ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 648/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 648/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 648/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 648 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 648/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2025, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2227/2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Γ. Τ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, εφόσον δεν κλητεύθηκε και με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Ι. Μ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, εφόσον δεν κλητεύθηκε.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 53/20-12-2024 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Σ. Τ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Μπακέλας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη, με αριθμό 268/24-12-2024, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, την υπ'αρ. 53/2024 αναίρεση κατά του υπ'αρ. 2227/2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα:

Η ανωτέρω αναίρεση ασκήθηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και για τους διαλαμβανόμενους σ'αυτή νόμιμους και βάσιμους λόγους, στους οποίους και αύθις αναφέρομαι. Επομένως η ως άνω αναίρεση πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο με άλλη σύνθεση, αφού αυτό είναι δυνατό.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σοφοκλής Λογοθέτης".

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 306, 479, 483 παρ. 3 και 484 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, παραπεμπτικού ή απαλλακτικού, με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του για όλους τους λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (περ. β') και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 ΚΠΔ (περ.δ'), (ΑΠ 843/2023, ΑΠ177/2022, ΑΠ 570/2021).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινομένη από 20.12.2024 και με αριθμό εκθέσεως 53/2024 αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, στρέφεται κατά του υπ` αριθ. 2227/2024 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο το ως άνω Δικαστικό Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Γ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά παραυτουργία, τελεσθείσα και δια παραλείψεως, που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Θεσσαλονίκη από 23.6.2020 έως 27.6.2020. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, ήτοι εντός ενός μηνός από την έκδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αφού αυτό μεν εκδόθηκε την 29.10.2024, η δε αίτηση ασκήθηκε με δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου την 20.12.2024, περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 484 περ. δ' του Κ.Π.Δ.) και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (αρθρ.484 περ.β' και δ' του ΚΠΔ). Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι αυτής.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 Π Κ. "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 Π. Κ., η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε συνειδητή, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Μόνο εάν η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά την οποία, όπου ο νόμος απαιτεί για την ύπαρξη ορισμένης αξιόποινης πράξης να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευσή του. Ακόμη, στην περίπτωση που το έγκλημα της ανθρωποκτονίας που προβλέπεται από το άρθρο 302 παρ.1 ΠΚ είναι απότοκο της συντρέχουσας αμέλειας περισσοτέρων του ενός προσώπων, καθένα από αυτά κρίνεται ως προς την ευθύνη του αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τα άλλα, κατά τον λόγο της αμέλειάς του και εφόσον το αποτέλεσμα που επήλθε τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και, συνεπώς, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους ενεργούς παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων (302 παρ. 1 και 28 ΠΚ), προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράση η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και, κυρίως, εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και ν' αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται ειδικότερα ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από μέρους του των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, εφ' όσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας, που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματος του και ανάγεται σε νομική υποχρέωσή του με επιτακτικούς κανόνες, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, η οποία δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης.

Συγκεκριμένα, με το άρθρο 24 του α ν. 1565/1939 "Περί κώδικα ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική συνδρομή του, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγιών. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς, απορρέει από το νόμο (άρθρ. 24 α.ν. 1565/1939 "Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος"), από τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (β. δ. 156/6-7-1955 και ήδη ν. 3418/2005 "Περί κανονισμού ιατρικής δεοντολογίας") και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Έτσι, ελέγχεται ο κατηγορούμενος ιατρός για κάθε ενέργεια ή παράλειψή του υπό την ανωτέρω ιδιότητά του ως προς την παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς, δηλαδή αν ενήργησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και τις επιβαλλόμενες εξετάσεις ή και άλλες επεμβατικές ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση παρενέργειας ή επιπλοκής που μπορούσε να επιφέρει βλάβη της υγείας του ασθενούς ή ακόμη και το θάνατο του, όπως κάθε μέσος ιατρός της ειδικότητας του θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις. Δέον να σημειωθεί ότι η αδυναμία πρόβλεψης του ενδεχομένου να προκύψει αξιόποινου αποτελέσματος, καθίσταται ποινικά κολάσιμο υποκειμενικό μέγεθος εφ' όσον ο δράστης όφειλε αντικειμενικά, κατά τις περιστάσεις και μπορούσε υποκειμενικά, με βάση τις προσωπικές του ικανότητες, να προβλέψει το αποτέλεσμα ως δυνατό και να το αποφύγει. Ειδικότερα, όσον αφορά στην οφειλόμενη από τον ιατρό προσοχή, δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί σχηματικά και δογματικά εκ προοιμίου, αλλά βρίσκεται πάντοτε σε συνάρτηση με τις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Οι υπαίτιες ενέργειες και παραλείψεις του ιατρού, δεν είναι δυνατόν να τυποποιηθούν, δεδομένου ότι κάθε ιατρικό περιστατικό παρουσιάζει μοναδικότητα και ιδιοτυπία καθοριστική των ενδεδειγμένων ενεργειών του ιατρού και έτσι, προσδιοριστική της επιμέλειας την οποία πρέπει αυτός να καταβάλει. Πρόδηλο καθίσταται ότι η εκτίμηση και αξιολόγηση των αντικειμενικών δεδομένων, εξαρτάται από το βαθμό και την ποιότητα της γνώσης και εμπειρίας του επιλαμβανόμενου ιατρού. Γενικά μπορεί να λεχθεί ότι το μέτρο της οφειλόμενης από τις περιστάσεις περίσκεψης του συγκεκριμένου ιατρού, πρέπει να είναι η προσοχή που δείχνει κάθε μέσος ιατρός αν βρεθεί, αν όχι κάτω από τις ίδιες, σε παρόμοιες συνθήκες με αυτές που βρέθηκε και ενήργησε ο κρινόμενος ιατρός. Ωστόσο, λαμβάνονται υπόψη και οι προσωπικές περιστάσεις ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες του δράστη, με αποτέλεσμα η απαιτούμενη προσοχή να διαφοροποιείται μεταξύ μη ειδικών (ειδικευόμενων) και ειδικευμένων ιατρών, καθ' όσον οι τελευταίοι έχουν τις απαραίτητες γνώσεις που τους καθιστούν ικανότερους να αντιμετωπίσουν τα περιστατικά που ανάγονται στην ειδικότητά τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 3418/2005 "Ο ιατρός ενεργεί με βάση. α) την εκπαίδευση που του έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκησή του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και τη συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση, β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης". Η εν λόγω διάταξη αποτυπώνει την ιδιαίτερη σημασία στις ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες του ιατρού, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για την επίταση της ευθύνης του. Η οφειλόμενη προσοχή πρέπει να καταφάσκεται και στην περίπτωση του ανειδίκευτου ιατρού, όταν η διάγνωση του ανακύπτοντος προβλήματος δεν προϋποθέτει ειδικές ή επιπλέον ιατρικές γνώσεις, που προσδίδει στον ιατρό η απόκτηση μιας ειδικότητας, αλλά μπορεί να επιτευχθεί και με τις βασικές γνώσεις της ιατρικής επιστήμης, που κάθε ιατρός πρέπει να διαθέτει. Ειδικά όσον αφορά στους ειδικευόμενους ιατρούς, αυτοί ενεργούν ιατρικές πράξεις υπό την εποπτεία και την καθοδήγηση των ειδικευμένων ιατρών. Ο σκοπός εξ άλλου της απασχόλησης τους ως "ειδικευόμενων", είναι μέσα από την πρακτική εξάσκηση, να αποκομίσουν την απαραίτητη γνώση και εμπειρία, ούτως ώστε να καταστούν και οι ίδιοι "ειδικευμένου). Πλην όμως και, λαμβανομένου υπόψη κατά περίπτωση και του χρονικού διαστήματος της εξειδίκευσης που έχει παρέλθει, οι ειδικευόμενοι ιατροί μπορούν να διενεργούν ιατρικές πράξεις, για τις οποίες δεν απαιτούνται ιδιαίτερες ιατρικές γνώσεις (π.χ. αιμοληψία). Ευθύνονται δε, εάν δεν παράσχουν ή παράσχουν πλημμελώς ιατρική αρωγή (μη διενέργεια ιατρικών πράξεων ή διενέργεια αυτών κατά τρόπο εσφαλμένο, π. χ. πρώτες βοήθειες, εντολή διενέργειας εξετάσεων, αξιολόγηση συμπτωμάτων και αποτελεσμάτων εξετάσεων), για τις οποίες δεν απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις. Για τις ιατρικές πράξεις που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, οι ειδικευόμενοι οφείλουν να ενημερώσουν άμεσα και χωρίς οιαδήποτε καθυστέρηση τους ειδικευμένους ιατρούς, άλλως βαρύνονται με "σφάλμα περί την ανάληψη". Επίσης ευθύνονται εάν ενεργούν κατά παράβαση των οδηγιών και των υποδείξεων των ειδικευμένων ιατρών.

Περαιτέρω συντρέχουν οι προϋποθέσεις ευθύνης και των τελευταίων (ειδικευμένων ιατρών) όταν αναθέτουν στους ειδικευόμενους τη διενέργεια ιατρικών πράξεων, στις οποίες οι τελευταίοι αδυνατούν να ανταποκριθούν ("σφάλμα περί την ανάθεση") λόγω έλλειψης εμπειρίας και γνώσεων, χωρίς τη δική τους εποπτεία Σύμφωνα δε με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας). "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών, ανεξάρτητα από την ειδικότητά του. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τον ιατρό, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα για την άσκηση της ιατρικής, και ισχύει μέχρι την παραπομπή του ασθενή σε ιατρό κατάλληλης ειδικότητας ή τη μεταφορά του σε κατάλληλη μονάδα παροχής υπηρεσιών φροντίδας και περίθαλψης. Σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός οφείλει να εξαντλήσει τις υπάρχουσες, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, δυνατότητες, σύμφωνα με τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης".

ΙΙΙ. Περαιτέρω από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ συνάγεται ότι στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ειδικώς η αθωωτική απόφαση ή το απαλλακτικό Βούλευμα, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται από το άρθρο 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., όταν δεν διαλαμβάνονται σ` αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οι αποδείξεις (κατ` είδος) από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστικό συμβούλιο ή το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 133/20, 1726/2010).

Εξάλλου, η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι ούτε "αντιφατική" ούτε "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ` αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί η αιτιολογία να κρίνεται ως εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως ή του βουλεύματος δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ` επιλογή.

Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 1486/2016, ΑΠ 1261/2009, ΑΠ 1883/2008, ΑΠ 1546/2008, ΑΠ 83/2008).

ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι κατηγορούμενοι Γ. Τ., Α. Κ. και Χ. Κ. παραπέμφθηκαν με το αριθ. 711/2024 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά παραυτουργία, τελεσθείσα και δια παραλείψεως, την οποία φέρονται να τέλεσαν από 23.6.2020 έως 27.6.2020. Ο κατηγορούμενος Γ. Τ. άσκησε κατά του παραπάνω κλητηρίου θεσπίσματος τη με αριθμό 7/2024 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών. Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε το προσβαλλόμενο με αρ. 2227/ 2024 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά του ανωτέρω κατηγορουμένου για την ως άνω αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά παραυτουργία. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφερόμενο εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα:

"Στην προκείμενη περίπτωση, από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας που συγκεντρώθηκε κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης, αξιολογούμενο κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 παρ.1 ΚΠΔ) και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα σε συνδυασμό και με τις ανωμοτί εξηγήσεις των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμ. 711/2024 κλητήριο θέσπισμα, οι Α. Κ. του Δ., Χ. Κ. του Ι. και Γ. Τ. του Γ., παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 23-6-2020 έως 27-6-2020 από αμέλειά τους, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα των πράξεων και παραλείψεών τους και επέφεραν το θάνατο της Ε. Α. του Σ., αν και είχαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος αυτού και παρά το γεγονός ότι συνεπεία του επαγγέλματός τους ήταν υπόχρεοι σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι αν και είχαν λόγω της ιδιότητάς τους αφενός ως ιατρών και αφετέρου ως υπαλλήλων δημοσίου νοσοκομείου, την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, η οποία πήγαζε από τις διατάξεις του Α.Ν 1565/1939 "Κώδικας ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος" (άρθρα 13 και 24), του Ν.3418/2005 "Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας" (άρθρα 1 παρ.1 και 5, 2 παρ.2 και 3, 3 παρ.2 και 1 Ο παρ.1) και του Ν.3528/2007 "Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας" (άρθρα 24 και 25), δηλαδή βάσει ρητών διατάξεων νόμου και συμπλέγματος νομικών καθηκόντων που συνδέονται με την έννομη θέση τους ως υπαλλήλων σε νοσοκομείο, δεν προέβησαν στις αντικειμενικώς επιβαλλόμενες εκ των ιδιοτήτων τους ενέργειες και συγκεκριμένα: Η ανωτέρω Ε. Α., την Παρασκευή ... και μετά το μεσημεριανό της γεύμα εμφάνισε αίσθημα δυσφορίας (δύσπνοια), καυστικό άλγος στην περιοχή του θώρακα πίσω από το στέρνο και άλγος στην άνω κοιλία (επιγάστριο), τα οποία εμφάνισαν ύφεση μετά τη λήψη αντιόξινου σκευάσματος. Ωστόσο, παρά τη βελτίωση της κατάστασής της και ενόψει του γεγονότος ότι προ μηνός είχε εμφανίσει θωρακικό άλγος με επιδείνωση τις τελευταίες ημέρες σε ηρεμία (συμπτωματολογία "ασταθούς - στηθάγχης") η ίδια την επόμενη ημέρα, 20-6-2020, ημέρα Σάββατο απευθύνθηκε για προληπτικούς λόγους στο Κέντρο Υγείας Διαβατών, όποιου υπεβλήθη σε ηλεκτροκαρδιογραφικό έλεγχο. Από το ηλεκτροκαρδιογράφημα δεν διαπιστώθηκαν αλλοιώσεις ισχαιμίας (δηλαδή ευρήματα πλημμελούς αιμάτωσης του μυοκαρδίου), ωστόσο οι αιματολογικές εξετάσεις στις οποίες υπεβλήθη στις 23-6-2020 ανέδειξαν αύξηση της τιμής της τροπονίνης (συστατικό της μυοκαρδιακής ίνας), η οποία ανερχόταν σε 50 pg/ml με ανώτατο όριο τα 20 pg/ml. Συνεπεία των ανωτέρω, η Ε. Α. μεταφέρθηκε την ίδια ημέρα (23-6-2020) από την κόρη της Μ. Μ. στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΧΕΠΑ", στο οποίο εισήχθη στις 21: 27, στο δε φύλλο ασθενούς Τ.Ε.Π καταγράφονται "επεισόδια θωρακικού άλγους από μηνός, με επιδείνωση της τελευταίες ημέρες", καθώς και η αυξημένη τιμή της τροπονίνης. Εντούτοις, ο πρώτος κατηγορούμενος, Α. Κ. του Δ., υπό την ιδιότητά του ως ειδικού καρδιολόγου και Επιμελητή Β' ΕΣΥ στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΧΕΠΑ", ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ. Κ. του Ι., υπό την ιδιότητά του ως Διευθυντή της Α' Καρδιολογικής Κλινικής του ανωτέρω Νοσοκομείου, και ο τρίτος κατηγορούμενος, Γ. Τ. του Γ., υπό την ιδιότητά του ως ειδικευομένου ιατρού καρδιολογίας στην Α' Καρδιολογική Κλινική του ανωτέρω Νοσοκομείου, άπαντες δε θεράποντες ιατροί της Ε. Α., παρά το γεγονός ότι: 1) Κατά την ανωτέρω ημερομηνία (23-6-2020) και σε αιματολογικό έλεγχο επαληθεύτηκε η παθολογική αύξηση της τροπονίνης, η οποία ανερχόταν σε 37 pg/ml, η δε αυξημένη τιμή της ανωτέρω ουσίας αποτελεί δείκτη μυοκαρδιακής νέκρωσης, 2) Κατά την εισαγωγή της ασθενούς στο Νοσοκομείο τέθηκε η διάγνωση του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (χωρίς ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλοιώσεις και συγκεκριμένα ανάσπαση του ST διαστήματος) ήτοι η διάγνωση του "NSTEMI ΟΞΕΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ" και επακολούθησε η εισαγωγή της στην Α' Καρδιολογική Κλινική ως επείγον περιστατικό, 3) Κατά την επόμενη ημέρα (24-6-2020), ήτοι είκοσι τέσσερις ώρες μετά την εισαγωγή της στην ανωτέρω Κλινική, η τιμή της τροπονίνης εμφάνισε περαιτέρω αύξηση και από 37. pg/m\ ανήλθε σε 45 pg/ml και επιπλέον το ηλεκτροκαρδιογράφημα της ίδιας ημέρας ανέδειξε νεοεμφανιζόμενες αλλοιώσεις (διπολικό κύμα Τ), οι οποίες δεν υπήρχαν στους δύο προηγούμενους ανάλογους ελέγχους, αποτελούσαν δε εξέλιξη συμβατή με έμφραγμα του μυοκαρδίου, 4) Κατά την τρίτη ημέρα νοσηλείας (ήτοι στις 25-6-2020), η ασθενής παρουσίασε και πάλι αλλοιώσεις του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (διπολικό κύμα Τ), αλλά επιπλέον και υποκινησία του βασικού κατώτερου τοιχώματος της καρδιάς στο διαθωρακικό υπερηχογράφημα, δηλαδή εύρημα που επαλήθευε την επιδείνωση της λειτουργίας του μυοκαρδίου λόγω ισχαιμίας αυτού, εντούτοις αυτοί (κατηγορούμενοι) κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και κατά τρόπο που δεν ήταν σύμφωνος με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας: α) Αρχικώς δεν εκτίμησαν το συγκεκριμένο περιστατικό ως κατεπείγον και ιδιαίτερα σοβαρό επεισόδιο ισχαιμίας, το οποίο όχι μόνο παρέμενε ενεργό, αλλά βρισκόταν υπό εξέλιξη, ως ασταθές και εμμένον και κυρίως έβαινε σταδιακώς επιδεινούμενο, και το αξιολόγησαν ως χαμηλού κινδύνου με βάση GRACE Score 105, β) Παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας απαιτείτο στη συγκεκριμένη περίπτωση η άμεση και εντός χρονικού διαστήματος είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από την εισαγωγή της ασθενούς στην Κλινική διενέργεια ενδοαγγειακής παρέμβασης (στεφανιογραφίας), επιπλέον δε η ίδια η ασθενής είχε ήδη από 24-6-2020 υπογράψει το σχετικό έντυπο συγκατάθεσής της σε στεφανιογραφία, το οποίο της έδωσε ο τρίτος κατηγορούμενος, παρέλειψαν να υποβάλουν την ασθενή σε στεφανιογραφία άμεσα και εντός του πρώτου 24ώρου από την εισαγωγή της στο Νοσοκομείο, όπως ήταν ιατρικώς αναγκαίο και επιβεβλημένο), αλλά προγραμμάτισαν τη διενέργεια αυτής μετά την πάροδο τριών (3) επιπλέον ημερών, ήτοι για το Σάββατο στις 27-6-2020. Επιπλέον, παρά τις υπάρχουσες προαναφερθείσες ενδείξεις των αιματολογικών εξετάσεων, του ηλεκτροκαρδιογραφήματος και του διαθωρακικού υπερηχοκαρδιογραφήματος, παρέλειψαν να υποβάλουν την ασθενή σε στεφανιογραφία και τις δύο επόμενες ημέρες, ήτοι στις 25-6-2020 και στις 26-6-2020 και παράλληλα (εφόσον κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες δεν ήταν δυνατή η λειτουργία του στεφανιογράφου του Νοσοκομείου λόγω συντήρησης) δε μερίμνησαν για την άμεση μεταφορά της ασθενούς σε έτερο αιμοδυναμικό εργαστήριο και την κατεπείγουσα διακομιδή της σε νοσηλευτικό ίδρυμα που θα είχε διαθέσιμες τις κατάλληλες υποδομές, ώστε να διενεργηθεί η στεφανιογραφία. Επιπρόσθετα δε οι κατηγορούμενοι επέτρεψαν την επί τετραήμερο παραμονή της ασθενούς σε απλό θάλαμο της Καρδιολογικής Κλινικής και δε μερίμνησαν για τη διαρκή παρακολούθησή της στη Στεφανιαία Μονάδα του ίδιου Νοσοκομείου, αλλά ούτε και σε Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης, με αποτέλεσμα να μη γίνει αντιληπτή ούτε και κατά την ύστατη χρονική στιγμή από το προσωπικό της Κλινικής, η συνεπεία της καρδιακής ανακοπής κατάρρευση της ασθενούς και να μην υπάρχει χρονικό περιθώριο για την ανάνηψή της. Αποτέλεσμα δε των προπεριγραφεισών ενεργειών και παραλείψεων των τριών κατηγορουμένων, ήτοι της αρχικής υποτίμησης της σοβαρότητας και του επείγοντος χαρακτήρα του περιστατικού, καθώς και της παράλειψής τους να προγραμματίσουν εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών και σε κάθε περίπτωση άμεσα την ιατρικώς επιβαλλόμενη ενδοαγγειακή παρέμβαση (στεφανιογραφία), ήταν να επέλθει ο αιφνίδιος θάνατος της Ε. Α. το Σάββατο, 27-6-2020, ο οποίος σύμφωνα με το από 27-6-2020 ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου προκλήθηκε συνεπεία καρδιοαναπνευστικής ανακοπής, η οποία οφειλόταν σε οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (NSTEMI) απότοκο στεφανιαίας νόσου, ο δε θάνατός της συνδέεται αιτιωδώς με τις προπαρατεθείσες ενέργειες και παραλείψεις των κατηγορουμένων". Βάσει των στοιχείων της δικογραφίας η Ε. Α. του Σ., γεννηθείσα στις ... και κάτοικος ..., στις ... και μετά το μεσημεριανό εμφάνισε δυσφορία, καυστικό άλγος στην περιοχή του θώρακα στέρνο και άλγος στην άνω κοιλία (επιγάστριο). Παρά τη βελτίωση της κατάστασής της και ενόψει του γεγονότος ότι προ μηνός είχε εμφανίσει θωρακικό άλγος, η ίδια την επόμενη ημέρα, 20-6-2020, απευθύνθηκε προληπτικά στο Κέντρο Υγείας Διαβατών, όπου υπεβλήθη σε ηλεκτροκαρδιογραφικό έλεγχο, από τον οποίον δεν προέκυψαν αλλοιώσεις ισχαιμίας. Ωστόσο, οι αιματολογικές εξετάσεις στις οποίες υπεβλήθη στις 23-6-2020 ανέδειξαν αύξηση της τιμής της τροπονίνης (συστατικό της μυοκαρδιακής ίνας) και εντέλει την ίδια ημέρα η ανωτέρω μεταφέρθηκε στο ΤΕΠ του ΠΓΝΘ "ΑΧΕΠΑ". Εκεί διενεργήθηκε υπέρηχος καρδιάς και καρδιογράφημα και η ασθενής τέθηκε στο Τμήμα Οξέων Στεφανιαίων Συνδρόμων της Καρδιολογικής Κλινικής, λαμβάνοντας την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Υπό την ιδιότητα δε του ειδικευόμενου ιατρού καρδιολογίας στο συγκεκριμένο Νοσοκομείο, ο (ασκήσας την προσφυγή κατά του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος) Γ. Τ. ασχολήθηκε μαζί με τους έτερους δύο συγκατηγορουμένους του με το περιστατικό, ενώ το πρωινό της επόμενης ημέρας ενημερώθηκε για τη συγκεκριμένη ασθενή από έτερη ειδικευόμενη ιατρό. Ακολούθησε η επίσκεψή του στην ασθενή, την οποία στη συνέχεια επισκέφθηκε ο Α. Κ., υπό την ιδιότητά του ως ειδικού καρδιολόγου και Επιμελητή Β' ΕΣΥ στην Καρδιολογική Κλινική του Νοσοκομείου "ΑΧΕΠΑ". Βάσει των καταγραφών της νοσηλείας της, αποφασίστηκε να υποβληθεί σε διενέργεια στεφανιογραφίας και ενημερώθηκε αναλυτικά, παρέχοντας τη σχετική έγγραφη συναίνεσή της, ενώ την άδεια για διενέργεια της στεφανιογραφίας χορήγησε ο Διευθυντής της Κλινικής Χ. Κ. Αν και η ανωτέρω ιατρική πράξη είχε προγραμματιστεί να γίνει αυθημερόν στις 24-6-2024 από τον επεμβατικό καρδιολόγο της Κλινικής κ. Κ., η κόρη της θανούσης, η οποία ήταν και η ίδια ειδικευόμενη ιατρός, επικοινώνησε με τον καθηγητή Παθολογίας στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, Α. Τ., και ζήτησε την παρέμβασή του για την καλύτερη αντιμετώπιση της μητέρας του [της]. Ο ανωτέρω επικοινώνησε με τον επεμβατικό καρδιολόγο Γ. Σ. που υπηρετούσε στην ίδια Κλινική και ζήτησε να κάνει αυτός τη στεφανιογραφία. Από την ένορκη κατάθεση της νοσηλεύτριας Μ. Π., προέκυψε ότι το μεσημέρι της Τετάρτης (24-6-2024) πέρασε από το γραφείο της ο καθηγητής κ. Σ. και μαζί επισκέφθηκαν την ασθενή στο δωμάτιό της, όπου ο ανωτέρω την ενημέρωσε ότι πρόκειται να αναλάβει αυτός τη στεφανιογραφία, πλην όμως το Σάββατο (στις 27-6-2020). Μετά την ανωτέρω εξέλιξη τη νοσηλεία της ασθενούς ανέλαβε ο ειδικευόμενος Γ. Τ. και ο ειδικός ιατρός Κ., παρά δε το γεγονός ότι κατά τις επόμενες ημέρες η κατάσταση της υγείας της ήταν καλή, το πρωί της 27ης Ιουνίου 2020, η Ε. Α. βρέθηκε νεκρή στο δωμάτιό της από τους νοσηλευτές, οι οποίοι πήγαν να την προετοιμάσουν για τη διενέργεια της στεφανιογραφίας. Ιατροδικαστική έκθεση δε συντάχθηκε λόγω άρνησης διενέργειας νεκροτομής εκ μέρους του συζύγου της ασθενούς. Βάσει των όσων προαναφέρθηκαν προκύπτει εν προκειμένω ότι ο Γ. Τ., παρότι έλαβε μέρος υπό την ιδιότητά του ως ειδικευομένου στην αντιμετώπιση του περιστατικού και της νοσηλείας της θανούσας, ενήργησε εντός των πλαισίων της ιατρικής επιστήμης "lege artis" και κυρίως σύμφωνα με τις εντολές και τις υποδείξεις των ειδικών ιατρών, όπως όφειλε, και δεν επηρέασε με κάποιο τρόπο τις αποφάσεις για την αντιμετώπιση του περιστατικού που έλαβαν οι ειδικοί ιατροί και συνεπώς δεν τον βαρύνει κάποια υπαιτιότητα αναφορικά με τον επελθόντα θάνατο. Το γεγονός δε ότι δεν ανέλαβε κάποια πρωτοβουλία αναφορικά με τη θεραπεία της ασθενούς, προκύπτει - εκτός των άλλων - και από τις ανωμοτί εξηγήσεις του καθηγητή Χ. Κ., ο οποίος πολλάκις ανέφερε ότι είχε ενημερωθεί για τα αποτελέσματα των εξετάσεών της και για τη φαρμακευτική αγωγή την οποία ακολουθούσε η ασθενής, θεωρώντας ότι όλα είχαν γίνει καλώς και αποφασίζοντας ο ίδιος για τη διενέργεια της στεφανιογραφίας αρχικά στις 24-6-2020 και συνεπώς προκύπτει ότι υπήρχε συνεχής αναφορά του ειδικευόμενου ιατρού στον ειδικό ιατρό. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, σε συνδυασμό και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, κρίνεται ότι δεν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του ανωτέρω κατηγορουμένου για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά παραυτουργία, τελεσθείσας και δια παραλείψεως, ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία εναντίον του...".

V. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ενώ υπάρχουν αντιφάσεις, ασάφειες και λογικά κενά . Συγκεκριμένα: Α) ενώ δέχεται ότι ο κατηγορούμενος "ενήργησε εντός των πλαισίων της ιατρικής επιστήμης "lege artis" και κυρίως σύμφωνα με τις εντολές και τις υποδείξεις των ειδικών ιατρών, όπως όφειλε," και ότι "δεν επηρέασε με κάποιο τρόπο τις αποφάσεις για την αντιμετώπιση του περιστατικού που έλαβαν οι ειδικοί ιατροί και συνεπώς δεν τον βαρύνει κάποια υπαιτιότητα αναφορικά με τον επελθόντα θάνατο", δεν αναφέρει ποιες συγκεκριμένα εντολές έλαβε και εκτέλεσε ο κατηγορούμενος ειδικευόμενος ιατρός για την νοσηλεία της ανωτέρω ασθενούς, τις οποίες και ενήργησε σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένου κανόνες της ιατρικής επιστήμης, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος και ο κατηγορούμενος ήταν μεταξύ των θεραπόντων ιατρών που ανέλαβαν την θεραπεία της Ε. Α. Β) ενώ δέχεται ότι όφειλαν οι θεράποντες ιατροί να εκτελεσθεί άμεσα η ιατρική πράξη της στεφανογραφίας εν τούτοις δεν επιμελήθηκε να διενεργηθεί, χωρίς να διαλαμβάνεται επαρκής αιτιολογία για το λόγο μη πραγματοποιήσεως της εν λόγω ιατρικής πράξεως άμεσα. Γ) Τέλος, δεν αιτιολογείται η παραδοχή "ότι κατά τις επόμενες ημέρες η κατάσταση της υγείας της ήταν καλή" καθ' όσον δεν αναφέρεται οποιαδήποτε κλινική ένδειξη από την οποία να προκύπτει ότι η υγεία της Ε. Α. ήταν σε καλή κατάσταση και επιπλέον δεν διαλαμβάνει κανένα αποδεικτικό στοιχείο και καμμία σκέψη ενισχυτικά της παραδοχής περί της καλής κλινικής κατάστασης της ανωτέρω ασθενούς τις 25-6-2020 και 26-6-2020, εμφανίζοντας έτσι κατά το μέρος αυτό ασάφεια και λογικό κενό. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν διέλαβε σ' αυτό την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία να αιτιολογείται η διαμόρφωση της κρίσης του περί μη ύπαρξης σοβαρών ενδείξεων ενοχής κατά του κατηγορουμένου και δη η ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κατηγορείται. Κατ' ακολουθίαν, οι λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα με αριθμό 2227/2024 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1, 519, 522 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το βούλευμα με αριθμό 2227/2024 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που έκριναν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2025.

Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή