ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 670/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 670/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 670/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 670 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 670/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά-Εισηγήτρια, Παναγιώτα Πασσίση και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νίκης - Αναστασίας Μουζάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Απόστολο Λύτρα και Ηρακλή Τοκλατόγλου και 2. T. B. του R., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Λύτρα, για αναίρεση της αποφάσεως 308/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Δ. Π. του Λ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χατζηπέμου και 2. Β. Π. του Μ., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 220/10-1-2024, κοινή, αίτηση αναίρεσης, καθώς και στους από 27-2-2024, κοινούς, προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 10-1-2024 αίτηση α)του Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ... και β)της T. B. του R., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αρ. 308/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτούς για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από κοινού, αφού αναγνώρισε στο πρόσωπό της δευτέρας κατηγορουμένης τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ.), σε ποινή φυλάκισης δύο (2)ετών τον πρώτο και δέκα (10)μηνών τη δεύτερη, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα με δήλωση τους που επιδόθηκε την ίδια ημέρα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με αρ πρωτ 220/10-1-20234, και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω πρωτοδικείου, την 21-12-2023 (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 1, 2 και 3, 474 παρ. 1, 4 του Κ.Ποιν.Δ.). Επίσης, οι από 27-2-2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης (άρθρο 509 του Κ.Ποιν.Δ.) με την κατάθεσή τους στον αρμόδια Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, για την οποία (κατάθεση) συντάχθηκε η σχετική από 28-2-2024έκθεση. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι παραδεκτοί, καθόσον περιέχουν σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το δικαστήριο που την εξέδωσε (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' αντιστοίχως του Κ.Ποιν.Δ.). Επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ αυτών συναφείας, να ερευνηθεί δε περαιτέρω η υπόθεση. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία της δευτέρας των υποστηριζόντων την κατηγορία, Β. Π. του Μ. σαν να ήταν όμως και αυτή παρούσα (άρθρο 515 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.), καθόσον, όπως προκύπτει από το από 5-5-2024 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Ι. Π. κλήθηκε νομότυπα να παραστεί στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί - πλην των λοιπών - να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 171 ΚΠΔ). Σύμφωνα δε με την παρ. 1 εδ. δ' του άρ. 171 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ. Κατά δε το άρθρο. 174 παρ. 1 του νέου ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται έως ότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Εξάλλου, κατά το επόμενο άρθρο 175 παρ. 1 του νέου ΚΠΔ, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ., αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας και προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, δηλ. αν η παραπομπή στο ακροατήριο έγινε (όπως στην ένδικη υπόθεση) με απευθείας κλήση και δεν χωρεί κατ' άρ. 322 επ. ΚΠΔ προσφυγή, μπορεί να προταθεί μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως (Ολ. ΑΠ 1/2008, ΑΠ 1222/2023,ΑΠ 431 /2019, ΑΠ 105/2019).

Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους καταλείπεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε (ΑΠ 591/2019, ΑΠ 2013/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες δια των συνηγόρων τους κατέθεσαν εγγράφως και ανέπτυξαν προφορικά τον ισχυρισμό περί ακυρότητας των πράξεων της προδικασίας ως ακολούθως: "η αστυνομική προανάκριση, πραγματοποιήθηκε την 09.05.2016, ήμερα που έγινε το συμβάν και προσαχθήκαμε στο Τμήμα Ασφαλείας της Κομοτηνής, παρατύπως και κατά ευθεία παράβαση όλων των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Όταν φθάσαμε στο τμήμα, οι εγκαλούμενοι αστυνομικοί προσπάθησαν να μας παγιδεύσουν, ώστε να καταθέσουμε ότι είχαμε μόλις πάει στις εγκαταστάσεις της εταιρείας μου τα ξημερώματα, ενώ από την πρώτη στιγμή τους είπαμε ότι είμαστε εκεί από το απόγευμα. Ενδεικτικό της στάσεως των ως άνω αστυνομικών, αλλά και τις παραβάσεως εκ μέρους τους σειράς διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του Ποινικού Κώδικα, είναι το γεγονός, ότι έλαβαν τις από 09.05.2016 καταθέσεις μας τάχα ως μάρτυρες ενόρκως, ενώ στις ερωτήσεις τους ουσιαστικώς μας απήγγειλαν κατηγορίες και ερευνούσαν το άλλοθί μας. Χαρακτηριστικό της απόλυτης ακυρότητας όλης της διαδικασίας και της παραβάσεως του νόμου είναι ότι στις ανωτέρω καταθέσεις μας αναγράφεται ότι τους απαντήσαμε ενόρκως πως "τον κατηγορούμενο δεν γνωρίζουμε και ουδεμία συγγένεια ή φιλία ή έχθρα έχουμε μετ'αυτού, ενώ ουσιαστικά ουδέποτε μας γνωστοποιήθηκε κάτι σχετικώς, φυσικό άλλωστε αφού εμείς ήμασταν για τους ως άνω αστυνομικούς οι κατηγορούμενοι ορθότερα οι ύποπτοι τελέσεως των πράξεων, γεγονός που βεβαιώνουν οι ίδιοι στις καταθέσεις τους και συνεπώς οι ως άνω προανακριτικές πράξεις πάσχουν ακυρότητας". Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την κάτωθι αιτιολογία "Οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων που αφορούν τις προανακριτικές πράξεις των αστυνομικών του Τ.Α.Κομοτηνής ,πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτοι, διότι αφορούν πράξεις της προδικασίας και συνεπώς έπρεπε να προβληθούν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή τους στο ακροατήριο, ήτοι με άσκηση προσφυγής ενώπιον του εισαγγελέα εφετών μέχρι την πάροδο της προθεσμίας προσφυγής του άνω άρθρου 322 παρ1 ΚΠΔ, ενέργεια στην οποία οι κατηγορούμενοι δεν προέβησαν. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι οι από 9-5-2016 ένορκες καταθέσεις των κατηγορουμένων ως μάρτυρες έχουν τεθεί στο αρχείο με χειρόγραφη υπογεγραμμένη σημείωση του αρμοδίου εισαγγελέα που χειρίστηκε τη δικογραφία κατ' αρθ. 244 παρ.3 ΚΠΔ, συνεπώς δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας και δεν λαμβάνονται υπόψη". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ουδεμία δε ακυρότητα προκλήθηκε από την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού, καθόσον ο περί ακυρότητας των πράξεων αυτών της προδικασίας ισχυρισμός των κατηγορουμένων προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του ακροατηρίου και μετά την αμετάκλητη παραπομπή τους σε αυτό. Με τα αναφερόμενα στο υπόμνημα εγγράφων εξηγήσεων ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ροδόπης, κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, περί ακυρότητας της προδικασίας δεν υποβλήθηκε παραδεκτό αίτημα, αφού αυτό έπρεπε να υποβληθεί με προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης στο ακροατήριο σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠΔ. Σε κάθε περίπτωση οι από 9-5-2026 ένορκες καταθέσεις των αναιρεσειόντων που δόθηκαν κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης τέθηκαν στο αρχείο κατ' αρθ 244παρ3 ΚΠΔ., και δεν αποτέλεσαν στοιχείο της δικογραφίας. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά το άρθ. 510 παρ.1 Α' .ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι η επερχόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την έλλειψη ακρόασης κατά το άρθ. 171 παρ.2 του ν.ΚΠΔ. Η ακυρότητα αυτή ανακύπτει, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να προβάλει αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αν τέτοιος ισχυρισμός προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και το δικαστήριο αρνηθεί ή παραλείψει να απαντήσει, τότε δημιουργείται έλλειψη ακρόασης, ενώ αν απαντήσει και τον απορρίψει χωρίς ειδική αιτιολογία, τότε ιδρύεται μόνον o αναιρετικός λόγος της έλλειψης αιτιολογίας κατά το άρ. 510παρ.1 Δ' ΚΠΔ. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο, με βάση το οποίο ο κατηγορούμενος υποβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αίτημα ανάγνωσης εγγράφου, το οποίο υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας ή υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας (ΑΠ 176/2019, ΑΠ 847/2017), καθώς και εκείνο το δικαίωμα του κατηγορουμένου ,όταν σύμφωνα με το άρθρο 362 παρ.1 ΚΠΔ υποβάλλει αίτημα επιδείξεως σε αυτόν πειστηρίου που χρειάζεται να αναγνωρίσει. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, αλλιώς, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί δημιουργείται έλλειψη ακρόασης. Η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακριβείας αυτών, παρά μόνο η προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους, κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 παρ.3 ΚΠοινΔ (ΑΠ ΑΠ 1178/2022 ,ΑΠ 301/2020).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που επικυρώθηκε με το ΝΔ/μα 53/19/20-9-1974 "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου Δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Κατ` αυτό, η πολιτεία, μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι. Παραβίαση της ως άνω αρχής πέραν της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` και 171 παρ. 1 εδ. δ` του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 404/2020, 1832/2019, 101/2019).

Εξάλλου, ήδη διακρινόμενων των ακυροτήτων ρητά από τον νόμο σε σχετικές και απόλυτες (άρθρο 170 Κ.Ποιν.Δ.), με την παρ. 2 του άρθρου 171 Κ.Ποιν.Δ. εντάχθηκε στις απόλυτες ακυρότητες το δικαίωμα ακρόασης του κατηγορουμένου κατά την ακροαματική διαδικασία, δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έκφανση του υπερασπιστικού του δικαιώματος με το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και αξιώνει, ως εκ τούτου, τυπικά και ουσιαστικά ίδιας προστασίας (βλ. αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου "Κύρωση του Κ.Π.Δ."ΑΠ1218/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή στους, και, επομένως, αποδεικνύουν όσα έχουν καταχωριστεί σ' αυτά (ΑΠ 301/2020, ΑΠ 318/2016) προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες κατά τη συνεδρίαση της 5-4-2023 πρόβαλαν το αίτημα να προσκομιστεί για να επισκοπηθεί το πειστήριο ΒΠ 80/17 ήτοι ένα γάντι εργασίας χρώματος γκρι. Το Δικαστήριο διέταξε τη διακοπή της δίκης προκειμένου να προσκομιστεί ενώπιον του ακροατηρίου το πειστήριο αυτό. Κατά τη συνεδρίαση της 24-4-2023, μετά τη διακοπή το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το συγκεκριμένο πειστήριο, το οποίο είχε κατασχεθεί με την από 9-5-2026 έκθεση έρευνας χώρου και κατάσχεσης, δεν βρέθηκε. Οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων πρόβαλαν τον ισχυρισμό περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας ,διότι παραβιάζονται τα δικαιώματα των κατηγορουμένων.

Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό των κατηγορουμένων με την εξής αιτιολογία :

"Στην προκειμένη περίπτωση οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των κατηγορουμένων ζήτησαν κατά τη συνεδρίαση του δικαστηρίου στις 05-04-2023, να προσκομιστεί ένα πειστήριο, ήτοι ένα (1) γάντι εργασίας χρώματος γκρι, το οποίο βρέθηκε στο χώρο του εργοταξίου του πρώτου μάρτυρα και προς υποστήριξη της κατηγορίας Δ. Π., όπου την προηγούμενη ημέρα εκδηλώθηκε πυρκαγιά και κάηκαν τα γεωργικά μηχανήματα που υπήρχαν στον ως άνω χώρο και είχε κατασχεθεί με την από 09-05-2016 έκθεση έρευνας χώρου και κατάσχεσης που διενεργήθηκε από τους Αστυνόμο Β' Ι. Μ. του Τ.Α. Κομοτηνής και του Αρχιφύλακα Ε. Β. της ίδιας υπηρεσίας και στο οποίο σύμφωνα με την αριθμ. πρωτ. ...-2016 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης βρέθηκε γενετικό υλικό της δεύτερης κατηγορούμενης B. T. και δύο άλλων αγνώστων ατόμων, προκειμένου να εξεταστεί (το γάντι) από τεχνικό σύμβουλο των κατηγορούμενων που κάλεσαν και ως μάρτυρα ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Σημειωτέο ότι το εν λόγω γάντι αναγράφεται στο εξώφυλλο του φακέλου των πειστηρίων που τηρείται στο αρχείο του Πρωτοδικείου Ροδόπης. Το αίτημά τους, κατόπιν και της σχετικής πρότασης του εισαγγελέα της έδρας έγινε δεκτό, η συνεδρίαση διακόπηκε για τις 24-04-2023, οπότε και προσκομίστηκαν και τα δύο πακέτα των πειστηρίων, τα οποία ανοίχθηκαν αλλά το συγκεκριμένο πειστήριο (γάντι) δεν βρέθηκε. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τον πίνακα συνημμένων εγγράφων της με αριθμ. πρωτ. ...-2017 υποβλητικής αναφοράς του Τ.Α. Κομοτηνής προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ροδόπης με θέμα εκτέλεση Εισαγγελικής Παραγγελίας, που υπάρχει στη δικογραφία το εν λόγω γάντι στάλθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ροδόπης με την υπ' αριθμ. ...-2016 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δ.Ε.Ε./Υ.Β.Β.Α./Τ.Α.Β.Υ. (που αναγνώστηκε στο ακροατήριο) σε προσαρτημένη σ' αυτήν (στην έκθεση) πλαστική συσκευασία μαζί με δύο στειλεούς με τους οποίους είχε πραγματοποιηθεί σάρωση του σημείου περίφραξης από το οποίο οι δύο δράστες εισήλθαν και εξήλθαν από το εργοτάξιο ενώ στην υπ' αριθμ. ...-2016 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δ.Ε.Ε./Υ.Β.Β.Α./ Τ.Α.Β.Υ. (που επίσης αναγνώστηκε στο ακροατήριο), ήταν προσαρτημένη πλαστική συσκευασία που περιείχε δύο στειλεούς από παρειακό επίχρισμα αμφότερων των κατηγορούμενων). Παρά ταύτα στις ανωτέρω εργαστηριακές εκθέσεις που υπάρχουν στη δικογραφία και αναγνώστηκαν στο ακροατήριο δεν βρέθηκαν οι ανωτέρω συνημμένες σ' αυτές πλαστικές συσκευασίες που να περιέχουν το επίμαχο γάντι και τους ανωτέρω στειλεούς. Από όλα τα ανωτέρω και ενόψει του ότι υπάρχει στη δικογραφία και αναγνώστηκε η σχετική εργαστηριακή έκθεση που εξέτασε το επίμαχο γάντι και το πόρισμα αυτής, το οποίο έλαβαν γνώση οι κατηγορούμενοι, προκύπτει ότι δεν παραβιάστηκε κανένα δικαίωμα υπεράσπισης των κατηγορουμένων, το δε αίτημα που υπέβαλαν περί προσκόμισης του ανωτέρω ευρήματος (γάντι) έγινε δεκτό από το δικαστήριο, παρά ταύτα όμως τούτο δεν βρέθηκε, γεγονός για το οποίο θα πρέπει να διεξαχθεί σχετική έρευνα. Επομένως, δεν υφίσταται καμία ακυρότητα στη διαδικασία και ο σχετικός ισχυρισμός των κατηγορούμενων πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος". Η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε το σχετικό αίτημα των κατηγορουμένων είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, δεδομένου ότι όπως εκτίθεται αφενός μεν το συγκεκριμένο πειστήριο δεν βρέθηκε, υπάρχει όμως στη δικογραφία και αναγνώστηκε η σχετική εργαστηριακή έκθεση και το πόρισμα αυτής το οποίο έλαβαν γνώση οι κατηγορούμενοι, και συνεπώς δεν παραβιάστηκε κανένα δικαίωμα υπεράσπισης των κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα η ως άνω εργαστηριακή έκθεση είναι σαφής και κατηγορηματική, το δε συμπέρασμα της δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορούμενους, οι οποίοι πέρα από τις ανωτέρω εικασίες και υποθέσεις, στην προσπάθειά τους να ανατρέψουν το ανωτέρω συμπέρασμα της εργαστηριακής έκθεσης, δεν δικαιολόγησαν εν τέλει την παρουσία του γενετικού υλικού της δεύτερης κατηγορούμενης στο εν λόγω γάντι.

Συνεπώς, δεν δημιουργήθηκε εκ του λόγου αυτού απόλυτη ακυρότητα ούτε υπήρξε έλλειψη ακροάσεως και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 περ Α' και Δ' λόγοι αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 382 παρ. 1 και 2 περ. γ' του προϊσχύσαντος ΠΚ, "Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται η φθορά ξένης ιδιοκτησίας της πρώτης παραγράφου του αρθ 381,αν έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα. 2. Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο δράστης....γ) αν η φθορά έγινε με φωτιά...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 378 παρ. 2 του νέου ΠΚ, στην οποία ενσωματώθηκε η καταργηθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 382 ΠΚ: "Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος....αν η φθορά έγινε με φωτιά...". Από την αντιπαραβολή των εν λόγω διατάξεων προκύπτει, ότι η προϊσχύσασα διάταξη κατά το χρόνο τέλεσης της επίδικης πράξης της διακεκριμένης φθοράς με φωτιά, (9-5-2016)είναι ευμενέστερη έναντι της ισχύουσας με το νέο ΠΚ, αφού με εκείνη προβλεπόταν κατώτατο όριο ποινής φυλάκισης τριών μηνών με ανώτατο πέντε έτη και είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, ενώ με τη νεότερη ως άνω διάταξη προβλέπεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών (έως πέντε έτη) και χρηματική ποινή.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά κατ' επιλογή,για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί ο κατ' είδος ή κατά κατηγορίες προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεση τους ούτε μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατ' άρθρ. 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρ. 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν είναι, κατ` αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ, όταν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1662/2022). Η επιβαλλόμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ.2 (170 παρ.2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ) και 333 παρ.2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψη τους (Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 332/2023, ΑΠ 735/2020, ΑΠ 478/2020, ΑΠ 1231/2019).

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 2/2022, ΑΠ 967/2023, ΑΠ 478/2022, ΑΠ 735/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος σ'αυτή δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Δ. Π., παθών και ο προς υποστήριξη της κατηγορίας, ασχολείται κατά κύριο επάγγελμα με την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών και διατηρεί ιδιόκτητο εργοτάξιο στο 14ο χλμ επαρχιακής οδού ..., το οποίο είναι περιφραγμένο με συρματόπλεγμα εντός του οποίου υπάρχουν κτίσματα, κατά δε το έτος 2016 υπήρχαν διάφορα μεγάλα μηχανήματα και οχήματα τα οποία χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες της ως άνω εργασίας του. Παλαιότερα και πριν τη δημιουργία του δικού του εργοταξίου, αγόραζε υλικά, (χαλίκια, άμμο, πέτρες) από την επιχείρηση - εργοτάξιο που διατηρούσε αρχικά ο πατέρας του πρώτου κατηγορούμενου, ο οποίος ασχολείται επίσης με χωματουργικές εργασίες, κυρίως εξορύξεις και αμμοληψίες μεγάλων ποσοτήτων υλικών και το οποίο διατηρεί πλέον ο ίδιος ο κατηγορούμενος (μετά το θάνατο του πατέρα του) κείμενο στο χωριό ... Μετά δε τη δημιουργία του δικού του εργοταξίου και την αγορά των ανωτέρω μηχανημάτων, ο παθών Δ. Π. σταμάτησε τη συνεργασία του με την επιχείρηση του πρώτου κατηγορούμενου και ανέπτυξε δική του δραστηριότητα με αντικείμενο ίδιο με αυτό της επιχείρησης του πρώτου κατηγορούμενου, αλλά σε μικρότερη κλίμακα. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στις 09-05-2016 και περί ώρα 00:30 οι κατηγορούμενοι, (η δεύτερη κατηγορούμενη είναι σύντροφος του πρώτου κατηγορούμενου) εισήλθαν λάθρα στον ως άνω περιφραγμένο χώρο εργοταξίου ιδιοκτησίας του Π. Δ. που βρίσκεται στο 14ο χλμ επαρχιακής οδού ..., αφού προηγουμένως με ειδικό εργαλείο έκοψαν τμήμα του συρματοπλέγματος δημιουργώντας μια τρύπα από την πλευρά του εργοταξίου όπου δεν υπήρχε φωτισμός και με χρήση εύφλεκτου υγρού έβαλαν φωτιά στο εσωτερικό των ως άνω σταθμευμένων οχημάτων, από την οποία κάηκαν: 1) η καμπίνα από ένα γκρέιντερ CATERPILLAR με αρ. κυκλοφ. ..., 2) το πλαστικό ρεζερβουάρ ενός φορτηγού MERCEDES 813 με αριθ. κυκλοφ. ..., 3) ένας εκσκαφέας - φορτωτής JCB με αριθ. κυκλοφ. ..., δ) η καμπίνα και ηλεκτρικά κυκλώματα από ένα γκρέιντερ Ορεστάιν με αριθ. κυκλοφ. ..., 5) η καμπίνα από ένα φορτωτή CATERPILLAR με αριθ. κυκλοφ. ..., 6) η καμπίνα και το μέρος της μηχανής από ένα εκσκαφέα LIEBHERR με αριθ. κυκλοφ. ..., 7) μια μηχανή συλλογής βάμβακος JOHN DEERE, και 8) η καμπίνα από ένα μικρό φορτωτή CASE, τα οποία καταστράφηκαν ολοσχερώς, η συνολική δε αξία των καταστραφέντων οχημάτων ανέρχεται στο ύψος των 200.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η φωτιά περιορίστηκε στα ανωτέρω οχήματα και δεν επεκτάθηκε στα κτίσματα κατασβέστηκε δε από την πυροσβεστική υπηρεσία καθώς και με την άμεση και έγκαιρη συνδρομή τόσο του ιδιοκτήτη των οχημάτων, όσο και των συγχωριανών του, που ειδοποιήθηκαν από τον τρίτο μάρτυρα κατηγορίας Α. Μ., ο οποίος διατηρεί κατοικία δίπλα στο εργοτάξιο του παθόντος και ο οποίος πλησιάζοντας κοντά στην περίφραξη του εργοταξίου αντιλήφθηκε εντός αυτού τους κατηγορούμενους (τους οποίους δεν γνώριζε) και συγκεκριμένα τον πρώτο κατηγορούμενο να είναι ανεβασμένος πάνω σε ένα από τα μηχανήματα του παθόντος και τη δεύτερη κατηγορούμενη δίπλα στο μηχάνημα, η οποία φορούσε μακρύ επανοφώρι και είχε τυλιγμένο το πρόσωπό της με λευκό κασκόλ, οι οποίοι παρά την παρουσία του μάρτυρα και τις διαμαρτυρίες του δεν απομακρύνθηκαν από τα οχήματα του παθόντος. Τότε ο ανωτέρω μάρτυρας αποφάσισε να μεταβεί με το αυτοκίνητό του στο καφενείο του διπλανού χωριού για να ειδοποιήσει τον παθόντα και λίγο μετά την απομάκρυνσή του από το σημείο άκουσε μια έκρηξη και είδε φωτιά από το εργοτάξιο του παθόντα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αποδείχθηκε πλήρως ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν με πρόθεση το αδίκημα της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, αφού αυτή (φθορά) αφορούσε σε αντικείμενα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στο σύνολό τους και προκλήθηκε με φωτιά, όπως όμως αυτή προβλέπεται, τυποποιείται και τιμωρείται με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 382 σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 381 του παλαιού Π.Κ κατ' εφαρμογή επίσης του άρθρου 2 του νέου Π.Κ. και όχι με τη νέα ως άνω διάταξη του άρθρου 378 του νέου Π.Κ., καθόσον το κατώτερο όριο της απειλούμενη ποινή της καταργηθείσας ως άνω διάταξης είναι μικρότερο από τη νέα διάταξη και δεν προβλέπεται επιπλέον χρηματική ποινή. Η κρίση δε του δικαστηρίου περί της ενοχής των κατηγορούμενων, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς τους, ενισχύεται από: α) το γεγονός ότι περί ώρα 01:45, ήτοι λίγη ώρα μετά το συμβάν και την ειδοποίηση των ως άνω αστυνομικών μαρτύρων από τον παθόντα που έλαβε χώρα περί ώρα 01:00 βρισκόταν και οι δύο στο εργοτάξιο του πρώτου κατηγορούμενου, που βρίσκεται στον Πολύανθο, το οποίο βρίσκεται σε κοντινή σχετικά απόσταση από το σημείο του συμβάντος, η παρουσία των οποίων στο ανωτέρω τόπο και χρόνο, ουδόλως δικαιολογείται. Τα όσα δε κατέθεσαν κατά την απολογία τους ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου δεν κρίνονται διόλου πειστικά και έρχονται σε πλήρη αντίφαση με όσα κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης, ο οποίος σημειωτέο δεν είχε καταθέσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, β) Το γεγονός ότι βρέθηκε στο χώρο του εργοταξίου του παθόντος σε κοντινή απόσταση από το τελευταίο μηχάνημα, ήτοι τον φορτωτή CATERPILLAR, του οποίου κάηκε μόνο η καμπίνα και προς τον μέρος που ήταν η τρύπα της περίφραξης, ένα γάντι εργασίας) στο οποίο βρέθηκε γενετικό υλικό της δεύτερης κατηγορούμενης, όπως προκύπτει από την ως άνω εργαστηριακή έκθεση της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι το γάντι αυτό τοποθετήθηκε από τους αστυνομικούς που επιλήφθηκαν του συμβάντος και ότι τούτοι μετέφεραν το γενετικό υλικό της δεύτερης κατηγορούμενης στο γάντι, προσπαθώντας να τους ενισχύσουν με τις καταθέσεις των τεχνικών τους συμβούλων που εξετάστηκαν ως μάρτυρες υπεράσπισης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, βασίζονται μόνο σε εικασίες, υποθέσεις και σε κάθε περίπτωση είναι εξωπραγματικοί και απέχουν από τα όρια κάθε λογικής. Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν έγινε επισκόπηση και αυτοψία του ανωτέρω γαντιού από το Δικαστήριο και τους τεχνικούς συμβούλους των κατηγορούμενων, το οποίο εν τέλει δεν βρέθηκε παρά την επισταμένη έρευνα του δικαστηρίου ούτε εντός της δικογραφίας, ούτε μεταξύ των λοιπών πειστηρίων, είναι όμως αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι βρέθηκε στον χώρο του εγκλήματος, καθόσον υπάρχει η ως άνω εργαστηριακή έκθεση η οποία είναι σαφής και κατηγορηματική. Η δε αυτοψία του γαντιού ουδέν θα προσέφερε στην όλη διαδικασία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Άλλωστε το συμπέρασμα της ανωτέρω εργαστηριακής έκθεσης δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορούμενους, οι οποίοι πέρα από τις ανωτέρω εικασίες και υποθέσεις, στην προσπάθειά τους να ανατρέψουν το ανωτέρω συμπέρασμα της εργαστηριακής έκθεσης, δεν δικαιολόγησαν εν τέλει την παρουσία του γενετικού υλικού της δεύτερης κατηγορούμενης στο εν λόγω γάντι. Για δε την απώλεια του από τα στοιχεία της δικογραφίας θα πρέπει να διεξαχθεί σχετική έρευνα. Επίσης δεν πρέπει να παροράται το γεγονός ότι ο τρίτος μάρτυρας κατηγορίας που ειδοποίησε τον παθόντα και τους λοιπούς συγχωριανούς, είδε στο χώρο του εργοταξίου δύο άτομα, από τα οποία ξεχώρισε ότι το ένα ήταν γυναίκα που φορούσε στο κεφάλι της ένα λευκό κασκόλ, σαν αυτό που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορούμενου που ήταν σταθμευμένο μπροστά από το γραφείο του εργοταξίου του, καθώς και το γεγονός ότι λίγο καιρό μετά το συμβάν ο πρώτος κατηγορούμενος μετέβη στην κατοικία του ως άνω μάρτυρα (Α. Μ.) και τον αποκάλεσε ψευδομάρτυρα. Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας προκληθείσας με φωτιά" Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους α)Γ. Μ. του Χ., κάτοικο ... και β) T. B. του R., κάτοικο ... για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας , από κοινού, και τους καταδίκασε αφού αναγνώρισε στο πρόσωπό της δευτέρας κατηγορουμένης τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ.), σε ποινή φυλάκισης δύο (2)ετών τον πρώτο και δέκα (10)μηνών τη δεύτερη, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε επί τριετία, με το κάτωθι διατακτικό :

"Κηρύσσει τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι: Στην Κομοτηνή την 9-5-2016 τέλεσαν το κάτωθι ποινικό αδίκημα : Από κοινού και με πρόθεση, με χρήση φωτιάς προκάλεσαν καταστροφή ή βλάβη σε ξένα πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με χρήση εύφλεκτου υγρού έθεσαν πυρ σε περισσότερες εστίες κι έκαψαν τα κάτωθι ξένα οχήματα: 1) η καμπίνα από ένα γκρέιντερ CATERPILLAR με αριθμό κυκλοφορίας ..., 2)το πλαστικό ρεζερβουάρ ενός φορτηγού MERCEDES 813 με αριθ. κυκλοφ. ..., 3)ένας εκσκαφέας - φορτωτής JCB με αριθ. κυκλοφ. ..., δ) η καμπίνα και ηλεκτρικά κυκλώματα από ένα γκρέιντερ Ορεστάιν με αριθ. κυκλοφ. ..., 5) η καμπίνα από ένα φορτωτή CATERPILLAR με αριθ. κυκλοφ. ...,6) η καμπίνα και το μέρος της μηχανής από ένα εκσκαφέα LIEBHERR με αριθμ.κυκλοφ. ..., 7) μια μηχανή συλλογής βάμβακος JOHN DEERE, και 8)καμπίνα από ένα μικρό φορτωτή CASE. Η συνολική αξία των καταστραφέντων οχημάτων ανέρχεται στο ύψος των 200.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη" Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών διατάξεις των άρθρων 14, 16, 17, 18 εδ.α',γ', 26 παρ.1, 27, 45, 51, 53, 57, 79 του ν.ΠΚ 381, 382 παρ.2β,γ όπως ίσχυαν κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων : 1) Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την από 9-5-2016 έκθεση απλής αυτοψίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, την από 10-4-2017 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης και την από 16-6-2016 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες περιλαμβάνονται στον πίνακα των αναγνωστέων εγγράφων και δεν ήταν αναγκαία η αξιολογική συσχέτισή τους με άλλα αναγνωστέα έγγραφα ή μαρτυρικές καταθέσεις. Από την παραδεκτή επισκόπηση α) της έκθεσης αυτοψίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, προκύπτει ότι διενεργήθηκε την 9-5-2016 και ώρα 03.35 και σε αυτήν περιγράφονται μόνο οι φθορές που προκλήθηκαν και τα αίτια της πυρκαγιάς και β) της από 10-4-2017 έκθεσης εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία, εξετάστηκαν δύο μεταλλικά τμήματα συρματοπλέγματος (που κατασχέθηκαν με την από 6-10-2016 έκθεση παράδοσης, παραλαβής και κατάσχεσης) και 11 κοπτικών εργαλείων (τα οποία κατασχέθηκαν την από 7-9-2016 έκθεση έρευνας σε κατοικία και κατάσχεσης) και με την από 7-9-2016 έκθεση έρευνας και κατάσχεσης στο εργοτάξιο, προκύπτει ότι οι τομές των τεμαχίων συρματοπλέγματος δεν φέρουν επαρκή- εργαστηριακά αξιοποιήσιμα-ίχνη για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του χρησιμοποιηθέντος εργαλείου. 2) Το Δικαστήριο απάντησε με ειδική αιτιολογία στον υπερασπιστικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί επιμόλυνσης των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας και ειδικότερα ότι το πειστήριο-γάντι στο οποίο ανιχνεύθηκε γενετικό υλικό της δεύτερης αναιρεσείουσας τοποθετήθηκε από αστυνομικούς-συγγενείς του παθόντος, δεχόμενο ότι το γάντι αυτό ανευρέθηκε σε κοντινή απόσταση από φορτωτή, του οποίου κάηκε μόνο η καμπίνα, ότι σύμφωνα με την εργαστηριακή εξέταση σε αυτό, ανιχνεύθηκε γενετικό υλικό της δεύτερης αναιρεσείουσας, ενώ για την μεταφορά του γενετικού υλικού στο γάντι δέχεται ότι βασίζεται μόνο σε υποθέσεις και εικασίες των αναιρεσειόντων, καθόσον ουδέν αναφέρουν σχετικά με τον τρόπο μεταφοράς του υλικού αυτού στο γάντι, το οποίο δεν αποδέχθηκαν ότι ήταν δικό τους, 3) Δεν συνιστά αντίφαση το ότι το πειστήριο (γάντι) δεν βρέθηκε στα πειστήρια και δεν επιδείχθηκε μετά από αίτημα των αναιρεσειόντων, με το ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι στην ενοχή των κατηγορουμένων συμβάλλει και η εύρεση γενετικού υλικού της δεύτερης κατηγορουμένης στο γάντι ,όπως προκύπτει από την έκθεση εργαστηριακής εξέτασης, η οποία αναγνώστηκε και η οποία δεν προσβλήθηκε από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι δεν δικαιολόγησαν την παρουσία γενετικού υλικού της δευτέρας κατηγορουμένης στο εν λόγω γάντι. 4)η μη αξιολογική συσχέτιση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τα εντυπώματα των ελαστικών αυτοκινήτων με άλλα αποδεικτικά μέσα δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση η ανεύρεση αποτυπωμάτων ελαστικών αυτοκινήτου δεν αναφέρεται ως στοιχείο ενοχής των κατηγορουμένων. Κατόπιν των ανωτέρω,οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων είναι αβάσιμες και επομένως,οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της περί ενοχής απόφασης και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 381,382 παρ.2β,γ' του προϊσχύσαντος ΠΚ που εφαρμόστηκαν κατ' αρθ. 2 ΠΚ, είναι αβάσιμοι, ενώ οι λοιπές σχετικές με το λόγο αυτό αιτιάσεις των αναιρεσειόντων συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών της απόφασης και επομένως ανεπίτρεπτα πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του Κ.Ποιν.Δ. παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πλην όμως εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή αυτή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου κώδικα δικανική του πεποίθηση. Μεταξύ των αποδείξεων αυτών είναι και η εξέταση των μαρτύρων που κλήθηκαν και δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο. Η αποδοχή ή απόρριψη του αιτήματος αυτού από το δικαστήριο εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Όταν όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιο αίτημα και υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι σαφές και ορισμένο, το δικαστήριο οφείλει όχι μόνο να απαντήσει σ' αυτό, αλλά, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στη σχετική απόφασή του. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, καθώς και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική του ανωτέρω αιτήματος κρίση του, δεν απαιτείται δε πανηγυρική απόρριψη, αλλά μπορεί να συναχθεί αυτή εξ όλων των δεκτών γενομένων περιστατικών ως αποδειχθέντων (Α.Π. 1253/2019). Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής της δίκης, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, στοιχειοθετεί δε τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, καθώς και της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ίδιου κώδικα, σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου, εφόσον το δικαστήριο, απορρίπτοντας το παραδεκτώς υποβληθέν αίτημα για αναβολή της δίκης αναιτιολόγητα ή χωρίς απάντησή του, προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και τον καταδικάζει (Α.Π 600/2022, ΑΠ225/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήγορος υπεράσπισης της δευτέρας κατηγορουμένης υπέβαλε αίτημα διακοπής της δίκης για να προσέλθει στο Δικαστήριο και καταθέσει η βιολόγος Χ. Π. Υπαστυνόμος Β'. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία "Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης της δεύτερης κατηγορούμενης, να κληθεί και να εξεταστεί ενώπιον το παρόντος Δικαστηρίου η κα Χ. Π., Αστυνόμος Β' - Βιολόγος που εξέτασε το επίμαχο γάντι και συνέταξε την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2016 έκθεση εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν κρίνεται αναγκαία η μαρτυρία της τελευταίας, δεδομένου ότι υπάρχει στη δικογραφία η ανωτέρω έκθεση, η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο, τα ευρήματα και τα συμπεράσματα της οποίας είναι σαφή, δεν παρουσιάζουν κενά και αμφισβητούμενα σημεία, ενώ από την πλευρά των κατηγορουμένων εξετάστηκε ως μάρτυρας και δικός τους τεχνικός σύμβουλος βιολόγος προκειμένου να αξιολογήσει σύμφωνα με τις δικές του ειδικές γνώσεις τα ανωτέρω ευρήματα της ως άνω έκθεσης. Ενόψει τούτων είναι περιττή η εμφάνιση και η εξέταση της ανωτέρω Βιολόγου ενώπιον του ακροατηρίου του παρόντος Δικαστηρίου". Με αυτά που δέχθηκε το ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέροντας ότι δεν είναι αναγκαία η μαρτυρία αυτής ,δεδομένου ότι υπάρχει στη δικογραφία έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης που η ίδια συνέταξε η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο, τα ευρήματα και τα συμπεράσματα της οποίας έκρινε ότι είναι σαφή και δεν παρουσιάζουν κενά και αμφισβητούμενα σημεία, δεν προκλήθηκε συνεπώς ουδεμία ακυρότητα αφού το δικαστήριο απάντησε σαφώς και με πλήρη αιτιολογία απέρριψε το υποβληθέν αίτημα και ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας σε βάρος εκάστου των αναιρεσειόντων άρθρ 578 παρ. 1 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2024 αίτηση αναιρέσεως α)του Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ... και β)της T. B. του R. κατοίκου ... και τους από 27-2-2024 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αρ. 308/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης

Επιβάλλει σε βάρος εκάστου των αναιρεσειόντων τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή