ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 798/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 798/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 798/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 798 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 798/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1477/2024 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία S. N. του R., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 31.05.2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, Ε. Τ. και έλαβε αριθμό Ε.Μ.: 78/2024, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 113 του ν. 5090/2024, "Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους διαδίκους που έχουν δικαίωμα να ακουστούν σε σχέση με τα μέρη της απόφασης που προσβάλλουν οι αναιρετικοί λόγοι, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 του ΚΠΔ και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠΔ, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ή στην Ολομέλειά του, ενώ, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Σύμφωνα δε, με το άρθρο 514 του ιδίου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 158 του ν. 4855/2021, ορίζονται τα εξής: "Αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτησή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και μπορεί να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή έως εκατό ευρώ. Κατά της απορριπτικής απόφασης του Αρείου Πάγου δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο. Κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως: α) παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα και β) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 511)".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα (ν.4619/19) αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι αν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά αν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφ' ετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει κατ'αρχήν ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση, ήτοι δεν εμφανιστεί προσηκόντως με συνήγορο ή δι' αυτού, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 Κ.Ποιν.Δ. και μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 166 του ίδιου Κώδικα, για να παραστεί, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται και καταδικάζεται ο αναιρεσείων, κατά το άρθρο 578 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., στα δικαστικά έξοδα. Ο Άρειος Πάγος, όμως, αυτεπαγγέλτως ερευνώντας, εφαρμόζει και σε αυτή την περίπτωση, τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης και μέχρι την δημοσίευση της απόφασής του, κατ'άρθρο 511 ΚΠΔ (ΑΠ 906/2023, ΑΠ 1579/2022, ΑΠ 1119/2022, ΑΠ 1617/2019). Προς τούτο δε, γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά, εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Προδήλως είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά αυτή (πράξη) ανέγκλητη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ., 514 εδ. γ' περ. β' και 518 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης καταστεί ανέγκλητη η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τότε ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο και κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο, αφού δεν υπάρχει πλέον αξιόποινη πράξη, ακόμη και παρά την ερημοδικία του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου (ΟλΑΠ 3/1995, ΑΠ 513/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα από 15-7-2024 αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., προκύπτει ότι επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα Δ. Τ. του Π., κάτοικο ... και στον αντίκλητο δικηγόρο του Αθανάσιο Κούρκουλο, κάτοικο ..., αντίστοιχα, η με αρ. ... και από 3-7-2024 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου ο αναιρεσείων να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, κατά την οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση η από 31-5-2024, ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, αίτησή της για αναίρεση της με αρ. Β'ΤΕΠ 1477/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών που καταχωρίστηκε στο κατ'άρθρο 473 παρ.3α ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 14/5/2024. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο, μετά από σχετικό αίτημα του συνηγόρου της αναιρεσείουσας Σταύρου Μαλαμή, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. με αρ. 458/2023 απόφαση Α.Π). Κατά τη δικάσιμο αυτή, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο και δεν δήλωσε παράσταση δια πληρεξουσίου δικηγόρου και η υπόθεση συζητήθηκε ερήμην του, σημειουμένου ότι κλήθηκε για την προαναφερόμενη δικάσιμο και η υποστηρίζουσα την κατηγορία N. S. του R., η οποία, επίσης, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (βλ. το από 30-7-2024 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. προς αυτόν και το από 1/8/2024 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. προς τον αντίκλητο αυτής Χρήστο Κατσόγιαννο).

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη, ως ανωτέρω, με αρ. Β'ΤΕΠ 1477/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α'ΠΚ και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ(8) μηνών με τριετή αναστολή. Η πράξη αυτή προβλεπόταν και τιμωρούνταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης αυτής, από τη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ του νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 54 του ν. 5090/2024, κατά την οποία " Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή", ενώ, μετά τη θέση σε ισχύ (με έναρξη ισχύος την 1/5/2024- άρθρο 138 παρ.1 ν. 5090/2024)της νέας διατάξεως του ως άνω άρθρου(363 ΠΚ), "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης." Η τελευταία αυτή διάταξη, εφόσον στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης (εν όψει του ότι "από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οπότε εξ αυτού και μόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής - βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 5090/2024), είναι ευμενέστερη έναντι της προηγουμένης όταν η φερόμενη ως δυσφημιστική πράξη εγένετο μόνο ενώπιον των ως άνω προσώπων, όπως εν προκειμένω (που με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε, αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, για την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 22-5-2017, ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Ξ., ότι ".......των παραπάνω ψευδών ισχυρισμών .....έλαβαν γνώση η γραμματέας και οι υπάλληλοι του Πρωτοδικείου Αθηνών και οι δικαστές αυτού ο δικαστικός επιμελητής που επέδωσε την Ανακοπή του κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τέτοιο περιεχόμενο" - σελ. 29 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο διατακτικό αυτής), αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται πλέον, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικώς ως άδικη (καταστάσα κατ'ουσίαν ανέγκλητη όταν τελείται ενώπιον των προαναφερομένων προσώπων)η πράξη αυτή.

Ενόψει των ανωτέρω και παρότι ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής, κατά τα άρθρα 2 παρ.1 του ΠΚ και 511 εδ .δ'ΚΠΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 514 εδ.τελευταίο περ.β' του ίδιου Κώδικα, της νεότερης επιεικέστερης διάταξης του άρθρου 363 ΠΚ, που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί, στο σύνολό της, η ανωτέρω με αρ. Β'ΤΕΠ 1477/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και, ακολούθως, να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος για την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 22-5-2017, ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Ξ. και των λοιπών αναφερομένων στο διατακτικό της προσώπων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αρ. Β'ΤΕΠ 1477/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο Δ. Τ. του Π. και της Ε., που γεννήθηκε στο ..., το έτος ..., κάτοικο ..., οδός ..., του ότι: Στην Αθήνα, την 22-5-2017, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, ενώ γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά δεν ήταν αληθινά, και συγκεκριμένα: την 22-5-2017 ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κ. Ξ., η οποία έλαβε γνώση, κατέθεσε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, την από 19-5-2017 Ανακοπή του, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου (ΓΑΚ/ΕΑΚ) 537682/122/20167 εις βάρος του εγκαλούντος S. N. του R., στην οποία διατύπωσε εγγράφως για τον εγκαλούντα ισχυρισμούς, ψευδείς και πρόσφορους να βλάψουν τη θεμελιωμένη επί της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του εκτίμηση και συγκεκριμένα, διέλαβε στο κείμενο της ανωτέρω ανακοπής ότι:

1) ....τον Οκτώβριο του 2014 ευρισκόμενος σε δύσκολη οικονομική θέση και προκειμένου να αντιμετωπίσει ανάγκες της ατομικής του επιχείρησης επισκευής αμαξωμάτων και παρμπρίζ, δανειοδοτήθηκε από τον εγκαλούντα το ποσό των 4.000 € και υπογράφηκε στις 14-10-2014 στην Αθήνα ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου με το οποίο φέρεται να δανείζεται το ποσό των 10.000,00 € και μάλιστα άτοκα και ότι έπρεπε να το καταβάλλει μέχρι τις 31 -5-2015, 2)...έναντι του παραπάνω δανείου κατέβαλε στον εγκαλούντα κάθε μήνα σε μετρητά αρχής γενομένης από το Νοέμβριο 2014 το ποσό των 400,00 € και συγκεκριμένα μέχρι τον Ιούνιο 2015 του κατέβαλε το ποσό των 3.200,00 € (400 € Χ8 μήνες). Ότι λόγω του μεσολαβήσαντος περιορισμού στην κίνηση κεφαλαίων που αποφασίστηκε τον Ιούλιο του αυτού έτους, έκτοτε και μέχρι τον Οκτώβριο του 2015 δεν του κατέβαλε κάποιο ποσό. Ότι στη συνέχεια του κατέβαλε μέσω τραπεζικών εμβασμάτων από τον τηρούμενο στην Τράπεζα Eurobank Ergasias λογαριασμό του με αριθμό ..., στον τηρούμενο στην Εθνική Τράπεζα λογαριασμό του με αριθμό ... το Νοέμβριο 2015 ποσό 1.500,00 €, το Δεκέμβριο 2015 ποσό 1.850,00 € και τον Ιανουάριο 2016 το ποσό των 700,00 €. Ότι έναντι του κατά αυτόν ληφθέντος δανείου των 4.000,00 € του κατέβαλε συνολικά το ποσόν των 7.250,00 € (3.200+1500+1850+700), 3)...επειδή δεν μπόρεσε να εξοφλήσει το ως άνω συμφωνηθέν κατ' αυτόν τοκογλυφικό δάνειο στο σύνολό του, παρότι ήδη είχε καταβάλει για τόκους το ποσό των 3250 € που κατά τους ισχυρισμούς του υπερέβαινε το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας που δεν ήταν παραπάνω από τα 375,14 €, τον Ιανουάριο 2016 λόγω αδυναμίας εξοφλήσεώς του και επειδή η επιχείρησή του αντιμετώπιζε επείγουσες οικονομικές υποχρεώσεις, συμφώνησε μαζί με τον εγκαλούντα και ανανέωσε το παραπάνω δάνειο το οποίο για τον εγκαλούντα παρέμενε ανεξόφλητο ως προς το κεφάλαιο των 8.000 €, αφού κατά τους ισχυρισμούς του είχε εξοφλήσει μόνον τους τόκους αυτού και μέρος του κεφαλαίου, και ο εγκαλών δέχθηκε να του καταβάλει προς αποπληρωμή του νέο δάνειο ποσού 12.000,00 €. Ότι ενόψει των επειγουσών αναγκών της επιχείρησής του αναγκάστηκε και υπέγραψε στην Αθήνα στις 26-1-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου με το οποίο φέρεται ότι δανείζεται το ποσό των 80.000,00 € και μάλιστα άτοκα από το οποίο έπρεπε κατά τη συμφωνία τους να καταβάλει στον εγκαλούντα τμηματικά και άτοκα ως εξής : α) ποσό 20.000,00 € την 01-90-2016, β) ποσό 20.000,00 € την 01-11-2016, γ) ποσό 15.000 € την 1-1-2017, δ) ποσό 15.000,00 € την 1-3-2017 και τέλος ποσό 10.0.00 € την 1-5-2017. Ότι ταυτόχρονα αναγκάστηκε να υπογράψει ως αποδέκτης πέντε (5) συν/κές εκδόσεώς του εγκαλούντα στην Αθήνα στις 28-1 - 2016 ποσού 20.000,00 € εκάστης των δύο πρώτων εξ αυτών, 15.000,00 € εκάστης της 3ηζ και 4ης εξ αυτών και 10,.000,00 € της 5ης, λήξεως 1-9-2016, 1-11- 2016, 1-1-2017, 1-3-2017 και 1-5-2017 αντίστοιχα, και ότι με βάση τις δύο πρώτες συν/κες που δήθεν ενσωματώνουν όπως και οι υπόλοιπες παράνομους τόκους εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής 4) έναντι του ανανεωθέντος δανείου από τον εγκαλούντα του κατέβαλε κάθε μήνα, αρχής γενομένης από το Φεβρουάριο 2016 μέχρι και το Νοέμβριο 2016 σε μετρητά το ποσό των 400 € το μήνα ήτοι συνολικά 40.000,00 € (10 μήνες Χ400 €) και μέσω τραπεζικών εμβασμάτων από τον τηρούμενο στην Τράπεζα Eurobank Ergasias λογαριασμό του με αριθμό ..., στον τηρούμενο στην Εθνική Τράπεζα λογαριασμό του με αριθμό ... το Φεβρουάριο 2016 το ποσό 700,00 €, το Μάρτιο 2016 το ποσό 1.000,00 €, τον Απρίλιο 2016 το ποσό των 500,00 €, το Μάιο 2016 το ποσό των 1400,00 6, τον Ιούλιο 2016 το ποσό των 1000,00 €, τον Αύγουστο 2016 το ποσό των 1.300,00 €, τον Σεπτέμβριο 2016 το ποσό των 900,00 €, τον Οκτώβριο 2016 το ποσό των 1.350,00 € και το Νοέμβριο 2016 το ποσό των 500,00 €. Ότι μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 6869/2016 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του κατέβαλε το Δεκέμβριο 2016 στον τηρούμενο στην Εθνική Τράπεζα λογαριασμό του με αριθμό ... το ποσό των 1500,00 €. Ήτοι ισχυρίζεται ότι έναντι του κατά αυτόν ανανεωθέντος δανείου των 12.000,00 € κατέβαλε στον εγκαλούντα συνολικά το ποσό των 14.150,00 € (4000+ 700+ 1000+ 500+ 1400 +1000 +1300 +900 +1350 +500 +1500) που κατά τον κατηγορούμενο φέρεται ως εξοφληθέν το χορηγηθέν δάνειο των 12.000,00 €, ενώ επιπλέον καταβληθέν ποσό για τόκους το ποσό των 2.150,00 € 5) οι δύο συν/κές για τις οποίες εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6869/2016 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ποσού 20.000,00 € εκάστης, περιλαμβάνουν τοκογλυφικούς τόκους εφόσον για το συνολικό ποσό των 16.000 € (4.000€+12.000€) που ο κατηγορούμενος δήθεν έλαβε από τον εγκαλούντα φέρεται να έχει εξοφληθεί πλήρως και να έχει λάβει τους νόμιμους τόκους υπερημερίας οι οποίοι δεν ξεπερνούν σε κάθε περίπτωση τα 1.045,13 € (375,14 € τόκοι κεφαλαίου 4.000,00 € και 669,99 € τόκοι κεφαλαίου 12.000,00 €) με την καταβολή εκ μέρους του συνολικού ποσού 21.400,00 € (7250 €+12.650 €+1.5006).

Οι ανωτέρω δε ισχυρισμοί του κατηγορούμενου είναι ψευδείς, ενώ η αλήθεια είναι ότι:

1) το ανωτέρω ποσό των 10.000 € κατέβαλε ο εγκαλών στο σύνολό του στον κατηγορούμενο κατόπιν των ρητών διαβεβαιώσεών του για τη αποπληρωμή του ενόψει και της επικείμενης συνεργασίας τους που ο τελευταίος, αναγνωρίζοντας την εργασιακή επάρκεια του εγκαλούντα, συνεπεία της πολυετούς εμπειρίας του στο τομέα βαφής οχημάτων και της περιστασιακής απασχόλησής του στην επιχείρησή του, του είχε ήδη προτείνει από τις αρχές του έτους 2014, και συνέταξαν το από 14-10-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο γίνεται μνεία ότι εκδόθηκε προς εξασφάλισή του μία συναλλαγματική ποσού 10.000,00 € αποδοχής του αυθημερόν στην Αθήνα και λήξεως αυτής στις 31-5-2015, 2) ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποπληρωμής της συν/κής των 10.000 € που ο κατηγορούμενος είχε αποδεχθεί για εξασφάλιση του ληφθέντος ισόποσου δανείου δυνάμει του από 14-10- 2014 ιδιωτικού συμφωνητικού, κατά παράκλησή του και ενόψει του επικείμενου συνεταιρισμού τους, έχοντας ήδη αποσπάσει από τον εγκαλούντα τμηματικά πέραν του ανωτέρω ποσού των 10.000 € επιπλέον ποσά ύψους 70.000,00 €, τα οποία αποτελούσαν όλες του τις οικονομίες προερχόμενες από εργασία από το έτος 1993 έως τον Ιανουάριο 2016, στις 28-1-2016 υπέγραψαν νέο συμφωνητικό δανείου, συνολικού ποσού 10.000 € στο οποίο είχαν ενσωματώσει την παλαιότερη απαίτηση του εγκαλούντα ύψους 10.000 € προερχόμενη από το υπογραφέν μεταξύ τους συμφωνητικό της 14-10-2014. Στο νεώτερο από 28-1-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου αναγράφονται ρητά οι όροι του συμφωνηθέντος δανείου, όπου ο κατηγορούμενος δηλώνει ότι έλαβε από τον εγκαλούντα ολόκληρο το παραπάνω ποσό των 80.000 €, ατόκως μέχρι την ημέρα λήξης κάθε τμηματικής καταβολής, εντόκως δε, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας μέχρι την ολοσχερή εξόφληση κάθε τμηματικής καταβολής, και συμφωνήθηκε χρόνος αποπληρωμής ως εξής : α) ποσό 20.000,00 € την 1-9-2016, β) ποσό 20.000,00 € την 1-11-2016, γ) ποσό 15.000 € την 1-1-2017, δ) ποσό 15.000,00 € την 1-3-2017 και τέλος ποσό 10.000 € την 1-5-2017. Επίσης, στο συμφωνητικό αυτό αναγράφεται ότι ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε αντίστοιχες συναλλαγματικές εκδόσεως του εγκαλούντα με ημερομηνίες λήξεως κατά τον ως άνω συμφωνημένο τρόπο αποπληρωμής, κατά συνέπεια η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής αφορά τις ληξιπρόθεσμες δύο πρώτες συν/κές και ουδόλως ενσωματώνουν, όπως και οι υπόλοιπες, παράνομους τόκους κατά τους ψευδείς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου εναντίον του εγκαλούντα, 3) ο κατηγορούμενος δανείστηκε από τον εγκαλούντα με τους όρους του από 28-1-2016 συμφωνητικού το συνολικό ποσό των 80.000 €, αφού οι υποσχέσεις του για επικείμενη συνεργασία τους αποδείχθηκαν απατηλές, οι αναφερόμενες, δε, στο δικόγραφο της ανακοπής καταβολές δεν αφορούσαν την τμηματική εξόφληση των κατ' αυτόν ληφθέντων δανείων, την τμηματική καταβολή των αποδοχών του εγκαλούντα από την περιστασιακή του απασχόληση στην επιχείρησή του ως βαφέας αυτοκινήτων. Τα πιο πάνω γεγονότα, που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον τρίτων και τα οποία ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια και ο κατηγορούμενος προέβη με πρόθεση στον ισχυρισμό αυτών ενώ γνώριζε την αναλήθειά τους και τη σχετική μ' αυτά αλήθεια, όπως ανωτέρω περιγράφηκε. Σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να θίξει, να προσβάλει την υπόληψη του εγκαλούντα, παρουσιάζοντάς τον σαν τοκογλύφο, ενώ γνωρίζει πολύ καλά από την συνεργασία τους στην επιχείρησή του ότι ο βιοπορισμός του εγκαλούντα στηρίζεται αποκλειστικά στην πολύχρονη απασχόλησή του ως βαφέας αυτοκινήτων και στο μόχθο που αυτό συνεπάγεται.
Των παραπάνω ψευδών ισχυρισμών και πρόσφορων να βλάψουν τη θεμελιωμένη επί της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του εγκαλούντος εκτίμηση, έλαβαν γνώση η γραμματέας και οι υπάλληλοι του Πρωτοδικείου Αθηνών και οι Δικαστές αυτού, ο δικαστικός επιμελητής που επέδωσε, την Ανακοπή του κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τέτοιο περιεχόμενο. Την αναλήθεια των ανωτέρω γνώριζε ο κατηγορούμενος πριν την σύνταξη της Ανακοπής του και παρόλα αυτά προέβη στην σύνταξή της, γνώση δε έλαβε ο εγκαλών την 22-5-2017 δια της κοινοποιήσεώς της.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή