ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 817/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 817/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 817/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 817 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 817/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη και Σπυριδούλα Λιάτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου - Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα - Λάμπρου Σοφουλάκη και του Γραμματέα Γ. Β.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2024, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου - Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα, περί αναιρέσεως του υπ' αρ. 2912/11.9.2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ. Δ. του Ν.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου-Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 44/2024 από 31.10.2024 έκθεση αναιρέσεως, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την από 1.11.2024 ορθή επανάληψή της, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Σ. Τ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Λάμπρος Σοφουλάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 234/4.11.2024, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε στο Δικαστήριο Σας, (σε Συμβούλιο) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αρ. 44/31-10- 2024 αναίρεσή μας μετά της από 01-11-2024 ορθής επαναλήψεως αυτής, κατά του υπ. αριθ. 2912/1 1-09-2024 Βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και εκθέτουμε τα ακόλουθα:

Η ανωτέρω αναίρεσή μας ασκήθηκε νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, σύμφωνα με τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 483 παρ.3, 484 παρ. 1 περ.α', δ', σε συνδυασμό με 480, 474παρ. 1, 473 παρ. 1 εδαφ.δ, 464, 462 περ.β' του ΚΠΔ, ως ισχύουν, καθόσον, το προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε στις 11-09-2024 και η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση στη Γραμματέα του Αρείου Πάγου στις 31-10-2024, ήτοι εντός μηνός από τη λήξη της προθεσμίας έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών [11-10-2024] (483 παρ.3 εδαφ α και β, σε συνδ. με 480 εδαφ α' ΚΠΔ), συντάχθηκε δε περί αυτής η με αριθμό 44/31-10-2024 σχετική έκθεση, στην οποία διαλαμβάνονται λεπτομερώς και οι λόγοι άσκησής της και συγκεκριμένα η απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 αριθ.1 στοιχ. δ'), και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας [άρθρο 139], (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α', δ' ΚΠΔ).

Επομένως, η υπό κρίση αναίρεσή μας ως αυτή ορθώς συμπληρώθηκε, και στο περιεχόμενο της οποίας καθ' ολοκληρία αναφερόμαστε, πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα.

Για τους λόγους αυτούς

Προτείνουμε:

Να γίνει δεκτή η υπ' αρ. 44/31-10-2024 αίτηση αναίρεσής μας, όπως συμπληρώθηκε με την από 01-11-2024 ορθή επανάληψή της, να αναιρεθεί το υπ' αρ. 2912/11-09-2024 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός οπό εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου-Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας Λάμπρος Λ. Σοφουλάκης".

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 464, 479, 480, 483 παρ. 3 και 484 παρ. 1 και 485 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, παραπεμπτικού ή απαλλακτικού, για όλους τους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠοινΔ, με σχετική δήλωση στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία του ενός μηνός που ορίζεται από το άρθρο 480, η οποία προθεσμία για την αίτηση αναίρεσης κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών αρχίζει από την λήξη της προθεσμίας έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία είναι επίσης ενός μηνός και αρχίζει από την έκδοση του βουλεύματος.( ΑΠ 77/2023, ΑΠ 292/2023 ).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13παρ.1εδαφ.α\ β', γ' του Κανονισμού 2017/1939 (L 283/31-10-2017)"σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας" και 7 εδαφ.β-γ- του εφαρμοστικού τούτου νόμου 4786/2021 (ΦΕΚ Α' 43/23.3.2021), οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αποκεντρωμένο στα κράτη μέλη, ενώ παράλληλα παραμένουν ενσωματωμένοι στις εθνικές εισαγγελικές δομές και είναι εν ενεργεία μέλη της εθνικής Εισαγγελικής Αρχής. Με την ιδιότητα αυτή ενεργούν για λογαριασμό και εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και έχουν τις ίδιες, κατά περίπτωση, εξουσίες με τους εθνικούς Εισαγγελείς, όταν ασκούν τις προβλεπόμενες στον ανωτέρω Κανονισμό αρμοδιότητές τους σχετικά με το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης, την κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση διασυνοριακής ή μη έρευνας, την άσκηση ποινικής δίωξης, την παραπομπή υπόθεσης στο δικαστήριο, την παράσταση κατά την εκδίκαση στο ακροατήριο και την άσκηση ενδίκου μέσου κατά το εθνικό δίκαιο.

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 31-10-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 44/2024, αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου - Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας, στρέφεται κατά του με αριθμό 2912/11-9-2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έγινε δεκτή εν μέρει κατά πλειοψηφία, η υπ' αριθ. 52/26-4-2024 προσφυγή του κατηγορουμένου Χ. Δ. του Ν., κατά της με αριθ. 30/2024 Διάταξης της Ανακρίτριας του 18ου Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, και μειώθηκε το ύψος του ποσού της εγγύησης στο ποσό των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων (350.000) ευρώ, καταβλητέας είτε σε χρήματα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας ή με αξιόχρεη υποθήκη, εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την επίδοση του Βουλεύματος, ενώ απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το κύριο αίτημά της , με το οποίο ο προσφεύγων αιτείτο την αντικατάσταση του περιοριστικού όρου της καταβολής εγγύησης, ποσού επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ, που του επιβλήθηκε, δυνάμει της ανωτέρω Ανακριτικής Διάταξης, με τον περιοριστικό όρο της εμφάνισης αυτού στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του, άλλως με την επιβολή κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση.

Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκείται αρμοδίως υπό του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα και εμπροθέσμως, ήτοι εντός μηνός από τη λήξη της προθεσμίας έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, (βλ. από 14-10-2024 βεβαίωση τμήματος βουλευμάτων Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με το οποίο δεν ασκήθηκε έφεση από τον Εισαγγελέα Εφετών), αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε την 11-09-2024, η δε αίτηση ασκήθηκε με δήλωση στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου την 31-10-2024, περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης, την απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 αριθ. 1στοιχ. δ'), και την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας [άρθρο 139], (άρθρο 484 παρ. 1στοιχ. α' ,δ' ΚΠΔ). Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι αυτής. Στο άρθρο 283 ΚΠΔ προβλέπεται η επιβολή των ενδεικτικώς αναφερομένων σ'αυτό περιοριστικών όρων στον κατηγορούμενο, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του (282παρ.1), μεταξύ των οποίων είναι και η παροχή εγγυήσεως, που δίδεται στον γραμματέα του ποινικού δικαστηρίου υπό τις καθοριζόμενες στο άρθρο 295 παρ. 2 διατυπώσεις. Οι περιοριστικοί αυτοί όροι επιβάλλονται εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι για την εκπλήρωση των σκοπών της παρ. 2 του άρθρου 282, δηλ., για να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον οποίο επιβλήθηκαν θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης, ήτοι αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση της ποινικής διαδικασίας στην οποία εντάσσονται αποκλειστικώς, και στην εκπλήρωση της αποστολής της ποινικής δίκης. Ειδικότερα, και καθόσον αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις επιβολής του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας, η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 295 του ΚΠΔ ορίζει: "Αν ως περιοριστικός όρος τεθεί η καταβολή εγγύησης, το ύψος καθώς και το είδος και το αξιόχρεο της εγγύησης, ορίζονται με ελεύθερη κρίση, αφού ληφθεί υπόψη η ποινή που επιβάλλεται στην πράξη, καθώς και η οικονομική και η ηθική κατάσταση του κατηγορουμένου". Δηλ. κατά τον καθορισμό του ποσού της, πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (άρθρ.25παρ.1Σ., σχετ. ΕΔΔΑ Μαμιδάκης κατά Ελλάδος απόφ. της 11.1.2007 ΠοινΔ 2007, 855), η οποία, ως θεμελιώδης Συνταγματική διάταξη, διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξης, και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστή ως δεσμευτική δικαϊκή αρχή, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. (ΟλΑΠ 9/2022, 5/2015, ΑΠ 1040/2019). Συναφώς, και οι διατάξεις του άρθρου 5παρ. 2 του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (L 283/31-10-2017), σύμφωνα με τις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεσμεύεται σε όλες τις δραστηριότητές της, από τις αρχές του κράτους δικαίου και της αναλογικότητας. Ώστε, τα εκάστοτε λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, πρέπει να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν, δηλαδή, να μην υπερβαίνουν τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ9/2022, 5/2015, ΑΠ 629/2019).

Επομένως, η κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου για την επιβολή του ποσού της εγγυοδοσίας, πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την βαρύτητα του εγκλήματος, την σοβαρότητα των ενδείξεων ενοχής, την προβλεπόμενη ποινή κ.λπ., αλλά ισοδυνάμως και την οικονομική και ηθική κατάσταση του κατηγορουμένου, όπως το βεβαρημένο ή μη της υγείας του, που αναντιλέκτως συγκαταλέγεται στις ως άνω παραμέτρους, καθώς και την εν γένει προσωπικότητά του, ώστε να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές μέτρο και να μην καταλήγει τούτο να αποτελεί σε αυτό το πρώιμο δικονομικό στάδιο, εν τοις πράγμασι έμμεση επιβολή προσωρινής κράτησης και προεξόφληση ενοχής κατά παραβίαση των (υπερνομοθετικής ισχύος) διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 εδαφ. γ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και του άρθρου 6 παρ. 1 της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, με την οποία καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη". Περαιτέρω, η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., δε δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 (επί αποφάσεων) και 484 του ΚΠΔ, (επί βουλευμάτων), εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ(ΑΠ 1202/2022, ΑΠ 417/2020). Επέρχεται δε τέτοια περίπτωση απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας-πέραν της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που τυχόν ενυπάρχει-αν το δικαστικό συμβούλιο, δεν προβεί σε αποτελεσματική εξέταση των επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, όπως επιβάλλεται από την ως άνω αρχή της δίκαιης δίκης (ΑΠ 733/2022,ΑΠ 190/2021). Ιδιαίτερα δε, όταν παραλείψει να εκτιμήσει στο σύνολο τους κάποια ουσιώδη και κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 1102/2014). Επίσης πρέπει να αναφερθεί, ότι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (139παρ.1ΚΠΔ), πρέπει να εκτείνεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, στις οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ή του δικαστικού συμβουλίου, κατά περίπτωση. (ΑΠ 1219/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 2912/2024 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού εκτίμησε το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα όλα τα έγγραφα που προσκόμισε ο προσφεύγων - κατηγορούμενος καθώς και τα από 26-6-2024 και 11-7-2024 έγγραφα υπομνήματα του, δέχθηκε κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του και κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα : "..... Περαιτέρω, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του προσφεύγοντος - κατηγορουμένου και το ύψος της επιβληθείσας σε αυτόν εγγυοδοσίας, λεκτέα τα εξής: Το ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημά του ανέρχεται στο ποσό των 23.868,07 ευρώ, το οποίο προέρχεται από μισθωτή εργασία και κύριες συντάξεις [βλ. το εκκαθαριστικό σημείωμα έτους 2021]. Ως προς την ύπαρξη ακίνητης περιουσίας, ο προσφεύγων διαθέτει, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη σε εκτύπωση πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου ΕΝΦΙΑ έτους 2022 και τη βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης Ε9 του έτους 2023: Α) ένα ακίνητο, επιφανείας 1.040,00 τ.μ., στη θέση "...", στις ..., κατά πλήρη κυριότητα (100%). Η εμπορική αξία του εν λόγω ακινήτου, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και έχει ανεμπόδιστη θέα στη θάλασσα, από την οποία απέχει μόλις 150 μέτρα, ανέρχεται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και όπως προκύπτει από αναρτημένες στο διαδίκτυο αγγελίες πώλησης ακινήτων στην ίδια περιοχή και με τα ίδια χαρακτηριστικά, τουλάχιστον στο ποσό των 100.000 €, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του προσφεύγοντος ότι η αξία του ανωτέρω οικοπέδου ανέρχεται στο ποσό των 50.000 €, δεδομένου ότι στο ποσό των 49.046,40 € ανέρχεται μόνο η αντικειμενική του αξία. Β) Ο προσφεύγων έχει την πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, μιας οικίας, επιφάνειας 60,83 τ.μ., έτους κατασκευής 1920, εντός οικοπέδου επιφάνειας 82,95 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου ... Η εμπορική αξία του εν λόγω ακινήτου, λαμβανομένου υπ' όψιν αφενός ότι βρίσκεται εντός του οικισμού ..., σε απόσταση μόλις 150 μ. από το λιμάνι και στην εγγύς περιοχή υφίστανται ακίνητα οικιστικής και τουριστικής χρήσης και αφετέρου ότι ο βαθμός συντήρησης της παλαιάς οικίας είναι κακός, ανέρχεται, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τουλάχιστον στο ποσό των 160.000 και συνεπώς η αξία του ιδανικού μεριδίου του προσφεύγοντος ανέρχεται στο ποσό των 80.000€, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του προσφεύγοντος ότι η αξία του ανωτέρω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 40.000 €, δεδομένου ότι η μέση τιμή πώλησης των ακινήτων στην ..., εκτιμάται ότι ανέρχεται στο ποσό των 3.000 €/τ.μ., όπως προκύπτει από αναρτημένες στο διαδίκτυο αγγελίες πώλησης ακινήτων στην ίδια περιοχή και με τα ίδια χαρακτηριστικά. Γ) Ο προσφεύγων έχει την πλήρη κυριότητα (100%) μιας οικίας, επιφάνειας 55 τ.μ., έτους κατασκευής 1955, εντός οικοπέδου 114,85 τ.μ., που βρίσκεται στον Δήμο ..., επί της οδού ..., στην περιοχή ... Η εμπορική αξία του εν λόγω ακινήτου, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, εκτιμάται ότι ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 170.000 €, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του προσφεύγοντος ότι η αξία του ανωτέρω οικοπέδου ανέρχεται στο ποσό των 120.000 €, δεδομένου ότι στο ποσό των 169.113,01 € ανέρχεται μόνο η αντικειμενική του αξία.

Εξάλλου, η οικονομική κατάσταση του προσφεύγοντος δεν δύναται να υποτιμηθεί μέχρι του σημείου που εκείνος επικαλείται με την προσφυγή του και τα υπομνήματά του, λαμβανομένων υπ' όψιν των εκκαθαριστικών σημειωμάτων που προσκομίζει και των εκεί δηλωθέντων εισοδημάτων του και της προεκτεθείσας ακίνητης περιουσίας του, η αντικειμενική μόνο αξία της οποίας ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 239.445,04 €, δοθέντος του ότι από την Ανακρίτρια του έχει δοθεί η δυνατότητα συμμόρφωσης με τη με αριθμό 30/2024 Διάταξή της, όχι μόνο με καταβολή μετρητών, αλλά -κατ' επιλογήν του- και με παροχή ισόποσης εμπράγματης ασφάλειας σε ακίνητο δικό του ή τρίτου, όπως και με παροχή εγγυητικής επιστολής τράπεζας. Ο προσφεύγων, περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο όρος καταβολής εγγύησης ποσού 700.000 ευρώ, που του επιβλήθηκε δυνάμει της με αριθμ. 30/2024 Διάταξης της Ανακρίτριας του 18ου Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών ισοδυναμεί με επιβολή προσωρινής του κράτησης, παραβιάζει ευθέως τις αρχές της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και του τεκμηρίου της αθωότητας και συνιστά μέτρο, το οποίο επάγεται υπερβολικό περιορισμό στον ίδιο και εν τέλει κατατείνει στην στέρηση της ελευθερίας του, αφού αδυνατεί εξ αντικειμένου να καταβάλει το ανωτέρω ποσό. Πράγματι, για να έχει η εγγυοδοσία τη λειτουργική της αξία ως περιοριστικός όρος θα πρέπει να καθορίζεται το σχετικό ποσό με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του εκάστοτε κατηγορούμενου, διότι διαφορετικά ο καθορισμός ενός υπερβολικά αναντίστοιχου προς τις οικονομικές δυνατότητες του κατηγορουμένου ποσού οδηγεί αναγκαστικά στη μη εκπλήρωση του σχετικού όρου και συνακόλουθα στην έμμεση προσωρινή του κράτηση (...).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση και με τα ανωτέρω δεδομένα, στο παρόν στάδιο προκύπτει ότι η οικονομική κατάσταση του προσφεύγοντος - κατηγορουμένου δεν είναι ικανή να υποστηρίξει τη δυνατότητα καταβολής της εγγυοδοσίας ποσού επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ, δοθείσης της συνολικής εμπορικής αξίας της ακίνητης περιουσίας του, λαμβανομένων υπόψη αφενός των αρχών της προσφορότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, αφετέρου δε ότι αυτός, στην περίπτωση που θα επιλέξει να καταβάλει την εγγυοδοσία είτε με δάνειο που θα λάβει και αντίστοιχη εγγυητική επιστολή τράπεζας, είτε με αξιόχρεη υποθήκη, θα επιβαρυνθεί και με την καταβολή των σχετικών εξόδων.

Για τους λόγους αυτούς η επιβαλλόμενη σε αυτόν εγγυοδοσία θα πρέπει να μειωθεί στο ποσό των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων (350.000) ευρώ, ποσό το οποίο κρίνεται ότι είναι στο πλαίσιο των οικονομικών του δυνατοτήτων με βάση την ανωτέρω εμπορική αξία της ακίνητης περιουσίας του, δεδομένου ότι αυτή δύναται να καλύψει την καταβολή της επιβληθείσας εγγυοδοσίας με τη μορφή της εγγραφής αξιόχρεης υποθήκης επ' αυτών υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. και Απόφαση ΕΔΔΑ, Istomina κατά Ουκρανίας της 13.01.2022 - αριθμ. προσφ. 23312/15, όπου κρίθηκε ότι για να υπάρχει σχετική και επαρκής αιτιολογία για την απόφαση περί επιβολής της εγγύησης, θα πρέπει να συνυπολογιστεί πέρα από το ύψος της ζημιάς που φέρεται να προκάλεσε ο κατηγορούμενος και η ικανότητά του να καταβάλει την εγγύηση, αλλά και ικανοποιητική αιτιολογία γιατί η εγγύηση ορίστηκε σε τόσο εξαιρετικά υψηλό επίπεδο). Ας σημειωθεί ότι, ως αξιόχρεο της εγγύησης, νοείται το ανταποκρινόμενο στο κατά περίπτωση ισάξιο αυτής, όταν δηλαδή η παρεχόμενη εγγύηση καλύπτει πλήρως το ύψος του ποσού που ορίστηκε (...). Η επιλογή του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας στην προκειμένη περίπτωση, ως μέτρου δικονομικού καταναγκασμού για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 282 παρ. 2 ΚΠΔ, συνδέεται άρρηκτα με την φύση των υπό έρευνα αξιόποινων πράξεων ως οικονομικών εγκλημάτων (ΣυμβΠλημΑΘ 970/2013 ΠοινΧρον 2013. 380), το δε ύψος αυτής κρίθηκε επί τη βάση των επιμετρητικών κριτηρίων: α) της βαρύτητας του εγκλήματος, β) της έντασης των ενδείξεων ενοχής, γ) της οικονομικής και ηθικής κατάστασης του κατηγορουμένου και δ) της βλάβης που προκάλεσε η πράξη του κατηγορουμένου στους παθόντες (Ε.Ε. και Ελληνικό Δημόσιο)...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αιτιολογείται επαρκώς η οικονομική η ηθική κατάσταση και η εν γένει προσωπικότητα του προσφεύγοντος - κατηγορουμένου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα: 1) διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες όσον αφορά την οικονομική κατάσταση του προσφεύγοντα- κατηγορουμένου, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε μαζί με όλα τα αποδεικτικά μέσα, ουσιώδη οικονομικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από τον προσφεύγοντα - κατηγορούμενο και δη α) τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης ετών 2017-2019 και τη βεβαίωση διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου- επιτηδευματία ήδη από τις 27-12-2021, που εκδόθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Α'Αθηνών -Τμήμα Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης, σύμφωνα με τις οποίες ο προσφεύγων, είναι συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός, στρεούμενος οικονομικής επιφανείας και συντηρείται από τη σύνταξη του, β) δεν συναξιολόγησε προκειμένου να προβεί στην εκτίμηση των ακινήτων του προσφεύγοντος - κατηγορουμένου , τις αναλυτικές με ημερομηνίες 8/7/2024, 9/7/2024 και 10/7/2024, αντιστοίχως, εκθέσεις εκτίμησης αγοράς αξίας (μετά φωτογραφιών), της εταιρείας "Pointers Property Services S.A.", αναφορικά με την ακίνητη περιουσία του προσφεύγοντος ήτοι: (α) στον ..., (β) στη ... ... και (γ) στον ... (οδ. ...), από τις οποίες προκύπτει, ότι η εμπορική αξία της εν λόγω ακίνητης περιουσίας του ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 190.000,00 ευρώ και δεν είναι ρευστοποιήσιμη, με την επισήμανση μάλιστα ότι το τελευταίο ακίνητο (οικία στον Πειραιά), διεκδικείται από το Δημόσιο" ως αγνώστου ιδιοκτήτη" και άρα υφίσταται νομικό ελάττωμα που οδηγεί σε απομείωση της εμπορικής του αξίας, με την εντεύθεν περαιτέρω μείωση και της ανωτέρω συνολικής αξίας των ακινήτων του προσφεύγοντος. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία δεν έλαβε υπόψη το προσβαλλόμενο βούλευμα, η αξία των ακινήτων του κατηγορουμένου, είναι πολύ κατώτερη του ποσού της εγγυοδοσίας που όρισε ύψους 350.000 ευρώ, η οποία καθορίστηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, με απλή πιθανολόγηση της αξίας τους: "από αναρτημένες στο διαδίκτυο αγγελίες πώλησης ακινήτων στην ίδια περιοχή..", ή "τα διδάγματα της κοινής πείρας", με συνέπεια, το περιοριστικό αυτό μέτρο να μην είναι αντίστοιχο προς τις οικονομικές δυνατότητες τούτου, οπότε οδηγεί αναγκαστικά στη μη εκπλήρωση του σχετικού περιοριστικού όρου και συνακόλουθα στην έμμεση προσωρινή του κράτηση.

Σε κάθε περίπτωση και ακριβής υποτιθέμενη η παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος περί της εμπορικής αξίας των ανωτέρω ακινήτων του κατηγορουμένου, η επιβολή του ανωτέρω ποσού εγγυοδοσίας προσομοιάζει με ολική δέσμευση της ακινήτου περιουσίας του προσφεύγοντος, η οποία δεν συνάδει με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι και η λοιπή οικονομική κατάσταση αυτού,σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν είναι σημαντική αφού το ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία και κύριες συντάξεις ανέρχεται στο ποσό των 23.868,07 ευρώ), ποσό το οποίο εξαρκεί μόνο για την κάλυψη των αναγκών του ιδίου και της οικογένειας του. 2) η αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος για την εν γένει προσωπικότητα και την ηθική κατάσταση του κατηγορουμένου, η οποία λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια του άρθρου 295 παρ. 1 ΚΠΔ, είναι ελλιπής διότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα ακόλουθα, και δη : α) ότι ο προσφεύγων, ήταν διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός και κάτοχος Διδακτορικού διπλώματος από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, έχει ήδη αφυπηρετήσει προ πενταετίας από την ΕΡΓΟΣΕ και ήδη είναι συνταξιούχος,έχει λευκό ποινικό μητρώο,δεν είναι φυγόποινος ούτε φυγόδικος και ουδέποτε υπήρξε ύποπτος φυγής, έχει γνωστή διαμονή στους Αγίους Αναργύρους Αττικής ( επί της οδού ...), όπου κατοικεί με τη σύζυγο του και τα τρία (3) τέκνα του ( το ένα εκ των οποίων συντηρεί, καθόσον φοιτά σε Ανώτατη Σχολή στη Θεσσαλονίκη και δεν εργάζεται), ενώ παρουσιάστηκε αμελλητί ενώπιον της Ανακρίτριας, όταν κλήθηκε προς τούτο, 3) δεν αξιολογήθηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ένα ουσιώδες αποδεικτικό στοιχείο που αφορά την υγεία του προσφεύγοντος και δη η από 8/4/2024 ιατρική γνωμάτευση της Ιατρού Παθολόγου-Ογκολόγου και Διευθύντριας της Ογκολογικής Κλινικής της Ευρωκλινικής Αθηνών, Ο. Κ., από την οποία προκύπτει, ο εν λόγω κατηγορούμενος, πάσχει από σοβαρότατο πρόβλημα υγείας, ένεκα του οποίου υπεβλήθη σε εγχειρίσεις ήδη από το Μάρτιο 2023 (μεταστατικό καρκίνωμα προστάτη-Θ61), λαμβάνοντας ειδική θεραπεία ηλεκτρονικής εγκρίσεως κάθε 3-6 μήνες. Η δε ανωτέρω σοβαρότατη νόσος, θέτει αναμφίβολα σε κίνδυνο τη ζωή του και χρήζει συνεχούς ιατρικής παρακολουθήσεως και φαρμακευτικής αγωγής, διότι ήδη η κατάσταση της υγείας του επιβαρύνεται συνεχώς, όπως αναφέρεται στην ανωτέρω ιατρική πιστοποίηση. 4) Δεν προκύπτει, ότι συνεκτιμήθηκε στα πλαίσια της στάθμισης των κριτηρίων της ανωτέρω αρχής, ένα ακόμα έγγραφο της δικογραφίας, από το οποίο αποδεικνύεται, ότι ο επιβληθείς στον προσφεύγοντα - κατηγορούμενο από τον Εφέτη Ανακριτή Λάρισας περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη Χώρα, μετά την εκεί απολογία του επί της απολύτου συναφούς με την κρινόμενη δικογραφίας, για βαρύτερες μάλιστα πράξεις (ερευνάται αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος δυστυχήματος και της Συμβάσεως 717),ήταν σαφώς ηπιότερος και ελάχιστα επαχθής σε σχέση με τον επιβληθέντα με το προσβαλλόμενο βούλευμα, περιοριστικό όρο και τον οποίο ο κατηγορούμενος τηρεί απαρέγκλιτα.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α'και δ' του Κ.Ποιν.Δ., λόγοι της υπό κρίση αίτησης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την αναίρεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί το με αριθμό 2912/2024 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1, 519, 522 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το βούλευμα με αριθμό 2912/2024 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που έκριναν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2025.

Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή