ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 776/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 776/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 776/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 776 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 776/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ και Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 685/16.10.2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας (Β' Βαθμού). Με κατηγορούμενο τον Χ. Γ. του Κ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Ι. Π. του Β., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηρακλή Τσοκατλόγλου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας (Β'Βαθμού), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 7/12.2.2025 έκθεση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του υποστηρίζοντος την κατηγορία, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α ΚΠΔ "Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507", σύμφωνα με το οποίο "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 εδ. α του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και το άρθρο 139 ΚΠΔ, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, κατ' άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε αντιστοίχως του ΚΠΔ (ΑΠ 266/2024, ΑΠ 1575/2022). Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ΕΣΔΑ, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, στην αθωωτική απόφαση πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται (ΑΠ 1021/2020 ΑΠ 28/2010).

Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν η απόφαση δεν κάνει ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση (ΑΠ 1517/2022). Η κρινομένη από 12-2-2025 και υπ' αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7/2025 αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με δήλωσή του στη γραμματέα του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, στρέφεται κατά της υπ' αριθμό 685/16-10-2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Χ. Γ. του Κ. και της Γ. για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, η οποία του αποδόθηκε και παραπέμφθηκε να δικαστεί και φέρεται ότι την τέλεσε με πρόθεση από ώρα ... της ... έως ώρα ... της ... σε βάρος του εγκαλούντος και υποστηρίζοντος την κατηγορία Ι. Π. του Β. Η αίτηση για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, που καταχωρήθηκε την 16-1-2025 καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 168 παρ. 1, 462, 464, 473 παρ. 3, 504 παρ. 1, 505 παρ. 2 εδ. α, 507 ΚΠΔ), επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, που αφορούν έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ). Κατά την συζήτηση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου παραστάθηκε εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ο εγκαλών Ι. Π. του Β., που υποστήριξε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την ως άνω κατηγορία σε βάρος του προαναφερθέντος κατηγορουμένου. Η διάταξη του άρθρου 378 παρ. 1 εδ. α του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η ενδιαφέρουσα εν προκειμένω αξιόποινη πράξη ορίζει ότι: "Όποιος καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή ... ", ακολούθως δε, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 378 παρ. 1 εδ. α του ισχύοντος ΠΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 59 του Ν. 5090/2024, που ισχύει από 1-5-2024 και ορίζει ότι: "Όποιος καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή. ... ", οπότε οι δύο αυτές διατάξεις που τυποποιούν το ποινικό αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας είναι όμοιας βαρύτητας. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που προσδιορίζει την έννοια του δόλου, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της φθοράς ξένου αντικειμένου απαιτείται αντικειμενικώς η καταστροφή, ή η βλάβη, ή η με οποιοδήποτε τρόπο αχρήστευση ξένου, ολικά ή μερικά, πράγματος και υποκειμενικώς γνώση του δράστη ότι το πράγμα είναι ξένο και θέληση (ή αποδοχή) της καταστροφής ή βλάβης του πράγματος αυτού, ενώ αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Καταστροφή του πράγματος υπάρχει όταν τούτο καθίσταται εντελώς διαρκώς άχρηστο για τον προορισμό του, αρκεί δε αυτή να είναι και μερική μόνο, η δε βλάβη συνίσταται είτε στη βλάβη της ουσίας του πράγματος είτε στη μείωση της κατά προορισμό χρησιμότητάς του. Το ανέφικτο δε της με οποιοδήποτε άλλο τρόπο χρήσης του πράγματος καλύπτει τις περιπτώσεις που το πράγμα, εκτός από την καταστροφή του ή τη βλάβη του, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον από τον κύριο ή τον κάτοχό του. Το ποινικό αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που αποβλέπει στην προστασία της ιδιοκτησίας, είναι υπαλλακτικώς μικτό και μπορεί να τελεσθεί με ένα από τους ως άνω τρόπους (ΑΠ 612/2020, ΑΠ 1517/2022). Επομένως, για την στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται καταστροφή ή βλάβη του ξένου πράγματος ή να καταστεί ανέφικτη η χρήση αυτού, γνώση ότι το πράγμα ήταν ξένο και θέληση ή αποδοχή της ολικής ή μερικής καταστροφής ή βλάβης του πράγματος αυτού, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου, στο εν λόγω αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, είναι αναγκαία, αφού, ανεξάρτητα του ότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, αξιώνεται από το νόμο πρόσθετο στοιχείο, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δη η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού, του ότι το πράγμα ανήκει σε τρίτο, τέλεση της πράξεως και βούληση ή αποδοχή ολικής ή μερικής καταστροφής ή βλάβης του (ΑΠ 1301/2016, ΑΠ 333/2014, ΑΠ 87/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 685/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, που εκδόθηκε κατ' έφεση της υπ' αριθμό 1170/2023 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, η οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών με αναστολή επί μία τριετία, ο κατηγορούμενος Χ. Γ. του Κ. και της Γ. κηρύχθηκε αθώος από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της αξιόποινης πράξης της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που του αποδόθηκε με την ακόλουθη κατά λέξη, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο, που περιέχεται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο τελευταίος στη Δράμα, επί της οδού ..., στις ... και περί ώρα από ... έως ... (...), μετακίνησε χρησιμοποιώντας κλαρκ, βίαια το Ι.Χ. επιβατικό όχημα του εγκαλούντος Ι. Π. του Β., μάρκας Alfa Romeo τύπου ... -όχημα ... ετών και πάνω με προϋποθέσεις να αναγνωριστεί ως αυτοκίνητο ιστορικού ενδιαφέροντος (αντίκα)- από κοινόχρηστο δρόμο που βρισκόταν, αναποδογύρισε το παραπάνω όχημα, προκαλώντας υλική ζημία ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων τριακοσίων σαράντα οκτώ (3.348,00) ευρώ, με αποτέλεσμα να πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 381 παρ. 1 ΠΚ, αφού εβλάβη ή κατέστη με άλλον τρόπο ανέφικτη η χρήση του εν λόγω οχήματος. Πλην όμως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με τον ανωτέρω τρόπο διότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, παρόλο που προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του ως δυνατό, λόγω του μικρού μεγέθους των "πιρουνιών" του κλαρκ, όπως κατέθεσε και ο ίδιος στην απολογία του, πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν, λόγω της μικρής απόστασης, στην οποία προτίθετο να μετακινήσει το όχημα. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος ενήργησε με ενσυνείδητη αμέλεια και όχι με δόλο, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 ΠΚ, για την παράβαση της οποίας κατηγορείται και συνεπώς θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτής, αφού η φθορά ξένης ιδιοκτησίας από αμέλεια, έστω και ενσυνείδητη δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα , αλλά αστική αδικοπραξία". Στη συνέχεια, κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο, με το εξής, κατά λέξη, διατακτικό: "του ότι στη Δράμα, επί της οδού ..., στις ... και περί ώρα από ...έως ...(...), με πρόθεση κατέστρεψε ή έβλαψε ξένα (0 πράγματα ή με άλλον τρόπο κατέστησε την χρήση τους, και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, μετακίνησε χρησιμοποιώντας κλαρκ, βίαια το όχημα του εγκαλούντος Ι. Π. του Β., μάρκας Alfa Romeo τύπου ... -όχημα ... ετών και πάνω με προϋποθέσεις να αναγνωριστεί ως αυτοκίνητο ιστορικού ενδιαφέροντος (αντίκα)- από κοινόχρηστο δρόμο που βρισκόταν, αναποδογύρισε το παραπάνω όχημα, προκαλώντας υλική ζημία ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων τριακοσίων σαράντα οκτώ (3.348,00) ευρώ". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την παραπάνω έννοια, αφού δεν διαλαμβάνονται καθόλου στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και θεμελιώνουν την ανυπαρξία της υποκειμενικής υποστάσεως του ως άνω ποινικού αδικήματος και ούτε επεξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου, αντίθετα παρατίθενται περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας πείσθηκε για την αθωότητα αυτού. Ειδικότερα, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται την αυθαίρετη μεταφορά από τον κατηγορούμενο ξένου αυτοκινήτου από κοινόχρηστο δρόμο όπου ήταν σταθμευμένο με μικρό περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα, το οποίο χρησιμοποιούσε ο ίδιος για τα εμπορεύματα της παρακείμενης μεταφορικής επιχείρησής του, και την απόρριψη και ανατροπή (αναποδογύρισμα) του εν λόγω οχήματος σε άλλο σημείο ωστόσο δεν εξηγεί την κατάληξη σε αθωωτική κρίση και όχι στο πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης σε αυτόν αξιόποινης πράξης. Ειδικότερα από υποκειμενικής πλευράς την αποδίδει σε ενσυνείδητη αμέλεια και αρκείται μόνο στην παράθεση της ασαφούς αξιολογικής κρίσης ότι η μεταφορά από τον κατηγορούμενο σε μικρή απόσταση, που δεν την προσδιορίζει, δημιούργησε σ' αυτόν την πεποίθηση ότι δεν ήταν ικανή να επιφέρει τα βλαπτικά αποτελέσματα, μολονότι ο ίδιος τα προέβλεψε, ενώ δεν παραθέτει τα αποδεικτικά στοιχεία και τους νομικούς συλλογισμούς που στηρίζουν την παραδοχή αυτή.

Εξ άλλου, ουδόλως επεξηγείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει της κρίσης του δικαστηρίου για πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης, όχι όμως και της υποκειμενικής, ποία ήταν η γενεσιουργός αιτία της προξενηθείσας φθοράς και γιατί τα αποδεικτικά στοιχεία δεν επαρκούσαν για την τεκμηρίωση του δόλου του κατηγορουμένου για την επέλευσή της αφού η μετακίνηση σταθμευμένου οχήματος με μικρό περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα λόγω των μικρού μεγέθους "πηρουνιών" αυτού είναι βέβαιο ότι προκαλεί σημαντικές ζημιές στο κάτω μέρος του μεταφερόμενου οχήματος, την πρόκληση των οποίων υπό τα ως άνω δεδομένα ο κατηγορούμενος και προέβλεψε και αποδέχθηκε ως ενδεχόμενο. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το άνω δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν παραθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά εκθέτει κατά τρόπο ασαφή και ελλιπή, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανυπαρξία των στοιχείων του ποινικού αδικήματος, για το οποίο κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενου και δεν διατυπώνει τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους κατέληξε σε απαλλακτική κρίση, χωρίς να αιτιολογήσει γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του από τα αποδεικτικά μέσα. Αντίθετα, παρά το ότι αντικείμενο απόδειξης της ποινικής δίκης αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, το δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του αιτιολογία ότι πείσθηκε για την αθωότητά του από τα αποδεικτικά μέσα. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τα προκύψαντα από αυτά πραγματικά περιστατικά και της εκ πλαγίου παράβασης της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 378 παρ. 1 α ΠΚ. Επομένως πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμων των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του εισαγγελέα να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 685/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας (β' βαθμού).

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2025.

Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή