ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 769/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 769/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 769/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 769 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 769/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδας Χατζησταύρου, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2025, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενες τις: 1. Ε. Μ. του Π. - Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών, 2. Ε. Μ. του Ν. - Πρωτοδίκη Αθηνών, 3. Α. Ρ. του Θ. - Πρωτοδίκη Αθηνών και 4. Ε. Π. του Β. - Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Και εγκαλούντα τον Ν. Μ. του Α.

Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 30-12-2024, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σοφοκλής Λογοθέτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την υπ' αριθμ. πρωτ. 55/14-3-2025 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Δεγαϊτη στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω ενώπιον σας την από 30-12-2024 αίτηση της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Αθανασίας ΣΙΑΚΟΥΛΗ, με την οποία ζητείται ο καθορισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή της διαλαμβανομένης σ' αυτήν υποθέσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 135 περ. ε και 136 § 1 β ΚΠΔ, και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 135 ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125, διατάσσει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν: " ...ε) ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο....".

Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς του άρθρου 136 παρ. 1 ΚΠΔ, "Την παραπομπή μπορούν να τη ζητήσουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας, ενώ στις περιπτώσεις των στοιχείων γ' και δ' του άρθρου 135 μόνο ο εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Για την παραπομπή αποφασίζει: α) το συμβούλιο εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο β) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση....", όπως όταν στην περιφέρεια του Εφετείου δεν υπάγεται άλλο, πλην του αρμόδιου, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, Πρωτοδικείου.

Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τις διατάξεις των άρθρων 122-125 ΚΠΔ Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο. Από τις προειρημένες διατάξεις συνάγεται ότι δικαιολογητικοί λόγοι της παραπομπής στην περίπτωση του στοιχείου ε' του άρθρου 135 ΚΠΔ, είναι η διασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας και του αδιάβλητου της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού που θα επιληφθεί της υπόθεσης, καθώς και του αποκλεισμού της υπόνοιας μεροληψίας του αρχικά αρμόδιου προς τούτο, ενόψει της συνυπηρετήσεώς του με τα προαναφερόμενα στη συγκεκριμένη διάταξη πρόσωπα. Για την παραπομπή, που νοείται όχι μόνο κατά την κύρια διαδικασία αλλά και κατά την προδικασία, περιλαμβάνουσα τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση ποινικής διώξεως, δεδομένου ότι και στις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ο ίδιος ως άνω δικαιολογητικός λόγος ( ΑΠ 336/2021, ΑΠ 776/2020 ) που αποτελεί έκφανση της δίκαιης δίκης, συνιστάμενος στην ουσιαστική και αδιάβλητη, υπό δικονομικές εγγυήσεις, διεξαγωγή της (εν ευρεία εννοία) δίκης, αποφασίζει ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση μη διαλαμβανομένη στις διατάξεις του άρθρου 136 §1 α ΚΠΔ.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, κατόπιν υποβολής της από 19.01.2024 εγκλήσεως του Μ. Ν. του Α., στρεφομένης, μεταξύ άλλων, κατά των: 1) Μ. Ε. του Π., Προέδρου Πρωτοδικών, υπηρετούσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 2) Μ. Ε. του Ν. και 3) Ρ. Α. του Θ., αμφότερων Πρωτοδικών, υπηρετουσών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, και 4) Π. Ε. του Β., Εισαγγελέως Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, για τη φερόμενη πράξη της παράβασης καθήκοντος (αρ. 259 ΠΚ), σχηματίσθηκε η με αριθμό ABM Ε 2024/460 ποινικής δικογραφίας, αντίγραφα της οποίας επισυνάπτονται.

Σύμφωνα με τις με αριθ. πρωτ. 11900/19-2-2024 και 13974/26-2-2023 βεβαιώσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης (Δ/νση Οργάνωσης και Λειτουργίας Δικαιοσύνης- Τμήμα Δικαστικών Λειτουργών ) οι ως άνω Δικαστικές και Εισαγγελικοί Λειτουργός υπηρετούν αντίστοιχα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και Πρωτοδικείο Αθηνών με τους προρρηθέντες βαθμούς με αποτέλεσμα οι υπηρετούντες στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και στο Πρωτοδικείο Αθηνών Λειτουργοί να αδυνατούν να επιληφθούν της εν λόγω υποθέσεως.

Συνεπώς, βάσει των προαναφερθεισών διατάξεων, που θεσπίστηκαν για να εξασφαλίσουν την απόλυτη ανεξαρτησία της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και τον αποκλεισμό κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, εν όψει του ότι οι εγκαλουμένες υπηρετούν στο ίδιο Δικαστήριο και δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάρχει άλλη, πλην της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς και Πρωτοδικείου Αθηνών, ισόβαθμες και ομοειδείς αρχές, πρέπει να λάβει χώρα κανονισμός αρμοδιότητας, επιλαμβανομένου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ώστε να παραπεμφθεί η επίδικη υπόθεση, από τις κατά τόπο αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκειμένου οι τελευταίες να επιληφθούν αυτής και να κρίνουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, καθώς και, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς για την δικαστική της περαίωση.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω :

Να παραπεμφθεί η σχηματισθείσα κατόπιν υποβολής της από 19.01.2024 εγκλήσεως του Μ. Ν. του Α., στρεφομένης, μεταξύ άλλων, κατά των: 1) Μ. Ε. του Π., Προέδρου Πρωτοδικών, υπηρετούσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 2) Μ. Ε. του Ν. και 3) Ρ. Α. του Θ., αμφότερων Πρωτοδικών, υπηρετουσών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, και 4) Π. Ε. του Β., Εισαγγελέως Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, για τη φερόμενη πράξη της παράβασης καθήκοντος (αρ. 259 ΠΚ), με αριθμό ABM Ε 2024/460 ποινικής δικογραφίας, από τις κατά τόπο αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς καθώς και, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς , για την δικαστική της περαίωση.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Δεγαΐτης"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 135 στοιχ. ε` του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και σε αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής δίωξης, αφού και στα στάδια αυτά συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην έννοια του κατηγορούμενου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή καταγγελλόμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠΔ, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας, την αποφασίζει δε α) το συμβούλιο εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και β) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση (εκτός από αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 499) και πάντοτε όταν ζητείται η παραπομπή για το λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο γ` του άρθρου 135 (AΠ 7/2021, ΑΠ 336/2021, ΑΠ 140/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση σχηματίσθηκε ποινική δικογραφία κατόπιν της από 19-1-2024 εγκλήσεως του Ν. Μ. του Α., η οποία στρέφεται, μεταξύ άλλων και κατά της 1) Ε. Μ. του Π., Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 2) Ε. Μ. του Ν. και Α. Ρ. του Θ., αμφοτέρων Πρωτοδικών, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών και 3) Ε. Π. του Β., Εισαγγελέως Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, για την διάπραξη του αδικήματος της παράβασης καθήκοντος (άρθρ. 259 Π.Κ.), σχετικά με πράξη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Συνεπώς, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, που θεσπίστηκαν για να εξασφαλίσουν την απόλυτη ανεξαρτησία της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και τον αποκλεισμό κάθε υπόνοιας για μεροληψία του (ΑΠ 429/2021, ΑΠ 1884/2019, ΑΠ 1154/2019, ΑΠ 999/2019), εν όψει του ότι οι κατά τα άνω μηνυόμενοι υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών αντίστοιχα, πρέπει να λάβει χώρα κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 135 στοιχ. ε' και 136 παρ. 1β' ΚΠΔ), επιλαμβανομένου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, πρέπει δε να παραπεμφθεί η επίδικη υπόθεση κατά των ως άνω μηνυόμενων, από τις κατά τόπο αρμόδιες Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκειμένου οι τελευταίες να επιληφθούν αυτής και να κρίνουν στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, και, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, στις Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς για την δικαστική της περαίωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την παραπομπή της διαλαμβανόμενης στην από 30-12-2024 αίτηση της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών υπόθεσης, που αφορά στην ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε κατόπιν της από 19-1-2024 εγκλήσεως του Ν. Μ. του Α. (ΑΒΜ Ε2024/460), η οποία στρέφεται, μεταξύ άλλων και κατά της 1) Ε. Μ. του Π., Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 2) Ε. Μ. του Ν. και Α. Ρ. του Θ., αμφοτέρων Πρωτοδικών, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών και 3) Ε. Π. του Β., Εισαγγελέως Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, από τις κατά τόπο αρμόδιες Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς καθώς και, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, στις Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς για την δικαστική της περαίωση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2025.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή