Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 792 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 792/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου-Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Δεγαΐτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τζανέτο-Ιωάννη Μπαλιτσάρη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1062/2024 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Β' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24.12.2024 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 9078/2024, και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, να απορριφθεί κατά τα λοιπά και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη, από 23.12.2024, δήλωση (αίτηση) του αναιρεσείοντα - κατηγορούμενου, Κ. Χ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αρ. 1062/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από αναίρεση, εν μέρει της υπ' αριθμ. 55/2023 απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου, που δίκασε τον κατηγορούμενο και για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση με προξενηθείσα ή απειληθείσα ζημία και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 120.000 ευρώ, και τον καταδίκασε σε ποινή πενταετούς καθείρξεως, ασκήθηκε νομότυπα, με επίδοση της αίτησης αναιρέσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 24.12.2024, και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Δικαστηρίου, (12.12.2024 με α.α. 1123) είναι δε παραδεκτή (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3 και 474 παρ. 2Α, 4 του ΚΠΔ), καθόσον περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους, και συγκεκριμένα: α) εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και β) απόλυτη ακυρότητα λόγω αντιστροφής του βάρους αποδείξεως (άρθρο 510§1 στοιχ. ε'και α' σε συνδ. με άρθρο 171 στοιχ. δ') ΚΠΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για την βασιμότητα των λόγων της.
ΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η προβολή των ισχυρισμών αυτών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 84 ΠΚ το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωτικό να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Οι ελαφρυντικές περιστάσεις αποτελούν στοιχεία της επιμέτρησης της ποινής και όχι του εγκλήματος για τον λόγο δε αυτόν η αναγνώρισή τους στο πρόσωπο του δράστη είναι ανεξάρτητη της βαρύτητας του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε. (ΑΠ 1391/2022, ΑΠ 1106/2019). Μεταξύ των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων είναι και οι προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του νέου ΠΚ, με στοιχ. α' του ισχύοντος Π.Κ. του προτέρου συννόμου βίου, η οποία είναι επιεικέστερη της προϊσχύσασας που προέβλεπε τον πρότερο έντιμο βίο. Για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης του ισχύοντος Π.Κ. απαιτείται ο υπαίτιος να έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα. Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "Σύννομη", έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου, όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο, συμμορφώνεται μ' αυτόν, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση- υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη (ΑΠ 1086/2022). Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη, το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα, αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες, η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 840/2024, ΑΠ 737/2024, ΑΠ 668/2024, ΑΠ 614/2024, ΑΠ 374/2023). Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για την θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (Α.Π.186/2023, Α.Π.1117/2022). κατά το άρθρο 84 παρ.2 περ. β' του Π.Κ., το ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια. Για τη στοιχειοθέτηση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ130/2017). Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 295/2015). Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 988/2019, ΑΠ 1156/2019, ΑΠ 453/2016). Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 2/2017).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Β' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δικάζοντας κατά παραπομπή, κατόπιν της 191/2024 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ιδίου Εφετείου μόνον ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α'ΠΚ) και μη ταπεινών αιτίων ( μεγάλης ένδειας άρθρο 84 παρ. 2 β'), αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις της περί περιβολής ποινής στην περίπτωση παραδοχής των εν λόγω ισχυρισμών ή έστω του ενός αυτών. Με την προσβαλλόμενη 1062/2024 απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου ως προς τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του σύννομου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά παράθεση νομικών σκέψεων για την έννοια και τη στοιχειοθέτησή των από το άρθρο 84 παρ. 2 α' και β' ΠΚ ισχυρισμών το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε ότι, από τα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο αυτοτελής ισχυρισμός που προέβαλε ο κατηγορούμενος περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 περ, α' του ΠΚ), αφού δεν αποδείχθηκαν περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ασφαλώς ότι αυτός, μέχρι τον χρόνο τέλεσης (12ος/2005 - 8ος/2006) της αξιόποινης πράξης της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση άνω των 120.000 ευρώ για την οποία κρίθηκε ένοχος, έζησε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο με θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, επιδεικνύοντας πραγματικό και διαρκή σεβασμό των προστατευόμενων στο κράτος δικαίου έννομων αγαθών (τα οποία αποτελούν το περιεχόμενο. του σύννομου βίου) σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής του με την από πεποίθηση - υποταγή του στη νομιμότητα, κατάσταση, που δεν εξασφαλίζεται μόνο με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη μέχρι τον προαναφερόμενο χρόνο τέλεσης της επίμαχης ως άνω πράξης.
Εξάλλου, η μέχρι τότε ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου δεν αρκεί για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος δοθέντος και του ότι, ο τελευταίος, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του με αριθμ. πρωτ. 247777/26-6-2024 ποινικού του μητρώου, μετά πάροδο τριών ετών από την τέλεση την αξιόποινης πράξης της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση άνω των 120.000 ευρώ για την οποία κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε με την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, όχι μόνο δεν συνετίσθηκε, αλλά επέδειξε εκ νέου παραβατική συμπεριφορά και συγκεκριμένα, στις 20-10-2009 προέβη στη διευκόλυνση μεταφοράς εντός της Ελλάδας υπηκόων τρίτων χωρών χωρίς δικαίωμα εισόδου, πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε με τη με αριθμ. 168/19-3-2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης σε συνολική ποινή κάθειρξης σαράντα (40) ετών (εκτιτέα 25 έτη) και σε συνολική χρηματική ποινή 44.000 ευρώ και ακολούθως, με τη με αριθμ. 98/16-3-2022 Απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου που επικύρωσε το με αριθμ. 100/2022 πρακτικό διαπραγμάτευσης καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και δέκα (10) μηνών, ενώ προσέτι με τη με αριθμ. 3326/4-7-2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών. Με βάση τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο τούτο κρίνει, ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και καταδικάσθηκε με την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, δεν αποτελούσε την εξαίρεση στην σταθερή σύννομη στάση της ζωής του, εμφανιζόμενη ως μοναδική παραφωνία, όπως ο ίδιος αβάσιμα ισχυρίζεται, δοθέντος και του ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός, στη διάρκεια του, πριν από την τέλεση της επίμαχης πράξης, χρόνου (δηλ. πριν από τον Δεκέμβριο του έτους 2005), στην καθημερινή του συμβίωση με τους άλλους, σεβόταν τα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά και συμμορφωνόταν με τις επιταγές του νόμου, στην έννοια του οποίου διαλαμβάνονται και οι δεσμευτικοί κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτός διαβιούσε, με την ελεύθερη βούληση και επιλογή του, ώστε το επίμαχο έγκλημα που τέλεσε να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή ως ένα γεγονός το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο από τον συγκεκριμένο δράστη, αφού όπως προεκτέθηκε, τρία μόλις έτη μετά την τέλεση αυτού, εμφάνισε εκ νέου σοβαρή παραβατική συμπεριφορά, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια του εν γένει βίου του, ουδέποτε επέδειξε από πεποίθηση πραγματικό και διαρκή σεβασμό των προστατευόμενων στο κράτος δικαίου έννομων αγαθών σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής του ζωής, η δε ανυπαρξία καταδίκης του μέχρι τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση άνω των 120.000 ευρώ και το συνεπεία αυτής μέχρι τότε λευκό ποινικό του μητρώο (το οποίο συνιστά μαχητό τεκμήριο για την ύπαρξη της προηγούμενης σύννομης ζωής του, μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής), ήταν συμπτωματική και δεν αντανακλά, ούτε αποδεικνύει, τον γνήσιο και διαρκή σεβασμό του κατηγορούμενου στα έννομα αγαθά και τη συμμόρφωσή του στις επιταγές του νόμου. Προσέτι, απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν κρίνεται και ο αυτοτελής ισχυρισμός που προέβαλε ο κατηγορούμενος περί συνδρομής στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων (μεγάλης ένδειας - άρθρ. 84 παρ. 2 περ. β' του ΠΚ), καθότι τα αίτια που τον ώθησαν ,στην τέλεση της αξιόποινης πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος με την αναιρεσιβληθείσα απόφαση ήταν αντίθετα προς την κοινή συνείδηση περί της ηθικής ή της κοινωνικής τάξης, αφού όπως έγινε δεκτό με την εν λόγω απόφαση η οποία κατά το σκέλος της αυτό, έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, σκοπός του κατηγορούμενου, ήταν να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας ξένη περιουσία, πείθοντας κατ' εξακολούθηση άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία ανήλθε στο ποσό των 218.81,02 ευρώ, αποτέλεσμα στο οποίο εξ αρχής απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του, τις οποίες διέπραξε ενεργώντας κατά, περίπτωση από κοινού με τον Π. Κ. αλλά και κατά μόνας. Εξ άλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης από μεγάλη ένδεια, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, χωρίς να αρκεί για την αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης η εκ μέρους του επίκληση ότι "αναζητούσε μεροκάματο αντιμετωπίζοντας το φάσμα της ανεργίας και της εργασιακής ανασφάλειας", καθότι το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο διατείνεται ότι είχε περιέλθει, ήταν αποτέλεσμα της απροθυμίας του να αναζητήσει σταθερή εργασία, δοθέντος και του ότι, κατά την περίοδο 2005-2006 (χρόνος τέλεσης της επίμαχης πράξης) ήταν νέος (43 ετών) και απόλυτα υγιής και είχε όλες τις προϋποθέσεις να εργαστεί. Αντ' αυτού όμως, προτίμησε το εύκολο και άκοπο κέρδος, με την ενσωμάτωση στην περιουσία του χρημάτων προερχόμενων από την τέλεση αξιόποινων πράξεων, όπως στις επίμαχες πράξεις που τέλεσε κατά την περίοδο 2005- 2006 αλλά και αυτής που τέλεσε μεταγενέστερα και δη στις 20.10.2009 (διευκόλυνση μεταφοράς εντός της Ελλάδας υπηκόων τρίτων χωρών χωρίς δικαίωμα εισόδου) γεγονός που καταδεικνύει τη σταθερή ροπή του κατηγορουμένου στις συγκεκριμένες στάσεις ζωής και την άρνησή του να βιοποριστεί με νόμιμα μέσα, με την περαιτέρω επισημείωση, ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι από τη δεκαετία του 1990 έκανε μεροκάματα και είχε εργαστεί και ως οδηγός βυτιοφόρου, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο.". Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών από το άρθρο 84 παρ. 2α'και 2β του ΠΚ με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 84παρ. 2 α' και 2β' ΠΚ. Ειδικότερα για τη διαπίστωση του σύννομου βίου δεν περιορίζεται το Δικαστήριο στη συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, αλλά, αντιθέτως, επιπλέον στο αιτιολογικό της ως προς την προ της τελέσεως της πράξεως (12ος /2005 - 8ος/2006) συμπεριφορά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου συνεκτιμά και επικαλείται μεταγενέστερες της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, καταδίκες και αξιολογεί την μετά την πράξη συμπεριφορά του ως αιτιολογία για την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου του και συγκεκριμένα συνεκτιμά παραβατικές συμπεριφορές αυτού μεταγενέστερες της πράξης για την οποία κρίθηκε ένοχος και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι: α) στις 20-Ι0-2009 προέβη στη διευκόλυνση μεταφοράς εντός της Ελλάδας υπηκόων τρίτων χωρών χωρίς δικαίωμα εισόδου, πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε με τη με αριθμ. 168/19-3-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης σε συνολική ποινή κάθειρξης σαράντα (40) ετών (εκτιτέα 25 έτη) και σε συνολική χρηματική ποινή 44.000 ευρώ και ακολούθως, με τη με αριθμ. 98/16-3-2022 Απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου που επικύρωσε το με αριθμ. 100/2022 πρακτικό διαπραγμάτευσης καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και δέκα (10) μηνών, και β) με τη με αριθμ. 3326/4-7-2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών. Ως προς δε τη απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 β 'ΠΚ η προσβαλλόμενη αιτιολογεί την έλλειψη των μη ταπεινών αιτίων και της ένδειας, αναφερόμενη σε πράξεις που τέλεσε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτό της τέλεσης της πράξεως για την οποία κατηγορείται και δη για πράξη που τέλεσε το 2009 και αφορά την διευκόλυνση μεταφοράς εντός της Ελλάδας υπηκόων τρίτων χωρών χωρίς δικαίωμα εισόδου. Τα ανωτέρω έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κενών, τα οποία καθιστούν την αιτιολογία ανεπαρκή, ελλιπή και μη ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και τη διάταξη του άρθρου 139 του ΚΠΔ, καθώς επίσης και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 84 παρ. 2 α' και β' ΠΚ με, συνακόλουθη, συνέπεια η ποινή που, λόγω της απόρριψης της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως να μην ευθυγραμμίζεται με τη συνταγματική αρχή της αναλογίας, να απέχει από το να συνιστά "ανάλογη και δίκαιη τιμωρία των εγκλημάτων" και πρέπει κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε'. Κατόπιν τούτου, δεκτού γενομένου του πρώτου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη διάταξή της, που αφορά την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84παρ. 2 α' και β' ΠΚ, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής ποινής, σε περίπτωση παραδοχής των εν λόγω ισχυρισμών, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο, κατά τον προσδιορισμό Δικαστήριο, το οποίο πρέπει να συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 και 522 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο αρμόδιο κατά τον προσδιορισμό Δικαστήριο εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1062/2024 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο αρμόδιο, κατά τον προσδιορισμό Δικαστήριο, συγκείμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ