματος και της εξ αυτού οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης δεν διερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Το προαναφερθέν λοιπόν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες, ήτοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης αλλά και της υπέρβασης εξουσίας και ως εκ τούτου είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης από τον Εισαγγελέα Εφετών αναίρεσης κατά το μέρος της που αφορά την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ι. Π. του Κ. και συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την από 5-12-2024 (αριθμός κατάθεσης: 22 και 23/5-12-2024), αίτηση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα Εφετών Ευβοίας, κατά της υπ' αριθμ. 176/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας, ως προς το μέρος της, που αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ο. Δ. του Α.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 176/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας, κατά το μέρος που αφορά την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ι. Π. του Κ.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την κρινομένη υπόθεση κατά το μέρος της, που αφορά την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ι. Π. του Κ., προς εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2025.
Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ