ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 638/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 638/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 638/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 638 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 638/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου-Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Ευβοίας, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 177/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας.

Με κατηγορούμενους τους: 1. Κ. Π. του Κ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε και 2. Ο. Δ. του Α., ο οποίος απεβίωσε, (όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. πρωτ. ....2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου).

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 05.12.2024 έκθεση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα Εφετών Ευβοίας Χ. Ν., η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Ευβοίας Ι. Κ. και έλαβε αριθμό 11 & 12/5.12.2024, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως όσον αφορά την 1η αναιρεσείουσα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου για τον 2° αναιρεσείοντα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.1 του ΚΠΔ "Εκτός από την περίπτωση της παρ.3 του προηγούμενου άρθρου, την αναίρεση μπορούν να ζητήσουν: α) ο κατηγορούμενος, β) ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών για τις αποφάσεις του τριμελούς πλημμελειοδικείου, των δικαστηρίων ανηλίκων, των μονομελών πλημμελειοδικείων της έδρας και περιφέρειάς του, και ο εισαγγελέας εφετών για τις αποφάσεις του εφετείου, του μικτού ορκωτού εφετείου και των μικτών ορκωτών δικαστηρίων της περιφέρειάς του". Σύμφωνα δε με το άρθρο 507, του ίδιου κώδικα, "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι τριάντα [30] ημερών, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι [20] ημερών, από την καταχώρηση αυτή". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ισχύοντος Κ.Π.Δ. ορίζεται ότι, "Όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 368)". Ο δε Εισαγγελέας Εφετών μπορεί να ζητήσει την αναίρεση, μεταξύ άλλων, και της απόφασης του Εφετείου, που ανήκει στην περιφέρειά του, η οποία παύει την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων, και αυτοί της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της υπέρβασης εξουσίας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' αντίστοιχα του ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 512 παρ. 3 ΚΠΔ, "οι διάδικοι παρίστανται κατά τη συζήτηση (της αναίρεσης) με συνήγορο". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ` του Κ.Ποιν.Δ. "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ή στην Ολομέλειά του. Στην κλήση αναφέρεται ρητά ότι, αν ο αναιρεσείων δεν παραστεί στη συζήτηση ή στη μετ' αναβολή αυτής με συνήγορο, η αναίρεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Σε περίπτωση αναίρεσης του εισαγγελέα εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 340", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ. "Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον νομίμως έχει κλητευθεί και έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης ή μη εκπροσώπησής του θα δικαστεί ερήμην". Ως "υπόλοιποι" διάδικοι, οι οποίοι πρέπει να καλούνται στη συζήτηση της αναίρεσης, θεωρούνται όλοι εκείνοι, οι οποίοι νομίμως απέκτησαν την ιδιότητα του διαδίκου, μεταξύ των οποίων πρωτίστως περιλαμβάνεται ο αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, ο οποίος πρέπει να καλείται, για να παραστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης που άσκησε ο εισαγγελέας, καθόσον το έννομο συμφέρον του είναι προφανές να αντικρούσει την εναντίον του στρεφόμενη αναίρεση και να υποστηρίξει την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, σε περίπτωση αναίρεσης του Εισαγγελέα, ο κατηγορούμενος που έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δεν εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με συνήγορο, ούτε εκπροσωπηθεί από συνήγορο, η συζήτηση της υπόθεσης προχωρεί κανονικά και δικάζεται σαν να ήταν και αυτός παρών (ΑΠ 1233/2022).

Εξ άλλου, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 368. εδ. β' ΚΠΔ η ποινική δίκη τελειώνει με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης, όταν έχει γίνει παραίτηση από το δικαίωμα της έγκλησης ή όταν έχει γίνει ανάκλησή της ή όταν έχει αμνηστευθεί η πράξη ή έχει παραγραφεί το αξιόποινό της ή όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει. Επομένως ο θάνατος του κατηγορούμενου συνεπάγεται το απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ ελλείψει δυνατότητας επέλευσης της επιδιωκόμενης νομικής μεταβολής, δεδομένου ότι και σε περίπτωση βασιμότητας της αίτησης αναίρεσης δεν χωρεί παραπομπή της υποθέσεως προς νέα έρευνα, ακριβώς λόγω του θανάτου.

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αντεισαγγελέας Εφετών Ευβοίας με δήλωσή του ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Ευβοίας, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 11 και 12/5.12.2024 έκθεση, άσκησε αναίρεση κατά της υπ' αρ. 177/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας, που καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθ. 473 ΚΠΔ στις 22.11.2024 με α.α. 52/2024, με την οποία το εν λόγω Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων 1) Κ. Π. του Κ. και 2) Ο. Δ. του Α., λόγω παραγραφής, για την, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ' εξακολούθηση, στην απλή μορφή του εγκλήματος του άρθρου 66 παρ.5 εδάφιο α' του Ν. 4174/2013. Ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ) και η υπέρβαση εξουσίας (άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, κατά τα άρθρα 473 § 3, 474 παρ.4, 504 § 1, 505 παρ. 1β' και 507 ΚΠΔ ,και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών λόγων της, σαν να ήταν παρούσα και η κατηγορούμενη Κ. Π. του Κ., η οποία δεν εμφανίστηκε μετά συνηγόρου, ούτε και εκπροσωπήθηκε από συνήγορο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο έκθεμα, κατά την παρούσα δικάσιμο, παρότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, τόσο η ίδια όσο και ο αντίκλητος δικηγόρος της με επίδοση της υπ' αρ. 79/27-12-2024 κλήσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα από 28-12-2024 αποδεικτικά επιδόσεως του Ανθυπαστυνόμου Α. Α. του ΑΤ Θηβών, προς την κατηγορούμενη Κ. Π. και τον ορισθέντα ως αντίκλητο αυτής, δικηγόρο Θηβών Ψυχογιό Γεώργιο, αντίστοιχα, ενώ θα πρέπει να απορριφθεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης ως απαράδεκτο λόγω θανάτου του δεύτερου κατηγορουμένου που επήλθε την 12.10.2024 ήτοι πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης σύμφωνα με το από το από 12.10.2024 απόσπασμα Ληξιαρχικής πράξης του ληξιαρχείου Δ.Ε. Τανάγρας, Βοιωτίας.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 του ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν.4337/2015 (που άρχισε να ισχύει από 17-10-2015), ορίζεται ότι "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 (σημ. αντίστοιχες των άρθρων 17 παρ. 1 και 18 παρ. 1 του ν. 2523/1997 που καταργήθηκαν με το άρθρο 71 και αντικαταστάθηκαν με τις ρυθμίσεις του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά τον ν. 4337/2015), οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος...". Η ανωτέρω διάταξη ήδη αντικαταστάθηκε με το άρ. 66 παρ. 5 του ν. 4987/2022 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας" με έναρξη ισχύος από 4.11.2022, που ορίζει ότι " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ., εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ., εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος......". Στη συνέχεια η τελευταία αυτή διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 79 παρ. 4 ν. 5104/2024 με έναρξη ισχύος την 19.4.2024 , κατά το οποίο : " 4. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 3, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 3, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος...".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 3 του νέου ΠΚ, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 και ισχύει από 1-7-2019, ορίζεται ότι: "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περ. γ'. Η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της....". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η ανωτέρω αναγραφόμενη στην ως άνω ειδική ποινική μεταχείριση του άρθρου 66 , είχε, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 463 και την περ. δ του άρθρου 83 του νέου ΠΚ, αντικατασταθεί από τη φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους ή την κάθειρξη έως έξη (6) έτη , με την επισήμανση ότι η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της. Εν συνεχεία η διάταξη του άρθρου 463 ΠΚ καταργήθηκε με το άρθρο 136 α του ν. 5090/2024 με έναρξη ισχύος από 1.5.2024.
ΙV. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρισθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του Κώδικα ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο. Δεν είναι εικονικό το φορολογικό στοιχείο που εξέδωσε ή έλαβε η κοινωνία κληρονόμων ή ο κληρονόμος ή σύζυγος ή τέκνο αποβιώσαντος ή συνταξιοδοτηθέντος συζύγου ή γονέα, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε ή λήφθηκε από τον αποβιώσαντα ή συνταξιοδοτηθέντα επιτηδευματία, εφόσον αφορά πραγματική συναλλαγή και πριν από κάθε είδους φορολογικό έλεγχο έχει καταχωρισθεί στα βιβλία τόσο του λαμβάνοντος όσο και του εκδώσαντος το στοιχείο, η αξία αυτού έχει συμπεριληφθεί στις οικείες δηλώσεις Φ.Π.Α. και φορολογίας εισοδήματος και έχει γίνει η απόδοση των φόρων που προκύπτουν από το στοιχείο αυτό. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι από 17-10-2015 και εφεξής η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων, καθίσταται ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν.4174/2013, (δηλαδή αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος κλπ, φόρου προστιθέμενης αξίας κλπ και φόρου πλοίων), οπότε δεν είναι αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της προϊσχύσασας δυσμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του ν.2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης (ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 160/2022, ΑΠ 37/2017). Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει, ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έχει ασκηθεί και εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε μεν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάσθηκε ούτε έχει ασκηθεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη ( ΑΠ 923/2024, ΑΠ 855/2023. ΑΠ 854/2023, ΑΠ 160/2022,ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1711/2019). Απαραίτητη προϋπόθεση για να απορροφηθεί η διάταξη του άρθρου 65 παρ. β Ν. 4174/2013 από τη διάταξη της παρ. 5α του ως άνω άρθρου και να μην είναι αυτοτελώς κολάσιμη, είναι τα εικονικά φορολογικά στοιχεία να χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για τη διάπραξη ή υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 και ο κατηγορούμενος να έχει ήδη καταδικασθεί για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 ή να έχει ασκηθεί και να εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη, για τις πράξεις αυτές. Όμως δεν συντρέχει η εν λόγω προϋπόθεση, εάν ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε μεν πρωτοδίκως για την πράξη της φοροδιαφυγής, πλην όμως η ποινική δίωξη κρίθηκε μεταγενεστέρως ως απαράδεκτη.

Περαιτέρω από την ως άνω απόφαση επίσης προκύπτει ότι και η αθώωση για τη φοροδιαφυγή στο εισόδημα και στο ΦΠΑ αποσυνθέτει τη φαινομενική συρροή με τα εικονικά τιμολόγια και επομένως απαιτείται καταδικαστική απόφαση για το βασικό αδίκημα της φοροδιαφυγής στο εισόδημα και στο ΦΠΑ. Διότι ο σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι η τιμωρία του δράστη για κάποια από τις πράξεις της φοροδιαφυγής των παραγρ. 1 έως 4, του άρθρου 66 Ν. 4174/2013 που τελέστηκαν με τη χρήση των φορολογικών αυτών στοιχείων άλλως θα οδηγούσε, αντί της επιδιωκόμενης "άπαξ" τιμώρισης, στο αντίθετο άκρο της πλήρους ατιμωρησίας (ΑΠ 932/2024). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι.

Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ ΑΠ 3/2005, ΑΠ 1003/2020).

V. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας που δίκασε σε πρώτο βαθμό το αδίκημα της έκδοσης και αποδοχής πλαστών εικονικών φορολογικών στοιχείων συνολικής αξίας άνω των 200.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης ΥΠ'ΑΡ. 177/2021 απόφασής του, τα ακόλουθα: "Η 1η κατηγορουμένη, Κ. Π. είναι αγρότισσα ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, με έδρα την Θήβα, αρμοδιότητας της Δ.Ο.Υ. Θηβών, δηλαδή επιτηδευματίας του άρθρου 2 παρ. 4 του Π.Δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.), με περιορισμένες φορολογικές υποχρεώσεις, ως μη υπόχρεη τήρησης βιβλίων και έκδοσης τιμολογίων πώλησης, για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων, που πραγματοποιούσε, αλλά δικαιούμενη σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.6 του Κ.Β.Σ, λήψης τιμολογίων αγοράς από τους εμπόρους - αγοραστές των προϊόντων της, ενώ ήταν υπόχρεη έκδοσης δελτίων αποστολής, που εκδίδονται στις περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ.2 του ΚΒΣ.

Εξάλλου, ως αγρότισσα ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, μπορούσε και η ίδια να εκδίδει τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση ένταξης στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, μετά από απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ.2 περ. ζ του ΚΒΣ. Επίσης, η 1η κατηγορούμενη, επειδή ήταν ενταγμένη στο Ειδικό Καθεστώς του άρθρου 41 του Ν. 2859/2000 [Κώδικας Φ.Π.Α], για την παράδοση των αγροτικών προϊόντων της παραγωγής της, εδικαιούτο να ζητήσει από το Ελληνικό Δημόσιο ως επιστροφή Φ.Π.Α, που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, που πραγματοποιούσε για την άσκηση της εκμετάλλευσης της, χρηματικό ποσό ανερχόμενο [σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα συντελεστή] σε ποσοστό 7% επί της αξίας των αγροτικών προϊόντων που παρέδιδε. Με την ως άνω ιδιότητά της, η 1η κατηγορουμένη από κοινού με τον 2° κατηγορούμενο, Ο. Δ., κατά το έτος 2006, κατηγορούνται ότι εξέδωσαν από κοινού και αποδέχθηκε η 1η κατηγορούμενη πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Συγκεκριμένα, τους αποδόθηκε η κατηγορία ότι στην Θήβα, κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που φέρουν τα τιμολόγια, εκμεταλλευόμενοι την ιδιότητα της 1 ης κατηγορουμένης - αγρότισσας ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., εξέδωσαν από κοινού και αποδέχθηκε η 1 η με πρόθεση, προς όφελος τους δέκα οκτώ (18) πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγροτικών προϊόντων - δελτία αποστολής, που είχαν διατρηθεί και σφραγισθεί με άγνωστο τρόπο και δεν είχαν καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία των αρμόδιων φορολογικών αρχών σχετικές πράξεις θεώρησής τους, με φερόμενους ως εκδότες 2 εξ αυτών τον Α. Κ., 5 εξ αυτών τον Α. Ε., 5 εξ αυτών την Μ. Σ. και 6 εξ αυτών τον Δ. Δ., οι οποίοι ουδέποτε πραγματοποίησαν μαζί τους τις συναλλαγές, στα οποία περιγράφονται συναλλαγές, ήτοι αγορές γεωργικών προϊόντων παραγωγής της 1 ης κατηγορουμένης, οι οποίες (συναλλαγές) φέρονται ως ανύπαρκτες στο σύνολό τους, αφού οι συγκεκριμένες αγορές γεωργικών προϊόντων φέρονται κατά το κατηγορητήριο ότι δεν έλαβαν ποτέ χώρα, ούτε από τους αναγραφόμενους στα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς εμπόρους ούτε από άλλους, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία το Δημόσιο. Ειδικότερα για την χρήση του έτους 2006 οι κατηγορούμενοι φέρονται ότι εξέδωσαν από κοινού και ότι 1η κατηγορούμενη αποδέχθηκε συνολικά 18 πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής της συνολικής αξίας 593.980 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθμό ...-2007 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α, που υπέβαλε στην Δ.Ο.Υ. Θηβών το έτος 2001 προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 41.578,60 ευρώ. Τα τιμολόγια δε αυτά του έτους 2006, από τα οποία η 1 η κατηγορούμενη φέρεται να έχει εισπράξει από την διάθεση της γεωργικής της παραγωγής, συνολικό χρηματικό ποσό 593.980 ευρώ, παρατίθενται κατωτέρω στο διατακτικό, με αναφορά στον αριθμό του τιμολογίου αγοράς, την ημερομηνία αυτού και την συνολική αξία εκάστου τιμολογίου. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στην 1η κατηγορούμενη συντάχθηκε η υπ' αριθμό ... αριθμός υπόθεσης ... έκθεση ελέγχου των Ελεγκτών Κ. Ρ. και Χ. Δ. υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδας, που θεωρήθηκε στις 26-3-2013, από την οποία αποδείχθηκε ότι· με βάση τα ως άνω τιμολόγια, που οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν από κοινού και αποδέχθηκε η 1 η κατηγορούμενη αντίστοιχα, τα οποία φέρονται ότι ήταν πλαστά και εικονικά, επρόκειτο να επιστραφεί στην 1 η κατηγορούμενη από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Θηβών και τελικώς επιστράφηκε για την χρήση του έτους 2006 ΦΠΑ ποσού 41.578,60 ευρώ. Για τα ως άνω φερόμενα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία που φέρεται ότι εξέδωσαν από κοινού και αποδέχθηκε η 1 η κατηγορούμενη συντάχθηκε η από 27-3-2013 υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ... μηνυτήρια αναφορά του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδος, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, για το αδίκημα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997. Εν συνεχεία ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, με συνολική αξία υπερβαίνουσα το ποσό των 200.000 ευρώ, άρθρο 19 παρ.1 β-β του Ν. 2523/1997 - ήδη 66 παρ.5εδ.β υποπερ. (β) του Ν. 4174/2013. Από την ανωτέρω αναφερόμενη κατηγορία που αποδίδεται στους κατηγορουμένους σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν προκύπτει ότι για την πράξη της έκδοσης και αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, που αφορά τα ένδικα τιμολόγια του έτους 2006, θα πρέπει, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, να αποδοθεί στους κατηγορουμένους η πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην απλή και όχι στην διακεκριμένη μορφή της και επειδή φερόμενη ως υπαίτιοι - κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση η υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του νόμου 4.174/ 2013 όπως ισχύει, προκειμένου για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. ( άρθρο 18 παρ. 1β του Ν. 2523/ 1997 - είδη 66 παρ. 1β του Ν. 4174/ 2013), με συνέπεια, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Β νομική σκέψη της παρούσας, μη συνυπολογιζόμενων τον ενδίκων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την κάλυψη του ορίου των 200. 000 ευρώ , ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66παρ.5 του Ν. 4174/2013, αλλά της απλής μορφής του εν λόγω αδικήματος, που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα λόγω του είδους της απειλούμενης ποινής (ποινή φυλάκισης). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνευτική εκδοχή ότι η ένδικη πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό της χαρακτήρα, επειδή το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", εφαρμόζεται μόνο όταν υφίσταται αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, θα οδηγούσε στο "άτοπο" Α) να τιμωρούνται στην ένδικη περίπτωση (ελλείψει φαινομενικής συρροής με κάποιο άλλο αδίκημα του άρθρου 66) για κακούργημα με πρόσκαιρη κάθειρξη οι κατηγορούμενοι που εξέδωσαν και αποδέχθηκαν πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 593.980 ευρώ, τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποίησαν για να παραπλανήσουν την Φορολογική Αρχή, ώστε να επιστρέψει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α., με συντελεστή Φ.Π.Α. 7% (όπως ο συντελεστής αυτός ισχύει για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού 41.578,60 ευρώ για το έτος 2006 (ποσό Φ.Π.Α. κατώτερο του ελαχίστου ορίου των 50.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης του Φ.Π.Α), ενώ Β) εάν οι ίδιοι κατηγορούμενοι ήθελε υποτεθεί ότι είχαν εκδώσει και αποδεχθεί διπλάσιο αριθμό εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικού ποσού 1.187.960 ευρώ (593.980 υποθετικώς + 593.980 ευρώ για το έτος 2006), τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποιούσαν για να παραπλανήσουν την Φορολογική Αρχή, ώστε να επιστρέψει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α., με συντελεστή Φ.Π.Α. 7% (όπως ο συντελεστής αυτός ισχύει για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού 83.157,20 ευρώ για το έτος 2006 (ποσά Φ.Π.Α. ανώτερα του ελαχίστου ορίου των 50.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης του Φ.Π.Α, κατώτερα όμως του ορίου των 100.000 ευρώ που απαιτείται για να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα η πράξη του Φ.Π.Α.), η οποία (πράξη της επιστροφής αχρεωστήτως Φ.Π.Α. 83.157,20 ευρώ) θα απορροφούσε την πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικού ποσού ανώτερου των 200.000 ευρώ), θα ετιμωρούντο μόνο για το πλημμέλημα της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. κατ' εξακολούθηση με ποινή φυλάκισης. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρθηκε στην υπό στοιχείο Β νομική σκέψη, η ερμηνευτική εκδοχή ότι το εδάφιο γ' του άρθρου 66παρ.5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", δεν εφαρμόζεται εάν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της φοροδιαφυγής που να αφορά τα επίδικα εικονικά τιμολόγια ή δεν έχει καταδικαστεί ο κατηγορούμενος για την πράξη της φοροδιαφυγής, για οποιονδήποτε λόγο, θα καθιστούσε το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013 παντελώς ανεφάρμοστο - "κενό γράμμα", καθότι δεν θα υπήρχε καμία περίπτωση θεωρητικής εφαρμογής του. Ειδικότερα εάν ήθελε υποτεθεί ότι υφίστατο στην προκειμένη περίπτωση κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που αφορούσε τα εκδοθέντα ένδικα εικονικά τιμολόγια θα είχαν διωχθεί ή καταδικαστεί οι κατηγορούμενοι για την αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 417 4/2013 και δεν θα ετίθετο ζήτημα εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, ήτοι συνυπολογισμού ή μη συνυπολογισμού των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων που χρησιμοποιηθήκαν για την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66, λόγω της προηγηθείσας συρροής και της εξ ολοκλήρου απορρόφησης της πράξης των εικονικών τιμολογίων από την πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013.

Επειδή εν προκειμένω, δεν υφίστατο κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που να αφορά τα εκδοθέντα ένδικα εικονικά τιμολόγια, εάν και πάλι δεν αφαιρούνταν (ήτοι συνυπολογίζονταν) τα ένδικα φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη - υποστήριξη πράξης των παραγράφων 1 έως 4 - αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., τότε δεν θα υπήρχε για την συγκεκριμένη υπόθεση καμία δυνατότητα θεωρητικής εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013, παρότι τα ένδικα εικονικά τιμολόγια τα χρησιμοποίησαν οι κατηγορούμενοι για να διαπράξουν αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 41(4/2013). Τέλος, ενόψει του, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος, όσον αφορά τα αναφερόμενα στο διατακτικό πλαστά και εικονικά τιμολόγια του έτους 2006, που φέρεται ότι διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, θα πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 111παρ.3 και 113παρ.2 του ΠΚ και 368 περ.β του Κ.Π.Δ., να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος των κατηγορουμένων ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, καθόσον, σύμφωνα με την επικρατέστερη στην νομολογία εκδοχή, ο χρόνος τέλεσης του κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμελήματος, για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι είναι ο χρόνος θεώρησης του φύλλου ελέγχου του Ελεγκτή - υπαλλήλου του Σ.Δ.O.Ε. Στερεάς Ελλάδος (........), ήτοι εν προκειμένω η 26-3-2013, και συνεπώς έχει παρέλθει έως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας , δικάσιμο το προβλεπόμενο στα άρθρα 111 παρ.3 και 113παρ.2 του ΠΚ ανώτατο για την παραγραφή των πλημμελημάτων χρονικό διάστημα της οκταετίας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και την διάταξη του άρθρου 368περ.β ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατά των κατηγορουμένων ποινική δίωξη, με το ακόλουθο διατακτικό: "Παύει Οριστικά την Ποινική Δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων λόγω παραγραφής, για την κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ' εξακολούθηση, στην απλή μορφή του εγκλήματος του άρθρου 66παρ.5 εδάφιο α' του Ν. 4174/2013, ήτοι για το ότι: Στην Θήβα Βοιωτίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1- 2006 έως και 6-3-2007, για την χρήση 2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση ο μεν Ο. Δ. (β' κατηγορούμενος) εξέδωσε πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, η συνολική αξία των οποίων (εικονικών φορολογικών στοιχείων) υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, η δε Κ. Π. (α' κατηγορούμενη) υπό την· ιδιότητα αυτής ως αγρότισσας ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, με έδρα τη Θήβα Βοιωτίας, με πρόθεση αποδέχθηκε τα πιο πάνω φορολογικά στοιχεία εκδόσεως του συγκατηγορουμένου της. Συγκεκριμένα, ο β' κατηγορούμενος με πρόθεση εξέδωσε τα κατωτέρω 18 πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια αγοράς - δελτία αποστολής) για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, τα οποία, στη συνέχεια καταχώρησε στις αναλυτικές δηλώσεις ΦΠΑ, η α' κατηγορούμενη, αγρότισσα ειδικου καθεστώτος ΦΠΑ, με έδρα τη Θήβα Βοιωτίας και τα υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Θηβών, με την υπ' αριθμ.340/6.3.2007 αίτηση της, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α. για τη χρήση 2006, ποσού 41.578,60 ευρώ όπως και έγινε με το υπ' αριθμ. 46/07 ΑΦΕΚ. Η συνολική αξία των πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων ογδόντα ευρώ (593.980), τα οποία προσκόμισε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Θηβών. Ήτοι: ΧΡΗΣΗ 2006 Τα ανωτέρω τιμολόγια έχουν εκδοθεί με φερόμενους εκδότες τους ανωτέρω αναφερόμενους (φορολογικά ανύπαρκτα πρόσωπα) και είναι πλαστά, διότι δεν έχουν θεωρηθεί κατά νόμο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., δεν έχουν καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετικές πράξεις θεώρησής τους, η δε διάτρηση τους έχει γίνει παράτυπα, με άγνωστο τρόπο και μέσο και εικονικά, καθόσον αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές, αφού οι εκδότριες επιχειρήσεις είναι ανύπαρκτες στη δηλωθείσα διεύθυνση, δεν διαθέτουν υποδομή και συγκρότηση λειτουργούσαν επιχείρησης, ικανής να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές που καμία αγοραπωλησία των ειδών που περιγράφονται, στα εν λόγω τιμολόγια, τελούσες δε σε γνώση των ανωτέρω. Επιπροσθέτως, όσον αφορά όλα τα ως άνω φορολογικά στοιχεία, δεν προσκομίσθηκαν στη φορολογική αρχή στοιχεία για την απόδειξη της συναλλαγής και την πραγματοποίηση της παραγωγής, υπάρχει καταφανής δυσαρμονία των ακαθαρίστων εσόδων στις δηλώσεις φόρου εισοδήματος της με τα εν λόγω τιμολόγια, δεν δικαιολογείται η ανάλογη παραγωγή των πωληθέντων προϊόντων με βάση την καλλιέργεια και τη στρεμματική απόδοση, καθόσον πρόκειται για τεράστιες ποσότητες εμπορευμάτων, χωρίς να προκύπτει η μεταφορά τους, ούτε ο τρόπος καταβολής του ιδιαιτέρως μεγάλου τμήματος, ούτε προσκόμισε εκείνη στη φορολογική αρχή στοιχεία για την απόδειξη της συναλλαγής και την πραγματοποίηση της παραγωγής, όπως διαπιστώθηκε από τον έλεγχο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπ' αριθ. ... αρ. υπόθεσης ... έκθεση ελέγχου του Σ.ΔΟ.Ε. Περιφερειακής Διεύθυνσης Στερεάς Ελλάδας (ημερομηνία θεώρησης 26-03-2013), σε συνδυασμό με τις υπ' αριθμ. Πρωτ. ... πορισματική αναφορά και στις υπ' αριθ. Πρωτ. ... και ... μηνυτήριες αναφορές του Σ.Δ.Ο.Ε. Περιφερειακής Διεύθυνσης Στερεάς Ελλάδας προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θηβών".

VI. Το Δικαστήριο της ουσίας με τις ανωτέρω παραδοχές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι δηλ. θα έπρεπε, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, να αποδοθεί στην (1η) κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσίβλητη η πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην απλή και όχι στην διακεκριμένη μορφή της, όπως εν προκειμένω της αποδόθηκε με το κατηγορητήριο, και τούτο επειδή η φερόμενη ως υπαίτια - κατηγορούμενη χρησιμοποίησε τα επίδικα φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν. 4174/2013 όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. (άρθρο 18 παρ.1β του Ν. 2523/1997 - ήδη 66 παρ.1β του Ν. 4174/2013), με συνέπεια, μη συνυπολογιζομένων των ένδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την κάλυψη του ορίου των (200.000) ευρώ, ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013, αλλά της απλής μορφής του εν λόγω αδικήματος, που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα λόγω του είδους της απειλούμενης ποινής (ποινή φυλάκισης), καίτοι δέχεται ότι τα επίδικα εικονικά φορολογικά στοιχεία που φέρεται ότι αποδέχθηκε η κατηγορουμένη αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τις (200.000) ευρώ, καθώς και ότι δεν έχει υποβληθεί κατά της κατηγορουμένης μηνυτήρια αναφορά από την Δ.Ο.Υ. Θηβών ή το Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδος για το ως άνω τελεσθέν απ'αυτή φορολογικό αδίκημα της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. (το εισπραχθέν ποσό του οποίου σημειωτέον υπολείπεται του ποσού των 50.000 ευρώ άνω του οποίου η εν λόγω πράξη καθίσταται αξιόποινη), αλλά μόνον μηνυτήρια αναφορά από το Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών για το αδίκημα του άρθρ. 19 του ν. 2523/1997 για το οποίο και μόνον ασκήθηκε εναντίον της ποινική δίωξη για την ένδικη πράξη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 66 παρ.5 εδ.β' του ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρ.8 του ν.4337/2015 και ήδη αντικαταστάθηκε με το άρ. 66 παρ.5 β' του ν. 4987/2022 και ήδη άρθρου 79 παρ. 4β ν. 5104/2024. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα δέχθηκε, παραθέτοντας ασαφείς και αντικρουόμενες ερμηνευτικές εκδοχές και παραδοχές, ότι στην ένδικη υπόθεση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να τύχει εφαρμογής η παραπάνω εφαρμοστέα διάταξη και να τιμωρηθεί η κατηγορούμενη για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη της κακουργηματικής αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, ενώ κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν, αφού τα επίδικα εικονικά φορολογικά στοιχεία που φέρεται ότι αποδέχθηκε η κατηγορούμενη αφορούν σε ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, η συνολική αξία των οποίων είναι άνω του ποσού των (200.000) ευρώ.

Εξάλλου, κατά τα εκτεθέντα στην αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας, η ως άνω αποδιδόμενη στην κατηγορούμενη αξιόποινη πράξη δεν μπορεί να απορροφηθεί από την έτερη πράξη φοροδιαφυγής που τέλεσε η ίδια του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν.4174/2013, ήτοι την αχρεώστητη επιστροφή φόρου προστιθέμενης αξίας, και να καταστεί έτσι ανέγκλητη, αφού για το φορολογικό αδίκημα της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. δεν έχει ασκηθεί εναντίον της κατηγορούμενης ποινική δίωξη.

Περαιτέρω, με το να δεχθεί το Δικαστήριο της ουσίας ότι έπρεπε να αποδοθεί στην κατηγορούμενη η πράξη της πλημμεληματικής αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση και, εν συνεχεία, να παύσει οριστικά την ποινική της δίωξη της γι' αυτήν, λόγω παρέλευσης του ανωτάτου ορίου παραγραφής (οκταετίας) των πλημμελημάτων, δεχόμενο ότι χρόνος τέλεσης αυτής είναι η 26.3.2013 που ήταν ο χρόνος θεώρησης της έκθεσης ελέγχου των ελεγκτών υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδας, αντί να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της αποδιδόμενης στην κατηγορούμενη κακουργηματικής αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, και, συνεπώς, υπέπεσε και στην αναιρετική πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Θ' Κ.Ποιν.Δ. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως του Αντεισαγγελέως Εφετών Ευβοίας με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και υπέρβασης εξουσίας (άρ.510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠΔ) είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν αυτή προηγουμένως (άρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.12.2024 αίτηση του Αντεισαγγελέα Εφετών Ευβοίας για αναίρεση της 177/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας, κατά του Ο. Δ.

Αναιρεί εν μέρει την προσβαλλομένη με αριθμό 177/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας κατά τη διάταξη της με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης Κ. Π. για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων συνολικής αξίας άνω των 200.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το άνω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2025.

Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή