ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 665/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 665/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 665/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 665 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 665/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου G. G. του Α., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Αγίου Στεφάνου Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μαυρομάτη, για αναίρεση της απόφασης 21,35/2024 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. πρωτ. 220/2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη, με αριθμ. πρωτ. 220/2024 αίτηση του κατηγορουμένου G. (επων.) G. (ον.) του A. και της D., γεννηθείς την ..., στο ..., κάτοικος ... (οδός ...) και ήδη κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Αγίου Στεφάνου Πατρών, για αναίρεση της με αριθμ. 21, 35/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και τον καταδίκασε για την αξιόποινη πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, τελεσθείσα από μη τοξικομανή που διακινεί ναρκωτικές ουσίες κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000,00 ευρώ, σε ποινή κάθειρξης δεκαπέντε (15) ετών, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος, στις 07-11-2024, ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Πατρών, Α. Ζ., και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση, στις 23-10-2024, με αυξ. αριθμ. 50, της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ, 474 παρ. 1, και άρθρο 168 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα) και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, συνιστάμενοι α) στην έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και β) την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, αντίστοιχα). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί για το βάσιμο των λόγων της.

ΙΙ. [1] Με το Ν. 4139/20-3-2013 "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. 74/20-3-2013, τεύχος πρώτο), με το άρθρο 100 του οποίου καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος του (20- 3-2013) ο Ν. 3459/2006, εκτός από τα άρθρα 1 παρ. 1, 58 και 61 αυτού, ρυθμίζονται οι παραβάσεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, που είναι ευμενέστερες του, κατά το χρόνο τέλεσης της επίδικης πράξης (29-05-2000), ισχύοντος ν. 1729/1987 και του ενδιάμεσου ν. 3459/2006. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ. 1, 2 και 3 του ανωτέρω Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι: "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ", 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2Α και 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως, μεταξύ άλλων, η κατοχή, ... 3... ". Στο άρθρο 22 του Ν. 4139/2013 "Διακεκριμένες περιπτώσεις", στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι: "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, τιμωρείται όποιος τελεί κάποια από τις πράξεις των άρθρων 20 και 21 παράγραφος 1α: α) ...., β)...". Με το ανωτέρω άρθρο 20 του Ν. 4139/2013, τυποποιείται το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο οποίο αναφέρονται ενδεικτικά οι διάφοροι τρόποι τέλεσής του, που αποτελούν ένα μόνο έγκλημα, αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, περιέχεται δε μεταξύ αυτών η κατοχή. Ως "κατοχή" ναρκωτικών, μεταξύ των οποίων είναι και η κοκαΐνη (αρ. 1 παρ. 2 πιν Β3 του ν. 3459/20026), νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη βούλησή του να τα διαθέτει πραγματικά σε τρίτους (ΑΠ 1076/2023, ΑΠ 1243/2023). Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση (ΑΠ 468/2024, ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 1243/2023). Με το άρθρο 23 του ίδιου ως άνω νόμου, που αναφέρεται σε ιδιαίτερα διακεκριμένες, περιπτώσεις στην παρ. 2 εδ. α', ορίζεται ότι με ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22 : α).... ή κατ` επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000,00) ευρώ. Το προσδοκώμενο όφελος δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 4139/2013, αλλά διευκρίνιση προϋπόθεσης που προϋπήρχε σιωπηρά και στις περιπτώσεις της κατ' επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών με το παλαιότερο νομικό πλαίσιο, ενόψει του ότι ο σκοπός οφέλους αποτελεί, κατά το άρθρο 13 (εδ. στ) και ήδη ε του ΠΚ βασικό στοιχείο της τέλεσης μιας πράξης κατ' επάγγελμα (ΟλΑΠ 1/2015, ΑΠ 1049/2024, ΑΠ 422/2023).

Η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου για το ότι το σωρευτικά απαιτούμενο από τη διάταξη αυτή ύψος του προσδοκώμενου οφέλους υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, πλην όμως πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Δηλαδή πρέπει να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία δικαιολογείται η προσδοκία κέρδους (οφέλους, αμοιβής), ήτοι περιστατικά διακίνησης συγκεκριμένης ποσότητας και είδους ναρκωτικών, που αντικειμενικά είναι πρόσφορα να προσπορίσουν στον συγκεκριμένο δράστη το προσδοκώμενο από αυτόν όφελος, που ανέρχεται πάνω από 75.000 ευρώ, στο οποίο ο εν λόγω δράστης αποβλέπει, όπως τέτοιο περιστατικό είναι το αντίτιμο ανά γραμμάριο από την πώληση της διακινούμενης ποσότητας του συγκεκριμένου ναρκωτικού είδους στην παράνομη αγορά ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να είναι απαραίτητο για τον προσδιορισμό του εν λόγω προσδοκώμενου οφέλους, να αναφέρεται το κόστος αγοράς, εισαγωγής ή μεταφοράς της συγκεκριμένης διακινούμενης ποσότητας ναρκωτικών, καθόσον πρόκειται για παράνομο όφελος από εγκληματική δραστηριότητα, η οποία μάλιστα τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος και όχι για νόμιμο κέρδος από νόμιμη εμπορική δραστηριότητα, που φορολογείται και προσδιορίζεται, αφού αφαιρεθούν από την τιμή πώλησης οι δαπάνες κτήσης του νόμιμου εμπορεύματος, όπως είναι το κόστος αγοράς, εισαγωγής και μεταφοράς του, το οποίο, άλλωστε, υπολογίζεται συνήθως βάσει των νομίμως εκδιδομένων σχετικών τιμολογίων (ΑΠ 1012/2024, ΑΠ 982/2024). Όταν η διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών διαπράττεται από περισσότερους από έναν δράστες "από κοινού", το προσδοκώμενο όφελος, το ύψος του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, προσδιορίζεται μια φορά και αντιστοιχεί σε όλους μαζί τους δράστες, ανεξάρτητα από τη μορφή συμμετοχής εκάστου και ανεξάρτητα πόσοι εξ αυτών είναι γνωστής ταυτότητας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, και πόσοι εξ αυτών έχουν συλληφθεί ή έχουν παραπεμφθεί σε δίκη, χωρίς το όφελος να επιμερίζεται μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/2015, ΑΠ 918/2024, ΑΠ 422/2023, ΑΠ 449/2022). Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. ε του ΠΚ κατ` επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο υπαίτιος με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του υπαιτίου για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την κατ` επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ` επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Η κατ` επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος αποτελεί επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος (ΑΠ 468/2024, ΑΠ 828/2023, ΑΠ 607/2023).

Περαιτέρω, με το άρθρο 463 παρ. 4 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κάθειρξης, προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν ενδιαφέρει εάν από τον ειδικό ποινικό νόμο μαζί με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται και χρηματική ποινή αλλά εάν η μόνη προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή είναι αυτή της ισόβιας κάθειρξης και όχι διαζευκτικά και κάποια άλλη στερητική της ελευθερίας ποινή. Η λέξη "μόνο" αναφέρεται στη στερητική της ελευθερίας ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ανεξάρτητα αν προβλέπεται μαζί με αυτήν και χρηματική ποινή. Με τη ρύθμιση αυτή του άρθρου 463 παρ. 4, επέρχεται εναρμονισμός των ποινών των ειδικών ποινικών νόμων, σε καθένα των οποίων δεν ήταν δυνατόν να γίνει συγκεκριμένη αναφορά, με αυτές του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 4855/12-11-2021. Για το έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικής ουσίας κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος του δράστη που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 α' του ως άνω Ν. 4139/2013 προβλέπει ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή από 50.000 έως 1.000.000 ευρώ.

Συνεπώς, η ανωτέρω διάταξη μετά την εφαρμογή του άρθρου 463 παρ. 4 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, είναι ευμενέστερη και εφαρμοστέα κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, καθώς πλέον απειλείται για την πράξη αυτή διαζευκτικά, εκτός από την στερητική της ελευθερίας ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών έως δεκαπέντε (15) ετών (άρθρ. 52 παρ. 2 του νΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τα άρθρα 6 και 138 παρ. 1 του ν. 5090/2024) (ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 1418/2023). [2] Σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, με το οποίο εκφράζεται η έννοια της συναυτουργίας, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενού εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Αρκεί δε στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι οι δράστες της αξιόποινης πράξης ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος (ΑΠ 468/2024, ΑΠ 1012/2024). [3] Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 139, 177 του ισχύοντος ΚΠΔ, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του, με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης. Πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνον κατ' επιλογήν (ΟλΑΠ 3/2012, Ολ ΑΠ 1/2005). [4] Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 382/2024).

ΙΙΙ. [1] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, με αριθμό 21, 35/2024 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας, την έκθεση ένορκης προανακριτικής κατάθεσης του Σ. Μ. (λόγω αδυναμίας κλήτευσής του) τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, την απολογία του κατηγορουμένου), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: " Στις 22-5-2000 κατέπλευσε στο λιμένα του Πειραιά το με ελληνική σημαία πλοίο CAPMEN που διενεργούσε διεθνείς μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων για λογαριασμό της εταιρίας MAERSK SEALAND. Μεταξύ των μεταφερομένων εμπορευματοκιβωτίων (κοντέϊνερς), τα οποία εκφορτώθηκαν στην ελεύθερη ζώνη του λιμένα προς μεταφόρτωση και διαμετακόμισή τους στην Αλβανία οδικώς, ήταν και τρία (3) κοντέϊνερς, με τα στοιχεία ..., ..., ..., που περιείχαν 45 τόνους κεραμιδιών (15.000 τεμάχια), συσκευασμένων σε 30 παλέτες. Σύμφωνα με συνοδευτικά έγγραφα (φορτωτική) τα κοντέϊνερς είχαν φορτωθεί από το λιμάνι της Λα Γκουάιρα της Βενεζουέλας, αποστολέας ήταν η εταιρία ELOSMAR, με έδρα το Καράκας της Βενεζουέλας, παραλήπτης δε εμφανίζονταν η εταιρεία A.L.B., CERAMICS, με έδρα το Δυρράχιο της Αλβανίας και νόμιμο εκπρόσωπο τον αλβανό υπήκοο L. S. Ήδη πριν την άφιξη των κοντέϊνερς μεσολάβησαν τα εξής κρίσιμα γεγονότα: Α) Στις 16-5-2000 ο L. S. επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Σ. Μ., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας διεθνών μεταφορών DAFNA CARGO με έδρα τον Πειραιά, και αφού του δήλωσε την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της παραλήτριας εταιρίας των υπό άφιξη κοντέϊνερς, του ζήτησε να αναλάβει την μεταφόρτωσή τους από τον Πειραιά και τη διαμεκόμισή τους οδικώς στην ..., λόγω αλλαγής προορισμού τους, αφού, ήδη, κατά λεγόμενά του, το περιεχόμενο των κοντέϊνερς είχε μεταπωληθεί στην εκεί εδρεύουσα εταιρία ΕΝIS COMMERCE. Ο Μορφόπουλος, αφού ζήτησε αρχικά να του αποσταλούν από τον L. S. η φορτωτική και τα τιμολόγια πώλησης και μεταπώλησης, τα οποία και του απεστάλησαν, ζήτησε εν συνεχεία να του καταβληθεί το ποσό των 13.660 δολαρίων ΗΠΑ με κατάθεση στον αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς ως έξοδα μεταφοράς. Β) Στα μέσα Μαΐου 2000 ο Π. Α., ο οποίος μέσω εταιρίας που διατηρούσε στην Κύπρο είχε αναπτύξει εμπορική δραστηριότητα στα Σκόπια, συνάντησε μέσω του κοινού τους γνωστού, υπηκόου FYROM, R. K., τον κατηγορούμενο, επίσης υπήκοο FYROM, GARIP CAPA, επιχειρηματία και συζήτησαν την προοπτική πώλησης από την εταιρία του Α. προς την εταιρεία του κατηγορουμένου μοτοποδηλάτων ινδικής κατασκευής. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης συζητήθηκε και η προοπτική εμπορικών συναλλαγών στο ..., όπου ο κατηγορούμενος είχε αναπτύξει σχετική δραστηριότητα. Μάλιστα ο κατηγορούμενος ρώτησε τον Α., εάν μπορούσε να τον ενημερώσει για τις τιμές των οικοδομικών υλικών στην Ελλάδα, επειδή, όπως ισχυρίσθηκε, η ζήτησή τους στο ... ήταν μεγάλη, λόγω της ανοικοδόμησης της περιοχής μετά την λήξη των πολεμικών συγκρούσεων. Σχετικά με το τελευταίο θέμα της συζήτησής τους, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, σκοπός του κατηγορουμένου δεν ήταν η ενημέρωσή του για τις τιμές των οικοδομικών υλικών στην Ελλάδα, αλλά η δημιουργία εύλογης δικαιολογίας για αυτό που θα ζητούσε από τον Α. μετά από λίγες ημέρες. Συγκεκριμένα μετά από λίγες ημέρες ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Α. και τον παρεκάλεσε, επικαλούμενος την ως άνω συνεργασία τους, να τον εξυπηρετήσει για μία πληρωμή στην Ελλάδα. Ειδικότερα του ζήτησε να καταβάλει σε μία ελληνική μεταφορική εταιρεία τα έξοδα μεταφοράς ενός φορτίου κεραμιδιών που είχε προ ολίγων ημερών αφιχθεί στον Πειραιά και προοριζόταν για μια εταιρία με έδρα την ..., αφού, όπως του εξήγησε, δεν ήταν δυνατόν να αποστείλουν τα χρήματα διατραπεζικώς από το ... στην Ελλάδα. Ο Α., αποβλέποντας στη μελλοντική εμπορική συνεργασία του με τον κατηγορούμενο, προθυμοποιήθηκε να τον εξυπηρετήσει, με την προϋπόθεση ότι θα του κατέβαλε τα χρήματα που απαιτούνταν για την πληρωμή των ναύλων. Επακολούθησε αποστολή fax του κατηγορουμένου στον Α. με το οποίο τον ενημέρωνε ότι: α) η καταβολή των χρημάτων θα γινόταν στον αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό του εκπροσώπου της μεταφορική εταιρίας Σ. Μ., που ετηρείτο στην Τράπεζα Πειραιώς/Υποκατάστημα 2ας Μεραρχίας στον Πειραιά και β) παραλήπτης του φορτίου ήταν η εταιρία ΕΝIS COMMERCE με έδρα την ..., ενώ συγχρόνως του ζητούσε μετά την εκ μέρους του ολοκλήρωση της πληρωμής να του αποστείλει τηλεομοιοτυπικώς στον αριθμό ... την σχετική απόδειξη. Επακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία του Α. με τον Μ., κατά την οποία ο τελευταίος του δήλωσε ότι προτιμούσε να λάβει τα χρήματα τοις μετρτητοίς. Έτσι ο Α. στις 28-5-2000 μετέβη στο μεθοριακό Σταθμό Ευζώνων, όπου παρέλαβε από τον προαναφερθέντα R. K., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του κατηγορουμένου, το ποσό των 13.660 δολαρίων ΗΠΑ και στη συνέχεια την επομένη (29- 5-2000) κατέβαλε το ποσό αυτό στο Σ. Μ., στα γραφεία της εταιρία DAFNA CARGO στον Πειραιά. Ο τελευταίος εξέδωσε σχετική απόδειξη είσπραξης του ποσού, φωτοτυπία της οποίας, ύστερα από αίτημα του Α., απέστειλε τηλεομοιοτυπικώς στον κατηγορούμενο και στον αριθμό που είχε γνωστοποιήσει στον Α. κατά τα ανωτέρω. Εν τω μεταξύ το τμήμα δίωξης ναρκωτικών του ΣΔΟΕ που διενεργούσε ελέγχους στα δηλωτικά εμπορευμάτων των πλοίων που κατέπλεσαν στο λιμένα του Πειραιά, επειδή θεώρησε ύποπτα τα ως άνω κοντέινερς, λόγω, αφενός της χώρας προέλευσης τους (Βενεζουέλα) και αφετέρου του υψηλού ναύλου σε σχέση με τη χαμηλή αξία του φορτίου (κεραμίδια), αρχικά ήρθε σε επαφή με την εταιρία DAFNA CARGO από την οποία ζήτησε στοιχεία για τους αποστολέα και παραλήπτη των κοντέινερς. Επειδή στη συνέχεια σε συνεργασία με τις αλλοδαπές διωκτικές υπηρεσίες πληροφορήθηκε ότι στη δηλωθείσα διεύθυνση της εταιρείας που απέστειλε τα κοντέινερς, στο Καράκας, υπήρχε μόνο ένα εστιατόριο και όχι η φερόμενη ως αποστολέας εταιρία ELOSMAR καθώς και ότι ο L. S. και ο κατηγορούμενος είχαν απασχολήσει, ο μεν πρώτος τις Αλβανικές Αρχές για λαθρεμπόριο όπλων από την Αλβανία στο Κόσοβο, ο δε δεύτερος τις Αρχές της FYROM για διακίνηση ναρκωτικών, αποφασίστηκε η διενέργεια ελέγχου στο φορτίο των κοντέινερς. Κατά τον έλεγχο, που άρχισε την 7-6-2000 και ολοκληρώθηκε στις 8-6-2000, βρέθηκαν στο σύνολο των 15.000 τεμαχίων, εκατόν σαράντα πέντε (145) τεμάχια κεραμίδια, συσκευασμένα σε μία παλέτα, τα οποία έφεραν ίδιες διαστάσεις, σχήμα και χρώμα με τα υπόλοιπα, είχαν όμως διαφορά στο βάρος και στην αφή και στο εσωτερικό των οποίων υπήρχε ειδικά διασκευασμένη κρύπτη στην οποία είχε τοποθετηθεί σε νάυλον συσκευασίες κοκαΐνη. Συνολικά βρέθηκαν δύο χιλιάδες τριακόσιες πενήντα (2.350) νάυλον συσκευασίες, που περιείχαν 126 κιλά και 683 γραμμάρια κοκαΐνης, λαμβανομένου δε υπόψη ότι η μέση τιμή πώλησης ενός κιλού κοκαΐνης, ανερχόταν κατά τον επίδικο χρόνο σε 50.000 ευρώ τουλάχιστον, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το συνολικό προσδοκώμενο όφελος από την διακίνηση της ως άνω κατασχεθείσας ποσότητας (σε πολύ μεγάλο βαθμό καθαρής) κοκαΐνης, θα υπερέβαινε το ποσό των 6.330.000 ευρώ, δηλαδή κατά πολύ το ποσό των 75.000 ευρώ. Με βάση τα περιστατικά αυτά στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της από κοινού παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της κατοχής, τελεσθείσα από δράστη που διακινεί ναρκωτικές ουσίες κατ' επάγγελμα και από την οποία το προσδοκώμενο όφελος του υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Ειδικότερα, όσον αφορά τη θεμελίωση της κατοχής του κατηγορουμένου επί των ναρκωτικών λεκτέα τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος από κοινού με τον L. S., αφενός είχαν την πραγματική κυριαρχία επί των κοντέινερς και, επομένως, επί των ναρκωτικών ουσιών δια μέσου των ως άνω εταιριών που αυτοί χρησιμοποιούσαν (παρένθετης εταιρίας ΕΝIS COMMERCE ο κατηγορούμενος και εταιρίας A.L.B. CERAMICS ο L. S.) και οι οποίες διαδοχικά εμφανίζονταν ως νόμιμοι παραλήπτες των κοντέινερς και αφετέρου είχαν την δυνατότητα να ασκούν τη φυσική εξουσίαση επ' αυτών, μέσω τρίτων, και δη μέσω των μεταφορικών εταιριών MAERSK αρχικά και DAFNA CARGO εν συνεχεία, στις οποίες παραδόθηκαν τα κοντέινερς προς διαμετακόμιση και παράδοση στις παραλήτριες εταιρίες, χωρίς οι ως άνω μεταφορικές εταιρίας να γνωρίζουν το πραγματικό περιεχόμενο τους. Εξάλλου ο κατηγορούμενος τέλεσε την εν λόγω πράξη όχι ευκαιριακά, αλλά βάση σχεδίου, ενταγμένος σε διεθνή σπείρα διακίνησης κοκαΐνης υψηλής οικονομικής αξίας από τη Λατινική Αμερική, από δε τον τρόπο διαμετακόμισής της (υπό την κάλυψη νόμιμου φορτίου - κεραμιδιών εντός κοντέινερς και σε ειδικά διασκευασμένες κρύπτες στο εσωτερικό κεραμιδιών τα οποία έφεραν ίδιες διαστάσεις, σχήμα και χρώμα με τα υπόλοιπα) σε συνδυασμό με την χρησιμοποίηση από αυτόν παρένθετων είτε εταιριών (ENIS COMMERCE) είτε φυσικών προσώπων (Α., R. K.) προκειμένου να καλυφθεί η άμεση εμπλοκή του στην παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, προκύπτει ότι αυτός είχε διαμορφώσει υποδομή για την επανειλημμένη τέλεση της πράξης με περαιτέρω σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής [της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της κατοχής, τελεσθείσα από δράστη που διακινεί ναρκωτικές ουσίες κατ' επάγγελμα και από την οποία το προσδοκώμενο όφελος του υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ)], όπως στο διατακτικό. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι ο Π. Α., ο οποίος αρχικά κατηγορήθηκε (για τις πράξεις της από κοινού κατοχής, σύστασης και συμμορίας και άμεσης συνέργειας στην απόπειρα μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών), αθωώθηκε αμετάκλητα δυνάμει της αριθμ. 510/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς. Αντίθετα η ανωτέρω συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της απόπειρας μεταφοράς (με την ίδια ως άνω ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση). Και τούτο γιατί η πράξη της μεταφοράς πραγματώνεται με την μετακίνηση των ναρκωτικών με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο μέσα στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας και αντιδιαστέλλεται με την πράξη της διαμετακόμισης, η οποία στοιχειοθετείται με τη διέλευση μέσω της Ελλάδος των ναρκωτικών, που εκκινούν από μία άλλη χώρα και προορίζονται να καταλήξουν μέσω της Ελλάδος σε άλλη τρίτη χώρα, όντος αδιάφορου, αν η κρίσιμη διέλευση γίνεται μέσω των ελληνικών χωρικών υδάτων, μέσω τελωνειακό ελεύθερων ζωνών ή σε συνθήκες transit, όπως συνέβη εν προκειμένω και, συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξης της απόπειρας μεταφοράς, καθόσον δεν είναι επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας σε απόπειρα διαμετακόμισης". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο του ότι : "Στον Πειραιά, στις 29-5-2000, ενεργώντας από κοινού με τον L. S., κάτοικο ..., κατείχαν με την έννοια της φυσικής εξουσίασής τους, κατά τρόπο που να μπορούν κάθε στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξή τους, ναρκωτικές ουσίες σύμφωνα με το νόμο, δηλαδή ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και συγκεκριμένα κατείχαν κοκαΐνη συνολικού βάρους εκατόν είκοσι έξι κιλών και εξακοσίων ογδόντα τριών γραμμαρίων (126.683 γρ.) συσκευασμένη σε δύο χιλιάδες τριακόσιες πενήντα (2.350) συσκευασίες έντεχνα τοποθετημένες σε ειδικά διασκευασμένη κρύπτη εκατόν σαράντα πέντε (145) κεραμιδιών, τα οποία ήταν μέρος φορτίου, σαράντα πέντε τόνων κεραμιδιών (15.000 τεμάχια) συσκευασμένα σε 30 παλέτες εντός τριών κοντέϊνερς με στοιχεία ..., ..., ..., τα οποία αφίχθησαν στο λιμένα του Πειραιά με το πλοίο "CARMEN", Ελληνικής σημαίας". Ακολούθως του επέβαλε για την άνω πράξη ποινή κάθειρξης δεκαπέντε (15) ετών. [2] Με τις πιο πάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τη μορφή της κατοχής, από μη τοξικομανή, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000,00 ευρώ, αφού παρατίθενται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης της κατ' επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το δικαστήριο ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5 παρ. 1, 12, 13 περ. ε, 14, 16, 17, 18 εδαβ, 26 εδα. 1, 27 παρ. 1, 45, 51, 52, 57, 463 ΠΚ 1 παρ.1 και 2, πίνακας Β-3 του Ν. 3459/2006 (άρθρ. 4 παρ. 1, 3 ΠΙΝ Β-3 Ν. 1729/1987), άρθρ. 1 παρ. 1, 2, 20 παρ. 1, 2, 23 παρ. 2 εδ. α' του ν. 4139/2013 Π.Κ.. Ειδικότερα, στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξης εφόσον :1) αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εν λόγω εγκλήματος, και παρατίθενται εκτενώς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατά τα άνω ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, αφού προσδιορίζεται με ακρίβεια κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, ο τρόπος που είχε τη φυσική εξουσίαση της ναρκωτικής ουσίας κοκαϊνης, από κοινού, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων G. G. του A. με τον L. S., με την πραγματική κυριαρχία επί των κοντέινερς με τις ανωτέρω ναρκωτικές ουσίες [δια μέσου των εταιριών που αυτοί χρησιμοποιούσαν, παρένθετης εταιρίας με την επωνυμία ΕΝIS COMMERCE ο κατηγορούμενος και εταιρίας με την επωνυμία A.L.B. CERAMICS ο L. S., οι οποίες διαδοχικά εμφανίζονταν ως νόμιμοι παραλήπτες των κοντέινερς, μέσω τρίτων, και δη μέσω των μεταφορικών εταιριών MAERSK αρχικά και DAFNA CARGO, στις οποίες παραδόθηκαν τα κοντέινερς προς διαμετακόμιση και παράδοση στις παραλήτριες εταιρίες] και μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τις διαθέσουν [αμφότεροι βρίσκονταν σε συνεχή επαφή με φυσικά πρόσωπα, προκειμένου να διευθετήσουν τη διακομετακόμιση των ναρκωτικών ουσιών από την Ελλάδα στην ..., με καταβολές των εξόδων μεταφοράς τους], 2) εξειδικεύεται η οργάνωση και υποδομή για τη διάπραξη του κακουργήματος της ανωτέρω ιδιαίτερα διακεκριμένης διακίνησης της κοκαΐνης [υπό την κάλυψη νόμιμου φορτίου - κεραμιδιών εντός κοντέινερς και σε ειδικά διασκευασμένες κρύπτες στο εσωτερικό κεραμιδιών τα οποία έφεραν ίδιες διαστάσεις, σχήμα και χρώμα με τα υπόλοιπα σε συνδυασμό με την χρησιμοποίηση από αυτόν παρένθετων είτε εταιριών (ENIS COMMERCE) είτε φυσικών προσώπων (Α., R. K.) προκειμένου να καλυφθεί η άμεση εμπλοκή τους στην παράνομη διακίνηση ναρκωτικών], η δε τέλεση από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της πράξης αυτής δεν ήταν ευκαιριακή αλλά με βάση σχέδιο, ενταγμένος σε διεθνή σπείρα διακίνησης κοκαΐνης υψηλής οικονομικής αξίας από τη Λατινική Αμερική], 3) αναφέρεται ο τρόπος διακίνησης της παραπάνω κοκαΐνης [συγκεκριμένα, κοκαΐνη συνολικού βάρους 126.683 γρ., συσκευασμένη σε 2.350 συσκευασίες έντεχνα τοποθετημένες σε ειδικά διασκευασμένη κρύπτη 145 κεραμιδιών, τα οποία ήταν μέρος φορτίου, 45 τόνων κεραμιδιών (15.000 τεμάχια) συσκευασμένα σε 30 παλέτες εντός τριών κοντέϊνερς με στοιχεία ..., ..., ...], με μόνο κίνητρο το παράνομο κέρδος, από την εμπορία της ναρκωτικής ουσίας και τον πορισμό εισοδήματος, από το οποίο βιοπορίζονταν, 4) αναφέρεται η από κοινού συναπόφαση και πραγμάτωση της ως άνω αξιόποινης πράξης διακίνησης ναρκωτικής ουσίας της κοκαΐνης, και καθένας θέλησε και αποδέχθηκε την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης αυτής, γνωρίζοντας ότι έχουν τη φυσική εξουσία της παραπάνω ναρκωτικής ουσίας, και 5) εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία δικαιολογείται η προσδοκία οφέλους, ήτοι διακίνησης συγκεκριμένης ποσότητας και είδους, που αντικειμενικά είναι πρόσφορα να προσπορίσουν στον κατηγορούμενο, στον συναυτουργό του και το κύκλωμα με το οποίο συνεργαζόταν αυτοί, το προσδοκώμενο όφελος, που ανέρχεται πάνω από 75.000 ευρώ (τον κρίσιμο χρόνο, η ανά κιλό μέση τιμή πώλησης ανέρχονταν στο ποσό των 50.000,00 ευρώ), ανεξάρτητα από τον αποδέκτη του οφέλους, τη μορφή συμμετοχής και άλλων προσώπων με τους οποίου συνεργάζονταν οι προαναφερθέντες και ανεξάρτητα πόσοι εξ αυτών έχουν συλληφθεί ή έχουν παραπεμφθεί σε δίκη, όπως ο αναιρεσείων, χωρίς το όφελος να επιμερίζεται μεταξύ τους. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε, πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. [3] Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, σύμφωνα με τα άρθρα 171 §2 και 333 §2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1040/2022). Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ του ΚΠοινΔ, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος, ούτε πολύ περισσότερο έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι` αυτόν (ΑΠ 826/2024, ΑΠ 181/2024). [4] Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς. Μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 84 παρ. 3 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, ορίζεται ότι "Ως ελαφρυντική περίπτωση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου". Η νέα αυτή διάταξη, η οποία ως νεότερη και επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, έχουσα τις ίδιες προϋποθέσεις εφαρμογής, σιωπηρά καταργεί τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 4239/2014, κατά την οποία "κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου" και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας από στοιχείο επιμέτρησης της ποινής κατέστη ελαφρυντική περίσταση (ΑΠ 849/2024, ΑΠ 1513/2023). Με τη ρύθμιση αυτή η νομοθεσία μας εναρμονίζεται προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ, σε σχέση με τα πρόσφορα μέτρα θεραπείας της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος του κατηγορουμένου να δικάζεται η υπόθεσή του εντός λογικής προθεσμίας (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ). Ο καθορισμός της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας δεν μπορεί να γίνει βάσει ενός ακριβούς ανώτατου ορίου προσδιοριζόμενου κατά τρόπο αφηρημένο. Κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης αυτής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά συνεκτιμώνται ιδίως, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 4239/2014 και η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο. Η ως άνω ελαφρυντική περίπτωση, ως αυτοτελής ισχυρισμός, πρέπει να προταθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και, σε περίπτωση αποδοχής του, να οδηγήσει στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, άλλως δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί του ισχυρισμού αυτού (αόριστου) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 849/2024, ΑΠ 1020/2023, ΑΠ 1583/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας, μετά την κήρυξη του κατηγορουμένου ενόχου, ο συνήγορος υπεράσπισης αυτού πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό του, περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ, τον οποίο κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά, επικαλούμενος, μετά την έκθεση της σχετικής νομολογίας, κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, από την τέλεση της πράξης έως και σήμερα έχει παρέλθει χρονικό διάστημα σχεδόν εικοσιτεσσάρων ετών, το διάστημα δε αυτό είναι πολύ μεγάλο, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι δεν υπήρξε από μέρους μου ουδεμία προσπάθεια καθυστέρησης ή παρέλκυσης της δίκης. Στο σημείο δε αυτό θα ήθελα να τονιστεί ότι καίτοι η πράξη φέρεται τελεσθείσα την 29-05-2000, εντούτοις το κλητήριο θέσπισμα για το πρόσωπό μου εξεδόθη το έτος 2015, ήτοι δεκαπέντε έτη αργότερα και φέρεται να μου επιδόθηκε το 2017, εξ' ου και δικάστηκα σε πρώτο βαθμό ερήμην. Μάλιστα ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αρνούμαι κατηγορηματικά ότι επιδόθηκε σε εμένα το κλητήριο θέσπισμα στις 15-02-2017 όσο και η πρωτοβάθμια απόφαση στις 25-09-2018, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το χρονικό διάστημα των 17 ετών που μεσολάβησε από την τέλεση της πράξης μέχρι και την πρώτη αποδεδειγμένη φερόμενη ως γνώση μου για το αδίκημα είναι υπέρμετρα μεγάλη, δίχως οιαδήποτε ευθύνη μου, καθόσον ουδεμία γνώση είχα για την εμπλοκή μου στην παρούσα υπόθεση. Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω και σύμφωνα με την αναφερόμενη διάταξη, πρέπει να μου αναγνωριστεί η συγκεκριμένη ελαφρυντική περίσταση, καθόσον ουδέποτε καθυστέρησα από μέρους μου τη διαδικασία ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αντιθέτως, η αδικαιολόγητη καθυστέρηση σε καμία περίπτωση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά μου". Ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός προβλήθηκε αορίστως. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά τα οποία δείχνουν ότι η πάροδος από το χρόνο τέλεσης της πράξης, 22-05-2000, εικοσιτεσσάρων (24) ετών μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεκαπέντε (15) ετών μέχρι την έκδοση του κλητηρίου θεσπίσματος σε βάρος του, και δεκαεπτά (17) ετών μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος το έτος 2017 και την επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης, στις 25-09-2018, με την οποία δικάσθηκε ερήμην, και έλαβε το πρώτον γνώση της εμπλοκής του στην υπόθεση είναι μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, διότι δεν αναφέρεται ο αριθμός των κατηγορουμένων που αφορούσε η υπόθεση, αν ήταν γνωστά τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητάς του και γνωστή η διαμονή αυτού στις αρχές, δεν αναφέρει τα όργανα και τις χώρες που ενεπλέκοντο στην υπόθεση διακίνησης των επίδικων ναρκωτικών ουσιών και αυτές που επιλήφθησαν της υπόθεσης διακίνησης, η στάση και η συνεργασία των αρμοδίων κρατικών αρχών, ενώ μόνο η παρέλευση δυσανάλογου μεγάλου χρόνου από την τέλεση της πράξης δεν αρκεί. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό και πολύ περισσότερο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Παρόλα αυτά, ορθά και με την προσήκουσα και επαρκή αιτιολογία το δικαστήριο ουσίας απέρριψε, ως εκ περισσού, αυτόν, ως εξής : "απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.3 του ΠΚ, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, η καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης τουλάχιστον σε πρώτο βαθμό [η εκκαλουμένη εκδόθηκε στις 21-11-2017 ερήμην του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε κληθεί νομίμως, όπως προκύπτει από το από 15-2-2017 αποδεικτικό επίδοσης του αρμόδιου προς επίδοση οργάνου (Βασικό Δικαστήριο του Ντεμπάρ, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας)], οφείλεται στην διεθνή διάσταση και πολυπλοκότητα της υπόθεσης, λόγω ύπαρξης εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων από διαφορετικές χώρες, ήτοι Ελλάδα, Βενεζουέλα, Αλβανία, τέως επαρχία Κοσσυφοπεδίου της ΣΟΔ της Γιουγκοσλαβίας και FYROM, αλλά και στις συνθήκες που επικρατούσαν στις δύο τελευταίες και δη, αφενός στο ..., όπου μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου το έτος 1999 τελούσε και τελεί σε ιδιότυπο μη αναγνωριζόμενο διεθνώς καθεστώς και αφετέρου στην FYROM, σε επαρχίες της οποίας, μεταξύ των οποίων και αυτή στην οποία κατοικεί ο κατηγορούμενος, υπήρξαν βίαιες εθνοτικές συγκρούσεις μεταξύ Αλβανών και Σλαβομακεδόνων μεταξύ των ετών 2012 και 2014, με αποτέλεσμα η δικαστική συνδρομή των εκεί αρχών προς τις αντίστοιχες Ελληνικές να είναι είτε αδύνατη είτε δύσκολη". Με τις πιο πάνω παραδοχές, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη κατ' ουσίαν της ελαφρυντικής περίστασης της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα μη εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, αφού παρατίθενται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, και ειδικότερα αφού συναξιολόγησε τα κριτήρια που θέτει ο νόμος, έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Επομένως, ο δεύτερος και τρίτος λόγος αναίρεσης, για πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.

ΙV. Κατ' ακολουθίαν και, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, όπως ορίζονται, ειδικότερα, στο διατακτικό (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 07-11-2024 αίτηση του G. (επων.) G. (ον.) του A. και της D., για αναίρεση της με αριθμ. 21, 35/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή