Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 643 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 643/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη - Εισηγήτρια, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3774/202 του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Α' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.10.2024 (αριθ.125/2024) αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15.10.2024 (αριθ. 125/2024) αίτηση της Ε. Κ. του Ν. - Σ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3774/2024 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 7.10.2024 και με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για τις αξιόποινες πράξεις α) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση και β) της πλαστογραφίας και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 και 474 ΚΠοινΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 375 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 87 του ν. 4855/12.11.2021 "Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το "αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση και χρηματική ποινή" κατά δε το εδ. β' της ίδιας παραγράφου αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή." Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της προβλεπόμενης από το δεύτερο (σε συνδυασμό με το πρώτο) εδάφιο της πρώτης παραγράφου του ως άνω άρθρου υπεξαίρεσης απαιτείται, αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα και οι μετοχές ανώνυμων εταιριών, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως νοείται στο αστικό δίκαιο, ανήκει σε άλλον, εκτός από το δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, η οποία υπάρχει, όταν ο τελευταίος ενσωματώνει αυτό στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος, και ε) να συντρέχει επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά διαλαμβανόμενες στο ανωτέρω άρθρο καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, του διαχειριστή ξένης περιουσίας κλπ. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση, ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη. Ιδιοποίηση (στο ανωτέρω έγκλημα της υπεξαίρεσης, το οποίο είναι στιγμιαίο) σημαίνει εξωτερίκευση ενέργειας ή παράλειψης, η οποία φανερώνει τη θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει το ξένο κινητό πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία, όπως με την άρνηση απόδοσης τούτου στον ιδιοκτήμονα, χρόνος δε τέλεσης του ως άνω εγκλήματος, που κρίνεται αναιρετικώς ανελέγκτως, είναι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 του ΠΚ, ο χρόνος της τοιαύτης συμπεριφοράς, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των πραγμάτων, τα οποία έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή αποκτά από την εκτέλεσή της και γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσής τους στον εντολέα διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Εμπιστευμένο στον εντολοδόχο θεωρείται το πράγμα, όταν με τη θέληση του δικαιούχου παραδόθηκε στην κατοχή εκείνου (εντολοδόχου), υποχρεουμένου να το αποδώσει αυτούσιο ή να το χρησιμοποιήσει προς ορισμένο σκοπό. Ο εντολοδόχος νοείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. του ΑΚ, δηλαδή πρέπει μεταξύ αυτού και του παθόντος να υπάρχει σύμβαση εντολής, ενώ ως διαχειριστής νοείται αυτός, που ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά και νομικές πράξεις επί περιουσιακών στοιχείων του εντολέα, με εξουσία αντιπροσώπευσης τούτου, την οποία μπορεί να έχει από το νόμο ή από σύμβαση χωρίς να αποκλείεται και η άσκηση διαχείρισης "εν τοις πράγμασι". Υπό την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση και ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 1479/2019) Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου, που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου), που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση (ΑΠ 1479/2019). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη τού διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. l και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους αποδείχθηκαν επί λέξει τα εξής:
"Στην Αθήνα, κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε, παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στη κατοχή της με οποιονδήποτε τρόπο, το αντικείμενο της ένδικης υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας της ως διαχειρίστριας ξένης περιουσίας. Συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα από 2.6.2016 έως και 4.9.2018 με την ιδιότητα της ως ασφαλιστικής εκκαθαρίστριας της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΜΥΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ υπό ασφαλιστική εκκαθάριση" ("ΑΜΥΝΑ") και έχοντας για το λόγο αυτό την ευθύνη και διαχείριση των χρηματικών αποθεματικών που ανήκαν στην πιο πάνω υπό εκκαθάριση εταιρία και βρίσκονταν κατατεθειμένα στον υπ' αριθ. ... τηρούμενο στην τράπεζα ALPHA BANK λογαριασμό όψεως, η κατηγορούμενη ανέλαβε παρανόμως με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του, το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικό ποσό των 97.496,97 ευρώ στο οποίο συνολικά απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις της, όπως τα μερικότερα ποσά αναφέρονται αναλυτικά στο αμέσως διατακτικό. Η κατηγορούμενη αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι τα όλα τα ποσά για τα οποία κατηγορείται τα κατέβαλε, στα πλαίσια της εκκαθάρισης, ως αμοιβές δικές της για το χρόνο της ενασχόλησής της ως εκκαθαρίστριας, αλλά και ως αμοιβές δικηγόρων και λογιστών που συνέβαλαν στο έργο της εκκαθάρισης, ισχυρισμός που αντιφάσκει με την κατάθεση του μάρτυρα - λογιστή, ο οποίος αναφέρει ότι τα ποσά αυτά δεν περιλαμβάνονται στο ποσό που η κατηγορούμενη φέρεται να παρακράτησε για τον εαυτό της, διότι έχουν αφαιρεθεί ως καταβολές προς τρίτους. Άλλωστε η κατηγορούμενη δεν προσκομίζει τα σχετικά παραστατικά των καταβολών, τα οποία άλλωστε, ποτέ δεν ζήτησε από τον επόμενο εκκαθαριστή να της χορηγηθούν σε αντίγραφα για να τα χρησιμοποιήσει για την υπεράσπισή της. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη, από το ταμείο της εταιρείας "λογαριασμός "... - Ταμείο Κεντρικού"" κατά πιο πάνω χρονικό διάστημα και σε αδιευκρίνιστα χρονικά σημεία ανέλαβε το συνολικό ποσό των 12.596.87 ευρώ. Όμως από το συνολικό ποσό των 97.496.87 ευρώ με τη δική της θέληση, και πριν από την πρώτη εξέταση της ως ύποπτης, αυτή απέδωσε στην εγκαλούσα το ποσό των 32.000 ευρώ. Ακόμη αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη, στην Αθήνα στις 2.10.2017, κατάρτησε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα, με πρόθεση θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του Ι. Μ. κατήρτισε την εξ υπαρχής πλαστή από 2.10.2017 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ", σύμφωνα με την οποία φέρεται ότι η δικηγορική εταιρία με την επωνυμία Ι. & Μ. Μ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ" δια του Ι. Μ. έλαβε στις 2.10.2017 το ποσό των 1.200 ευρώ σε μετρητά έναντι οφειλής της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτού, καταθέτοντας το κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΜΥΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ υπό ασφαλιστική εκκαθάριση" όπου είχε την ιδιότητα της ασφαλιστικής εκκαθαρίστριας με σκοπό να δικαιολογήσει την υπεξαίρεση του ως άνω χρηματικού ποσού από την ίδια.
Συνεπώς, αυτή πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων που της αποδίδονται." Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ένοχη με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ για τις αξιόποινες πράξεις α) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση 2) της πλαστογραφίας με το ακόλουθο διατακτικό: "του ότι: Α) Στην Αθήνα, κατά τους κάτωθι αναφερομένους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε, παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στη κατοχή της με οποιονδήποτε τρόπο, το αντικείμενο δε της εν λόγω υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας της ως διαχειρίστριας ξένης περιουσίας. Συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα από 2.6.2016 έως και 4.9.2018 υπό την ιδιότητα της ως ασφαλιστικής εκκαθαρίστριας της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΜΥΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ υπό ασφαλιστική εκκαθάριση" ("ΑΜΥΝΑ") και έχουσα εξ αυτού του λόγου την ευθύνη και διαχείριση των χρηματικών αποθεματικών που ανήκαν στην ως άνω υπό εκκαθάριση εταιρία και βρίσκονταν κατατεθειμένα στον υπ' αριθ. ... τηρούμενο στην τράπεζα ALPHA BANK λογαριασμό όψεως, η κατηγορούμενη ανέλαβε παρανόμως με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του, το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικό ποσό των 97.496,97 ευρώ στο οποίο συνολικά απέβλεπε ο κατηγορούμενος με τις μερικότερες πράξεις του και ειδικότερα:
- Από τον υπ' αριθ. ... τηρούμενο στην τράπεζα ALPHA BANK λογαριασμό όψεως ανέλαβε συνολικά το χρηματικό ποσό των 83.700.00 ευρώ. ήτοι:
1)
την 02.06.2016 το ποσό των 8.500 ευρώ 2)
την 29.06.2016 το ποσό των 7.500 ευρώ 3)
την 29.07.2016 το ποσό των 8.500 ευρώ 4)
την 31.01.2017 το ποσό των 2.500 ευρώ 5)
την 07.03.2017 το ποσό των 5.000 ευρώ? 6)
την 1 7.03.201 7 το ποσό των 5.000 ευρώ 7)
την 12.4.2017 το ποσό των 3.500 ευρώ 8)
την 12.05.2017 το ποσό των 5.000 ευρώ 9)
την 13.06.2017 το ποσό των 1.600 ευρώ 10)
την
31.07.2017 το ποσό των 1.600 ευρώ 11)
την
7.12.2017 το ποσό των 1.800 ευρώ 12)
την
22.12.201 7 το ποσό των 1.500 ευρώ 13)
την
10.01.2018 το ποσό των 1.800 ευρώ 14)
την
10.01.2018 το ποσό των 1.000 ευρώ 15)
την
1.3.2018 το ποσό των 1.800 ευρώ 16)
την
3.4.2018 το ποσό των 2.300 ευρώ 17)
την 18.4.2018 το ποσό των 1.600 ευρώ 18)
την
02.05.2018 το ποσό των 2300 ευρώ 19)
την 31.05.2018 το ποσό των 1.500 ευρώ 20)
την
01.06.2018 το ποσό των 2.300 ευρώ 21)
την
5.6.2018 το ποσό των 2.700 ευρώ 22)
την 05.07.2018 το ποσό των 5.000 ευρώ 23)
την
01.08.2018 το ποσό των 5.000 ευρώ 24)
την 4.09.2018 το ποσό των 5.000 ευρώ 25)
την
2.10.2017 το ποσό των 1.200 ευρώ.
- Από το ταμείο της εταιρείας "λογαριασμός "... - Ταμείο Κεντρικού"" κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ήτοι από τις 02.06.2016 έως τις 27.09.2018 (ημερομηνία παράδοσης-παραλαβής της) και σε αδιευκρίνιστα χρονικά σημεία ανέλαβε το συνολικό ποσό των 12.596.87 ευρώ. Εκ του ως άνω συνολικού ποσού των 97.496.87 ευρώ με τη δική της θέληση, και πριν από την πρώτη εξέταση της ως ύποπτης, η κατηγορουμένη απέδωσε στην εγκαλούσα το ποσό των 32.000 ευρώ.
Τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, που της είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας της ως διαχειρίστριας ξένης περιουσίας, δεν τα χρησιμοποίησε για τους σκοπούς που προορίζονταν, αλλά τα ενσωμάτωσε στην προσωπική της περιουσία ιδιοποιούμενη αυτά κατά παράβαση της εξουσίας της ως οικονομικής διαχειρίστριας της ανωτέρω εταιρίας και χωρίς κανένα νόμιμο ή συμβατικό προς - τούτο δικαίωμα.
Β) Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο κατήρτισε, πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα στις 2.10.2017 με πρόθεση θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του Ι. Μ. κατήρτισε την εξ υπαρχής πλαστή από 2.10.2017 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ", σύμφωνα με την οποία φέρεται ότι η δικηγορική εταιρία με την επωνυμία "Ι. & Μ. Μ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ" δια του I. Μ. έλαβε στις 2.10.2017 το ποσό των 1.200 ευρώ σε μετρητά έναντι οφειλής της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτού, καταθέτοντας το κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΜΥΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ υπό ασφαλιστική εκκαθάριση" όπου είχε την ιδιότητα της ασφαλιστικής εκκαθαρίστριας με σκοπό να δικαιολογήσει την υπεξαίρεση του ως άνω χρηματικού ποσού από την ίδια." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώ-νονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ. α', 27, 79, 84 παρ. 2α', 94 παρ. 1, 98 παρ. 2, 216 παρ.1, 375 παρ.1 εδ. β' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης. Στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία κατηγορουμένης, χωρίς να παρίσταται κατά νόμο αναγκαία η αναλυτική παράθεση ή αναφορά του τί προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική τους εκτίμηση, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο για το σχηματικό της δικανικής του πεποιθήσεως περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Περαιτέρω σε σχέση με τις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αιτιάσεις περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα διαλαμβάνονται οι παραδοχές ότι η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα με την ιδιότητα της ασφαλιστικής εκκαθαρίστριας της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΜΥΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ υπό ασφαλιστική εκκαθάριση" και έχοντας την ευθύνη και διαχείριση των χρηματικών αποθεματικών της εν λόγω εταιρείας, τα οποία ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμό στην Τράπεζα ALPHA BANK ανέλαβε σε διαφορετικές ημεροχρονολογίες κατά το χρονικό διάστημα από 2.6.2016 έως και 4.9.2018 το συνολικό ποσό των 97.496,97 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Περαιτέρω υφίστανται στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και επαρκείς παραδοχές ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα 1) με πρόθεση θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του δικηγόρου Ι. Μ. κατάρτισε την από 2.10.2017 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ" η οποία ήταν εξ υπαρχής πλαστή, σύμφωνα με την οποία φέρεται ότι η δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία "Ι. & Μ. Μ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ" διά του Ι. Μ. έλαβε στις 2.10.2017 το ποσό των 1200 ευρώ σε μετρητά έναντι οφειλής της ασφαλιστικής εκκαθάρισης 2) ότι το εν λόγω πλαστό έγγραφο το κατέθεσε κατά την διαδικασία της εκκαθάρισης της εταιρίας 3) ότι ο σκοπός της ήταν να δικαιολογήσει με την παραπλάνηση άλλων την υπεξαίρεση του χρηματικού ποσού των 1200 ευρώ από αυτή. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τις οποίες αυτή διατυπώνει πλημμέλειες αναφερόμενες σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών, που, κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και παραπόνων περί ασαφών και ελλιπών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής της και αμφισβήτηση των εις βάρος της παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, και έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα μετά άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα.
Ως ελαφρυντική περίσταση κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων η (υπό στοιχ. δ') το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του. Για να συντρέξει η ελαφρυντική αυτή περίσταση πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με περιστατικά που μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια άρσης ή μείωσης των συνεπειών της πράξης (ΑΠ 271/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού έλεγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου η αναιρεσείουσα υπέβαλε προφορικά και ανέπτυξε διά του συνηγόρου της τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 δ ΠΚ Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία:
"Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει ότι η κατηγορούμενη, πριν από την πρώτη εξέτασή της ως ύποπτη, επέστρεψε στην εγκαλούσα ποσό 32.000 ευρώ και η πράξη της αυτή θα μπορούσε να εκληφθεί ότι, αναγνωρίζοντας την οφειλή της, θέλησε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών της. Ωστόσο, την καταβολή του ποσού αυτού που αποτελεί μέρος της οφειλής δεν ακολούθησε κάποια περαιτέρω και κατά την εξέτασή της στο ακροατήριο αρνήθηκε τις πράξεις της, στοιχείο που δηλώνει πως δεν υπάρχει πεδίο ειλικρινούς μεταμέλειάς της. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ο σχετικός αυτοτελής της ισχυρισμός".
Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε ελλιπή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία καθόσον ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα πριν από την πρώτη εξέτασή της ως ύποπτη επέστρεψε στην εγκαλούσα εταιρεία το ποσό των 32.000 ευρώ θέλοντας να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών της, συμπεριφορά η οποία αξιολογούμενη ενέχει τα στοιχεία της ειλικρινούς μεταμέλειας, στη συνέχεια αναφέρει ότι δεν ακολούθησε και άλλη περαιτέρω καταβολή και ότι αρνήθηκε τις πράξεις της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου. Και απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ' ΠΚ Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τη διάταξή της για την απόρριψη του ισχυρισμού του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ και αναγκαίως και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής και υποχρεωτικά ως προς τη διάταξη περί επιβολής σ' αυτή συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 3774/2024 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ως προς τη διάταξή της περί απόρριψης του ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ' ΠΚ και συνακόλουθα κατά τη διάταξη της επιβολής σ' αυτήν ποινής και υποχρεωτικά ως προς τη διάταξη περί επιβολής σ' αυτή συνολικής ποινής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστές άλλους εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 15.10.2024 (αριθ. 125/2024) αίτηση αναίρεσης της Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οδός ... κατά της υπ' αριθ. 3774/2024 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ