Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 770 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 770/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2025, προκειμένου να αποφανθεί για την από 9-4-2025 δήλωση αποχής της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου με την οποία η δηλούσα αιτείται να της επιτραπεί να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων της, ως Εισαγγελέως, για τη σύνταξη και υποβολή σημειώματος στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), για κανονισμό αρμοδιότητας επί της ΑΒΜ Γ- 21/1301 δικογραφίας, η οποία της χρεώθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σοφοκλής Λογοθέτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρίστου Μπαρδάκη με αριθμό 91/24-4-2025, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σε Συμβούλιο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 23 ΚΠΔ, την από 9-4-2025 δήλωση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ του Δημητρίου, προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αποχής της από την άσκηση των καθηκόντων της για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας, σχετικά με την σύνταξη και υποβολή προτάσεως στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), για κανονισμό αρμοδιότητας επί της με ΑΒΜ: Γ-21/1301 δικογραφίας, καθόσον ζημιωμένος και παριστάμενος προς υποστήριξη κατηγορίας τυγχάνει ο Σ. Μ., Εισαγγελέας Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος έχει υποβάλει κατά του αδερφού της Θ. Σ. του Δ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, έγκληση και πειθαρχική αναφορά, σχετικά με τον υπ' αυτού χειρισμό δικογραφίας και εκθέτω τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., εκτός των στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα αναγραφόμενων λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, όπως και του στο επόμενο άρθρο 15 Κ.Π.Δ. λόγου εξαίρεσης, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται, επίσης, και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή, οπότε τα δικαστικά πρόσωπα οφείλουν να τους δηλώσουν με δήλωση, που πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (άρθρο 23 παρ. 3 Κ.Π.Δ.). Ο όρος "ευπρέπεια" περιέχει κρίση αντικειμενική, ενώ η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρέπειας είναι αδύνατη γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά τέτοιοι λόγοι ευπρέπειας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης, μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές γι' αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από οτιδήποτε και απ' οποιονδήποτε, διερεύνησή της σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., με την οποία καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές εγγυήσεις), διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση. Άλλωστε, η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του κράτους δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες από αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό αμερόληπτο δικαστή (Ολ Α.Π. 1/2024, ΑΠ 40/2023, ΑΠ 1675/2022, ΑΠ 13238/2022, ΑΠ 60/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, αλλά και τα έγγραφα της με ΑΒΜ: Γ 21/1301 δικογραφίας, η Βιργινία ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ του Δημητρίου, Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με την ανωτέρω δήλωσή της προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητά την αποχή της από την άσκηση των καθηκόντων της, σχετικά με την σύνταξη και υποβολή προτάσεως στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), για κανονισμό αρμοδιότητας επί της με ΑΒΜ: Γ-21/1301 δικογραφίας, η οποία της χρεώθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθόσον ζημιωμένος και παριστάμενος προς υποστήριξη κατηγορίας είναι ο Σ. Μ., Εισαγγελέας Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Συγκεκριμένα αιτείται να της επιτραπεί να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων της στην ως άνω δικογραφία, για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας, διότι ο ως άνω παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας εισαγγελικός λειτουργός έχει υποβάλει κατά του αδερφού της Θ. Σ. του Δ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, έγκληση και πειθαρχική αναφορά, σχετικά με τον υπ' αυτού χειρισμό δικογραφίας στην οποία ήταν κατηγορούμενος ο Σ. Μ., Εισαγγελέας Πρωτοδικών. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα από την δηλούσα εισαγγελική λειτουργό περιστατικά είναι βάσιμα και ως εκ τούτου ευλόγως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η κρίση της στην ως άνω υπόθεση δεν θα είναι αντικειμενική, απροκατάληπτη και αδιάβλητη.
Συνεπώς, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., που επιβάλλουν να απόσχει η εν λόγω εισαγγελική λειτουργός από την άσκηση των καθηκόντων της, ως εισαγγελέως, για την σύνταξη και υποβολή προτάσεως στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), για κανονισμό αρμοδιότητας επί της με ΑΒΜ: Γ-21/1301 δικογραφίας, ώστε να μη μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο αυτής. Επομένως, η κρινόμενη δήλωση αποχής πρέπει να γίνει δεκτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να γίνει δεκτή η από 9-4-2025 δήλωση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ του Δημητρίου, περί αποχής της από την άσκηση των καθηκόντων της, ως εισαγγελέως, για την σύνταξη και υποβολή προτάσεως στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), για κανονισμό αρμοδιότητας επί της με ΑΒΜ: Γ-21/1301 δικογραφίας, η οποία της χρεώθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΧΡΙΣΤΟΣ Δ. ΜΠΑΡΔΑΚΗΣ".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 9-4-2025 δήλωση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου, που απευθύνεται στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία αυτή εκθέτει ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων της, χειρισμού της αναφερόμενης δικογραφίας, που της ανατέθηκε, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως Συμβούλιο, κατά το άρθρο 23 παρ. 4 ΚΠΔ και πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν χωρίς τη συμμετοχή της δηλούσας. Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός των αναγραφόμενων στο άρθρο 14 του ίδιου Κώδικα λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα, που αναφέρονται σε αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, όπως και του αναφερόμενου στο άρθρο 15 του ίδιου Κώδικα λόγου εξαίρεσης, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται, επίσης, και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτήν, οπότε τα δικαστικά πρόσωπα οφείλουν να τους δηλώσουν με δήλωση, που πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (άρθρο 23 παρ. 3 ΚΠΔ). Ο όρος "ευπρέπεια" περιέχει κρίση αντικειμενική, ενώ η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρέπειας είναι αδύνατη γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά, τέτοιοι λόγοι ευπρέπειας συντρέχουν όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης, μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές γι' αυτόν σχόλιο, για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από οτιδήποτε και από οποιονδήποτε, διερεύνησή της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., με την οποία καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές εγγυήσεις), διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση ή του δικαστικού λειτουργού, κατά τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων σε ποινική υπόθεση. Άλλωστε, η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του κράτους δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες από αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό και αμερόληπτο δικαστή.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, η Βιργινία Σακελλαροπούλου του Δημητρίου, Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με την ανωτέρω δήλωσή της προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητεί την αποχή της από την άσκηση των καθηκόντων της, σχετικά με τη σύνταξη και υποβολή σημειώματος στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), για κανονισμό αρμοδιότητας επί της ΑΒΜ Γ-21/1301 δικογραφίας, που της ανατέθηκε, από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθόσον παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας είναι και ο Σ. Μ., Εισαγγελέας Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Συγκεκριμένα, ζητεί να της επιτραπεί να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων της στην ως άνω δικογραφία, για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας, διότι ο ως άνω παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας εισαγγελικός λειτουργός έχει υποβάλει κατά του αδελφού της, Θ. Σ. του Δ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, έγκληση και πειθαρχική αναφορά, σχετικά με τον υπ' αυτού χειρισμό δικογραφίας, στην οποία ο ανωτέρω (Σ. Μ.) ήταν κατηγορούμενος. Όπως πράγματι προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα αναφερόμενα ως άνω από τη δηλούσα εισαγγελική λειτουργό πραγματικά περιστατικά είναι βάσιμα και, ως εκ τούτου, ευλόγως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η κρίση της στην υπόθεση αυτή δεν θα είναι αντικειμενική, απροκατάληπτη και αδιάβλητη.
Συνεπώς, κρίνεται ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ΚΠΔ, που επιβάλλουν την αποχή της εν λόγω εισαγγελικής λειτουργού από την άσκηση των καθηκόντων της, ως Εισαγγελέως, για τη σύνταξη και υποβολή σημειώματος στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), για κανονισμό αρμοδιότητας επί της ΑΒΜ Γ-21/1301 δικογραφίας, ώστε να μην μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο αυτής. Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση δήλωση αποχής, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 9-4-2025 δήλωση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου.
Αποφαίνεται ότι η ανωτέρω εισαγγελική λειτουργός πρέπει να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων της, ως Εισαγγελέως, για τη σύνταξη και υποβολή σημειώματος στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), για κανονισμό αρμοδιότητας επί της ΑΒΜ Γ-21/1301 δικογραφίας.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2025.
Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ