Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 703 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 703/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Λαγό, για αναίρεση της αποφάσεως 3621/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11-11-2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 11-11-2024 αίτηση της Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., οδός ... Για αναίρεση της υπ' αριθ. 3621/2024 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχη της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια από υπόχρεο δια παραλείψεως και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε [5] μηνών με τριετή αναστολή, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση της αναιρεσείουσας που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρο 474 2 Α ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 21-10-2024 και η επίδοση έγινε στις 11-11-2024 [ημέρα Δευτέρα], εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενη και έχουσα έννομο συμφέρον προς τούτο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α, 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφ' ετέρου δε, ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, που από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της επίδικης αξιόποινης πράξεως, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος (Ολ. ΑΠ 4/2010). Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου. Όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο της συνδρομής (συγκλίνουσας) αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά υπέχει ευθύνη αυτοτελώς και χωριστά από τα άλλα, κατά τα λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφ' όσον, πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν (Ολ. ΑΠ βλ. ανωτ.). Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν για την πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (λ.χ. αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Τούτο δε, γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, που, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα. Ήδη, στο άρθρο 15 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (Ν.4619/2019), που συμπορεύεται με την μέχρι τούδε νομολογία σε σχέση με το στοιχείο της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του δράστη δια παραλείψεως τελούμενου εγκλήματος, ορίζεται ότι: "1. Όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου. 2. Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων με παράλειψη ο δικαστής μπορεί να επιβάλλει μειωμένη ποινή (αρθρ. 83)". Η τελευταία διάταξη περιέχει επιεικέστερη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, κατ' αρθρ. 2 παρ.1 ΠΚ, αφού προβλέπει, δυνητικά την επιβολή μειωμένης ποινής επί εγκλημάτων που τελούνται με παράλειψη, όπως το επίδικο (ΑΠ 691/2023, ΑΠ 689/2020, ΑΠ 799/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 Ν.3481/2006 "3. Με αποφάσεις των κατά τόπους αρμόδιων Γενικών Γραμματέων των Περιφερειών της χώρας, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη την απόφαση της παραγράφου 2 και εκδίδονται εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος της και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι οδοί που ανήκουν στην αρμοδιότητα συντήρησης των υπηρεσιών της οικείας Περιφέρειας και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Αρμόδιοι προς συντήρηση όλων των υπόλοιπων δημόσιων οδών είναι οι δήμοι και οι κοινότητες, ο καθένας μέσα στα όρια της διοικητικής του περιφέρειας. 4, Για την εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3, ως "συντήρηση" νοείται η αποκατάσταση των βλαβών του οδοστρώματος και των στοιχείων ασφαλείας της οδού (στηθαία, νησίδες ασφαλείας, σήμανση κ.ο.κ.), επιφυλασσομένων των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά για την αρμοδιότητα και τις ευθύνες των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας. Την υπηρεσία που έχει κατά τα ανωτέρω την αρμοδιότητα συντήρησης των οδών βαρύνει η υποχρέωση και η δαπάνη ηλεκτροφωτισμού τους, σύμφωνα με τις ισχύουσες τεχνικές προδιαγραφές. Με τις διατάξεις του παρόντος δεν θίγονται οι αρμοδιότητες που αφορούν την καθαριότητα της επιφάνειας των οδών. 5. Οι αρμόδιες για τη συντήρηση των οδών υπηρεσίες υποχρεούνται να ελέγχουν, τουλάχιστον ανά δεκαπενθήμερο, τις οδούς της αρμοδιότητάς τους, για τη διαπίστωση βλαβών του οδοστρώματος και των λοιπών στοιχείων ασφαλείας της οδού και να καταγράφουν τα ευρήματα σε ειδικό βιβλίο, που τηρείται με ευθύνη του Προϊσταμένου τους. Τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας υποχρεούνται να ειδοποιούν αμέσως και εγγράφως τις αρμόδιες για τη συντήρηση των οδών υπηρεσίες, για την ύπαρξη βλαβών του οδοστρώματος και των στοιχείων ασφαλείας των οδών που υποπίπτουν στην αντίληψή τους και εκθέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των χρηστών της οδού. Κάθε ενδιαφερόμενος πολίτης μπορεί να προβαίνει επίσης σε γραπτή ειδοποίηση των αρμόδιων για τη συντήρηση υπηρεσιών, με οποιοδήποτε μέσο (όπως ιδίως τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ταχυδρομική επιστολή), η οποία καταχωρίζεται από τις ως άνω υπηρεσίες στο τηρούμενο ειδικό βιβλίο. 6. Η αρμόδια προς συντήρηση της οδού υπηρεσία υποχρεούται να πραγματοποιήσει με όργανά της αυτοψία της βλάβης, μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες αφότου λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση αυτής και να συντάξει συνοπτική έκθεση περί της έκτασης και του είδους της και της ύπαρξης ή μη ανάγκης άμεσης αντιμετώπισης. Εφόσον κατά την αυτοψία διαπιστωθεί επικινδυνότητα της βλάβης για την οδική ασφάλεια, λαμβάνονται άμεσα από τους διενεργούντες την αυτοψία τα απαραίτητα μέτρα για την προσωρινή της αποκατάσταση, εφόσον αυτή είναι δυνατή, άλλως για την οριοθέτηση και την κατάλληλη σήμανσή της, προς αποφυγή ατυχημάτων. Η αποκατάσταση των βλαβών που κρίνονται επικίνδυνες για την οδική ασφάλεια ολοκληρώνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από τη διενέργεια της αυτοψίας. Οι ενέργειες της παραγράφου αυτές καταγράφονται σε ειδικό Πρωτόκολλο Αντιμετώπισης Βλάβης, το οποίο συντάσσεται και υπογράφεται από τον υπάλληλο ή τους υπαλλήλους που ορίσθηκαν υπεύθυνοι κατά τα ανωτέρω και θεωρείται από τον αρμόδιο προϊστάμενο της υπηρεσίας. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων αυτής και της προηγούμενης παραγράφου με υπαιτιότητα των αρμόδιων οργάνων συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα".
Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 691/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Α' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων ως προς το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Η κατηγορουμένη κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν προϊσταμένη της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφερειακής Ενότητας Δυτικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής και ως εκ τούτου ήταν αρμόδια για την εποπτεία της κατάστασης του οδοστρώματος. Ειδικότερα όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο 40 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της Περιφέρειας Αττικής [Ο.ΕΣ.Υ.] ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2017 και ήταν σε ισχύ και κατά το χρόνο του ατυχήματος [2-12-2017], οι <<Διευθύνσεις Τεχνικών Έργων απαρτίζουν τα εξής τμήματα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητες ...1. Τμήμα Κτιριακών Έργων Περιβάλλοντος - ΗΜ έργων. 2. Τμήμα Οδοποιϊας και Μηχανημάτων Έργων. 3. Τμήμα Υδραυλικών Έργων - Λιμενικών Έργων. 4. Τμήμα Γραμματειακής Υποστήριξης. 5. Τμήμα Οδοποιϊας και Μηχανημάτων Έργων. Στο τμήμα Οδοποιϊας και Μηχανημάτων Έργων υπάγονται ιδίως οι αρμοδιότητες που ανάγονται στη μελέτη και στην εκτέλεση έργων Οδοποιϊας για το οδικό δίκτυο των πινάκων 3, 4, 5 αντίστοιχα του ΦΕΚ 1787/Β/2007 που ανήκει στην αρμοδιότητα της περιφέρειας Αττικής. 4. Η επίβλεψη, διοίκηση και διαχείριση της εκτελέσεως των έργων οδοποιίας σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία περί εκτελέσεως δημοσίων έργων. 8. Η εποπτεία των οδών σύμφωνα με το ν. 3481/2008, τήρηση αρχείων οδών [κατασκευαστικά, συντηρήσεων, σήμανσης, τομών κ.α.]. 10. Κάθε θέμα που αφορά την οδική κυκλοφορία, την σήμανση των οδών και το φωτισμό των κεντρικών νησίδων αυτών. 12. Η μελέτη και η εκτέλεση ή η επίβλεψη εκτέλεσης των εργασιών συντήρησης του οδικού δικτύου αρμοδιότητάς της. Οι Προϊστάμενοι των Διευθύνσεων Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Αττικής ασκούν για τα έργα αρμοδιότητας της Διεύθυνσής τους, τις αρμοδιότητες της <<Προϊσταμένης Αρχής>> που προβλέπονται από τις διατάξεις για την εκτέλεση των Δημοσίων Έργων σε συνδυασμό με το π.δ. Αποφαινομένων Οργάνων της Περιφέρειας όπως κάθε φορά ισχύει και οι Προϊστάμενοι των Διευθύνσεων Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Αττικής ασκούν τις αρμοδιότητες <<Διευθύνουσας Υπηρεσίας>> που προβλέπονται από τις διατάξεις για την εκτέλεση των Δημοσίων Έργων, σε συνδυασμό με το π.δ. Αποφαινομένων Οργάνων της Περιφέρειας όπως κάθε φορά ισχύει ... Ειδικότερα, στο άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4412/2016 περί Δημοσίων Έργων <<Ορισμοί>> ορίζονται επί λέξει τα εξής: <<2. Πέραν των ορισμών της παρ. 1 ... 3] ως <<Προϊσταμένη Αρχή>> νοείται η αρχή ή η υπηρεσία ή το όργανο του φορέα κατασκευής που εποπτεύει την κατασκευή του ασκώντας για λογαριασμό του αποφασιστικές αρμοδιότητες, ιδίως σε θέματα τροποποίησης των όρων της σύμβασης 4] ως <<διευθύνουσα υπηρεσία>> νοείται η τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου, που είναι αρμόδια για τον έλεγχο και τη διοίκηση της κατασκευής του έργου ...>>.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο οδόστρωμα της επαρχιακής οδού ... και συγκεκριμένα στο 18ο χιλιόμετρο αυτής υπήρχε κακοτεχνία του οδοστρώματος, ήτοι καθίζηση σε απόσταση 6,2 μέτρα επί 3,7 μέτρα περίπου που κάλυπτε όλο το ρεύμα προς Αθήνα σε βάθος που το βαθύτερο σημείο έφτανε τα 22 εκατοστά, την οποία η κατηγορουμένη παρέλειψα να αποκαταστήσει από αμέλειά της, ως όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να πράξει. Αποτέλεσμα της παράλειψής της αυτής ήταν ότι στις 2-12-2017 το υπ' αριθ. ... αυτοκίνητο, μάρκας SMART, λευκού χρώματος, ιδιοκτησίας του Δ. Δ. του Χ., οδηγούμενο από τον ίδιο και κινούμενο επί της οδού ..., με κατεύθυνση από το Αλεποχώρι προς τα Μέγαρα και φθάνοντας στο ύψος του 18ου χλμ. της επαρχιακής οδού ..., διασχίζοντας το σημείο της ως άνω κακοτεχνίας - καθίζησης, να εκτραπεί της πορείας του δεξιά και να ανατραπεί με συνέπεια να επέλθει ο θάνατος του οδηγού Δ. Δ., εξαιτίας βαριών κακώσεων κεφαλής - θώρακος - κοιλίας. Η ύπαρξη της ως άνω κακοτεχνίας στο οδόστρωμα και η εξ αυτής πρόκληση του ως άνω τροχαίου ατυχήματος αποδείχθηκαν τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων που μετέβησαν στον τόπο του ατυχήματος, αμέσως μετά την συντέλεσή του και διαπίστωσαν τη ρήξη του ασφαλτικού στο συγκεκριμένο σημείο με αποτέλεσμα, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσαν να δημιουργείται στο δρόμο ένα ύψιλον και το διερχόμενο αυτοκίνητο να βουτάει και στη συνέχεια να εκτινάζεται, όσο και από τη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας της τροχαίας ... που διαπιστώνει ότι στο ύψος εκτροπής του οχήματος υπάρχει κακοτεχνία στο οδόστρωμα καθώς σε απόσταση 6,2 μέτρα επί 3,7 μέτρα περίπου, απόσταση που καλύπτει όλο το ρεύμα προς Αθήνα υπάρχει καθίζηση σε βάθος που το βαθύτερο σημείο φθάνει σε βάθος 22 εκατοστά. Σημειώνεται ότι στην ως άνω έκθεση ότι στο σημείο αυτό έχει τοποθετηθεί εκ νέου άσφαλτος πάνω από την παλιά προκειμένου να διορθωθεί, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τέλος, στην υπ' αριθ. 2018/0057 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της μηχανολόγου μηχανικού Σ. Γ. ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, η ως άνω πραγματογνώμονας καταλήγει ότι αυτό οφείλεται σε ανθρώπινο παράγοντα και στην οδό και ειδικότερα στην επιφάνεια κύλισης του οδοστρώματος. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη ουδέποτε ως εποπτικό όργανο, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, έλεγξε ως όφειλε τις σχετικές επιτροπές οι οποίες ήταν επιφορτισμένες για τον έλεγχο της κατάστασης του οδοστρώματος, ούτε είχε ορίσει ως όφειλε χρονικό διάγραμμα πραγματοποίησης των σχετικών ελέγχων. Χαρακτηριστικό της παντελούς έλλειψης εποπτείας της κατάστασης του οδοστρώματος ήταν ότι ακόμη και μετά το ατύχημα η υπαγόμενη στη διεύθυνση της κατηγορουμένης επιτροπή, δεν διαπίστωσε καμία κακοτεχνία στο οδόστρωμα. Μετά τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητας του θανόντος, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως για την οποία κατηγορείται>>. Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρο 84 παρ. 2 α' ΠΚ και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε [5] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία με το ακόλουθο διατακτικό: <<Στο 18ο χλμ. της επαρχιακής οδού ..., τη 02/12/2017, από αμέλειά της, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης της και επέφερε το θάνατο άλλου, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού. Συγκεκριμένα, στους παραπάνω τόπο και χρόνο, ως προϊσταμένη της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφερειακής Ενότητας Δυτικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής, παρέλειψε να προβεί σε αποκατάσταση της κακοτεχνίας του οδοστρώματος, στο 18ο χλμ. της επαρχιακής οδού ..., καθότι σε απόσταση 6,2 μέτρων επί 3,7 μέτρα περίπου, που καλύπτει όλο το ρεύμα προς Αθήνα υπήρχε καθίζηση σε βάθος που το βαθύτερο σημείο έφτανε τα 22 εκατοστά, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτή [η κατηγορουμένη] εκ του νόμου [άρθρο 7 παρ. 3, 4, 5, 5 Ν.3481/2008] να προβεί στην αποκατάσταση της άνω κακοτεχνίας. Αποτέλεσμα της ως άνω παράλειψής της ήταν το υπ' αριθ. ... αυτοκίνητο, μάρκας SMART, λευκού χρώματος, ιδιοκτησίας του Δ. Δ. του Χ., οδηγούμενο από τον ίδιο και κινούμενο επί της οδού ..., με κατεύθυνση από Αλεποχώρι προς Μέγαρα, φθάνοντας στο ύψος του 18ου χλμ. της επαρχιακής οδού ..., διασχίζοντας το σημείο της ως άνω κακοτεχνίας - καθίζησης, να εκτραπεί της πορείας του δεξιά και να ανατραπεί, με συνέπεια να επέλθει ο θάνατος του οδηγού αυτού Δ. Δ. του Χ., εξαιτίας βαριών κακώσεων κεφαλής - θώρακος - κοιλίας>>. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό, τα οποία ως ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται, την κατά τα ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού και δε εφάρμοσε ορθά τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: 1/ Η απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής , με την οποία καθορίστηκε κατ' άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 3481/2006, ότι η συντήρηση της επαρχιακής οδού ... - ... στο ύψος του 18 ου χλμ. ανήκει στην αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφερειακής Ενότητας Δυτικής Αττικής, 2] εάν στη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων Περιφερειακής Ενότητας Δυτικής Αττικής, της οποίας προϊστατο η κατηγορουμένη είχε συσταθεί και λειτουργούσε υπηρεσία αποτελούμενη από υπαλλήλους αυτής με αντικείμενο και καθήκοντα τον ανά 15ήμερο έλεγχο των οδών της αρμοδιότητάς τους για τη διαπίστωση βλαβών του οδοστρώματος και λοιπών στοιχείων ασφαλείας αυτού, την καταγραφή των ευρημάτων του ελέγχου ασφαλείας - αυτοψίας σε ειδικό βιβλίο της υπηρεσίας τηρούμενο με ευθύνη του προϊσταμένου τους και την αποκατάσταση αυτών [βλαβών], κατ' άρθρο 7 παρ. 4, 5 και 6 του Ν.3481/2006, 3] εάν η κατηγορουμένη ασκούσε την εποπτεία των υπαλλήλων της υπηρεσίας αυτής όσον αφορά την εκτέλεση των ως άνω καθηκόντων τους, 4] εάν τηρείτο από τον τυχόν προϊστάμενο ή άλλον υπάλληλο της υπηρεσίας αυτής ειδικό βιβλίο καταγραφής των ευρημάτων από τον έλεγχο των οδών, 5] εάν είχε διαπιστωθεί κατόπιν σχετικού ελέγχου από την υπηρεσία αυτή και καταγραφεί στο ειδικό βιβλίο η συγκεκριμένη κακοτεχνία - καθίζηση στο 18ο χλμ. της ως άνω επαρχιακής οδού, όπου κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης συνέβη το επίδικο θανατηφόροι τροχαίο ατύχημα, ή αν είχε ειδοποιηθεί η υπηρεσία αυτή από όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας ή από πολίτες σχετικά με την ως άνω βλάβη του οδοστρώματος, 6] η πηγή γνώσεως της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας ως προς την ύπαρξη της ως άνω βλάβης [από αυτοψία υπαλλήλων της ως άνω αρμόδιας υπηρεσίας ή από σχετική ειδοποίηση αστυνομικών ή πολιτών], καθώς και ο χρόνος της γνώσεως αυτής, οπότε και θα γεννιόταν η υποχρέωση της επιμέλειας και αποκατάστασης της βλάβης και 7] δεν αιτιολογείται αν η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα με βάση τις προσωπικές της περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας και του επαγγέλματος της είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης για την οποία καταδικάστηκε, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής δεν προέβλεψε, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ότι συνέτρεξε μη συνειδητή αμέλειά της. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινική διάταξης, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3621/2024 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ