ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 649/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 649/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 649/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 649 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 649/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο-Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαος Δεγαΐτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 3466/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Με κατηγορούμενη την Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου και με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Β. Τ. του Α., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σπυρόπουλο. Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 09 Ιανουαρίου 2025 έκθεση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Κωσταρέλλου, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Σ. Τ., έλαβε αριθμό 1/2025, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, την κατηγορούμενη η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως (ως δικηγόρος) και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της υποστηρίζουσας την κατηγορία, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2, εδ. α' ΚΠΔ "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507", σύμφωνα με το οποίο "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και για εκείνον της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ).

Εξάλλου, η αθωωτική απόφαση ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αναδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του έχει έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, είτε όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά της απόφασης και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσης του (ΟλΑΠ 3/2010, ΑΠ 266/2024). Παγίως και σταθερά άλλωστε η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μία τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της (ποινικής) απόφασης, πρέπει να συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή, ενώ υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγραφα ή το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων. Ειδικά, στην αθωωτική απόφαση και με δεδομένο ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη δεν αποτελεί η αθωότητα, αλλά η ενοχή του κατηγορουμένου, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από τις προαναφερθείσες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ, όταν, α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται με τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις), για τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε πόρισμα νόμιμης ανατροπής του τεκμηρίου αθωότητας, δηλαδή στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης.

Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, παραθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα κατά την ακροαματική διαδικασία (από την κατηγορούσα αρχή και από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο υπεράσπισής του), διαμορφώνοντας αντίστοιχες πορισματικές παραδοχές και διατυπώνοντας σχετικές αιτιολογικές σκέψεις, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο αιτιολογεί με παράθεση σχετικών περιστατικών και πορισματικών παραδοχών, γιατί πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αφού, όπως σημειώθηκε, αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα αυτού (ΟλΑΠ 2/2017, ΑΠ 266/2024, ΑΠ 1/2024, ΑΠ 1343/2020, ΑΠ 1079/2019).

Η κρινομένη από 9-1-2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης: 1/2025) αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με δήλωσή του στη γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 3466/27-11-2024 απόφασης του Γ' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, με την οποίαν κηρύχθηκε αθώα η κατηγορουμένη Δικηγόρος Αθηνών Α. Τ. του Κ., για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 3, 505 παρ. 2, εδ. α', 507 και 168 παρ. 1 ΚΠΔ), καθόσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 19-12-2024 και η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 9-1-2025 και επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της, που συνίσταται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510, παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ). Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου) παραστάθηκε η Β. Τ. του Α., η οποία υποστήριξε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την ως άνω κατηγορία εις βάρος της προαναφερθείσας κατηγορουμένης.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 362 πΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης" και κατά το επόμενο άρθρο 363 ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με την φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή. Μπορεί επίσης να επιβληθεί και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων κατά το άρθρο 63". Κατά τις διατάξεις του αυτού ως άνω άρθρου 362 ΠΚ, όπως ίσχυαν μετά τις 1-7-2019 (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή" και κατά το άρθρο 363 ΠΚ, όπως ίσχυσε μετά τον ως άνω Ν. 4619/2019 "Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή". Ακολούθως, με το άρθρο 54 του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α' 30/23.2.2024 - Έναρξη ισχύος από 1-5-2024 σύμφωνα με το άρθρο 138 του ως άνω Ν. 5090/2024), το προαναφερθέν άρθρο 363 του Ποινικού Κώδικα αντικαταστάθηκε και διαμορφώθηκε πλέον ως εξής: "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα δυαδικά μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης". Κατά την αιτιολογική έκθεση του ως άνω Ν. 5090/2024, "Με την κατάργηση της απλής δυσφήμησης του άρθρου 362 ΠΚ το αξιόποινο περιορίζεται στις περιπτώσεις που η διάδοση ενώπιον τρίτου συνοδεύεται από την υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση της γνώσης της ψευδούς υπόστασης του γεγονότος που είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου.

Επίσης, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οπότε εξ αυτού και μόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Στην ανωτέρω εξαίρεση δεν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί που στρέφονται κατά άλλων (πλην των διαδίκων) μερών ή περιπτώσεις που οι αποδέκτες των διαδόσεων (δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι), συνδέονται προσωπικά με τα διάδικα μέρη έτσι ώστε η γνωριμία αυτή να αίρει την απροσφορότητα του γεγονότος να βλάψει την τιμή λόγω μη αποστασιοποίησης των λειτουργών ή υπαλλήλων από τα διάδικα πρόσωπα. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης. Άλλωστε, για τα τελευταία αυτά πρόσωπα δεν προκύπτει ότι λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των συγκεκριμένων δικογράφων, παρά μόνο των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης. Επίσης, για τον προσδιορισμό της έννοιας του τρίτου χρησιμοποιήθηκε στοχευμένα ο διευρυμένος και γενικός ορισμός της "δίκης" που περιλαμβάνει κάθε στάδιο από την προδικασία (π.χ. αστυνομική προανάκριση, άρα καταλαμβάνει και προανακριτικούς υπάλληλους κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση) μέχρι την αμετάκλητη απόφαση". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται αντικειμενικώς: α) Ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον "τρίτου" σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι ψευδές και να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, ήτοι γεγονός πρόσφορο να επιφέρει την προσβολή της τιμής και γ) ο ισχυρισμός ή η διάδοση από το δράστη για άλλον του γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, να γίνει ενώπιον "τρίτου", ενώ για την πλήρωση της αντικειμενικής τους υπόστασης δεν ενδιαφέρει, αν οι "τρίτοι" γνωρίζουν ήδη το διαδιδόμενο γεγονός ή θα μπορούσαν ευχερώς να το πληροφορηθούν από άλλους. Τούτο δε, διότι και στην περίπτωση αυτή η πράξη μπορεί να δημιουργεί επιπλέον κίνδυνο για την τιμή, αφού ενισχύει την πίστη ως προς την αλήθεια του γεγονότος. Ως "ισχυρισμός" νοείται η ανακοίνωση που προέρχεται από γνώμη ή πεποίθηση του ίδιου του δράστη ή από μετάδοση άλλου προσώπου, που υιοθέτησε ο δράστης, ενώ ως "διάδοση" νοείται η μετάδοση ανακοίνωσης άλλου προσώπου από τον δράστη, χωρίς αυτός να την υιοθετεί. Ως "γεγονός" περαιτέρω νοείται οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δυνατόν να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Δεν αποκλείεται όμως στην έννοια του "γεγονότος" να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, κάθε φορά που αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη, ενώ "τιμή" είναι το καλό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπλήρωσης απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων και "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του (ΑΠ 437/2025, ΑΠ 503/2021). Ενώπιον "τρίτου" τελείται μια πράξη ακόμη και όταν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου, ενώ η έννοια του "τρίτου" διαμορφώθηκε πλέον κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 5060/2024. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι στην έννοια του "τρίτου" για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δεν περιλαμβάνονται - εκτός από τους προαναφερθέντες δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους που λαμβάνουν γνώση των σχετικών ισχυρισμών για τους διαδίκους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους στα πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης - και τα μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων, αφού η πειθαρχική διαδικασία είναι μια θεσμοθετημένη δικαιοδοτική διαδικασία που ασκείται κανονιστικά από όργανα επιφορτισμένα με το σχετικό αυτό καθήκον, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η τοιαύτη ερμηνεία αποβαίνει υπέρ του κατηγορουμένου. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 437/2025, ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 833/2024, ΑΠ 907/2023, ΑΠ 814/2023, ΑΠ 509/2023).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. δ' ΚΠΔ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, ως προς τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, το νόμο που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΑΠ 437/2025, ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 535/2024, ΑΠ 676/2014).

Εξάλλου, από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 437/2025, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 27/2023).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 152 παρ. 2 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013), "Ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή ο αρχαιότερος από τους προέδρους των πειθαρχικών τμημάτων στις περιφέρειες όπου λειτουργούν περισσότερα πειθαρχικά τμήματα (που σημειωτέον συγκροτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 147 του ιδίου ως άνω νόμου), ευθύς ως λάβει αναφορά με την οποία καταγγέλλονται πειθαρχικώς επιλήψιμες πράξεις δικηγόρου ή λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση από ανακοίνωση δικαστικής ή εν γένει δημόσιας αρχής ή ακόμα και αυτεπάγγελτα, χωρίς την υποβολή αναφοράς, ευθύς μόλις λάβει με οποιονδήποτε τρόπο ίδια γνώση για τέλεση τέτοιων πράξεων, παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, την οποία αναθέτει σε μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου", ενώ κατά το άρθρο 153 του αυτού ως άνω νόμου που τιτλοφορείται "Άσκηση πειθαρχικής δίωξης", "1. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται ενώπιον του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αποκλειστικά από τον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, εφόσον από την αιτιολογημένη έκθεση της προκαταρκτικής εξέτασης προκύπτουν σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο δικηγόρο...Στο έγγραφο της πειθαρχικής δίωξης πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς ο τόπος, ο χρόνος και τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος δικηγόρος. 2. Το έγγραφο της πειθαρχικής δίωξης μαζί με το πόρισμα της προκαταρκτικής εξέτασης και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου αποστέλλονται αμέσως στον Πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων τμημάτων στο πειθαρχικό συμβούλιο της έδρας του πολιτικού εφετείου, ο σχετικός φάκελος διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του τμήματος που έχει τα περισσότερα χρόνια ενεργούς δικηγορίας. Ο τελευταίος διενεργεί κλήρωση ενώπιον των Προέδρων όλων των τμημάτων της ίδιας εφετειακής περιφέρειας για το ποιο τμήμα θα χρεωθεί την υπόθεση μεταξύ όλων των τμημάτων που έχουν συγκροτηθεί στην έδρα του πολιτικού εφετείου".

Στην κρινομένη υπόθεση το ανωτέρω Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 3466/2024 απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής:

"Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα διαλαμβανόμενα στο με Αριθμό Κλήσης: 23-1414 κλητήριο θέσπισμα, η κατηγορουμένη φέρεται ότι τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της Β. Τ., με τις υπ' αριθμό πρωτ. 1083/23-1-2019 και υπ' αριθμό πρωτ. 33028/5-3-2019 αναφορές - καταγγελίες της, που υπέβαλε ενώπιον του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, οι οποίες φέρονται να εμπεριέχουν ψευδή γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων και δη του Πρόεδρου και Αντιπροέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και λοιπών υπαλλήλων του ΔΣΑ. Σύμφωνα, όμως, με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, τα ως άνω πρόσωπα (ήτοι ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος - που αναπληρώνει τον Πρόεδρο - του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και οι λοιποί υπάλληλοι του ΔΣΑ) δεν υπάγονται στην έννοια του "τρίτου" κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του ισχύοντος 363 εδ. β' ΠΚ και συνεπώς, δεν στοιχειοθείται η αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 363 ΠΚ. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 4689/2020, έχει παραγραφεί το αξιόποινο για τυχόν πράξη δυσφήμησης (άρθρο 362 εδ. α' ΠΚ) ή εξύβρισης (άρθρο 361 ΠΚ) και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει περαιτέρω για τις τυχόν εν λόγω πράξεις. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί αθώα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο κάτωθι διατακτικό. Στην συνέχεια, το ίδιο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε αθώα την εν λόγω κατηγορουμένη Α. Τ. του Κ., διαλαμβάνοντας στο διατακτικό τα εξής:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παραπάνω κατηγορουμένη αθώα του ότι: Στην Αθήνα την 23-2-2019, 5-3-2019, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος τέλεσε αδικήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα: Στην Αθήνα, με την ιδιότητα της Δικηγόρου Αθηνών, γραπτώς ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές. Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. Πρωτ. 1083/23-1-2019 αναφορά καταγγελία της στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών σε βάρος της εγκαλούσας Β. Τ., την οποία συμπλήρωσε με την υπ' αριθμ. πρωτ. 33028/05-03-2019 αναφορά καταγγελία της σε βάρος της εγκαλούσας, κατήγγειλε ανάρμοστες και αντιδεοντολογικές συμπεριφορές σε βάρος της όσο και μειωτικές για το δικηγορικό λειτούργημά της κατά τη διάρκεια δίκης που διεξάγονταν ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού, με κατηγορούμενο τον Χ. Τ., του οποίου είχε διοριστεί αυτεπαγγέλτως συνήγορος υπεράσπισης από την 08-03-2018 αλλά και σε μεταγενέστερο χρόνο. Μεταξύ των καταγγελιών της, η εγκαλούσα με την υπ' αριθμ. Πρωτ. 1083/23-1-2019 αναφορά - καταγγελία της ανέφερε σε ότι αφορούσε την Β. Τ. τα εξής: "Την τελευταία συνεδρίαση πριν τις διακοπές του καλοκαιριού, επειδή υπήρχαν κατηγορούμενοι, που δεν είχαν έρθει ποτέ και τους αναπλήρωνε η Μ. Π., η δε δίκη είχε καταντήσει να ξεκινά στις 11 ώρα, το δικαστήριο διατύπωσε το αίτημα με σχεδόν παρακλητικό τρόπο, να προσκομίσουν οι συνήγοροι εξουσιοδοτήσεις. Ο εντολέας σε επίσκεψή μας στη φυλακή μας υπέγραψε την εξουσιοδότηση αν και δήλωσε ότι επιθυμούσε να παρευρίσκεται και ο ίδιος και εμείς δεν είχαμε κανένα απολύτως θέμα οι άλλοι όμως "συνάδελφοι" που όπως φαίνεται, δεν είχαν έρθει σε επαφή με τους πελάτες, ήταν αδύνατον να προσκομίσουν τις εξουσιοδοτήσεις, έτσι η μεν εκ των καταγγελλομένων Β. Τ. έφτιαξε μία εξουσιοδότηση και για λογαριασμό του συζύγου της δικηγόρου Χρήστου Σπυρόπουλου, που είχε διοριστεί σε κάποιον κατηγορούμενο με τον οποίο δεν είχε έρθει καθόλου σε επαφή μαζί του και με ανάρμοστη, χυδαία και απροκάλυπτη συμπεριφορά ζήτησε από τον εντολέα μας, να την υπογράψει, η δε Μ. Π. με εξίσου χυδαία και ανάρμοστη συμπεριφορά αποκαλώντας τον με το μικρό του όνομα Χρήστο, αφήνοντας να διαφανεί, ότι τον επηρεάζει, του ζητούσε επίμονα, να υπογράψει την εξουσιοδότηση του αδελφού του, αφού εκείνος παρέμενε στη φυλακή και δεν ερχόταν στη δικαστική αίθουσα. Προσπάθησα να τον αποτρέψω, απομακρύνοντάς τον και λέγοντάς του ότι αυτές οι συμπεριφορές τον ωθούσαν να διαπράξει πλαστογραφία, είχα δε μείνει εγώ ενεός από τη χυδαία αυτή συμπεριφορά, μου φαινόταν αδιανόητη η συμπεριφορά αυτή από γυναίκες επαγγελματίες δικηγόρους, να παρενοχλούν τον εντολέα άλλου συναδέλφου με αυτόν τον τρόπο προκειμένου να κάνουν τη δουλειά τους, όπως φαίνεται από την παρακάτω εξέλιξη, που θα εκθέσω ευθύς αμέσως", ενώ με την υπ' αριθμ. πρωτ. 3328/05-03-2019 καταγγελία της που επί της ουσίας ήταν συνέχεια της πρώτης και στρέφονταν πρωτίστως κατά του Ι. Δ., δικηγόρου και συμβούλου του ΔΣΑ υπεύθυνου για τους διορισμούς στις υποθέσεις με νομική βοήθεια και δευτερευόντως κατά της προσφεύγουσας, αναφέροντας τα εξής: "...όταν στο τέλος Ιανουάριου τρέχοντος έτους μετά τις 23-01-2019 οπόταν είχα καταθέσει την αρχική μου αναφορά σε μέρα, που σύμβουλος διαχειριζόταν τον κατάλογο και ενώ η Β. Τ. (νεαρά συνάδελφος) παρευρισκόταν, προκειμένου να διοριστεί, εκτός γράμματος, όταν του ανέφερα, επειδή είναι ο υπεύθυνος των διορισμών στη νομική βοήθεια και του επισήμανα, ότι έχω καταθέσει αναφορά για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά της συναδέλφου απέναντί μου και τον ρώτησα αν έχει λάβει γνώση, ο εν λόγω σύμβουλος, πάραυτα ενημέρωσε την Τ. Β., η οποία παρουσία των υπαλλήλων του ΔΣΑ και άλλων παρευρισκομένων συναδέλφων μου επιτέθηκε και με καθύβρισε σκαιότατα μη σεβόμενη ακόμα και το γεγονός ότι είμαι πολύ αρχαιότερη συνάδελφός της", ενώ γνώριζε ότι τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή και πως το αληθές ήταν ότι η εγκαλούσα δεν είχε προβεί σε ανάρμοστες, μειωτικές και αντιδεοντολογικές συμπεριφορές σε βάρος της κατηγορουμένης κατά την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος της, ο δε διορισμός της εγκαλούσας ως δικηγόρου από τον πίνακα παροχής νομικής βοήθειας ήταν καθ' όλα σύννομος, καθόσον περιείχαν αμφισβήτηση της επαγγελματικής, κοινωνικής και ηθικής της αξίας, καθώς την παρουσίαζε (η κατηγορουμένη) ότι ασκούσε το δικηγορικό επάγγελμα κατά τρόπο ανάρμοστο και ενδεχομένως ποινικό κολάσιμο, περιήλθαν δε, σε γνώση τρίτων προσώπων και δη του Πρόεδρου και Αντιπροέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και λοιπών υπαλλήλων του ΔΣΑ".

Σύμφωνα λοιπόν με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τα αναφερόμενα σ' αυτήν πρόσωπα, ήτοι "ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος αλλά και οι λοιποί υπάλληλοι του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών", δεν υπάγονται στην έννοια του "τρίτου" και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος άρθρου 363 ΠΚ, όπως επί λέξει εκτίθεται σ' αυτήν (απόφαση), χωρίς όμως σ' αυτή (την προσβαλλόμενη απόφαση) να υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το εάν τα αναφερόμενα σ' αυτήν πρόσωπα εμπλέκονται και με ποιον ακριβώς τρόπο στην σχετική πειθαρχική διαδικασία, ώστε να δικαιολογείται ότι με την συμμετοχή τους σ' αυτήν δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του "τρίτου" κατά τα προαναφερθέντα. Με τις ως άνω λοιπόν ουσιαστικές παραδοχές το ανωτέρω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε την κατηγορουμένη δικηγόρο αθώα της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε εις βάρος της ως άνω υποστηρίζουσας την κατηγορία συναδέλφου της, δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το ότι τα κατονομαζόμενα σ' αυτήν πρόσωπα, που κατέστησαν αποδέκτες των συκοφαντικών ισχυρισμών, συμμετείχαν στην εν λόγω θεσμοθετημένη πειθαρχική διαδικασία, ώστε να προκύπτει αναμφίβολα η ιδιότητά τους ως "τρίτων" κατά την προαναφερθείσα έννοιά της, ενώ και η ως άνω παρατεθείσα αιτιολογία τυγχάνει ελλιπής και ασαφής και ως εκ τούτου υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο σχετικός λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.

Πρέπει επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 110 περ. δ' ΚΠΔ), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 3466/2024 απόφαση του Γ' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την κρινομένη υπόθεση προς εκδίκαση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε την υπόθεση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2025.

Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2025.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή