Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 675 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 675/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Παναγιώτα Πασσίση-Εισηγήτρια και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου K. K. του M., κάτοικος ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Δελή, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΗΤ502/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 4256/2-6-2023 αίτηση αναίρεσης, καθώς και στους από 17-11-2023 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 1.6.2023 υπό κρίση αίτηση του κατηγορουμένου Κ. K. του M. και της D. G., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 502/2023 αποφάσεως του Tριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, του αδικήματος της απλής συνέργειας σε απόπειρα κλοπής, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της απόπειρας κλοπής κατά συναυτουργία, και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωση του ίδιου, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2.6.2023 (άρθρα 466 παρ. 1, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΚΠΔ), και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 15.5.2023, περιέχει δε λόγους αναίρεσης, διατυπωμένους κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ίδιου Κώδικα (έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης). Είναι, επομένως, παραδεκτή, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Παραδεκτός είναι, επίσης, και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης που προτάθηκε με το από 16.11.2023 δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 17.11.2023 στον αρμόδιο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρο 509 ΚΠΔ) από τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, Ηλία Αγγελόπουλο του Γεωργίου, δυνάμει της από 14.11.2023 σχετικής εξουσιοδοτήσεως, επισυναφθείσας στο εν λόγω δικόγραφο, με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ (απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο-άρθ. 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα), και πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω, συνεκδικαζόμενος με την ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Με τον ισχύοντα από 1.7.2019 νέο ΚΠΔ (ν. 4620/2019) εισήχθη για πρώτη φορά η διάταξη της παρ. 2 στο άρθρο 343 ΚΠΔ, η οποία στην αρχική της διατύπωση είχε ως εξής: "Αν από την αποδεικτική διαδικασία προκύψουν νέες περιστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να συνδεθούν με επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, το δικαστήριο, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο, παρέχει σε αυτόν τον κατά την κρίση του αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας. Η πιθανολογούμενη μεταβολή της κατηγορίας ουδέποτε συνιστά λόγο αναβολής της δίκης". Όπως δε, αναφέρεται σχετικά στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΚΠΔ, με την προσθήκη δεύτερης παραγράφου στο άρθρο 343, εισάγεται μια σημαντική καινοτομία, με την οποία θεσπίζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητεί από το δικαστήριο τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας για την αντίκρουση της κατηγορίας "αν από την αποδεικτική διαδικασία προκύψουν νέες περιστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να συνδεθούν με επιτρεπτή μεταβολή της". Με τη διάταξη αυτή, πρότυπο της οποίας αποτέλεσε, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νέου ΚΠΔ, η § 265 του γερμανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (StPO) [υπό τον τίτλο "Μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού ή της πραγματικής βάσης"], και η οποία ήρθε να καλύψει ένα σημαντικό κενό του προϊσχύσαντος ΚΠΔ αναφορικά με το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ενημερώνεται για τη μεταβολή της κατηγορίας και να του παρέχεται η δυνατότητα να προετοιμάσει την άμυνά του ενόψει της μεταβολής αυτής, διασφαλίζεται πληρέστερα το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε αποτελεσματική υπεράσπιση, όπως αυτό προσδιορίζεται στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6 παρ. 1 β' της ΕΣΔΑ [προφανώς, εννοείται το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. β' της ΕΣΔΑ, καθώς το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. β' ΕΣΔΑ αναφέρεται στην αρχή της δημοσιότητας της δίκης, που δεν σχετίζεται με το ρυθμιστικό αντικείμενο του άρθρου 343 παρ. 2 του νέου ΚΠΔ]. Βέβαια, στο άρθρο 343 παρ. 2 ΚΠΔ αντανακλάται και το εδ. α' της παρ. 3 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Για να αποφευχθούν περιπτώσεις καταχρηστικής άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος προβλέπεται ρητά ότι ο αναγκαίος χρόνος προετοιμασίας προσδιορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου και μπορεί να δικαιολογήσει μόνο διακοπή της δίκης και ουδέποτε αναβολή. Περαιτέρω, με το άρθρο 135 του ν. 4855/2021 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 343 ΚΠΔ, ως εξής: "Εφόσον το δικαστήριο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την απόφαση για την ενοχή, προσανατολίζεται σε βελτίωση της κατηγορίας ή ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, οφείλει να ενημερώσει τον παρόντα κατηγορούμενο και να του δώσει τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας. Η πιθανολογούμενη βελτίωση της κατηγορίας ή ο ορθότερος νομικός χαρακτηρισμός ουδέποτε συνιστούν λόγο αναβολής της δίκης". Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4855/2021, η αναδιατύπωση της παρ. 2 κρίθηκε αναγκαία για να διευκρινιστεί απολύτως ότι η διάταξη αφορά και στη βελτίωση της κατηγορίας και τον ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, επιπλέον δε για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο επιβάρυνσης της θέσης του κατηγορουμένου από το δικαστήριο με την απαγγελία της απόφασής του, χωρίς να έχει ακουστεί προηγουμένως ο κατηγορούμενος. Το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να λάβει χώρα η ενημέρωση, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 343 ΚΠΔ τοποθετεί αυτό, το αργότερο πριν από την απόφαση για την ενοχή. Με την ίδια διάταξη, όπως αυτή αναδιατυπώθηκε προς πληρέστερη διασφάλιση του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε αποτελεσματική υπεράσπιση, κατά τα οριζόμενα στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ, σε περίπτωση προσανατολισμού του δικαστηρίου για επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, κατά τα ανωτέρω, είτε υπό την έννοια της βελτίωσης της κατηγορίας είτε του ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού, ακόμη και όταν αυτός είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο, οφείλει να ενημερώσει σχετικά τον παριστάμενο κατηγορούμενο και να του παράσχει τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας της υπεράσπισής του, δοθέντος και ότι με την εν λόγω αναδιατυπωθείσα διάταξη [όπως, δηλαδή, αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της με τον ν. 4855/2021 και προ της εκ νέου τροποποιήσεώς της με το άρθρο 100 του ν. 5090/2024], το δικαστήριο οφείλει να ενημερώσει τον κατηγορούμενο αυτεπαγγέλτως, χωρίς, δηλαδή, να απαιτείται η υποβολή αιτήματος από μέρους του και ανεξαρτήτως του αν προέκυψαν νέες περιστάσεις, όπως προέβλεπε η αρχική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 343 ΚΠΔ [που εισήχθη το πρώτον με το νέο ΚΠΔ-ν. 4620/2019], με την οποία είναι σχεδόν ταυτόσημη και η νέα ρύθμιση του άρθρου 343 παρ. 2 μετά την εκ νέου τροποποίησή της με το άρθρο 100 του ν. 5090/2024. Άλλως, σε περίπτωση, δηλαδή, που το δικαστήριο παραβιάσει το δικαίωμα ενημέρωσης του κατηγορουμένου (άρθρο 343 παρ. 2 ΚΠΔ), το οποίο συνιστά και αυτοτελώς διάταξη που καθορίζει την υπεράσπιση αυτού, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, λόγω παραβίασης υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγος αναίρεσης. Το ότι ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για τη μεταβολή της κατηγορίας διασφαλίζεται από τα πρακτικά της συζήτησης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α' και β' του νέου ΚΠΔ, υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό, συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα (εδ. α) οι δε πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος του (εδ. β). Επίσης, κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, αποφάσεις που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής διαδικασίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα. Από τις ως άνω μεταβατικές διατάξεις σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ, συνάγεται η γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου κατά την οποία, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές και μέχρι την αμετάκλητη εκδίκασή τους. Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίον επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι διαδικαστικές πράξεις που είχαν ήδη συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νέου νόμου, διατηρούν το κύρος τους και είναι ισχυρές, ενώ ο νέος δικονομικός νόμος διέπει το διαδικαστικό μέρος της ποινικής δίκης, που συντελείται μετά τη θέσπισή του, καθώς επίσης το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας. Επομένως, η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο. Έτσι, ευχερώς συνάγεται ότι το παραδεκτό του ένδικου μέσου, δηλαδή, η συνδρομή των όρων νομότυπης και εμπρόθεσμης άσκησής του, κρίνεται με βάση τον νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης αυτού, ενώ οι σχετικές πλημμέλειες της απόφασης, για τις οποίες παρέχεται η άσκησή του, κρίνονται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του προϊσχύσαντος, μέχρι 30.6.2019 ΠΚ, με τον υπότιτλο "απλός συνεργός" [η οποία δεν διαφέρει της διάταξης του άρθρου 47 εδ. α' του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ ούτε εκείνης του εδ. β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5090/23.2.2024 και ισχύει, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 138 του αυτού νόμου, από 1.5.2024] "1.Όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση), εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό. Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τελέσει ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει άδικη πράξη. Η συνδρομή του απλού συνεργού πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Αν, συνεπώς, για οποιονδήποτε λόγο, η συνδρομή δεν συνέβαλε ή δεν χρησίμευσε στην τέλεση ή την απόπειρα, δεν υπάρχει αξιόποινη συνέργεια. Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του (ΑΠ 609/2024, 952/2022, ΑΠ 455/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ήδη αναιρεσείων K. K. του M. (δεύτερος κατηγορούμενος στην πρωτοβάθμια δίκη και μόνος εκκαλών στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη) κηρύχθηκε ένοχος σε δεύτερο βαθμό και καταδικάστηκε για το αδίκημα της απλής συνέργειας σε απόπειρα κλοπής, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της σε βάρος του κατηγορίας της απόπειρας κλοπής κατά συναυτουργία, για την οποία πρωτοδίκως κηρύχθηκε ένοχος. Ειδικότερα, προκύπτει ότι, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας και μετά την αγόρευση του Εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος ο εκκαλών-κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, όπως κατηγορούνταν [οπίσθια σελίδα του 3ου φύλλου της προσβαλλομένης], δηλαδή για απόπειρα κλοπής κατά συναυτουργία [με τον συγκατηγορούμενό του πρωτοδίκως, μη, εν προκειμένω, διάδικο, M.-M. P. του S.], το Δικαστήριο κήρυξε αυτόν [ήδη αναιρεσείοντα] ένοχο, μεταβάλλοντας την κατηγορία από το αδίκημα της απόπειρας κλοπής κατά συναυτουργία σε εκείνο της απλής συνέργειας σε απόπειρα κλοπής και δη, τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα, στις 26.8.2017, ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον συνδρομή κατά την τέλεση της άδικης πράξης της απόπειρας κλοπής που διέπραξε ο τελευταίος. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο P. M.-M. επιχείρησε να αφαιρέσει χρήματα ή άλλα αντικείμενα από διαμέρισμα του 3ου ορόφου της επί της οδού ... πολυκατοικίας, ιδιοκτησίας της Π. Ε., προσπαθώντας να διαρρήξει την κλειδαριά του ως άνω διαμερίσματος. Κατά την τέλεση της ως άνω πράξης, ο κατηγορούμενος βρισκόταν στα σκαλιά του τρίτου ορόφου και επέβλεπε τον χώρο, προκειμένου να ειδοποιήσει τον ανωτέρω, σε περίπτωση που αντιλαμβανόταν την διέλευση κάποιου ενοίκου ...". Ενώ, δηλαδή, εισήχθη ενώπιον του, δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορία της [από κοινού] τέλεσης απόπειρας κλοπής, ότι, δηλαδή, επιχείρησε ο ίδιος, ως (συν)αυτουργός, πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης της (συν)αποφασισθείσας κλοπής και συγκεκριμένα ότι επιχείρησε να αφαιρέσει χρήματα ή άλλα αντικείμενα από το ως άνω διαμέρισμα τρίτου ορόφου πολυκατοικίας, με σκοπό την [από κοινού] παράνομη ιδιοποίηση αυτών, εν τέλει, με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάστηκε για το ότι παρείχε συνδρομή κατά την τέλεση της απόπειρας κλοπής που διέπραξε ο, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, καταδικασθείς συγκατηγορούμενός του, γενομένου δεκτού ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) βρισκόταν στα σκαλιά του 3ου ορόφου και επέβλεπε τον χώρο, προκειμένου να ειδοποιήσει τον ανωτέρω φυσικό αυτουργό, η πράξη του δε αυτή στοιχειοθετούσε το αδίκημα της απλής συνέργειας στην τελεσθείσα από τον ως άνω έτερο δράστη [μη, εν προκειμένω, διάδικο] απόπειρα κλοπής. Ωστόσο, εφόσον μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης για την ενοχή του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, το Δικαστήριο προσανατολίζονταν σε μεταβολή της σε βάρος του κατηγορίας, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν ενημέρωσε, ως όφειλε, και, μάλιστα, αυτεπαγγέλτως, το συνήγορο υπεράσπισης, δια του οποίου παραστάθηκε ενώπιόν του (Δικαστηρίου) ο αναιρεσείων, για τη μεταβολή της σε βάρος του τελευταίου κατηγορίας, παρέχοντάς του και τον αναγκαίο χρόνο για να προετοιμάσει την υπεράσπιση του νομίμως εκπροσωπούμενου από αυτόν κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος σε σχέση με τη μεταβολή της κατηγορίας, παραβιάζοντας, έτσι, το δικαίωμα ενημέρωσης του τελευταίου εκ της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 343 νέου ΚΠΔ [όπως, η διάταξη αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της με τον ν. 4855/2021 και προ της εκ νέου τροποποιήσεώς της με το άρθρο 100 του ν. 5090/2024, τυγχάνουσα εφαρμοστέα εν προκειμένω, ενόψει του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλομένης], καθώς και το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α'και β' ΕΣΔΑ [που, όπως αναφέρθηκε, αντικατοπτρίζονται στην εν λόγω διάταξη του νέου ΚΠΔ]. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο προσανατολίζονταν, εν προκειμένω, να καταστήσει ευμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η υποχρέωση ενημέρωσης του τελευταίου και παροχής του αναγκαίου χρόνου για την προετοιμασία της υπεράσπισής του υφίστατο και στην περίπτωση αυτή, διότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ενδέχεται να ήθελε να αποσείσει ακόμη και την σε βάρος του ευμενέστερη κατηγορία, οπότε παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, με αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' νέου ΚΠΔ.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Σημειώνεται ότι στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης [οπίσθια σελ. 3ου φύλλου των πρακτικών αυτής] αναφέρεται ότι "το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, την πράξη της απλής συνέργειας σε απόπειρα κλοπής, δεκτού γενομένου του σχετικού επικουρικού ισχυρισμού του κατηγορούμενου, καθώς πληρείται τόσο η αντικειμενική, όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού". Όμως, προφανώς εκ παραδρομής συμπεριλήφθηκε η φράση "δεκτού γενομένου του σχετικού επικουρικού ισχυρισμού του κατηγορούμενου", αφού από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, μέχρι την απαγγελία της περί της ενοχής του απόφασης, δεν προκύπτει η καταχώριση σ' αυτά, υποβληθέντος εγγράφως ή προφορικώς, ισχυρισμού ή αιτήματος για μεταβολή της σε βάρος του κατηγορίας, από απόπειρα κλοπής κατά συναυτουργία σε απλή συνέργεια σε απόπειρα κλοπής, παρά η καταχώριση και μόνο υποβληθέντων ισχυρισμών, που αφορούσαν στην ουσιαστική και νομική βασιμότητα της κατηγορίας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, κατά το βάσιμο πρόσθετο λόγο αυτής, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα και των δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, του πρώτου αναιρετικού λόγου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, [με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1, 47 και 372 παρ. 1 περ. α' του ισχύοντος ΠΚ, υποστηρίζοντας ότι η ενέργεια του καταδικασθέντος πρωτοδίκως ως άνω συγκατηγορουμένου του για απόπειρα κλοπής, και δη η προσπάθεια να διαρρήξει την κλειδαριά του ως άνω διαμερίσματος, δεν συνιστούσε αρχή εκτέλεσης του αδικήματος της κλοπής αλλά μη αξιόποινη προπαρασκευαστική πράξη], παρέλκει η εξέταση, καθόσον η απλή συνέργεια προϋποθέτει την υποστατή έννοια του κύριου αδικήματος της απόπειρας κλοπής και το επιλαμβανόμενο δικαστήριο οφείλει, προ πάσης κρίσεως επί απλής συνέργειας, να αποδεχθεί την ύπαρξη τέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω κύριου αδικήματος, εφόσον η απλή συνέργεια έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, στην προκείμενη δε περίπτωση, δεν προκύπτει αμετάκλητη κρίση επί του κύριου αδικήματος, δοθέντος ότι, ο φερόμενος ως φυσικός αυτουργός συγκατηγορούμενος του ήδη αναιρεσείοντος, δεν παρέστη ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου [δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο] και δεν προκύπτει επίδοση της ερήμην του εκδοθείσας καταδικαστικής απόφασης, που αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας άσκησης ένδικων μέσων (με την επιφύλαξη στην αναίρεση και ότι η απόφαση έχει καταχωριστεί στο ειδικό βιβλίο) ούτε η άσκηση ένδικων μέσων από αυτόν. Συνακόλουθα, παρέλκει η έρευνα και του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, υποστηρίζοντας ότι το, δικάσαν ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του παραδοχές, που δημιουργούν αμφιβολίες ως προς το αν, η επ' ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, καθώς και η αναγνωσθείσα στο ακροατήριό του από 26.8.2017 μαρτυρική κατάθεση της Τ. Σ., λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Τέλος, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ανωτέρω Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο, όμως, από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519, 522 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε, κατ' άρθρο 159 ν. 4855/12.11.2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 502/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ