Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 762 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 762/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Β. Χ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5864/2024 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ε. Χ. του Α., κάτοικος ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Κλούρα. Το Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27.01.2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς το σκέλος που αφορά την καταδίκη της αναιρεσείουσας ως προς την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, καθώς και την περί ποινής διάταξή της ως προς αυτήν την πράξη, να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 27-1-2025 (με αριθμ. πρωτ. ...) αίτηση της Β. Χ. του Α., η οποία ασκήθηκε με δήλωσή της, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 31-1-2025, για αναίρεση της υπ' αριθμό 5864/2024 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη, με την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και 2ε' ΠΚ, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδούς κατάθεσης και της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Εφετείου Αθηνών, την 14-1-2025, με αριθμό 92 (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ. 2,3, και 474 2Α ΚΠοινΔ), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το δικαστήριο που την εξέδωσε (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε', αντιστοίχως, του ΚΠοινΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (464, 474 παρ.4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α, ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για την βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων της.
Στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος, μέχρι 30-6-2019, Π.Κ. ορίζεται ότι: "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται : α) καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον αρχής, γ) να αναφέρεται (η καταμήνυση) στην τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να αφορά σε άλλον, ε) να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής και στ) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε (ΑΠ 1608/2023, ΑΠ 622/2022, ΑΠ 77/2021). Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα από το αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου - εγκαλουμένου. Για τη θεμελίωση δηλαδή, του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί σχετικά με το ψευδές της καταμήνυσης. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει την κίνηση της διαδικασίας κατά του καταμηνυθέντος, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Το έγκλημα είναι τυπικό, και, συνεπώς, τετελεσμένο με την περιέλευση της μήνυσης, αναφοράς στην αρχή (ΑΠ 1007/2022, ΑΠ 105/2021). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου, ήδη ισχύοντος από 1-7-2019, Π.Κ. [Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019)], ορίζεται ότι: "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή". Η νεότερη αυτή διάταξη του ΠΚ είναι δυσμενέστερη σε σχέση με την ταυτάριθμη του προϊσχύσαντος ΠΚ, αφενός μεν, διότι η προηγούμενη διάταξη απαιτούσε και την επί σκοπώ πρόκλησης καταδίωξης τέλεση της πράξης, στοιχείο που δεν προβλέπεται στη νέα νομοτυπική μορφή της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 1608/2023, ΑΠ 814/2023, ΑΠ 1282/2022), αφ' ετέρου δε, διότι η προηγούμενη διάταξη προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, ενώ η νεότερη προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή.
Συνεπώς, στην κρινόμενη υπόθεση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., εφαρμοστέα τυγχάνει η προγενέστερη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αυτή ίσχυε μέχρι 30-6-2019, ως ισχύουσα κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης (31-7-2017), που αποδίδεται στην αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, καθόσον οδηγεί για τους προαναφερθέντες λόγους στην ευμενέστερη μεταχείριση της τελευταίας (ΑΠ 1608/2023, ΑΠ 174/2023, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 1340/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (ψευδής κατάθεση) "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε Δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή." Η διάταξη αυτή (ψευδής κατάθεση) του νέου ΠΚ, στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) του προηγούμενου ΠΚ, είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του προηγούμενου ΠΚ, καθόσον για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο όριο, ελάχιστο και ανώτατο, και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τριών ετών, ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2-1 ΠΚ προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο 1 έτος και ανώτερο 5 έτη (ΑΠ 606/2024). Για τη θεμελίωση δε του ως άνω εγκλήματος, της ψευδούς κατάθεσης, απαιτείται: α) κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει (ΑΠ 1171/2023, ΑΠ 813 και 814/2023, ΑΠ 543/2022, ΑΠ 34/2022, ΑΠ 481/2022, ΑΠ 177/2022).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 139 και 177 του Κ.Ποιν.Δ., όταν γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ενώ δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για την ψευδή καταμήνυση, πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα και ανωτέρω, ότι η καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, που έγινε ενώπιον αρμόδιας αρχής, αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης και είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής (ΑΠ 1114/2022, ΑΠ 995/2020, ΑΠ 1316/2020). Ο δόλος, δηλαδή η γνώση του ψευδούς της καταμήνυσης πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται αυτή, καθώς επίσης και ο σκοπός της καταδίωξης του μηνυθέντος, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε (ΑΠ 1608/2023, ΑΠ 60/2023, ΑΠ 1007/2022, ΑΠ 77/2021), τούτο δε καθόσον, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχάς, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, όταν, όμως - όπως συμβαίνει επί του εν προκειμένω ερευνώμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης - αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η τέλεση της πράξης με το "σκοπό" πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 1608/2023, ΑΠ 559/2023, ΑΠ 966/2022, ΑΠ 1173/2021, ΑΠ 564/2019, ΑΠ 1171/2016). Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη από την καταδικαστική απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. Α.Π. 1/2005, ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1531/2022, Α.Π. 999/2020).
Τέλος, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 457/2022, ΑΠ 1308/2020). Όμως, δεν θεμελιώνει τέτοιο λόγο αναίρεσης η αναφορά άλλου αριθμού εγκλήσεως στο σκεπτικό, σε σχέση με άλλο σημείο αυτού και του ταυτιζόμενου με το τελευταίο διατακτικού (που είναι τα ορθά), αφού είναι προφανής η παραδρομή ως προς την διαφορετική, σε επιμέρους σημείο της αποφάσεως, αναφορά και δεν τίθεται ζήτημα ασάφειας ή αντιφάσεως στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που να την καθιστά στερούμενη νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 5864/2024 καταδικαστικής απόφασής του, το Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων ειδικά αποδεικτικών μέσων [ανωμοτί κατάθεση της υποστηρίζουσας την κατηγορία, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως, ανάγνωση των πρακτικών του πρωτοβάθμιου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης], δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακολούθως περιγραφόμενα, κατά το μέρος που αφορούν την παρούσα δίκη, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "...Δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1992 συμβολαίου (Δωρεά εν ζωή ψιλής κυριότητας οριζόντιας ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων ανέγερσης - παρακράτησης επικαρπίας - Σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας) του συμβολαιογράφου Αθηνών Ρ. Κ. Κ., η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας Ε. Χ. του Α. απέκτησε τη ψιλή κυριότητα επί των μελλοντικών οριζοντίων ιδιοκτησιών, οι οποίες επρόκειτο να κατασκευασθούν επί ενός οικοπέδου, επιφάνειας 655,69 τ.μ., το οποίο ευρίσκεται στο ..., επί της οδού ... Συγκεκριμένα, απέκτησε το δικαίωμα ανέγερσης του δεύτερου και τρίτου (Β και Γ) μελλοντικών ορόφων. Κάθε ένα διαμέρισμα - οριζόντια ιδιοκτησία (σε κάθε όροφο) θα έχει επιφάνεια 139 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 200/1000. Κατόπιν του θανάτου της επικαρπώτριας θείας της, Ξ. Ζ. συζ. Γ. (δωρήτρια), την 15-11-1992, κατέστη αποκλειστική κυρία των προαναφερόμενών οριζοντίων ιδιοκτησιών - άλλως του ποσοστού συνιδιοκτησίας που αντιστοιχεί στο δικαίωμα ανέγερσης των ανωτέρω ορόφων (200 + 200/1000). Περαιτέρω, δυνάμει της ιδίας ως άνω πράξης συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας προβλέφθηκε η ανέγερση και τέταρτου (Δ) ορόφου, ίδιας επιφάνειας (139 τ.μ.) και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο (200/1000). Την εν λόγω μελλοντική οριζόντια ιδιοκτησία, μετά τον θάνατό της, κληρονόμησε ο σύζυγός της Γ. Ζ. του Σ., ο οποίος στη συνεχεία μεταβίβασε στον πατέρα της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας Α. Χ. του Γ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1997 συμβολαίου πώλησης του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου. Το ποσοστό αυτό, μετά του δικαιώματος ανεγέρσεως τέταρτου (Δ) πάνω από το ισόγειο ορόφου, περιήλθε κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας. Το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στην αδελφή της Β. Χ., κατηγορουμένη, ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατρός τους, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2017 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ., κατόπιν του θανάτου του, ο οποίος συνέβη στις 19-7-2015. Έτσι στην παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα, τα 500/1000 εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου. Τα υπόλοιπα 500/1000 εξ αδιαιρέτου του ίδιου οικοπέδου ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα στην κατηγορουμένη Β. Χ. του Α., ήτοι της ανήκουν: α) τα 200/1000 που αντιστοιχούν στο υπάρχον υπερυψωμένο ισόγειο, το οποίο αποτελείται εκτός από τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του και από ένα διαμέρισμα - οριζόντια ιδιοκτησία, επιφάνειας 72 τ.μ. και μετά την επέκτασή του θα έχει επιφάνεια 139 τ.μ., β) τα 200/1000 που αντιστοιχούν στο δικαίωμα ανέγερσης του Α' ορόφου, επιφάνειας 139 τ.μ. γ) το 1/2 εξ αδιαιρέτου των 200/1000 που αντιστοιχούν στο δικαίωμα ανέγερσης του Δ1 ορόφου, το οποίο θα αποτελείται, από ένα διαμέρισμα - οριζόντια ιδιοκτησία επιφάνειας 139 τ.μ. Κατόπιν αιτήσεως της κατηγορουμένης, εκδόθηκε το έτος 2007 η με αριθμ. ... οικοδομική άδεια από την Πολεοδομία Αμαρουσίου στο όνομα της, που αφορούσε "Προσθήκη κατ' επέκταση δύο ισογείων μονοκατοικιών με υπόγειο σε υφιστάμενη ισόγεια μονοκατοικία". Το Δεκέμβριο του 2015, η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας ανακοίνωσε στην κατηγορουμένη την πρόθεσή της να οικοδομήσει με τον σύζυγό της τον Β' όροφο στο συνιδιόκτητο οικόπεδο και ανέθεσαν σε μηχανικό να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες. Ζήτησε δε από την κατηγορουμένη να υπάρχει συνεννόηση μεταξύ τους για τον τρόπο που θα γίνονταν οι εργασίες και το χρονοδιάγραμμα αυτών καθώς και τα κλειδιά της εξώπορτας του συνιδιοκτήτου οικοπέδου, ώστε ο μηχανικός στον οποίο θα ανέθετε το έργο να έχει μία εικόνα του χώρου και της πραγματικής κατάστασης. Όμως, δεν υπήρξε μεταξύ τους ουσιαστική συνεννόηση και μετά πάροδο μηνών η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας απέστειλε στην κατηγορουμένη δύο εξώδικες προσκλήσεις με ημερομηνίες 2-3-2016 και 29-3-2016, στις οποίες αυτή απάντησε εξωδίκως στις 30-3-2016 και 11-4-2016. Στις εν λόγω εξώδικες απαντήσεις η κατηγορουμένη, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι το ζήτημα της ανοικοδόμησης που έθεσε η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο συνεννόησης πρωτίστους μεταξύ των μηχανικών των δύο πλευρών. Η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας θεώρησε την παραπάνω συμπεριφορά της κατηγορουμένης παρελκυστική και άρχισε να ερευνά στην Υπηρεσία Δόμησης αλλά και στις λοιπές Υπηρεσίες του Δήμου Αμαρουσίου, δια του εντεταλμένου μηχανικού της, την κατάσταση στο συνιδιόκτητο οικόπεδο. Ακολούθως, η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας στις 24-4-2017 υπέβαλε εναντίον της κατηγορουμένης την με αριθμ. πρωτ. 17128/24-4-2017 αναφορά - αίτησή της ενώπιον της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Αμαρουσίου στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι: "εσφαλμένα η ανωτέρω οικοδομική άδεια εκδόθηκε ως: "Προσθήκη κατ' επέκταση δύο ισογείων μονοκατοικιών με υπόγειο σε υφιστάμενη ισόγεια μονοκατοικία" και όχι επί σκοπό κατασκευής των προβλεπομένων μελλοντικών ορόφων (Β', Γ, Δ') ως απαιτούσε η άνω πράξη. Ότι στην εν λόγω άδεια και σε όλα τα επισυναπτόμενα σε αυτή σχέδια (τοπογραφικό, κατόψεις, τομές κλπ.) εμφαίνεται ως αποκλειστική κυρία (ιδιοκτήτρια) του ακινήτου μόνον η αδελφή της Β. Χ. (κατηγορουμένη) "αποκρυπτομένου" του γεγονότος ότι κατά τον χρόνο συντάξεώς τους (2006 - 2007) της ανήκαν, κατά πλήρη κυριότητα τα 400/1000 επ' αυτού (δικαίωμα ανέγερσης Β' και Γ ορόφου). Σημειωτέον, ακόμη, ότι δικαιούχος στο οικόπεδο, κατά το χρόνο έκδοσης της εν λόγω αδείας, ήταν και ο πατέρας μας (Α. Χ.), ο οποίος είχε αποκτήσει εξ αγοράς το δικαίωμα ανέγερσης του Δ' ορόφου της μέλλουσας πολυκατοικίας, πλην όμως και αυτός "εξαφανίστηκε ως δια μαγείας" προκειμένου τεχνηέντως να παρουσιαστεί ως αποκλειστική κυρία του ακινήτου η αδελφή μου (Β. Χ.) υφαρπάζοντας την εν λόγω άδεια από την πιο πάνω υπηρεσία, σε βάρος των λοιπών συνιδιοκτητών. ...Παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με την ως άνω σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας προβλέπονταν δικαίωμα προσθήκης κατά πλάτος 67 τ.μ. στο υπάρχον κτίσμα (προκειμένου αυτό να αποκτήσει επιφάνεια 139 τ.μ.) ήτοι ίση με τα μέλλοντα να κατασκευαστούν διαμερίσματα, ωστόσο η εν λόγω άδεια έδιδε εν τέλει το δικαίωμα (κατά παράβαση της συστάσεως) επεκτάσεως του ισογείου κατά 99,77 τ.μ. καθώς επίσης και για την κατασκευή υπογείου χώρου (έτερου του ήδη υπάρχοντος υπογείου, το οποίο θα έπρεπε να αποτελεί κοινόχρηστο και κοινόκτητο χώρο του ακινήτου), άμεσα εξαρτώμενου (με εσωτερική κλίμακα) με το υπάρχον κτίσμα, στο οποίο διαμένει η οικογένεια της αδελφής μου (ενν. της κατηγορουμένης). Είναι αυτονόητο πέραν της κατάφορης παραβίασης των όρων της υπ' αριθμ. ...-1992 πράξης, η εν λόγω υπέρβαση μείωνε αυτομάτως και τον συντελεστή δόμησης (Σ.Δ.), περιορίζοντας τη δυνατότητα κατασκευής των μελλοντικών ορόφων..". Κατόπιν της εν λόγω αναφοράς - αιτήσεως, η Υπηρεσία Δόμησης, αφού δέχθηκε σε ακρόαση την παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας στις 30-5-2017 και έλαβε υπόψη το με αριθμό πρωτ. 27433/16- 6-2017 υπόμνημά της, απέστειλε στη Νομική Υπηρεσία του Δήμου Αμαρουσίου το υπ' αριθμ. πρωτ. 48602/18-10-2017 έγγραφο, δια του οποίου αφού παρέθετε τα δεδομένα ζητούσε τη γνωμοδότησή της. Η Νομική Υπηρεσία του Δήμου Αμαρουσίου (Δ/νση Νομικών Υποθέσεων) με το με αριθμ, πρωτ. 11774/19-3-2018 έγγραφό της προς την Υπηρεσία Δόμησης του ιδίου Δήμου, γνωμοδότησε υπέρ της ανάκλησης της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής αδείας καταλήγοντας ως ακολούθως: "Κατόπιν των ανωτέρω θεωρώ ότι η παρασιώπηση του ιδιαίτερου ιδιοκτησιακού καθεστώτος συνιστά δόλια ενέργεια της αιτούσας την οικοδομική άδεια και στην περίπτωση που ήθελε διαπιστωθεί πολεοδομικά ότι η ενέργεια αυτή είχε σαν συνέπεια να ανεγερθεί οικοδομή κατά τρόπο που να καθιστά τεχνικά αδύνατη την ανέγερση των υπολοίπων ορόφων παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, τότε η οικοδομική άδεια με αριθμό ... είναι παράνομη και ανακλητέα, και μάλιστα χωρίς χρονικό περιορισμό". Κατόπιν της προαναφερθείσας γνωμοδοτήσεως και του νέου ελέγχου στον οποίο προέβη η Υπηρεσία Δόμησης στον φάκελο της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής αδείας, εξέδωσε την πράξη ανάκλησης της εν λόγω οικοδομικής αδείας (σχετ. το με αριθμ. πρωτ. 12876/23-3-2018 έγγραφό της) σύμφωνα με το οποίο αναφέρονται εκτός των άλλων τα ακόλουθα : "... Κατόπιν των ανωτέρω και μετά από ενδελεχή έλεγχο του φακέλου της πιο πάνω οικοδομικής άδειας (ο δεύτερος κατά σειρά από την Υπηρεσία), όπως επισημαίνεται και στο έγγραφο της Δ/νσης Νομικών Υποθέσεων α) η εν λόγω οικοδομική άδεια έρχεται σε αντίθεση με το υπ1 αριθμ. ... συμβόλαιο (Δωρεά εν ζωή - σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας) καθώς και τον επισυναπτόμενο σε αυτό πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας, β) η εν λόγω οικοδομική άδεια παρεμποδίζει σε βάρος της καταγγέλλουσας τη δυνατότητα ανέγερσης των υπολοίπων ορόφων και γ) εάν η Υπηρεσία γνώριζε την ύπαρξη της ανωτέρω συμβολαιογραφικής πράξης, η εν λόγω οικοδομική άδεια δεν θα είχε χορηγηθεί". Με την ίδια δε απόφαση η Υπηρεσία Δόμησης ζητούσε από την κατηγορουμένη να επιστρέφει άμεσα το στέλεχος και τα σχέδια της οικοδομικής αδείας εντός πέντε εργασίμων ημερών από την επίδοση της αποφάσεως - πράξεως ανάκλησης. Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη κατέθεσε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών την από 25-5- 2018 με αριθμό κατάθεσης ΑΚ 973/2018 αίτηση ακυρώσεως κατά της με αριθμ. πρωτ. 12876/23- 3-2018 απόφασης της Προϊστάμενης της Δ/νσης Υπηρεσίας Δόμησης με την οποία αποφασίστηκε η ανάκληση της με αριθμ. ... οικοδομικής αδείας του Δήμου Αμαρουσίου, με την οποία προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι η εν λόγω ανακλητική πράξη εκδόθηκε κατά πλάνη περί τα πράγματα και κατά παράβαση των γενικών αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, μετά την πάροδο πλέον των δέκα ετών και οκτώ μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, καθόσον δεν συνέτρεξε δόλια συμπεριφορά της, υπό την έννοια της παρασιώπησης του ιδιαίτερου ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επίμαχου ακινήτου. Και τούτο διότι, όπως ισχυρίσθηκε, στα υποβληθέντα για την έκδοση της οικοδομικής άδειας δικαιολογητικά συμπεριλαμβανόταν η ... πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθώς και η 8476/2007 συμβολαιογραφική δήλωση των προβλεπόμενων χώρων στάθμευσης, σύμφωνα με τον ν. 1221/1981, στις οποίες εξετίθετο το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, ενώ εξ άλλου δεν συνέτρεχε αντικειμενική ανάγκη για παρασιώπηση, διότι είχε ενημερώσει σχετικώς την καθ' ης η αίτηση (νυν παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας), η οποία είχε συναινέσει στις εργασίες που επετράπησαν με την ανακληθείσα ... οικοδομική άδεια, καθώς ήταν παρούσα ως συμβαλλόμενη κατά τη σύνταξη της 8476/2007 συμβολαιογραφικής δήλωσης των προβλεπόμενων χώρων στάθμευσης. Επί της εν λόγω αιτήσεως ακυρώσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 295/2022 απόφαση του άνω Δικαστηρίου και το δικάσαν δικαστήριο απεφάνθη ότι: "από κανένα έγγραφο της δικογραφίας δεν προέκυπτε ότι η αιτούσα (νυν κατηγορουμένη) είχε καταθέσει στον καθ' ου Δήμο (Υ.ΔΟΜ.), μεταξύ των υποβληθέντων δικαιολογητικών για την έκδοση της ανωτέρω άδειας δόμησης, αντίγραφο του πιο πάνω συμβολαίου δωρεάς και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας (....1992) μαζί με τον συνοδευτικό πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας, καθώς και μελέτη στατικών, στην οποία να αποτυπώνεται η πραγματική κατάσταση της οικοδομής ενόψει των δικαιωμάτων των μερών, και στην οποία να γίνεται πρόβλεψη από πλευράς σταπκότητας και για τη δυνατότητα ανέγερσης και των λοιπών ορόφων (A, Β, Γ) της οικοδομής, προκειμένου όχι μόνο να γίνουν γνωστά στην Υπηρεσία Δόμησης ακριβώς τα συγκεκριμένα δικαιώματα επί του ως άνω ακινήτου εκάστης των διαδίκων αλλά και για να ελεγχθεί πριν την έκδοση της επίμαχης άδειας δόμησης, η διασφάλιση ή μη της δυνατότητας ανέγερσης A, Β και Γ ορόφου στην εν λόγω οικοδομή με το συγκεκριμένο εμβαδόν για καθένα, που αναφέρεται στο πιο πάνω συμβόλαιο. Κατά την ίδια απόφαση, η έκδοση, παρά την έλλειψη των προαναφερόμενων στοιχείων, της παραπάνω άδειας δόμησης πλήττει τα δικαιώματα της συγκυρίας του όλου ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος περί της ιδιοκτησίας, τις οικείες διατάξεις του ν. 3741/1929 για την κατ' ορόφους ιδιοκτησία και τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικα για την κυριότητα κατ' ορόφους και την αυτοδίκαιη συγκυριότητα εξ αδιαιρέτου των κυρίων ορόφων οικοδομής πάνω στα μέρη του ακινήτου, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση από τους συγκυρίους, και καταλήγει, τελικά, να μεταβάλλει εν τοις πράγμασι σε βάρος της καθ' ης η αίτηση (νυν παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας) τα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του επίμαχου ακινήτου, κατά παράβαση των διατάξεων της προαναφερόμενης πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας (....1992), προεχόντως διότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η εν λόγω οικοδομική άδεια αποτελεί κώλυμα σε βάρος της καθ' ης η αίτηση (νυν παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας), όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος της τελευταίας για κατασκευή των ορόφων που δικαιούται να ανεγείρει στην πιο πάνω οικοδομή". Το άνω Δικαστήριο εν τέλει έκρινε ότι "η επίμαχη ... άδεια εκδόθηκε παρανόμως και κατά παράβαση των προπαρατιθέμενων διατάξεων, ενώ η παρανομία προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω άδειας δόμησης και τον φάκελό της και δεν σχετίζεται με ενέργειες εκτέλεσης της άδειας αυτής ..." και ότι "συνακόλουθα, νομίμως ανακλήθηκε ... η ως άνω οικοδομική άδεια ... πέραν του προβλεπόμενου χρόνου της πενταετίας από την έκδοσή της, δοθέντος ότι [...] η άδεια αυτή εκδόθηκε μετά από ενέργειες της αιτούσας (νυν κατηγορουμένης) που έλαβαν χώρα από πρόθεση, συγκεκριμένα απέβλεπαν δολίως οι προπαρατεθείσες κρίσιμες ενέργειές της στο να την εμφανίσουν ως μοναδική κυρία του ακινήτου [...] και του επ' αυτού κτίσματος". Κατόπιν δε της από 20-4-2022 έφεσης της κατηγορουμένης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 153/2024 απόφαση του άνω Δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη η ασκηθείσα από την κατηγορουμένη έφεση. Κατά τη διάρκεια της προπεριγραφόμενης αντιδικίας των δύο αδελφών, την 31-7-2017, στην Αθήνα, η κατηγορουμένη εν γνώσει της καταμήνυσε την παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη και δη υπέβαλε εναντίον αυτής την με Α.Β.Μ. Α2017/2169 έγκληση, καταγγέλλοντας ότι τέλεσε τα αδικήματα της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, με την κατάθεση της προαναφερόμενης αριθμ. πρωτ. 17128/2017 αναφοράς - αίτησης στην Υ.ΔΟΜ. Αμαρουσίου, με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε παραπάνω και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Στη συνέχεια, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, κατά την κατάθεση της άνω με Α.Β.Μ. ΔΘ2019/10283 έγκλησης, επιβεβαίωσε ως αληθές το περιεχόμενό της. Τα καταγγελλόμενα από την κατηγορουμένη με την άνω έγκληση ήταν ψευδή και εν συνεχεία και η κατάθεσή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και εξ αυτού του λόγου όταν η υπόθεση ήχθη ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με κατηγορουμένη την παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας για τις πράξεις που της αποδίδονταν, με το υπ' αριθμ. 359/2021 βούλευμά του, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητο (βλ. την από 21-4-2021 βεβαίωση του Γραμματέα του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών) αυτό αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία εναντίον της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας δεχόμενο ότι "η εγκαλουμένη (και νυν παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας) σε ουδεμία ψευδή καταγγελία προέβη σε βάρος της εγκαλούσας (και νυν κατηγορουμένης), αφού τα όσα ανέφερε στην υπό κρίση καταγγελία - αίτησή της (17128/2017) είναι απολύτως αληθή και κατατέθηκαν στα πλαίσια προάσπισης των εννόμων συμφερόντων και δικαιωμάτων της ενώπιον της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Το συμβούλιο δε συνεχίζει ως ακολούθως: "τούτο επιβεβαιώνεται από την ανάκληση της οικοδομικής αδείας, από την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος την εγκαλούσας (νυν κατηγορουμένης για τον τρόπο έκδοσής της, από την με αριθμ. 27.943/16.9.2019 ένορκη βεβαίωση του Ε. Τ. του Α., Αρχιτέκτονα Μηχανικού στον οποίο ανατέθηκε από την εγκαλούσα η μελέτη και η έκδοση της εν λόγω οικοδομικής αδείας, ο οποίος δηλώνει ότι δεν του γνωστοποιήθηκαν οι δεσμεύσεις που αναγράφονται για το υπόγειο και το ισόγειο στις παρατηρήσεις του πίνακα ποσοστών ιδιοκτησίας που δεν αναφέρονται στην συμβολαιογραφική πράξη, τον οποίο ζήτησε και ουδέποτε του προσκομίστηκε, και πως εάν γνώριζε την ύπαρξη αυτών κατά τη διάρκεια της εκπόνησης της μελέτης - πρότασης βάσει της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια, αυτή δεν θα υλοποιούνταν ως έχει, καθώς θα είχαν ληφθεί υπόψη οι εν λόγω παρατηρήσεις - δεσμεύσεις". Η γνώση περί του ότι τόσο το περιεχόμενο της άνω έγκλησης και εν συνεχεία της επιβεβαίωσης του περιεχομένου αυτής με κατάθεσή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ήταν ψευδή αποδεικνύεται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων καθώς η με αριθμ. ... οικοδομική άδεια εκδόθηκε, στο όνομα της κατηγορουμένης, πράγματι, όπως ήδη αναφέρθηκε, δίχως να τεθούν υπόψη της Υ.ΔΟΜ. Αμαρουσίου οι τίτλοι ιδιοκτησίας επί του ακινήτου, ήτοι η προαναφερθείσα υπ' αριθμόν ... σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπως τούτο (η μη προσκόμιση των τίτλων ιδιοκτησίας) προκύπτει και από το ίδιο το περιεχόμενο της αριθμ. πρωτ. ...-2007 αίτησης έκδοσης άδειας που κατέθεσε στην Υ.ΔΟΜ. Αμαρουσίου, όπου στα συνημμένα δικαιολογητικά έγγραφα δεν περιλαμβάνονται και οι τίτλοι ιδιοκτησίας, αλλά και από την προαναφερθείσα ανακλητική απόφαση της αρμόδιας υπηρεσίας, στην οποία ρητά γίνεται λόγος για απόκρυψη των τίτλων ιδιοκτησίας και ότι αν αυτοί ήταν γνωστοί, η εν λόγω άδεια δεν θα είχε χορηγηθεί. Επίσης, η κατηγορουμένη γνώριζε ότι δεν υπήρξε τροποποίηση της παραπάνω πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, με τη σύνταξη νεότερου συμβολαίου, ότι η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας δεν συμμετείχε στη διαδικασία εκδόσεως της ... οικοδομικής άδειας, ούτε συναίνεσε με οποιονδήποτε τρόπο στην έκδοση της παραπάνω άδειας, μεταγενέστερα από την ημερομηνία εκδόσεώς της και επίσης γνώριζε ότι από την υπογραφή της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας επί της ως άνω 8476/2007 συμβολαιογραφικής δήλωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Α., για τον καθορισμό των χώρων στάθμευσης, στην οποία και πάλι περιγράφεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς, δεν συνάγεται τεκμήριο, όπως υποστηρίζει αυτή (κατηγορουμένη), ότι συνέπραξε η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας στη διαδικασία έκδοσης της επίμαχης άδειας δόμησης ή ότι συναίνεσε στην έκδοσή της.
Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη τέλεσε τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδούς κατάθεσης, καθότι πληρούται, στην προκειμένη περίπτωση η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, όπως απεφάνθη και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, αναγνώρισε στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, την ελαφρυνπκή περίσταση του προτέρου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2, περ. α του ΠΚ). Επομένως, σύμφωνα με την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης της κατηγορουμένης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρ. 470 του Κ.Π.Δ), πρέπει να αναγνωριστεί στο πρόσωπο αυτής, η παραπάνω αναφερθείσα ελαφρυντική περίσταση". Ακολούθως δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κήρυξε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατηγορούμενη ένοχη του ότι, "Στην Αθήνα, την 31-07-2017, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Ειδικότερα:
Α. Εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη. Συγκεκριμένα, ούσα από κοινού με την εγκαλούσα - αδελφή της, Ε. Χ., συνιδιοκτήτριες ενός οικοπέδου στον Δήμο Αμαρουσίου Αττικής, επί της οδού ..., εμβαδού 666,07 τ.μ., σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καλέμια, στο οποίο, βάσει του αριθμ. ... συμβολαίου σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ρ. Κ., η ίδια είχε δικαίωμα στο ισόγειο, όπου είχε ήδη ανεγερθεί κατοικία και στον α' όροφο και η εγκαλούσα δικαίωμα ανέγερσης β' και γ' ορόφου, αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση της αριθμ. ... οικοδομικής άδειας από την Υπηρεσία Δόμησης του Δήμου Αμαρουσίου για προσθήκες κατ' επέκταση δύο ισογείων μονοκατοικιών με υπόγειο στην υφιστάμενη ισόγεια μονοκατοικία, η οποία (άδεια), όμως, ανακλήθηκε με την αριθμ. πρωτ. 12876/23-3-2018 απόφαση, μετά την αριθμ. πρωτ. 17128/24-04-2017 αναφορά - αίτηση της εγκαλούσας, με την οποία γνωστοποιούσε στην υπηρεσία ότι η αδελφή της - κατηγορουμένη απέκρυψε το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς, ότι δηλαδή της ανήκει μόνο το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, με σκοπό να ωφεληθεί η ίδια σε βάρος της δικής της περιουσίας, αφού η κατασκευή των προσθηκών θα μείωνε αυτομάτως τον δικό της συντελεστή δόμησης. Κατόπιν της ανωτέρω εξέλιξης, υπέβαλε εναντίον της εγκαλούσας την με Α.Β.Μ. Α2017/2169 έγκληση, καταγγέλλοντας ότι τέλεσε τα αδικήματα της ψευδούς αναφοράς στην αρχή (με την κατάθεση της αριθμ. πρωτ. 17128/2017 αναφοράς - αίτησης στην Υ.ΔΟΜ. Αμαρουσίου) και της συκοφαντικής δυσφήμησης, παρότι γνώριζε ότι τα ανωτέρω είναι ψευδή, καθώς η αριθμ. ... οικοδομική άδεια εκδόθηκε, πράγματι, δίχως να τεθούν υπόψη της Υ.ΔΟΜ. Αμαρουσίου οι τίτλοι ιδιοκτησίας επί του ακινήτου, ήτοι η προαναφερθείσα υπ' αριθμόν ... σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας αλλά και η αριθμ. 8.476/21-05-2007 δήλωση Ν. 1221/1981 της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Α., στην οποία και πάλι περιγράφεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς, όπως τούτο (η μη προσκόμιση των τίτλων ιδιοκτησίας) προκύπτει και από το ίδιο το περιεχόμενο της αριθμ. πρωτ. ...-2007 αίτησης έκδοσης άδειας που κατέθεσε στην Υ.ΔΟΜ. Αμαρουσίου, όπου στα συνημμένα δικαιολογητικά έγγραφα δεν περιλαμβάνονται και οι τίτλοι ιδιοκτησίας, αλλά και από την προαναφερθείσα ανακλητική απόφαση της αρμόδιας υπηρεσίας, στην οποία ρητά γίνεται λόγος για απόκρυψη των τίτλων ιδιοκτησίας και ότι αν αυτοί ήταν γνωστοί, η εν λόγω άδεια δεν θα είχε χορηγηθεί.
Για τους λόγους αυτούς, άλλωστε, και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμ. 359/2021 βούλευμα, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητο, αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία εναντίον της για τις πράξεις που της αποδίδονταν. Β. Ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή. Ειδικότερα, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, κατά την κατάθεση της ανωτέρω έγκλησης, επιβεβαίωσε ως αληθές το περιεχόμενό της, παρότι γνώριζε ότι ήταν ψευδές, για τους λόγους που προεκτέθηκαν.
Με αυτές τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή της κατηγορούμενης, ήδη αναιρεσείουσας, για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, α) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, β) οι αποδείξεις, από τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και γ) οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων παρ. άρθρων 14, 26, 27, 79, 224 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς την ενοχή της αναιρεσείουσας, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, ενώ δεν θεμελιώνεται τέτοιος λόγος αναίρεσης από την αναφορά άλλου αριθμού εγκλήσεως (ΔΘ 2019/10283) στο σκεπτικό, σε σχέση με άλλο - προηγούμενο - σημείο αυτού (ΑΒΜ Α 2017/2169, στην ίδια σελίδα -74- της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και του ταυτιζόμενου, με τον τελευταίο αριθμό εγκλήσεως, διατακτικού (ΑΒΜ Α2017/2169), που είναι οι ορθοί, αφού είναι προφανής η παραδρομή ως προς την διαφορετική, σε επιμέρους σημείο της αποφάσεως, αυτή εσφαλμένη (ΔΘ 2019/10283) αναφορά και δεν τίθεται ζήτημα ασάφειας ή αντιφάσεως στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που να την καθιστά στερούμενη νόμιμης βάσεως.
Αντιθέτως, όμως, οι ενιαίως προβαλλόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικούς λόγους, αντιστοίχως, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και της εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με την εκ πλαγίου παραβίασή της, στερώντας αυτήν (την προσβαλλόμενη απόφαση) νόμιμης βάσης, κατά το μέρος που αφορά την κήρυξη ένοχης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης σε φυλάκιση οκτώ(8) μηνών, για την μερικότερη αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, που τελέστηκε την 31-7-2017 (άρθρο 229 παρ. 1 του προϊσισχύσαντος Π.Κ.), είναι βάσιμοι, αφού, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές, κατά το μέρος που αφορούν την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφ' ενός μεν, της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την συνδρομή των αναγκαίων στοιχείων για την κατάφαση της υποκειμενικής υπόστασης, αφ' ετέρου δε, νομίμου βάσεως, καθόσον, ενώ διαλαμβάνεται στο σκεπτικό, αλλά και στο διατακτικό, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του άμεσου δόλου, ήτοι αιτιολογείται επαρκώς η γνώση της κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας ότι τα διαλαμβανόμενα στην με Α.Β.Μ. A 2017/2169 έγκληση ήταν ψευδή, ήτοι τελούσε εν γνώσει του ψεύδους της καταμήνυσης, δεν αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό και δεν αιτιολογείται επαρκώς, με αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών, ο απαιτούμενος για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης υπερχειλής δόλος της αναιρεσείουσας κατηγορούμενης, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, με την υποβολή της με ABM: Α2017/2169 εγκλήσεως, είχε σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούμενης και ήδη παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και κατά παραδοχή ως βασίμων των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικών λόγων, αντιστοίχως, της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής (υπό την μορφή της εκ πλαγίου παραβίασης) της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 229 Π.Κ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά ένα μέρος και, ειδικότερα ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την κήρυξη ένοχης της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, για την τελεσθείσα την 31-7-2017 αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής σ' αυτήν ποινής για την ανωτέρω πράξη, καθώς και συνολικής ποινής (Α.Π. 765/2022). Ακολούθως δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 519 και 522 [όπως ισχύουν, το άρθρο 519 μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 8 παρ. 35 του Ν. 4637/2019 (Φ.Ε.Κ. 180/18-11-2019) και το άρθρο 522 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 159 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο)] του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, απορριπτομένης, κατά τα λοιπά, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, την υπ' αριθμ. 5864/2024 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, και συγκεκριμένα ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την κήρυξη ένοχης της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, Β. Χ. του Α. κατοίκου ..., για την τελεσθείσα την 31-7-2017 αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής σ' αυτήν ποινής για την ανωτέρω πράξη, καθώς και συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 27-1-2025 (με αριθμ. πρωτ. 905) αίτηση της Β. Χ. του Α., η οποία ασκήθηκε με δήλωσή της, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 31-1-2025, για αναίρεση της ως άνω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ