ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 704/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 704/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 704/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 704 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 704/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ξ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασόπουλο, για αναίρεση της αποφάσεως 43/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Γ. Δ. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Καλαϊτζάκη.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ.8275/22-11-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, η οποία πρότεινε:

Α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση,

Β) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος, λόγω παραγραφής, για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης και

Γ) να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 21-11-2024, αίτηση του Γ. Ξ. του Ν., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22-11-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 43/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, με την οποία ορίζεται ότι "Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, είναι δε επιεικέστερος ο νόμος που - στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα - οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται όχι μόνο αυτός που προσδιορίζει το είδος και το ύψος της ποινής, αλλά και κάθε διάταξη, που μπορεί να επηρεάσει την τύχη του κατηγορουμένου. Προδήλως, είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος του χρόνου τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ (όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 156 του ν. 4855/2021), προκύπτει ότι, στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά στα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 2 του ΠΚ, τον νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως τη δημοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (Ολ. ΑΠ 3/1995, ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 258/2020).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 εδ. α` και 363 εδ. α` του ΠΚ, όπως ίσχυαν πριν τον ν. 5090/2024, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Όπως δε γινόταν δεκτό από τη νομολογία, ο ισχυρισμός για το δυσφημιστικό γεγονός μπορούσε να γίνει και με κατάθεση δικογράφου ή με επίδοση εξωδίκου μέσω δικαστικού επιμελητή, οπότε γνώση των ισχυρισμών, που περιέχονταν σ` αυτό, λάμβαναν οι δικαστές, ο εισαγγελέας, οι υπάλληλοι της γραμματείας, ο δικαστικός επιμελητής και γενικά όλα τα πρόσωπα, τα οποία, από καθήκον, λάμβαναν γνώση του περιεχομένου του. Δηλαδή, στην έννοια του τρίτου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβανόταν οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κ.λ.π., που έλαβαν γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αρκεί το γεγονός να ήταν επιλήψιμο γι` αυτόν, στον οποίο αποδιδόταν (Ολ. ΑΠ 3/2021, ΑΠ 174/2023, ΑΠ 1489/2022). Ήδη, δυνάμει των άρθρων 54 και 138 παρ. 1 του ν. 5090/2024, από 1-5-2024 το άρθρο 363 του ΠΚ τροποποιήθηκε ως ακολούθως: "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης". Με τη νέα αυτή διάταξη, πέραν της κατάργησης της απλής δυσφήμησης, ορίζεται για τη συκοφαντική δυσφήμηση ότι, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης, εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρισης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι, που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 5090/2024). Η ως άνω ρύθμιση, που αποδεσμεύει την έκφραση των απόψεων και ισχυρισμών των διάδικων μερών, ενόψει δίκης ή κατά τη διάρκεια της δίκης, γραπτώς ή προφορικώς, από το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ασφαλώς έχει εφαρμογή και στους δικηγόρους, οι οποίοι, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών των διαδίκων, που αφορούν είτε στις υποθέσεις, που χειρίζονται οι ίδιοι, είτε άλλες υποθέσεις, που παρακολουθούν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, αναμένοντας την εκδίκαση των υποθέσεων, στις οποίες παρίστανται οι ίδιοι (ΑΠ 959/2024). Όπως δε ορίζεται στον Δικηγορικό Κώδικα (ν. 4194/2013), " Ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός. Το λειτούργημά του αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου" (άρθρ. 1 παρ. 1), "Ο δικηγόρος είναι συλλειτουργός της δικαιοσύνης. Η θέση του είναι θεμελιώδης, ισότιμη, ανεξάρτητη και αναγκαία για την απονομή της" (άρθρ. 2), επιπλέον δε, κατά το άρθρο 38 του ίδιου Κώδικα, "Ο δικηγόρος οφείλει να τηρεί αυστηρά εχεμύθεια για όσα του εμπιστεύεται ο εντολέας του κατά την ανάθεση και εκτέλεση της εντολής ή πληροφορείται κατά τη διάρκεια του χειρισμού της".

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 43/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όσον αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 98, 363-362 ΠΚ), ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος γι' αυτήν και συγκεκριμένα για το ότι: "Στην Αθήνα την 10-01-2017 και 11-01-2017 με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο γεγονότα ψευδή, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψή του, ενώ τελούσε σε γνώση του ψεύδους. Συγκεκριμένα, κατέθεσε κατά του νυν εγκαλούντος, Γ. Δ. του Α., την από 10-01-2017 με ΓΑΚ 500742/2017 και ΕΑΚ 233/2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υπέβαλε την προαναφερθείσα (υπό στοιχείο Α αναλυτικώς περιγραφόμενη) υπ' ΑΒΜ:Γ2017/73 από 11-01-2017 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, με τις οποίες (αγωγή και έγκληση) ισχυριζόταν τα προεκτεθέντα στο υπό στοιχείο Α. Οι ισχυρισμοί αυτοί, των οποίων έλαβαν γνώση ο αρμόδιος Δικαστής Αθηνών, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών και (κατόπιν διαβίβασης λόγω κατά τόπον αρμοδιότητας) ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Νάξου αλλά και όλοι οι παράγοντες της πολιτικής και ποινικής διαδικασίας που ανέγνωσαν τις ανωτέρω αγωγή και έγκληση, σαφώς μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του νυν εγκαλούντος Γ. Δ. του Α. (αφού τον παρουσιάζουν ως άτομο που στερείται ηθικών αναστολών και εξαπατά με ψέματα το Δικαστήριο/ΣΤΕ, δυσφημώντας έναν συμπολίτη και γείτονά του), ήταν ψευδείς και ο κατηγορούμενος το γνώριζε". Δηλαδή, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για την κατ' εξακολούθηση συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του εγκαλούντος Γ. Δ., που έλαβε χώρα με την κατ' αυτού άσκηση της από 10-01- 2017 με ΓΑΚ 500742/2017 και ΕΑΚ 233/2017 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με την υποβολή της υπ' ΑΒΜ:Γ2017/73 από 11-01- 2017 έγκλησης ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, διαβιβασθείσας στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Νάξου λόγω αρμοδιότητας, καθόσον ο Δικαστής του παραπάνω Δικαστηρίου, οι ως άνω Εισαγγελείς και όλοι οι παράγοντες της πολιτικής και ποινικής διαδικασίας, που επιλήφθηκαν των σχετικών υποθέσεων έλαβαν γνώση των συκοφαντικών περιστατικών, που περιλαμβάνονταν στην αγωγή και την έγκληση". Όμως, όπως προεκτέθηκε, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης υπ' αριθ. 43/1-4-2024 και συγκεκριμένα από την 1-5-2024 η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, κατέστη ανέγκλητη. Ενόψει αυτών και, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, το παρόν Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, όπως και ο αναιρεσείων αιτείται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό, που αφορά στην πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και να κηρύξει αθώο τον αναιρεσείοντα για την πράξη αυτή (ΑΠ 752/2024).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, περί ψευδούς καταμήνυσης, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, ως οδηγούσα σε ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, εφόσον είναι επιεικέστερη ως προς την υποκειμενική της υπόσταση και την απειλούμενη ποινή (ΑΠ 997/2024, ΑΠ 1301/2023, ΑΠ 75/2023), "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται: α) καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά δηλαδή είτε με τον τύπο του άρθρου 42 ΚΠΔ είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον αρχής, γ) η καταμήνυση να αναφέρεται στην τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να αφορά σε άλλον, που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, ε) η καταμήνυση να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής και στ) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά τον χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στον σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί σχετικά με το ψευδές της καταμήνυσης, στοιχείο για το οποίο απαιτείται τουλάχιστον αναγκαίος δόλος. Το έγκλημα είναι τυπικό και τελείται με την περιέλευση στην αρχή της μήνυσης, αναφοράς κ.λπ., ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης ή αν ο καταμηνυθείς τελικώς απαλλάχθηκε. Το περιεχόμενο της καταμήνυσης πρέπει να είναι αντικειμενικά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση (ΑΠ 1301/2023, ΑΠ 861/2021, ΑΠ 588/2021, ΑΠ 607/2016).

Η καταμήνυση δε, προκειμένου για αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα, δεν νοείται υπό την τεχνική έννοια της μήνυσης, αλλά θεωρείται ως κάθε εκδήλωση, που είναι κατάλληλη να δώσει στην αρχή αφορμή για δίωξη (ΑΠ 588/2021). Δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί κατηγορία για ψευδή καταμήνυση, μόνο αν, από το περιεχόμενο αυτών που εκτίθενται στη μήνυση ή την έγκληση και κατά τρόπον ώστε να μη παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε και με την, κατά το άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ, προκαταρκτική εξέταση, προκύπτει το ακαταδίωκτο της καταγγελλόμενης πράξης για οποιονδήποτε λόγο (ΑΠ 1216/2023, ΑΠ 588/2021, ΑΠ 689/2018). Ο δόλος, δηλαδή η γνώση του ψευδούς της καταμήνυσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται αυτή (ΑΠ 861/2021, ΑΠ 104/2021, ΑΠ 77/2021). Δεν είναι αναγκαία, όμως, η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη (ΑΠ 1301/2023, ΑΠ 1705/2019, ΑΠ 487/2019). Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει, επίσης, να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός καταδίωξης του μηνυθέντος (ΑΠ 900/2024, ΑΠ 771/2024, ΑΠ 711/2024).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος για τα στοιχεία αυτά απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Εξάλλου, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 43/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί κατάθεση υποστηρίζοντος την κατηγορία, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο πολιτικώς ενάγων είναι κύριος ενός οικοπέδου επιφανείας 6.041,79 τμ που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ..., εντός του οποίου λειτουργεί, από το έτος 2015, τουριστικό κατάλυμα με την επωνυμία "ΜΕSSES" δυναμικότητας οκτώ (8) δωματίων, υπαγόμενο στην κατηγορία τριών (3) κλειδιών. Έμπροσθεν του ακινήτου αυτού, βρίσκεται, στην ίδια θέση, ακίνητο επιφανείας 6.105,08 τμ, το οποίο ανήκει στον κατηγορούμενο. Αναφορικά με το τελευταίο αυτό ακίνητο της κυριότητας του κατηγορουμένου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. 4021/2016/07.07.2016 απόφαση του Τμήματος Ανάπτυξης της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Κυκλάδων της Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης της Περιφερειακής Ενότητας Θήρας της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, με θέμα "Χορήγηση Άδειας Μηχανολογικής Εγκατάστασης στην υπό ίδρυση δραστηριότητα με αντικείμενο "Μονάδα κατασκευής μεταλλικών προϊόντων με εξαίρεση τα μηχανήματα και τα είδη εξοπλισμού" στη θέση Κατοικίες της Δημοτικής Κοινότητας Φηρών Θήρας Δήμου Θήρας, ΠΕ Θήρας, Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου" [ΑΔΑ: ΩΞΘ87ΛΞ-ΓΕ6], δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στον κατηγορούμενο άδεια εγκατάστασης μονάδας κατασκευής μεταλλικών προϊόντων εντός του ακινήτου του. Ακολούθως, εξεδόθη η υπ' αριθμ. ....2016 άδεια δόμησης της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Θήρας, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στον κατηγορούμενο άδεια για την ανέγερση της προεκτεθείσας μονάδας κατασκευής μεταλλικών προϊόντων, συνολικής επιφάνειας 1.996,61 τμ εντός του ίδιου ακινήτου του. Την έκδοση των ανωτέρω διοικητικών πράξεων πληροφορήθηκε ο πολιτικώς ενάγων στις 21.9.2016 και ακολούθως άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την από 15.11.2016 και υπ' αριθμ. καταθ. 3972/21.11.2016 αίτηση ακυρώσεως κατά της Περιφερειακής Ενότητας Θήρας και του Δήμου Θήρας, για την ακύρωση της υπ' αριθμ. πρωτ. 4021/2016/07.07.2016 απόφασης χορήγησης άδειας και της υπ' αριθμ. ....2016 άδειας δόμησης ως και κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης καθώς, κατά τους ισχυρισμούς του πολιτικώς ενάγοντος, εξεδόθησαν κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος και του π.δ. της 16/02/1990, ως αντικαταστάθηκε και ισχύει, στη δίκη δε αυτή παρενέβη ο κατηγορούμενος. Συγχρόνως δε, ο πολιτικώς ενάγων άσκησε και την υπ' αριθμ. καταθ. 363/2016 αίτηση αναστολής εκτέλεσης των ιδίων ως άνω πράξεων, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, αιτούμενος παράλληλα και την χορήγηση προσωρινής διαταγής για την αναστολή των εργασιών, επικαλούμενος δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη από την άμεση εκτέλεση των προσβαλλομένων πράξεων. Επί της αιτήσεως αυτής, την 21η/12/2016, χορηγήθηκε προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης "...της άδειας δόμησης και της άδειας μηχανολογικής εγκατάστασης, ενόψει των συνεπειών που προκαλούνται τόσο στον αιτούντα όσο και στο δικαιούχο των αδειών από την ολοκλήρωση της εγκατάστασης χωρίς να έχει διευκρινισθεί η έννοια του ισχύοντος στην περιοχή κανονιστικού καθεστώτος. Η εκτέλεση των πράξεων θα επαγόταν για τον δικαιούχο των αδειών τον κίνδυνο επιγενόμενης ακυρώσεως και τις εντεύθεν αβεβαιότητες και οικονομικούς κινδύνους...". Κατόπιν τούτων, ο κατηγορούμενος προέβη στην υποβολή της από 11.01.2017 και με ΑΒΜ Γ 2017/73 έγκλησής του στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά του πολιτικώς ενάγοντος, ισχυριζόμενος ότι αυτός τέλεσε σε βάρος του τα ποινικά αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ και της απάτης επί Δικαστηρίω του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, δηλώνοντας ταυτόχρονα την παράστασή του ως πολιτικώς ενάγων. Στην έγκληση αυτή ανέφερε ότι ο εγκαλούμενος την 4-11-2016 κατέθεσε αίτηση θεραπείας ενώπιον του Τμήματος Έκδοσης Αδειών Δόμησης του Δήμου Θήρας Κυκλάδων, με την οποία ζητούσε την ανάκληση της υπ' αριθμ. ....2016 άδειας δόμησης, που είχε εκδοθεί σε ακίνητο του εγκαλούντα στην περιοχή "Κατοικίες" της Δημοτικής Κοινότητας Φηρών. Στη συνέχεια και δη την 17.11.2016 ο εγκαλούμενος κατέθεσε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακύρωσης της υπ' αριθμ. 4021/2016/7.7.2016 απόφασης του Τμήματος Ανάπτυξης της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Κυκλάδων της Περιφερειακής Ενότητας Θήρας και της ως άνω αναφερθείσας υπ' αριθμ. ....2016 άδειας δόμησης του Δήμου Θήρας και κάθε άλλης σχετικής πράξης ή παράλειψης της Διοικήσεως. Επιπροσθέτως ο εγκαλούμενος κατέθεσε στο ΣΤΕ και την 1η .11.2016 αίτηση αναστολής. Όπως αναφέρεται στην έγκληση, ο εγκαλούμενος φέρεται να διαστρέβλωσε την αλήθεια με αποτέλεσμα να πετύχει με εκδοθείσα προσωρινή διαταγή του ΣτΕ περί αναστολής εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών που εκτελούσε ο εγκαλών για 25 ημέρες. Από τις ενέργειες αυτές ο εγκαλούμενος ζημίωσε την περιουσία του εγκαλούντα προς όφελος της δικής του τουριστικής επιχείρησης που διατηρεί δίπλα στο ακίνητο που γίνονταν οι εργασίες. Ο εγκαλούμενος στην ως άνω αίτησή του αναφέρει ότι με βάση το ΠΔ της 16.12.1990 περί επιτρεπομένων και μη ανεγέρσεων διαφόρων εγκαταστάσεων στην περιοχή που ο εγκαλών πραγματοποιούσε οικοδομικές εργασίες με την ως άνω άδεια, δεν μπορούσαν να εκτελεστούν νόμιμα οι εργασίες αυτές. Ειδικότερα, ο εγκαλών αναφέρει ότι ο ίδιος ανήγειρε μονάδα ελαφρών μεταλλικών προϊόντων και ήπια βιοτεχνική μονάδα και όχι, όπως ισχυρίζεται ο εγκαλούμενος βιομηχανική μονάδα κατασκευής μεταλλικών προϊόντων. Επομένως, κατά τον εγκαλούντα, στην αίτηση αναστολής ενώπιον του ΣτΕ ο εγκαλούμενος μεταχειρίστηκε ψευδείς ισχυρισμούς για να πετύχει την αναστολή εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών για 25 ημέρες. Ο εγκαλούμενος κατέθεσε την ως άνω αίτηση θεραπείας αιτούμενος την ανάκληση της ως άνω άδειας δόμησης που είχε εκδοθεί κατόπιν αίτησης του εγκαλούντα. Επί της αιτήσεως αυτής η αρμόδια Υπηρεσία, με το από 25.10.2016 έγγραφό της δεν απάντησε στο αίτημά του αλλά ζήτησε κάποια επιπρόσθετα στοιχεία προκειμένου να αποφανθεί. Μετά από αυτά, ο εγκαλούμενος υπέβαλε αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ και αίτηση αναστολής κατά τα ως άνω αναφερθέντα. Ο εγκαλών ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η επιχείρησή του, σε αντίθεση με όσα αναφέρει ο εγκαλούμενος, καλύπτει τοπικές ανάγκες στην Σαντορίνη, ότι η βιοτεχνία του εγκαλούντα λειτουργεί για 20 έτη και έχει συμβάλει στην τουριστική και καλαίσθητη ανάπτυξη σε μεγάλο αριθμό παραδοσιακών κτηρίων του νησιού καθώς και σε κτήρια γραφείων. Η βιοτεχνική μονάδα του εγκαλούντα περιλαμβάνεται στις επιτρεπόμενες χρήσεις στην Σαντορίνη. Ο εγκαλούμενος, ψευδώς, κατά τον εγκαλούντα ισχυρίστηκε ότι η ως άνω άδεια οικοδομής χορηγήθηκε για ακίνητο που είναι άμπελος. Κατά τον εγκαλούντα, ο όρος "αμπελώνας" που περιέχεται σε παλαιούς τίτλους ιδιοκτησίας ταυτίζεται με τον όρο "αγροτεμάχιο", ο οποίος χαρακτηρίζει ακόμα όλα τα εκτός σχεδίου ακίνητα. Η αρμόδια Υπηρεσία Αγροτικής Οικονομίας της Περιφερειακής Ενότητας Θήρας, μετά από αίτηση του εγκαλούντα χαρακτηρίζει το επίδικο ακίνητο ως άρτιο και οικοδομήσιμο, αφού δεν υπήρξε ποτέ κάποια δήλωση καλλιέργειας στην ενιαία αίτηση ενίσχυσης, όπως αναλυτικά περιγράφεται στο από 25.2.2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Ελέγχων του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο εγκαλούμενος είχε λάβει γνώση του ως άνω εγγράφου και παρόλα αυτά προσπάθησε με τις ως άνω προσφυγές του να σταματήσει μια επιχείρηση που λειτουργεί νόμιμα και απασχολεί πάνω από 20 εργαζόμενους. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 198/2018 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας "ούτε η αρμοδία για την έκδοση της βιομηχανικής αδείας Υπηρεσία ούτε εκείνη της αδείας δόμησης ερεύνησαν επαρκώς τον χαρακτήρα της έκτασης από την άποψη των οριζομένων στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του ΠΔ της 27.4.2012. Και τούτο διότι, το μεν Τμήμα Ανάπτυξης της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Κυκλάδων αρκέστηκε σε μη κρίσιμη, από την εν προκειμένω άποψη, βεβαίωση χρήσεων γης της Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου Θήρας, η οποία προσδιορίζει την θέση του ακινήτου εντός της περιοχής III. Η δε Υπηρεσία Δόμησης Δήμου Θήρας, η οποία περιορίστηκε στη βεβαίωση καλλιέργειας αμπελώνα ή αγροτικών τοπικών προϊόντων του Τμήματος Αγροτικής Οικονομίας της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας της Περιφέρειας, η οποία με τη σειρά της στηρίχτηκε σε έγγραφο Υπηρεσίας του ΟΠΕΚΕΠΕ, χωρίς να εκτιμήσει άλλα αποδεικτικά στοιχεία (συμβολαιογραφικά έγγραφα αγοραπωλησίας, αεροφωτογραφίες, μαρτυρικές καταθέσεις, βεβαιώσεις αγροτικών συνεταιρισμών ή δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος), ενώ εξάλλου η βεβαίωση καλλιέργειας και τα έγγραφα του ΟΠΕΚΕΠΕ ούτως ή άλλως δεν καλύπτουν όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 30.12.2001 και εφεξής...". Με τις σκέψεις αυτές, το ΣτΕ ακύρωσε τόσο την από 107/2016 άδεια δόμησης του Δήμου Θήρας όσο και την υπ' αριθμ. 4021 2016/7.7.3026 απόφαση του Τμήματος Ανάπτυξης Κυκλάδων της Περιφερειακής Ενότητας Θήρας. Με βάση όσα εκτέθηκαν, ο πολιτικώς ενάγων θεώρησε ότι προσβάλλονται τα συμφέροντα της τουριστικής επιχείρησης που διατηρεί δίπλα στο ακίνητο του κατηγορουμένου στο οποίο θα εκτελούνταν οικοδομικές εργασίες. Αφού δεν ευοδώθηκε η σχετική αίτηση θεραπείας αναγκάστηκε να καταφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας όπου δικαιώθηκε. Το ΣτΕ για να καταλήξει στην ως άνω απόφασή του στηρίχτηκε σε δημόσια έγγραφα. Μόνο η επίκληση ψευδών ισχυρισμών από κάποιο διάδικο δεν αρκεί για να τελεστεί το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω τετελεσμένο ή ακόμα και σε απόπειρα. Για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει, προς απόδειξη των ψευδών ισχυρισμών, να προσαχθούν πλαστά ή ψευδή αποδεικτικά μέσα. Κάτι τέτοιο όμως δεν προέκυψε στην προκειμένη υπόθεση. Επιπροσθέτως δεν προέκυψαν ενδείξεις ότι κατά τον δικαστικό αγώνα του εγκαλούμενου πολιτικώς ενάγοντος προκειμένου να δικαιωθεί τελέστηκε, μέσα από τα έγγραφα και δικόγραφα που υπέβαλε αρμοδίως, το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του εγκαλούντα. Δηλαδή αποδείχθηκε ότι δεν υπάρχουν στα έγγραφα αυτά φράσεις που μπορούν να θίξουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. Για τον λόγο αυτό εκδόθηκε η με αριθμό 2246/8.8.2019 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε, κατ' άρθρο 51 ΚΠΔ, η από 11.1.2017 έγκληση του κατηγορουμένου σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος για τα αδικήματα της απάτης επί δικαστηρίω και της συκοφαντικής δυσφήμησης, η οποία επικυρώθηκε με την από 9.12.2019 Διάταξη (αριθμ. ΠΡΦ 19-301) του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, η οποία απέρριψε προσφυγή του κατηγορουμένου κατά της απορριπτικής διάταξης 2246/8.8.2019.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αναφερόμενοι στην επίμαχη έγκληση του κατηγορουμένου ψευδείς ισχυρισμοί διατυπώθηκαν εν γνώσει του με σκοπό την εμπλοκή του εγκαλούντος στην σχετική ποινική διαδικασία που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε καταδίκη του τελευταίου για τα ως άνω αναφερόμενα ποινικά αδικήματα, σχηματιζόμενης σχετικά της υπ' ΑΒΜ: Γ2017/73 ποινικής δικογραφίας εις βάρος του. Το δικαστήριο πείθεται προς τούτο από το γεγονός ότι η επίμαχη έγκληση αποτέλεσε μέρος του σχεδίου του κατηγορουμένου προς εκφοβισμό του εγκαλούντος και άσκηση πίεσης κατ' αυτού ώστε να μην διεκδικήσει την ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων της διοίκησης που θα του επέτρεπαν την κατασκευή της μονάδας του, με σκοπό να την ολοκληρώσει και να την λειτουργήσει. Ο κατηγορούμενος, στην απολογία του, είπε στο Δικαστήριο: "....Προσπάθησα να αμυνθώ, μήπως μπορέσει να σταματήσει να με κυνηγάει...". Όμως, ο κατηγορούμενος δεν δέχθηκε κάποια επίθεση από τον πολιτικώς ενάγοντα, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια η κατάθεση του με αριθμ. κατ. 363/17.11.2016 δικογράφου ενώπιον του ΣτΕ, που περιείχε μόνο νομικά επιχειρήματα και δεν περιλάμβανε εκφράσεις που θα μπορούσαν να θίξουν την τιμή του κατηγορουμένου. Ο πολιτικώς ενάγων ανέφερε επίσης πως εκείνη την περίοδο, ο κατηγορούμενος είχε επιδοθεί στην κατάθεση σωρείας καταγγελιών σε βάρος του (περί τις 13) ενώπιον των αρχών προς έλεγχο του τουριστικού καταλύματός του από πλευράς πολεοδομικής, υγειονομικής κλπ. Επίσης, κατέθεσε πως ο κατηγορούμενος τον απειλούσε είτε κατ' ιδίαν είτε δια μέσω των γονέων του και τον εξύβριζε ενώπιον τρίτων, με σκοπό να τον εκφοβίσει. Οι παραπάνω ενέργειες του κατηγορουμένου είχαν ως σκοπό την ματαίωση της ενάσκησης των νομίμων δικαιωμάτων του πολιτικώς ενάγοντος, (βλ. ενδεικτικά την από 13.6.2017 αναφορά υγειονομικού ελέγχου προς τον Έπαρχο Θήρας, την από 16.05.2017 αναφορά προς την Περιφέρεια Ν. Αιγαίου - Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας Κυκλάδων που προσκομίζονται), ενώ οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, οι οποίοι περιέχονται στην ως άνω επίδικη έγκληση, επουδενί δεν χρησιμοποιήθηκαν προς προάσπιση των εννόμων συμφερόντων του, ούτε λόγω του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του για την έκβαση της διοικητικής διαφοράς. Επομένως, ο κατηγορούμενος είχε δόλο διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται και ο ισχυρισμός του πως πρέπει να κηρυχθεί αθώος της κατηγορίας της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εφαρμογή των άρθρων 366 παρ.1 ΠΚ και 367 παρ.1 εδ. γ' ΠΚ κρίνεται απορριπτέος στην ουσία του. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης όσον αφορά την πλήρωση των προϋποθέσεων ανοικοδόμησης στο ακίνητο του, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί αληθής, δεν ματαιώνει τον δόλο του, ενόψει των εκφράσεων και της καταφατικότητας που χρησιμοποίησε. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των πράξεων που του αποδίδονται, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρ. 229 παρ. 1 ΠΚ) και, αφού του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ), του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών για την πράξη αυτή (πλέον της ποινής φυλάκισης των οκτώ (8) μηνών, που του επέβαλε για την προαναφερόμενη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης), ενώ ανέστειλε επί τριετία τη συνολική ποινή φυλάκισης των δώδεκα (12) μηνών, με το ακόλουθο διατακτικό: "....στην Αθήνα την 11-01-2017 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την υπ' ΑΒΜ: Γ2017/73 από 11-01-2017 έγκληση εις βάρος του νυν εγκαλούντος Γ. Δ. του Α. υποστηρίζοντας ψευδώς ότι ο νυν εγκαλών στην Αθήνα την 17-11-2016: α) τέλεσε το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω, ήτοι ότι κατέθεσε ενώπιον του ΣτΕ την υπ' αρ. 363/17-11-2016 αίτηση αναστολής και με ψευδείς ισχυρισμούς εξαπάτησε την Πρόεδρο του Ε' Τμήματος του ΣτΕ, η οποία πεισθείσα από τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς, εξέδωσε προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών σε ακίνητο του νυν κατηγορουμένου στα Φηρά Θηρών με αποτέλεσμα ο νυν κατηγορούμενος να ζημιωθεί παράνομα, οι δε ψευδείς ισχυρισμοί του νυν εγκαλούντος συνίσταντο δήθεν στο ότι η μονάδα του κατηγορουμένου συνιστά βιομηχανική μονάδα κατασκευής μεταλλικών προϊόντων, ότι δεν καλύπτει τοπικές ανάγκες και δεν περιλαμβάνεται στις επιτρεπόμενες κατά νόμο χρήσεις και ότι δια της ανέγερσής της παραβιάζονται οι διατάξεις του Π.Δ. 27/04/2012, καθ' ότι η υπ' αρ. 107/2016 χορηγηθείσα στον κατηγορούμενο άδεια οικοδόμησης αφορά ακίνητο άμπελο και β) ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης εις βάρος του νυν κατηγορουμένου, ήτοι ότι ο εγκαλών ισχυρίστηκε με την ανωτέρω υπ' αρ. 363/17-11-2016 αίτηση αναστολής ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου εν γνώσει του ψευδώς ότι ο νυν κατηγορούμενος εξέδωσε παρανόμως την υπ' αρ. 107/2016 άδεια οικοδόμησης παρά τις διατάξεις περί διαφύλαξης του φυσικού κάλλους της Σαντορίνης και παραβιάζοντας εν γνώσει διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, προσβάλλοντας με αυτούς τους ισχυρισμούς την υπόληψη του νυν κατηγορουμένου ως δημότη και επιχειρηματία της νήσου Θήρας. Τα αναφερόμενα στην επίμαχη έγκληση του κατηγορουμένου ήταν εν γνώσει του ψευδή και στερούνταν ουσιαστικής βασιμότητας, σκοπό δε είχαν την εμπλοκή του νυν εγκαλούντος σε σχετική ποινική διαδικασία που ενδεχομένως οδηγούσε σε καταδίκη του τελευταίου για τα ως άνω αναφερόμενα ποινικά αδικήματα, αποτέλεσμα το οποίο επετεύχθη με το σχηματισμό της υπ' ΑΒΜ: Γ2017/73 ποινικής δικογραφίας εις βάρος του νυν εγκαλούντος, η οποία, όμως, απερρίφθη με την υπ' αρ. 2246/19 Διάταξη (κατ' άρθ. 51 ΚΠΔ) του Εισαγγελέα Πλημ/κων Αθηνών). Κατά της τελευταίας ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. ΠΡΦ19-301 Διάταξη".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα, σε τί συνίστανται τα ψευδή των ισχυρισμών, που περιέχονταν στην επίμαχη έγκληση του κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος, και ποια ήταν τα αντίστοιχα αληθή. Επίσης, ενώ το Δικαστήριο δέχεται ορθώς ότι μόνο η επίκληση ψευδών ισχυρισμών από κάποιον διάδικο δεν αρκεί για να τελεσθεί το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω, τετελεσμένο ή ακόμα και σε απόπειρα, αλλά απαιτείται και η προσκομιδή αναληθών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1063/2023, ΑΠ 354/2023), πράξη, για την οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος ψευδώς καταμήνυσε τον εγκαλούντα ότι τέλεσε, με την εκ μέρους του κατάθεση, ενώπιον του ΣτΕ, της υπ' αριθμ. 363/17-11-2016 αίτησης αναστολής, στηριζόμενης σε ψευδείς ισχυρισμούς (ότι η μονάδα του κατηγορουμένου συνιστά βιομηχανική μονάδα κατασκευής μεταλλικών προϊόντων, ότι δεν καλύπτει τοπικές ανάγκες, ότι δεν περιλαμβάνεται στις επιτρεπόμενες κατά νόμο χρήσεις και ότι με την ανέγερσή της παραβιάζονται οι διατάξεις του ΠΔ 27/4/2012, καθόσον η υπ' αριθμ. 107/2016 χορηγηθείσα στον κατηγορούμενο άδεια οικοδόμησης αφορά ακίνητο άμπελο), βάσει των οποίων εξαπατήθηκε η Πρόεδρος του Ε' Τμήματος του ΣτΕ, η οποία εξέδωσε προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών, ουδόλως δέχεται συγχρόνως ότι, κατά την καταγγελία, αυτό επιτεύχθηκε με την προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων εκ μέρους του εγκαλούντος. Επίσης, το Εφετείο δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ' ούτε και στο διατακτικό της, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την από τον αναιρεσείοντα, κατά τις παραδοχές της, γνώση της αναλήθειας των καταμηνυθέντων, καίτοι η γνώση αυτή δεν είναι αυτονόητη από όσα στο σκεπτικό και το διατακτικό εκτίθενται. Ειδικότερα, το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο περιορίσθηκε στην αναφορά, της εκ μέρους του κατηγορουμένου, υποβολής ψευδούς έγκλησης σε βάρος του εγκαλούντος και απλής γνώσης του ψεύδους των καταγγελθέντων, χωρίς να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένα περιστατικά, που να θεμελιώνουν την από τον αναιρεσείοντα γνώση της αναλήθειας των περιλαμβανομένων στην έγκληση. Συγκεκριμένα, ως προς το στοιχείο του άμεσου δόλου, δηλαδή της γνώσης, η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, τις περιεχόμενες στον νόμο φράσεις, ότι : "οι αναφερόμενοι στην επίμαχη έγκληση του κατηγορουμένου ψευδείς ισχυρισμοί διατυπώθηκαν εν γνώσει του με σκοπό την εμπλοκή του εγκαλούντος στη σχετική ποινική διαδικασία..", "ο κατηγορούμενος είχε δόλο διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται..." και ο αναιρεσείων "εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις...υπέβαλε...έγκληση εις βάρος του νυν εγκαλούντος...υποστηρίζοντας ψευδώς...τα αναφερόμενα στην επίμαχη έγκληση του κατηγορουμένου ήταν εν γνώσει του ψευδή και στερούνταν ουσιαστικής βασιμότητας", χωρίς όμως να εκθέσει συστηματικά και να αιτιολογήσει από ποια συγκεκριμένα περιστατικά συνάγεται η γνώση του αυτή, σε σχέση με την αναλήθεια των περιστατικών, τα οποία ο κατηγορούμενος κατήγγειλε, με την από 11-1-2017 έγκλησή του, ότι τέλεσε ο εγκαλών, γνώση, η οποία άλλωστε δεν προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης, ούτε θεωρείται αυτονόητη, καθόσον μάλιστα, σε σχέση με τους ως άνω φερόμενους ως ψευδείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο δέχεται ότι η αρμόδια Υπηρεσία Αγροτικής Οικονομίας της Περιφερειακής Ενότητας Θήρας χαρακτηρίζει το επίδικο ακίνητο ως άρτιο και οικοδομήσιμο, αφού δεν υπήρξε ποτέ κάποια δήλωση καλλιέργειας στην ενιαία αίτηση ενίσχυσης, όπως αναλυτικά περιγράφεται στο από 25-2-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Ελέγχων του ΟΠΕΚΕΠΕ. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά στην πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, είναι βάσιμος.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς το σκέλος της, με το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 368 εδ. β' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη αν κριθεί και ένας λόγος βάσιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αποδιδόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 ΠΚ) έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα και φέρεται ότι τελέσθηκε στις 11-1-2017. Από τον χρόνο τέλεσής της μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (11-3-2025) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, με συνέπεια να έχει εξαλειφθεί το αξιόποινό της λόγω παραγραφής. Με τα δεδομένα αυτά και, εφόσον έγινε δεκτός ως βάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για την ως άνω πράξη, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης αυτής αναφερόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 43/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, Γ. Ξ. του Ν., κατοίκου ..., λόγω παραγραφής, του ότι: "....στην Αθήνα την 11-01-2017 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την υπ' ΑΒΜ: Γ2017/73 από 11-01-2017 έγκληση εις βάρος του νυν εγκαλούντος Γ. Δ. του Α. υποστηρίζοντας ψευδώς ότι ο νυν εγκαλών στην Αθήνα την 17-11-2016: α) τέλεσε το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω, ήτοι ότι κατέθεσε ενώπιον του ΣτΕ την υπ' αρ. 363/17-11-2016 αίτηση αναστολής και με ψευδείς ισχυρισμούς εξαπάτησε την Πρόεδρο του Ε' Τμήματος του ΣτΕ, η οποία πεισθείσα από τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς, εξέδωσε προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών σε ακίνητο του νυν κατηγορουμένου στα Φηρά Θηρών με αποτέλεσμα ο νυν κατηγορούμενος να ζημιωθεί παράνομα, οι δε ψευδείς ισχυρισμοί του νυν εγκαλούντος συνίσταντο δήθεν στο ότι η μονάδα του κατηγορουμένου συνιστά βιομηχανική μονάδα κατασκευής μεταλλικών προϊόντων, ότι δεν καλύπτει τοπικές ανάγκες και δεν περιλαμβάνεται στις επιτρεπόμενες κατά νόμο χρήσεις και ότι δια της ανέγερσής της παραβιάζονται οι διατάξεις του Π.Δ. 27/04/2012, καθ' ότι η υπ' αρ. 107/2016 χορηγηθείσα στον κατηγορούμενο άδεια οικοδόμησης αφορά ακίνητο άμπελο και β) ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης εις βάρος του νυν κατηγορουμένου, ήτοι ότι ο εγκαλών ισχυρίστηκε με την ανωτέρω υπ' αρ. 363/17-11-2016 αίτηση αναστολής ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου εν γνώσει του ψευδώς ότι ο νυν κατηγορούμενος εξέδωσε παρανόμως την υπ' αρ. 107/2016 άδεια οικοδόμησης παρά τις διατάξεις περί διαφύλαξης του φυσικού κάλλους της Σαντορίνης και παραβιάζοντας εν γνώσει διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, προσβάλλοντας με αυτούς τους ισχυρισμούς την υπόληψη του νυν κατηγορουμένου ως δημότη και επιχειρηματία της νήσου Θήρας. Τα αναφερόμενα στην επίμαχη έγκληση του κατηγορουμένου ήταν εν γνώσει του ψευδή και στερούνταν ουσιαστικής βασιμότητας, σκοπό δε είχαν την εμπλοκή του νυν εγκαλούντος σε σχετική ποινική διαδικασία που ενδεχομένως οδηγούσε σε καταδίκη του τελευταίου για τα ως άνω αναφερόμενα ποινικά αδικήματα, αποτέλεσμα το οποίο επετεύχθη με το σχηματισμό της υπ' ΑΒΜ: Γ2017/73 ποινικής δικογραφίας εις βάρος του νυν εγκαλούντος, η οποία, όμως, απερρίφθη με την υπ' αρ. 2246/19 Διάταξη (κατ' άρθ. 51 ΚΠΔ) του Εισαγγελέα Πλημ/κων Αθηνών). Κατά της τελευταίας ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. ΠΡΦ19-301 Διάταξη".

Κηρύσσει αθώο τον ως άνω αναιρεσείοντα για το ότι: "Στην Αθήνα την 10-01-2017 και 11-01-2017 με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο γεγονότα ψευδή, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψή του, ενώ τελούσε σε γνώση του ψεύδους. Συγκεκριμένα, κατέθεσε κατά του νυν εγκαλούντος, Γ. Δ. του Α., την από 10-01-2017 με ΓΑΚ 500742/2017 και ΕΑΚ 233/2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υπέβαλε την προαναφερθείσα υπ' ΑΒΜ:Γ2017/73 από 11-01-2017 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, με τις οποίες (αγωγή και έγκληση) ισχυριζόταν τα προεκτεθέντα ανωτέρω. Οι ισχυρισμοί αυτοί, των οποίων έλαβαν γνώση ο αρμόδιος Δικαστής Αθηνών, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών και (κατόπιν διαβίβασης λόγω κατά τόπον αρμοδιότητας) ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Νάξου αλλά και όλοι οι παράγοντες της πολιτικής και ποινικής διαδικασίας, που ανέγνωσαν τις ανωτέρω αγωγή και έγκληση, σαφώς μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του νυν εγκαλούντος Γ. Δ. του Α. (αφού τον παρουσιάζουν ως άτομο που στερείται ηθικών αναστολών και εξαπατά με ψέματα το Δικαστήριο/ΣτΕ, δυσφημώντας έναν συμπολίτη και γείτονά του), ήταν ψευδείς και ο κατηγορούμενος το γνώριζε".

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή