ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 717/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 717/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 717/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 717 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 717/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνη Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειδαρά, για αναίρεση της υπ'αριθ. 52/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Σ. Μ. του Δ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 14 Μαΐου 2024 και με αριθ.πρωτ. 7/2024 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 15.11.2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την, περί μετατροπής της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως σε χρηματική ποινή, διάταξή της να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, να απορριφθεί η αίτηση κατά τα λοιπά και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 13/5/2024 αίτηση του Π. Π. του Σ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 52/2024 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή προς (5) ευρώ ημερησίως, έχει ασκηθεί νομότυπα από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο για την άσκηση της πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Γεώργιο Σιγουράκο, με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου (άρθρο.466 παρ.1, 474 παρ.1) και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογεγραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ.α του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 23/7/2024 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 14/5/2024, πριν από την ως άνω καταχώρηση της απόφασης (473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ). Τυγχάνει επίσης παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο προς τούτο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Θ ΚΠΔ, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας (άρ.462 παρ.1β, 464, 474 παρ.4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ). Νομότυπα και εμπρόθεσμα έχει ασκηθεί και ο από 15/11/2024 πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1Δ ΚΠΔ, που κατέθεσε, ο ίδιος ο αναιρεσείων ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 15/11/2024 , δηλαδή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο για τη συζήτηση της ως άνω αναίρεσης (άρθρο 509 ΚΠΔ) Πρέπει επομένως η αίτηση αναίρεσης, συνεκδικαζόμενη, λόγω συνάφειας, με τον πρόσθετο λόγο, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, ερήμην, αλλά ωσεί παρόντος του υποστηρίζοντος την κατηγορία (άρθ. 515 § 2 εδ. α` ΚΠΔ), ο οποίος κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για την δικάσιμο της 4/12/2024 (σχετ.το από .../2024 αποδεικτικό επίδοσης του Αστυνομικού του Α.Τ Τρικάλων Θ. Κ.), κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ (όπως ισχύει και μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 92 του Ν.4855/2021) για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας, απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος αυτό β) εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή, η παράσταση δε ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και τη συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος (ΑΠ 944/2024, ΑΠ 971/2023, ΑΠ 465/2023, ΑΠ 787/2022). Η κατά τα άνω παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) οι οποίοι κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, και διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Οι δύο πρώτοι τρόποι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα, τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη, νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους. Περιουσία, νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον, διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διάθεσης που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, κατά προεκτεθέντα, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής διάθεσης στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη (ΑΠ 944/2024, ΑΠ 971/2023, ΑΠ 787/2022, ΑΠ 892/2021). Αιτιώδης δε, σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 156/2023, ΑΠ 1180/2023, ΑΠ 465/2023). Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του παραπλανηθέντα. (ΑΠ 475/2023). Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα εξ αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ή από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή (ΑΠ 560/2023 ΑΠ 481/2022, 520/2022, 1/2020), αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, κατ` επιλογή (ΟΛΑΠ 3/2012, ΑΠ 560/2023, ΑΠ 520/2022, ΑΠ 481/2020) αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ` αυτήν, γιατί δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 900/2022, ΑΠ 326/2021 504/2020). Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε υπάρχει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1/2020, ΑΠ 950/2019). Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στην περίπτωση αυτή με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 1155/2022, ΑΠ 363/2020, ΑΠ 41/2020). Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1160/2023, ΑΠ 846/2023, ΑΠ 756/2023, ΑΠ 321/2023, ΑΠ 753/2023, ΑΠ 544/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 52/2024 αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι, Π. Π. του Σ., κάτοικος ... (οδός ...), και Μ. Δ. του Α., κάτοικος ..., στα Τρίκαλα, κατά τον Ιανουάριο του έτους 2008, πρότειναν στον εγκαλούντα, Σ. Μ., να συμμετάσχει στην ατομική επιχείρηση επίπλων με την επωνυμία "Α. Δ." και το διακριτικό τίτλο "...", την οποία εκμεταλλευόταν η σύζυγος του 1ου κατηγορουμένου, Π. Π. και στην οποία ο 2ος κατηγορούμενος, Μ. Δ., ήταν αφανής εταίρος. Επίσης, κατά τον Ιανουάριο του έτους 2008, ο 1ος κατηγορούμενος πρότεινε στον εγκαλούντα να συμμετάσχει και σε άλλη επιχείρηση, η οποία είχε ως αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία ανταλλακτικών αυτοκινήτων και πρόσφατα είχε ξεκινήσει αυτός την εκμετάλλευση της. Προκειμένου δε να πείσουν τον εγκαλούντα να συμμετάσχει στην ανωτέρω επιχείρηση επίπλων, οι δύο κατηγορούμενοι παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι ο ετήσιος τζίρος της επιχείρησης ξεπερνούσε το χρηματικό ποσό των 500^000 ευρώ ετησίως .Σχετικά με τη δεύτερη επιχείρηση(εισαγωγής και εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων)ο πρώτος κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον εγκαλούντα ότι αυτός (1ος κατηγορούμενος), μετά τους απαραίτητους ελέγχους που είχε ήδη κάνει, διαπίστωσε ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση, αφού δήθεν διέθετε διασυνδέσεις με εμπόρους και προμηθευτές.

Περαιτέρω, και οι δύο κατηγορούμενοι παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι ο 2ος κατηγορούμενος διατηρεί μια ιδιαίτερα επικερδή επιχείρηση εστίασης στο ... με την επωνυμία "...", ότι διέθεταν μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία, ότι είναι οικονομικά φερέγγυοι και μεγάλης οικονομικής επιφάνειας, αφού ο 1ος κατηγορούμενος είναι στρατιωτικός και η σύζυγος του διατηρεί την ανωτέρω επιχείρηση επίπλων με τον διακριτικό τίτλο "...", και ότι ο 2ος κατηγορούμενος έχει πολλά έσοδα από την επιχείρηση εστίασης "...". Οι δύο κατηγορούμενοι εκμεταλλεύτηκαν την εμπιστοσύνη που έδειξε ο εγκαλών προς αυτούς (εξαιτίας του γεγονότος ότι ο εγκαλών είχε άριστες οικογενειακές σχέσεις με τον 1ο κατηγορούμενο, από αρκετά χρόνια), και ο μεν πρώτος κατηγορούμενος τον έπεισε να του καταβάλει, την 1η Φεβρουάριου του έτους 2008, το ποσό των 50.000 ευρώ, για να συμμετάσχει ως εταίρος στην ανωτέρω επιχείρηση εισαγωγής ανταλλακτικών, ενώ και οι δύο κατηγορούμενοι, τον έπεισαν να τους καταβάλει, στις 4 Φεβρουαρίου του έτους 2008, το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ, για να συμμετάσχει ως εταίρος στην επιχείρηση επίπλων με την επωνυμία "Α. Δ.". Μάλιστα, προηγουμένως, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2007, οι κατηγορούμενοι, αφού επικαλέστηκαν προσωρινή έλλειψη ρευστότητας, έπεισαν τον εγκαλούντα να εκδώσει και να τους παραδώσει τέσσερις μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές ευκολίας, συνολικού ποσού 24.000 ευρώ, σε διαταγή της ανωτέρω επιχείρησης της συζύγου του 1ου κατηγορούμενου με την επωνυμία "Α. Δ.". Συγκεκριμένα, ο εγκαλών εξέδωσε την υπ' αριθμόν ... επιταγή, με ημερομηνία 31-3-2008, ποσού 6.000 ευρώ, την υπ' αριθμόν ... επιταγή, με ημερομηνία 30-4-2008, ποσού 8.000 ευρώ, την υπ' αριθμόν ... επιταγή, με ημερομηνία 30-5-2008, ποσού 6.000 ευρώ και την υπ' αριθμόν ... επιταγή με ημερομηνία 30-6-2008, ποσού 4.000 ευρώ, πληρωτέες όλες από τον υπ' αριθμόν ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο εγκαλών στη Συνεταιριστική Τράπεζα Τρικάλων, προκειμένου να τις προεξοφλήσουν οι κατηγορούμενοι σε τράπεζα, στην οποία τηρούσε η επιχείρηση ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, για να λάβει η επιχείρηση μετρητά χρήματα. Τις ανωτέρω επιταγές πλήρωσε ο εγκαλών, πλην της τελευταίας, υπ' αριθμόν ... επιταγής, ποσού 4.000 ευρώ, την οποία πλήρωσαν οι κατηγορούμενοι. Επίσης, κατά τον Μάρτιο του έτους 2008, ο εγκαλών, μολονότι δεν είχε καταστεί ακόμη συμμέτοχος (εταίρος) σε καμία από τις ανωτέρω δύο επιχειρήσεις, εξέδωσε και παρέδωσε στους κατηγορούμενους την υπ' αριθμόν ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 30-9-2008, ποσού 6.000 ευρώ, σε διαταγή της επιχείρησης με την επωνυμία "Α. Δ.". Επιπλέον, στα τέλη του Απριλίου του έτους 2008, οι κατηγορούμενοι, αφού επικαλέστηκαν προσωρινή έλλειψη ρευστότητας της ανωτέρω επιχείρησης και ανάγκη για άμεση αντιμετώπιση της οικονομικής δυσχέρειάς της προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν οικονομική της καταστροφή, αναφέροντας τις προαναφερόμενες ψευδείς διαβεβαιώσεις και, επίσης, ότι η επιχείρηση αυτή θα απέφερε μεγάλα κέρδη μετά την τακτοποίηση των οικονομικών υποχρεώσεων της, απέσπασαν από τον εγκαλούντα, στις 15-5-2008, το χρηματικό ποσό των 80.000 ευρώ, σε μετρητά χρήματα. Ακόμη, ο εγκαλών -παρέδωσε στους δύο κατηγορουμένους την υπ' αριθμόν ... μεταχρονολογημένη επιταγή, με ημερομηνία 30-11-2008, ποσού 7.000 ευρώ, την οποία είχε εκδώσει η μητέρα του εγκαλούντος, Δ. Μ., σε διαταγή της ανωτέρω επιχείρησης με την επωνυμία "Α. Δ.". Όλες οι ανωτέρω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των δύο κατηγορουμένων προς τον εγκαλούντα ήταν ψευδείς, αφού η επιχείρηση της συζύγου του 1ου κατηγορουμένου με την επωνυμία "Α. Δ." ήταν εντελώς αφερέγγυα και υπερχρεωμένη, ο 1ος κατηγορούμενος δεν είχε δημιουργήσει καμία υποδομή, ώστε να λειτουργήσει κερδοφόρα η καινούργια επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων, και ο 2ος κατηγορούμενος είχε ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, με την υπ' αριθμόν 112/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ενώ με την υπ' αριθμόν 390/1999 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων) κρίθηκε ότι είναι πτωχός μη συγγνωστός. Αν οι κατηγορούμενοι δεν είχαν παραστήσει προς τον εγκαλούντα τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά ως αληθινά και αν ο εγκαλών γνώριζε την πραγματικότητα ως προς την οικονομική δυσπραγία των δύο κατηγορουμένων και των ανωτέρω επιχειρήσεων, δεν θα εκδήλωνε ενδιαφέρον να συμμετάσχει (ως εταίρος) στις ανωτέρω δύο επιχειρήσεις, δεν θα έδινε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά στους κατηγορουμένους ούτε θα εξέδιδε τις ανωτέρω τραπεζικές επιταγές ούτε θα παρέδιδε αυτές στους κατηγορουμένους. Οι κατηγορούμενοι, με την παράσταση των ανωτέρω ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, απέσπασαν τα χρήματα και τις επιταγές του εγκαλούντος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, προκειμένου να τακτοποιήσουν δικές τους (ατομικές και εταιρικές) οφειλές. Η παράδοση των ανωτέρω χρηματικών ποσών και τραπεζικών επιταγών του εγκαλούντος προς τους δύο κατηγορουμένους είχε ως συνέπεια να υποστεί βλάβη η περιουσία του εγκαλούντος, συνολικού χρηματικού ποσού 267.000 ευρώ, από τα οποία οι κατηγορούμενοι του επέστρεψαν το χρηματικό ποσό των 4.000 ευρώ, πληρώνοντας την αντίστοιχη επιταγή του, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στην εξαπάτηση του εγκαλούντος, προκειμένου αυτός να συμμετάσχει και στη δεύτερη επιχείρηση, η οποία είχε ως αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία ανταλλακτικών αυτοκινήτων και συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της ως άνω μερικότερης πράξης της απάτης με προξενηθείσα ζημία και αντίστοιχο όφελος 50.000 ευρώ. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν και το Δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή δικανική πεποίθηση ότι οι δύο κατηγορούμενοι τέλεσαν από κοινού την ως άνω αξιόποινη πράξη, με ψευδείς παραστάσεις που διενεργούσαν άλλοτε μαζί και άλλοτε μεμονωμένα, προς τον εγκαλούντα, ενώ ο 1ος κατηγορούμενος τέλεσε, επιπροσθέτως, ατομικά, την προαναφερθείσα μερικότερη πράξη της απάτης με προξενηθείσα ζημία και αντίστοιχο όφελος 50.000 ευρώ. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο ο εγκαλών ήταν νέος στην ηλικία, εντελώς άπειρος στις εμπορικές συναλλαγές και εύπιστος, με μεγάλα σχέδια για γρήγορη και θεαματική επαγγελματική επιτυχία, γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν οι κατηγορούμενοι. Ειδικότερα, και οι δύο κατηγορούμενοι, αφού εκμεταλλεύτηκαν την εμπιστοσύνη που τους έδειξε ο εγκαλών, εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτός από ετών είχε άριστες οικογενειακές σχέσεις με τον πρώτο κατηγορούμενο, τον έπεισαν να τους καταβάλει τα χρηματικά ποσά που προαναφέρθηκαν, προκειμένου να συμμετάσχει ως εταίρος στην ανωτέρω, δήθεν κερδοφόρα, επιχείρηση, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος, επιπροσθέτως, έπεισε τον εγκαλούντα να συμμετάσχει και στη δεύτερη επιχείρηση, εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων. Ωστόσο, η ανωτέρω επιχείρηση, με την επωνυμία "Α. Δ.", δεν ήταν καθόλου κερδοφόρα κατά την επίδικη χρονική περίοδο, αλλά, αντίθετα, είχε σημαντικές οφειλές προς τους προμηθευτές της, τις οποίες αδυνατούσε να εξοφλήσει. Έτσι, κατέστη αναγκαία η εύρεση κεφαλαίων, προκειμένου να διασωθεί η επιχείρηση από τη χρεοκοπία, και ως κατάλληλος χρηματοδότης βρέθηκε ο εγκαλών, ο οποίος παρέδωσε τα χρήματά του στους δύο κατηγορουμένους, χωρίς να ελέγξει τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης και χωρίς να ενημερώσει τους οικείους του σχετικά με τις προθέσεις του, ή να συμβουλευτεί έμπειρα περί τις συναλλαγές πρόσωπα. Μόνο δε όταν ο εγκαλών αντιλήφθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τον είχαν εξαπατήσει, με τις ανωτέρω διακρίσεις, σχετικά με την οικονομική κατάσταση και κερδοφορία των ανωτέρω δύο επιχειρήσεων και σχετικά με τη δική τους προσωπική οικονομική κατάσταση (ήτοι, μετά πάροδο ορισμένων μηνών από την παράδοση των χρημάτων του προς τους δύο κατηγορουμένους), αναζήτησε βοήθεια από τους στενούς συγγενείς του και από ορισμένους έμπιστους φίλους του, πλην όμως, η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί δεν επιδεχόταν αναστροφή, διότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, όπως και οι ανωτέρω επιχειρήσεις τους ήταν υπερχρεωμένοι.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε και το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο εγκαλών είχε ενημερωθεί από τον πρώτο κατηγορούμενο ότι η ανωτέρω επιχείρηση της συζύγου του είχε οφειλές 137.000 ευρώ σε προμηθευτές, ποσό υπέρογκο για το μέγεθος της εν λόγω επιχείρησης, πλην όμως αυτός δεν πτοήθηκε. Τούτο διότι αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών ήταν νέος, "με μεγάλα σχέδια για το μέλλον του, τα οποία ήθελε να πραγματοποιήσει, συμμετέχοντας σε οικονομικά εύρωστες και κερδοφόρες επιχειρήσεις και όχι σε υπερχρεωμένες επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις με αβέβαιο μέλλον.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι ο εγκαλών ήταν ένας έμπειρος επενδυτής, αφού είχε ήδη πραγματοποιήσει μια μεγάλη επένδυση στη Θεσσαλονίκη, αγοράζοντας πολυώροφη οικοδομή αντί μεγάλου τιμήματος, και ότι, συνεπώς, αναμίχθηκε ενσυνείδητα στις επίδικες επιχειρήσεις, με επίγνωση της πραγματικής οικονομικής κατάστασής τους, αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η ανωτέρω επένδυση που πραγματοποίησε ο εγκαλών στη Θεσσαλονίκη, απέτυχε παταγωδώς, δεδομένου ότι το τίμημα της ανωτέρω αγοράς καλύφθηκε με τραπεζικό δάνειο, το οποίο ο εγκαλών σχεδίαζε να αποπληρώσει με τα μισθώματα που θα ελάμβανε της οικοδομής, πλην όμως, μετά παρέλευση μικρού χρόνου από την πραγματοποίηση της αγοράς, η μισθώτρια του ακινήτου (Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης) αποχώρησε από αυτό, το οποίο, έκτοτε, παραμένει κενό και ανεκμετάλλευτο, με συνέπεια τη μείωση της αγοραίας αξίας του στο ήμισυ περίπου του τιμήματος αγοράς, γεγονός που προκάλεσε στον εγκαλούντα μεγάλη οικονομική βλάβη. Ωστόσο, η βλάβη αυτή οφείλεται σε εσφαλμένη ενέργεια του ίδιου, απόρροια της απειρίας και της φιλοδοξίας του για ταχεία οικονομική ανέλιξη και όχι σε ψευδείς παραστάσεις τρίτων προσώπων, όπως στην επίδικη υπόθεση. Αποδείχθηκε δε, αναμφίβολα, ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, αν ο εγκαλών γνώριζε κατά τον επίδικο χρόνο την οικονομική δυσπραγία των δύο κατηγορουμένων και των ανωτέρω επιχειρήσεών τους, δεν θα εκδήλωνε ενδιαφέρον να συμμετάσχει (ως εταίρος) στις ανωτέρω επιχειρήσεις και δεν θα έδινε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά στους κατηγορούμενους ούτε θα εξέδιδε και θα παρέδιδε στους κατηγορούμενους τις επίδικες τραπεζικές επιταγές, γεγονός που είχε ως συνέπεια να υποστεί βλάβη η περιουσία του εγκαλούντος, συνολικού χρηματικού ποσού 263.000 ευρώ, (μετά την επιστροφή χρηματικού ποσού 4.000 ευρώ προς τον εγκαλούντα, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω), την οποία του προξένησαν, κατά μεν το ποσό των 213.000 ευρώ από κοινού οι δύο κατηγορούμενοι, κατά δε το ποσό των 50.000 ευρώ ο πρώτος κατηγορούμενος ατομικά, ποσά τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό των 120.000 ευρώ.

Συνεπώς, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, όπως ειδικότερα περιγράφονται στο διατακτικό". Ακολούθως , το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού και κατά μόνας, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 120.000 ευρώ, και του επέβαλε κατόπιν αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ ενόχους τους κατηγορούμενους, Π. Π. και Μ. Δ., του ότι με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της απάτης, κατόπιν συναπόφασης και συνεκτέλεσης, ο δε πρώτος κατηγορούμενος και ατομικά, με σκοπό να αποκομίσουν ο ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε συνολική ζημία και το συνολικό όφελος που επήλθε, υπερβαίνει το ποσό των 73.000,00 ευρώ, ήδη το ποσό των 120.000,00 ευρώ. Συγκεκριμένα, στα Τρίκαλα, τον Ιανουάριο του έτους 2008 ο 1ος και ο 2ος κατηγορούμενος πρότειναν στον εγκαλούντα, Μ. Σ. του Δ. και της Δ., να συμμετέχει στην ατομική επιχείρηση επίπλων με την επωνυμία "Α. Δ." και το διακριτικό τίτλο "..." την οποία εκμεταλλευόταν η σύζυγος του 1ου κατηγορουμένου και στην οποία αφανής εταίρος ήταν ο 2ος κατηγορούμενος. Επίσης, τον Ιανουάριο του έτους 2008 ο 1ος κατηγορούμενος, ατομικά, πρότεινε στον εγκαλούντα να συμμετέχει και στην επιχείρηση με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία ανταλλακτικών αυτοκινήτων που πρόσφατα είχε ξεκινήσει την εκμετάλλευση της. Προκειμένου δε οι κατηγορούμενοι να πείσουν τον εγκαλούντα να συμμετάσχει στην ανωτέρω επιχείρηση επίπλων, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι η ανωτέρω επιχείρηση ήταν ιδιαίτερα επικερδής. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο παρέστησαν εν γνώσει ψευδώς στον εγκαλούντα ότι ο ετήσιος τζίρος της ανωτέρω επιχείρησης ξεπερνούσε το χρηματικό ποσό των 500.000,00 ευρώ ετησίως. Σχετικά δε με τη δεύτερη επιχείρηση (εισαγωγής και εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων)ο 1ος κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον εγκαλούντα ότι αυτός (1ος κατηγορούμενος), από τους απαραίτητους ελέγχους που είχε ήδη κάνει, διαπίστωσε ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση, αφού διέθετε διασυνδέσεις με εμπόρους και προμηθευτές. Περαιτέρω, και οι δύο κατηγορούμενοι παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι ο 2ος κατηγορούμενος διατηρεί μια ιδιαίτερα επικερδή επιχείρηση εστίασης στο Ντίσελντορφ στη Γερμανία, με την επωνυμία "MADO", ότι διέθεταν μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία, ότι είναι οικονομικά φερέγγυοι και μεγάλης οικονομικής επιφάνειας, καθώς ο 1ος κατηγορούμενος είναι στρατιωτικός, η σύζυγος του διατηρεί την επιχείρηση "...", ο δε 2ος κατηγορούμενος έχει πολλά έσοδα από την επιχείρηση "MADO". Η επιχειρηματική κίνηση του εγκαλούντα στη Θεσσαλονίκη του απέφερε 150.000 ευρώ, γεγονός που κοινοποίησε στους κατηγορουμένους ο τελευταίος. Οι δύο κατηγορούμενοι εκμεταλλεύτηκαν την εμπιστοσύνη που έδειξε ο εγκαλών προς αυτούς (εξαιτίας του γεγονότος ότι ο εγκαλών είχε άριστες οικογενειακές σχέσεις με τον 1ο κατηγορούμενο, από αρκετά χρόνια), και ο μεν πρώτος κατηγορούμενος, ατομικά, τον έπεισε να του καταβάλει, την 1η Ιανουαρίου του έτους 2008, το ποσό των 50.000 ευρώ, για να συμμετάσχει ως εταίρος στην ανωτέρω επιχείρηση εισαγωγής ανταλλακτικών, ενώ και οι δύο κατηγορούμενοι, τον έπεισαν, να τους καταβάλει, στις 4 Φεβρουάριου του έτους 2008 το χρηματικό ποσό των 100.000,00 ευρώ, για τη συμμετοχή του στην επιχείρηση με την επωνυμία "Α. Δ.", ενώ προηγουμένως, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2007, επικαλούμενοι προσωρινή έλλειψη ρευστότητας, τον έπεισαν να εκδώσει και να τους παραδώσει τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές ευκολίας συνολικού ποσού 24.000 ευρώ σε διαταγή της ανωτέρω επιχείρησης της συζύγου του 1ου κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή με ημερομηνία 31-3-2008 ποσού 6.000,00 ευρώ, την υπ' αριθμ.... επιταγή με ημερομηνία 30-4-2008 ποσού 8.000,00 ευρώ, την υπ' αριθμ. ... επιταγή με ημερομηνία 30-5-2008 ποσού 6.000,00 ευρώ, την υπ' αριθμ. ... επιταγή με ημερομηνία 30-6-2008 ποσού 4.000,00 ευρώ πληρωτέες από τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο εγκαλών στη Συνεταιριστική Τράπεζα, προκειμένου να τις προεξοφλήσουν οι κατηγορούμενοι σε τράπεζα στην οποία τηρούσε η επιχείρηση ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό για να λάβει μετρητά. Τις ανωτέρω επιταγές πλήρωσε όλες ο εγκαλών πλην της τελευταίας, υπ' αριθμ. ... επιταγής με ημερομηνία 30-6-2008 ποσού 4.000,00 ευρώ, την οποία πλήρωσαν οι κατηγορούμενοι. Επίσης, το Μάρτιο του έτους 2008 ο εγκαλών και ενώ δεν είχε ακόμη καταστεί συμμέτοχος σε καμία εκ των ανωτέρω επιχειρήσεων, εξέδωσε και παρέδωσε στους κατηγορούμενους την υπ' αριθμ. ... επιταγή ημερομηνία έκδοσης 30-9-2008 ποσού 6.000,00 ευρώ σε διαταγή της επιχείρησης με την επωνυμία "Α. Δ.". Επιπλέον, στα τέλη του Απριλίου του έτους 2008, οι κατηγορούμενοι, επικαλούμενοι έλλειψη ρευστότητας της ανωτέρω επιχείρησης και άμεσης αντιμετώπισης της οικονομικής δυσχέρειας προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν καταστροφή της, αναφέροντας τις ίδιες προαναφερόμενες ψευδείς βεβαιώσεις και ότι η επιχείρηση θα απέφερε μεγάλα κέρδη μετά την τακτοποίηση των υποχρεώσεών της, του απέσπασαν στις 15-5-2008 το χρηματικό ποσό των 80.000,00 ευρώ σε μετρητά, ακόμη τους παρέδωσε την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή με ημερομηνία 30-11-2008 ποσού 7.000,00 ευρώ, που εξέδωσε η μητέρα του Μ. Δ. σε διαταγή της επιχείρησης με την επωνυμία "Α. Δ.". Όλες οι ανωτέρω βεβαιώσεις παραστάσεις ήταν ψευδείς, καθώς η επιχείρηση της συζύγου του 1ου κατηγορουμένου με την επωνυμία "Α. Δ." ήταν αφερέγγυα και κατάχρεη, ο 1ος κατηγορούμενος δεν είχε δημιουργήσει καμία υποδομή για την καινούργια επιχείρηση με τα ανταλλακτικά, ενώ ο 2ος κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ' αριθμ. 112/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και με την υπ' αριθμ. 390/1999 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου κρίθηκε ότι είναι πτωχός μη συγγνωστός. Αν ο εγκαλών γνώριζε την πραγματικότητα, δεν θα τους έδινε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, ούτε θα εξέδιδε τις επιταγές. Οι κατηγορούμενοι, με την παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, απέσπασαν τα χρήματα και τις επιταγές, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, προκειμένου να τακτοποιήσουν δικές τους οφειλές και όχι στο πλαίσιο μελλοντικής συνεργασίας με τον εγκαλούντα, ώστε να υποστεί βλάβη η περιουσία του, συνολικού χρηματικού ποσού 267.000,00 ευρώ, από τα οποία του επέστρεψαν το χρηματικό ποσό των 4.000,00 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε, με αποτέλεσμα να του οφείλουν 213.000 ευρώ, ο δε πρώτος κατηγορούμενος, επιπροσθέτως, ατομικά, και το ποσό των 50.000,00 ευρώ, ήτοι, ποσά που υπερβαίνουν τα 73.000,00 ευρώ και ήδη τα 120.000,00 ευρώ, τα οποία χρήματα δεν θα έδινε ο εγκαλών ούτε θα εξέδιδε τις επιταγές, αν γνώριζε ότι όσα του παρουσίαζαν είναι ψευδή". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης από κοινού και κατά μόνας κατ' εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ, τις αποδείξεις από τις οποίες το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 98, 386 παρ. 3β -1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, εκτίθενται σαφώς α) τα ψευδή γεγονότα που παρέστησε ο αναιρεσείων προς τον εγκαλούνται ως αληθινά, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους, γνωρίζοντας από δική του αντίληψη ότι ήταν ψευδή. Συνίστανται δε αυτά στο ότι η ατομική επιχείρηση της συζύγου του (αναιρεσείοντος ) ήταν επικερδής με τζίρο 500.000 ευρώ ετησίως, ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) εκμεταλλεύεται επιχείρηση εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων με κατάλληλη υποδομή ώστε να είναι αυτή ιδιαίτερα κερδοφόρα και ότι ο 2ος κατηγορούμενος διατηρεί στη Γερμανία επικερδή επιχείριση εστίασης και είναι οικονομικά φερέγγυος. Περαιτέρω, αιτιολογείται στο σκεπτικό, γιατί όλες οι παραπάνω διαβεβαιώσεις και ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, συνεπεία των οποίων παραπλανήθηκε ο εγκαλών και του κατέβαλε το ποσό των 263.000 ευρώ, ώστε να συμμετέχει στις ανωτέρω επιχειρήσεις, ήταν εν γνώσει του ψευδείς. Και συγκεκριμένα , διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι η επιχείρηση της συζύγου του αναιρεσείντος ήταν εντελώς αφερέγγυα και υπερχρεωμένη, ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) δεν είχε δημιουργήσει καμία υποδομή ώστε να λειτουργήσει επικερδώς η επιχείρηση εισαγωγής ανταλλακτικών και ο ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης β) αιτιολογείται επαρκώς η πλάνη του παθόντος που δημιουργήθηκε από την παραπειστική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και η συνεπεία της πλάνης αυτής καταβολή στον αναιρεσείοντα του συνολικού ποσού των 263.000 (213.000+50.000) ευρώ (δηλαδή ποσού που υπερβαίνει αυτό των 120.000 ευρώ), προκειμένου να συμμετέχει ο παθών στις εμφανιζόμενες ως επικερδείς επιχειρήσεις γ) προσδιορίζεται με σαφήνεια τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό το ύψος της περιουσιακής βλάβης του εγκαλούντος, ποσού 263.000 ευρώ, η οποία κατά τις παραδοχές της απόφασης, επήλθε, ως άμεση και αναγκαία συνέπεια της απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτήν στον παθόντα και τελούσε, έτσι, σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες του αναιρεσείοντος. Ακόμη, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως, κατά το είδος τους, όλα τα αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί εξέταση παρισταμένου για την υποστήριξη της κατηγορίας, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, απολογία 2ου κατηγορούμενου), από τη συνεκτίμηση των οποίων, χωρίς κάποιο να εξαιρεθεί, το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική τους εκτίμηση, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Όσον αφορά τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις ότι υφίσταται ασάφεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τα γεγονότα που αυτός παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα είναι αβάσιμες, καθόσον από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε με σαφήνεια ότι ο αναιρεσείων προέβη στις συγκεκριμένες ψευδείς παραστάσεις που προαναφέρθηκαν. Ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση δημιουργείται μεταξύ της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η επιχείρησή του είναι επικερδής, με τις διαλαμβανομενες στο σκεπτικό και στο διατακτικό παραδοχές ότι "οι κατηγορούμενοι περί τα τέλη Δεκεμβρίου επικαλούμενοι προσωρινή έλλειψη ρευστότητας τον έπεισαν να εκδώσει να τους παραδώσει τέσσερις επιταγές, ύψους 24.000 ευρώ" και ότι "στα τέλη Απριλίου 2008 επικαλούμενοι έλλειψη ρευστότητας της ανωτέρω επιχείρησης και άμεσης αντιμετώπισης της οικονομικής δυσχέρειας προκειμένου να αποφευχθεί η καταστροφή της του απέσπασαν στις 15/5/2008 το ποσό των 80.000", καθόσον οι τελευταίες αυτές παραστάσεις περί προσωρινής και όχι μόνιμης έλλειψης ρευστότητας δεν αναιρούν τις προηγηθείσες αυτών παραστάσεις περί εν γένει επικερδούς επιχείρησης , οι ανακοινώσεις δε αυτές έλαβαν χώρα, κατά τις ίδιες ως άνω παραδοχές, ακριβώς για να καταβάλει ο εγκαλών χρήματα ώστε να διασωθεί δήθεν η μέχρι τότε εμφανιζόμενη ψευδώς ως επικερδής επιχείρηση και να ολοκληρωθεί το σχέδιο παραπλάνησης αυτού. Άλλωστε, κατά τις ίδιες ως άνω παραδοχές οι ανακοινώσεις περί προσωρινής οικονομικής δυσπραγίας γίνονταν πολλές φορές και ταυτόχρονα με τις ψευδείς παραστάσεις περί επικερδούς επιχείρησης και με το ότι η εν λόγω επιχείρηση, μετά την τακτοποίηση των οικονομικών της υποχρεώσεων θα συνέχιζε να αποφέρει μεγάλα κέρδη (σελ.74). Επομένως, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ.1 και 3 του ΠΚ, με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβίασης, λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας όπως προαναφέρθηκε, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο για κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους κατηγορουμένου, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ.2 (170 παρ.2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ) και 333 παρ.2 ΚΠΔ, είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, και έχουν αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1277/2023, 1136/2023, ΑΠ 147/2023, ΑΠ 374/2023, ΑΠ 721/2022, ΑΠ130/2022). Διαφορετικά , το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών ή να αιτιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψη τους (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 591/2024,ΑΠ 1464/2023, ΑΠ1192/2023, ΑΠ 1277/2023, ΑΠ 1062/2023, ΑΠ 660/2023,ΑΠ 539/2023,ΑΠ 332/2023, ΑΠ 147/2023). Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84§2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 433/2020, ΑΠ 189/2020), την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης (ΑΠ 374/2023, ΑΠ 863/2022) Συνεπώς, και η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με επίκληση περιστατικών, άλλως, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε, ούτε και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους (ΑΠ 591/2024, ΑΠ 660/2023, ΑΠ 959/2022, ΑΠ 722/2022). Ειδικότερα, ως ελαφρυντική περίσταση κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη σ' αυτό υπό στοιχεία δ', ήτοι το ότι ο κατηγορούμενος "επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του". Για την αναγνώριση αυτής της ελαφρυντικής περίστασης (84 παρ.2δ) απαιτείται αληθινή και θετική ψυχοβουλητική μεταστροφή του υπαιτίου προς την έννομη τάξη και την πλευρά του παθόντος , η οποία προϋποθέτει κατ' ελάχιστο την ειλικρινή ομολογία τέλεσης της πράξης και η οποία πρέπει να εκδηλώνεται και εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επεζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή δήλωση συγνώμης από τον δράστη ή η καλή διαγωγή αυτού ή η δήλωση ομολογίας της πράξης κατά τη διεξαγωγή της δίκης ή η παράδοσή του στις αρμόδιες αρχές μετά την πράξη (ΑΠ 1302/2023 ΑΠ 190/2023, ΑΠ 1379/2022, ΑΠ 1569/2022, ΑΠ 1341/2022). Ο κατηγορούμενος που δεν αποδέχεται ότι τέλεσε την ένδικη πράξη, προδήλως δεν έχει επίγνωση των συνεπών αυτής και επομένως δεν δείχνει ότι μεταμελήθηκε, άρα δεν συντρέχουν τα στοιχεία της έμπρακτης και ειλικρινούς μεταμέλειας που απαιτεί η ως άνω διάταξη για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού (ΑΠ 147/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και του ενσωματωμένου σε αυτά εγγράφου αυτοτελών ισχυρισμών προκύπτει ότι ο συνήγορός του αναιρεσείοντος, μετά την περί της ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α και ε' του ΠΚ. Στη συνέχεια, μετά την υποβολή των άνω (έγγραφων) αυτοτελών ισχυρισμών, ζήτησε επιπροσθέτως (μόνον προφορικά) την αναγνώριση και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2δ', επικαλούμενος τα εξής (βλ.σελ.93 απόφασης) : "Επιπρόσθετα ο συνήγορος του 1ου κατηγορουμένου ζήτησε την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε" (εκ παραδρομής αναγράφεται ε' αντί δ'). Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού εξέθεσε σχετική νομική σκέψη, απέρριψε τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 84 παρ.2δ ΠΚ (που ενδιαφέρει εν προκειμένω δοθέντος ότι η απόρριψη του από το άρθρο 84 παρ.2ε αυτοτελούς ισχυρισμού δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης), με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία: "Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός του παραπάνω κατηγορουμένου περί αναγνώρισης συνδρομής στο πρόσωπο του και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ του ΠΚ, διότι δεν αποδείχθηκε η έμπρακτη μεταμέλεια αυτού, ήτοι, συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του". Ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.δ' ΠΚ, προβλήθηκε με μνεία μόνον της διατάξεως που προβλέπει την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, χωρίς ταυτόχρονη επίκληση των θεμελιούντων την συνδρομή της πραγματικών περιστατικών, και επομένως, ήταν αόριστος. Συνακόλουθα το Δικαστήριο της ουσίας, δεν υποχρεούτο να αιτιολογήσει την απόφασή του για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού , εκ περισσού δε απάντησε και, κρίνοντας αβάσιμο αυτόν τον απέρριψε με την προαναφερθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως , από το άρθρο 510 παρ.1Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ. δ', είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 εδ. α` του ισχύσαντος έως 30-6-2019 Ποινικού Κώδικα: "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Η διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 εδ. α' του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (ν.4619/2019), ορίζει ότι "εάν κάποιος καταδικασθεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από την αντιπαραβολή των δύο διατάξεων, προκύπτει ότι η τελευταία είναι ευμενέστερη της πρώτης, δεδομένου ότι πλέον η χορήγηση της αναστολής αποσυνδέεται από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών, καθώς και του συνολικού ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί. Επακολούθησε ο Ν. 4855/2021, (ΦΕΚ Α` 215/12.11.2021), με το άρθρο 9 του οποίου, αντικαταστάθηκε εκ νέου η ως άνω διάταξη του άρθ. 99 παρ. 1 ΠΚ, ως εξής: "1.Αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από τρία (3) έτη με μία ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη. Αν το δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, εφαρμόζει το άρθρο 104Α ΠΚ, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, οπότε διατάσσει την εκτέλεση μέρους ή ολόκληρης της ποινής. Το δικαστήριο μπορεί με ειδική αιτιολογία να χορηγήσει την αναστολή και εφόσον οι προηγούμενες καταδίκες δεν υπερβαίνουν συνολικά τα πέντε (5) έτη φυλάκισης, εκτός αν συντρέχει η εξαίρεση της απόλυτης αναγκαιότητας εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής, και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία την χορηγεί καθίσταται εκτελεστή". Είναι προφανές, ότι η διάταξη αυτή του άρθρου 99 παρ.1, μετά την τελευταία αυτή αντικατάστασή της, είναι δυσμενέστερη της προγενέστερης, όπως δηλαδή είχε αντικατασταθεί και ίσχυε από 1-7-2019 με το Ν. 4619/2019, καθόσον συνδέθηκε και πάλι η χορήγηση της αναστολής από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών και το συνολικό ύψος των ποινών αυτών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 2 παρ. 1 ΠΚ (Ν. 4619/2019), "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 465 του ίδιου Κώδικα, "Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο, εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος". Η προαναφερθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 Π.Κ., πρέπει να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 2 του νέου ΠΚ, μόνο δηλαδή όταν οι νέες διατάξεις είναι δυσμενέστερες από τις παλαιότερες ( ΑΠ 844/2022, ΑΠ 354/2021).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, το οποίο εφαρμόζεται για πράξεις τελεσθείσες μέχρι τις 30-6-2019, κατά την προαναφερθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 του νέου ΠΚ, όπως στην προκειμένη υπόθεση, "Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του, υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Η ως άνω διάταξη είναι ευνοϊκότερη σε σχέση με αυτές του νέου ΠΚ, στον οποίο δεν προβλέπεται αναστολή της ποινής φυλάκισης που υπερβαίνει τα τρία έτη (ΑΠ 1524/2022). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το Δικαστήριο, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1 του ΠΚ, υπό την ευμενέστερη μορφή της, όπως δηλαδή ίσχυσε μετά την 1-7-2019 με το Ν. 4619/2019 και πριν την αντικατάστασή της με το άρ. 9 του Ν. 4855/12.11.2021, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αποφασίσει σχετικά για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του, άλλως ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοχ.Δ, και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας από την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. (ΑΠ 1602/2023, ΑΠ 1562/2023, ΑΠ 1524/2022, ΑΠ 1232/2022, ΑΠ 844/2022, ΑΠ 368/2022, ΑΠ 1337/2020, ΑΠ 599/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και ακολούθως το Πενταμελές Εφετείο αποφάνθηκε περί της μετατροπής αυτής σε χρηματική ποινή και καθόρισε το ποσό της μετατροπής σε πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης με την παρακάτω αιτιολογία: "Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 99 παρ. 1,100 παρ. 1,104 Α παρ.1 του νέου Π.Κ., σε συνδυασμό με άρθρα 99 παρ.1 και 82 παρ.1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., επί καταδίκης για πράξη που τελέστηκε μέχρι 30-6-2019 σε ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη, αν πριν από την τέλεση του εγκλήματος ο κατηγορούμενος δεν είχε καταδικαστεί συνολικά σε ποινή φυλάκισης άνω του 1 έτους, τότε θα εφαρμοστεί το άρθρο 99 του προϊσχύσαντος ΠΚ, αφού η αναστολή εκτέλεσης θα είναι υποχρεωτική, χωρίς όρους. Αν όμως είχε καταδικαστεί σε ποινή άνω του 1 έτους συνολικά, τότε θα εφαρμοστεί το νέο άρθρο 99 ΠΚ και το δικαστήριο θα αναστείλει την εκτέλεση της ποινής, λαμβάνοντας υπόψη το είδος των ποινών που επιβλήθηκαν και την εν γένει συμπεριφορά του κατηγορουμένου (παρ.1) την οποία μπορεί να εξαρτήσει από όρους (παρ.2), οι οποίοι μπορούν να αρθούν ή να τροποποιηθούν με μεταγενέστερη απόφαση (παρ.3). Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 99, όπως π.χ. όταν υπάρχουν βαριές καταδίκες θα εφαρμοστεί το άρθρο 104 Α του ΠΚ και θα μετατραπεί η ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εκτελεστεί η ποινή, οπότε θα εφαρμοστεί το άρθρο 82 του προϊσχύσαντος ΠΚ περί μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική, ως επιεικέστερο και όχι το άρθρο 100 ή το άρθρο 104α εδ.β του νέου ΠΚ, που προβλέπουν φυλάκιση. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 π. ΠΚ, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, "το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η προσωπική και οικονομική κατάσταση του δράστη, για τον προσδιορισμό της οποίας λαμβάνονται υπόψη τα καθαρά έσοδα που έχει από την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε ημέρα, άλλα εισοδήματα και η περιουσία του, καθώς και οι οικογενειακές του υποχρεώσεις. Άλλες υποχρεώσεις του μπορούν επίσης να συνυπολογισθούν από το δικαστήριο.

Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Ν. 3904/2010, αντικαταστάθηκε το άρθρο 82 του ΠΚ και στο εδ. α' της παρ. 3 ορίστηκε ότι "κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από τρία (3) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ". Ακολούθως, με το άρθρο πρώτο παρ. 1Γ .1 περ. 2 του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α'222/12/11/2012), αντικαταστάθηκε και η παρ. 3 του άρθρου 82 του ΠΚ και κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ. Για τις πράξεις που τελέσθηκαν μετά τις 23/12/2010, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 3904/2010, το ποσό μετατροπής είναι από 3 έως 100 ευρώ για τη φυλάκιση με βάση τον προαναφερθέντα νόμο. Για τις πράξεις που τελέσθηκαν μετά την 29/6/2008, το ποσό μετατροπής είναι από 10 έως 60 ευρώ, για τη φυλάκιση με βάση την υπ' αρ.50492/2008 κοινή Υπουργική Απόφαση Υπ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ενώ για αυτές που τελέσθηκαν από 29/11/2006 μέχρι 29/6/2008, το ποσό μετατροπής ανερχόταν για κάθε ημέρα φυλάκισης από 5 έως 59 ευρώ, σύμφωνα με την υπ' αρ. 58554/2006 Υπουργική Απόφαση, που είχε δημοσιευθεί στο ΦΕΚ 29/10/2006 με ισχύ ένα μήνα μετά τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Για τις πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγούμενα, το ποσό μετατροπής για κάθε ημέρα φυλάκισης ανερχόταν από 4,40 έως 59 ευρώ, σύμφωνα με την υπ' αρ. 134423α/8/12/1992 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ ΒΊ1/20/1/1993). Οι διατάξεις περί μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική, τόσο ως προς το όριο μετατροπής, όσο και ως προς το ποσό μετατροπής, είναι ουσιαστικού δικαίου και, συνεπώς, εφαρμόζεται πάντοτε το ηπιότερο περί μετατροπής δίκαιο (ΑΠ 226/2018 και 269/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Από την ανάγνωση του ποινικού του μητρώου προκύπτει ότι αυτός έχει καταδικαστεί με περισσότερες αποφάσεις σε περιοριστικές της ελευθερίας ποινές, οι οποίες είναι μεγαλύτερες, συνολικά, από ένα έτος και συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει, κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 82 παρ.1, 2 και 3 του ΠΚ, και με δεδομένο ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος τελέσθηκε κατά το έτος 2008 να μετατραπεί η ανωτέρω, επιβληθείσα σε βάρος του ποινή φυλάκισης σε χρηματική, δοθέντος ότι κρίνεται ότι δεν απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο κατηγορούμενος από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων στο μέλλον. Σύμφωνα δε με τις διαλαμβανόμενες ως άνω διατάξεις και λαμβανομένης υπόψη, για τον προσδιορισμό του ποσού της μετατροπής σε χρηματική ποινή, της παραπάνω ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον παραπάνω κατηγορούμενο, της προσωπικής και οικονομικής κατάστασής του, πρέπει κάθε ημέρα φυλάκισης να υπολογιστεί προς πέντε (5) ευρώ". Έτσι, όμως, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, παρέλειψε να αιτιολογήσει γιατί δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 99 και 100 του προϊσχύοντος ΠΚ, σχετικά με την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και προχώρησε στη μετατροπή της επιβληθείσας ποινής των τεσσάρων ετών, χωρίς προηγούμενως να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει για την αναστολή αυτής, παρόλο που η επιβληθείσα ποινή δεν υπερέβαινε τα πέντε έτη και ως εκ τούτου ενέπιπτε στο άρθρο 100 του προϊσχύσαντος ΠΚ, (που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 465 και 2 ΠΚ), το οποίο όπως προεκτέθηκε, δεν θέτει, ως προϋπόθεση για την αναστολή, την έλλειψη προηγούμενης καταδίκης σε ποινή φυλάκισης άνω του έτους (άρθ. 2 και 465 του νέου ΠΚ σε συνδυασμό με άρθ. 99 ίδιου κώδικα). Ενόψει τούτων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Θ ΚΠΔ), καθόσον προχώρησε στη μετατροπή της ποινής χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1Θ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για υπέρβαση εξουσίας όσον αφορά τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσας ποινής των τεσσάρων (4) ετών φυλάκισης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η απόφαση μόνον ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το εν λόγω μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠ, απορριπτομένης κατά τα λοιπά της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ` αριθμ. 52/2024 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, μόνον ως προς την διάταξή της περί μετατροπής της ποινής του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 13/5/2024 αίτηση -δήλωση του Π. Π. του Σ., κατοίκου ... για αναίρεση της παραπάνω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή