Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 818 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 818/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ και Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 20252025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. A. του L., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κέρκυρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Αλιγιζάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 4568/2024 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το ΣΤ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 24.12.2024 και υπ' αριθ. πρωτ. 1460/24.12.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 24-12-2024 και υπ' αριθ. πρωτ. 14602/24-12-2024 αίτηση του A. A. του L. και της L., που γεννήθηκε στην Αλβανία, κατοίκου ... (οδός ...) και ήδη κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κέρκυρας, που άσκησε ενώπιον του Προϊστάμενου Διεύθυνσης του Σωφρονιστικού Καταστήματος Κέρκυρας, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4568/2024 απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Εφετείου Αθηνών (ΣΤ' Τριμελές Κακουργημάτων), πριν την καταχώρησή της καθαρογραμμένης (την 4-2-2025) στο ειδικό βιβλίο, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, η υπ' αριθ. 11249/2023 (Πρωτοδικείου) και 827/2023 (Εφετείου) έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθ. 2927/2016 απόφασης του Β' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης περίπτωσης κλοπής τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Θ' του ΚΠΔ και, συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων είναι δέκα (10) ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, εφόσον δε ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή, ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα (30) ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 142 του Ν. 4855/2021, το ένδικο μέσο, δηλαδή και αυτό της έφεσης, απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως, κατά της σχετικής δε απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη επιτρέπεται μόνο αναίρεση για όλους τους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στη διάταξη του άρθρου 510 του αυτού Κώδικα, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης του εφετείου για το απαράδεκτο, στην οποία περιορίζεται ο έλεγχος του Αρείου Πάγου σε τέτοια περίπτωση. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι προϋπόθεση της κρίσης ως εκπρόθεσμης της άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης κατά της απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που έχει εκδοθεί με απόντα τον εκκαλούντα, είναι η έγκυρη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί διαφορετικά, αν η επίδοση είναι άκυρη, δεν αρχίζει η νόμιμη προθεσμία προς άσκηση και το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται εμπρόθεσμα. Η προϋπόθεση δε αυτή, ως διαδικαστική, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως για να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη της έφεσης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 του προϊσχύοντος ΚΠΔ που έχει εφαρμογή εν προκειμένω, λόγω του χρόνου διενέργειας της επίδοσης της ερήμην απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου από ποινικό ή δικαστικό επιμελητή ή σε περίπτωση που δεν υπάρχουν, από όργανο της δημόσιας δύναμης ή από τον πρόεδρο ή το γραμματέα της κοινότητας, ή τον υπάλληλο του Δήμου ο οποίος έχει οριστεί για τον σκοπό αυτόν με απόφαση του Δημάρχου. Αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του ή του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του γραφείου όπου ασκεί το επάγγελμά του, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους που, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς του ή στο θυρωρό της κατοικίας που μένει ή σε κάποιον από όσους είναι στο κατάστημα ή στο εργαστήριο ή στο γραφείο. Τα πρόσωπα αυτά είναι υποχρεωμένα να παραδώσουν στον ενδιαφερόμενο το έγγραφο που τους επιδόθηκε χωρίς καμιά χρονοτριβή. Αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ.1 εδαφ. β' και γ' αρνήθηκαν να πάρουν το έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερόμενου κατηγορουμένου. Σε αυτήν την περίπτωση τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. Η μη τήρηση δε των πιο πάνω διατυπώσεων κατά την επίδοση, συνεπάγεται ακυρότητα αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠΔ. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι αν δεν γίνει νομότυπη επίδοση και προς τον αντίκλητο, η επίδοση με θυροκόλληση στον εκκαλούντα μόνο δεν παράγει αποτελέσματα. Εξάλλου, ο διορισμός αντικλήτου του κατηγορουμένου γίνεται, κατά την διάταξη του άρθρου 89 παρ. 2 του ΚΠΔ., με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση εξέτασής του ως υπόπτου ή κατά την απολογία του ή με έγγραφη δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. β' και γ' ή με την έκθεση ή τη δήλωση άσκησης ενδίκου μέσου, ο διορισθείς δε με έναν από τους παραπάνω τρόπους αντίκλητος διατηρεί την ιδιότητά του αυτή, εκτός αν δηλώσει στον γραμματέα της εισαγγελίας της περιφέρειας του πλημμελειοδικείου που ενεργείται ή έχει ενεργηθεί η κύρια ανάκριση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση ή στον γραμματέα του δικαστηρίου, όπου εκκρεμεί το ένδικο μέσο, ότι έληξε η σχέση εντολής με τον κατηγορούμενο (ΑΠ 798/2024, ΑΠ 881/2023, ΑΠ 476/2021, ΑΠ 827/2021, ΑΠ 1341/2015, ΑΠ 956/2015). Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει, τον χρόνο και τρόπο επίδοσης στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης απόφασης, το αποδεικτικό επίδοσης της απόφασης και τον χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης. Στην περίπτωση που προβάλλεται με την έφεση λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων απωλέσθηκε η προθεσμία άσκησης της έφεσης, η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα. Η απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να περιλαμβάνει και την μνεία των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για τον σχηματισμό της απορριπτικής κρίσης του (ΑΠ 1309/2022, ΑΠ 917/2019).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής του οφείλεται σε ανυπέρβλητο κώλυμα που συνέτρεχε στο πρόσωπό του και δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4568/2024 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως από αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εκκαλούντος κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθ. 2927/18-5-2016 απόφασης του Β' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία είχε καταδικαστεί αυτός ερήμην για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης περίπτωσης κλοπής τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση από δύο που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε ποινή κάθειρξης (8) ετών. Από την από 2-11-2023 και υπ' αριθ. 11249/2023 (Πρωτοδικείου) και 827/2023 (Εφετείου) έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της άσκησής της, προβάλλει έλλειψη γνώσης της εκδοθείσας σε βάρος του ερήμην καταδικαστικής απόφασης, ισχυριζομένος ότι η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επιδόθηκε με θυροκόλληση τόσο στην διεύθυνση της οικίας του, όσο και στην διεύθυνση της οικίας του αδελφού του, E. A., που είχε δηλώσει κατά την ανάκριση, ωστόσο δεν έλαβε γνώση της απόφασης αυτής ούτε προσωπικά ο ίδιος, ούτε είχε σχετική ενημέρωση από τον αδελφό του, αλλά ούτε από την διορισθείσα κατά την ανάκριση δικηγόρο και αντίκλητό του, Ειρήνη Μάκαρη, με συνέπεια να λάβει αυτός γνώση της εκκαλούμενης απόφασης μόλις την 24-10-2023, οπότε συνελήφθη για την απόφαση αυτή, προς απόδειξη δε των ισχυρισμών του τούτων επικαλέσθηκε τα αναφερόμενα στην έκθεση εφέσεως αποδεικτικά μέσα. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση την έφεσή του εκπρόθεσμη και την απέρριψε για το λόγο αυτό ως απαράδεκτη με την ακόλουθη, κατά πιστή αντιγραφή, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν σε συνδυασμό με τις παρασχεθείσες από τον κατηγορούμενο εξηγήσεις αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθ. 2927/2016 απόφαση του Β' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών η οποία εκδόθηκε απόντος του κατηγορουμένου, ο τελευταίος καταδικάστηκε για την πράξη της διακεκριμένης περίπτωσης κλοπής τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση από δύο που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε κάθειρξη 8 ετών. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε με θυροκόλληση στον κατηγορούμενο στις 24-6-2016 στην οδό ..., στη ... (βλ. το από 24-6-2016 αποδεικτικό του Ε.Φ. Γ. Τ.), όπου κατοικεί ο αδερφός του κατηγορουμένου και όπου κατά τους ισχυρισμούς του κατοικούσε και ο ίδιος μετά την αποχώρησή του από τη διεύθυνση που αρχικά είχε δηλώσει στην ανάκριση. Στη συνέχεια ακολούθησε δεύτερη επίδοση με θυροκόλληση, τη εκκαλούμενης απόφασης στις 28-6-2016 στην οδό ... στη ... (βλ. το από 28-6-2016 αποδεικτικό του αρχιφύλακα Γ. Φ.), την οποία ο τελευταίος είχε δηλώσει ως διεύθυνση κατοικίας του κατά την ανάκριση. Αν και υπήρξε επίδοση της απόφασης και στις δύο διευθύνσεις, ο κατηγορούμενος άσκησε εκπρόθεσμα την κρινόμενη έφεση στις 2 Νοεμβρίου 2023 (βλ. τη με αριθ. πρωτ. 11249/2-11-2023 έφεση), μετά την πάροδο τουλάχιστον επτά ετών από τη νόμιμη προθεσμία άσκησής της, ισχυριζόμενος ότι δεν έχει λάβει γνώση. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι δεν έλαβε γνώση από κάποιο ανυπέρβλητο κώλυμα το οποίο δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να υπερνικηθεί με κανένα τρόπο, ώστε να τον οδηγήσει στην εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου.
Συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό". Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτώς επισκοπούνται, για την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά την από 30-4-2012 απολογία του ενώπιον της 17ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών δήλωσε εγγράφως την διεύθυνση κατοικίας του στην ..., επί της οδού ... και διόρισε συνήγορο και αντίκλητό του την δικηγόρο Αθηνών Ειρήνη Μάκαρη και την διεύθυνσή της επί της οδού ... Επιπροσθέτως, στο από 2-3-2012 υπόμνημά του ενώπιον της εν λόγω Ανακρίτριας δήλωσε εγγράφως και έτερη διεύθυνση κατοικίας του στην ..., επί της οδού ... με αριθμό ... Από το από 24-6-2016 αποδεικτικό επίδοσης του ειδικού φρουρού Γ. Τ., προκύπτει επίδοση αντιγράφου της υπ' αριθ. 2927/2016 ερήμην καταδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Β' Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στον κατηγορούμενο εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα την 24-6-2016 με θυροκόλληση, με την παρουσία ως μάρτυρα του Γ. Β., υπαρχιφύλακα, στην δηλωθείσα διεύθυνσή του επί της οδού ... με αριθμό ... στη ..., επειδή δεν βρέθηκε ο ίδιος, ούτε άλλο από τα πρόσωπα του άρθρου 155 παρ. 1 του ΚΠΔ. Επίσης από το από 28-6-2016 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα Γ. Φ. προκύπτει και δεύτερη επίδοση αντιγράφου της εν λόγω υπ' αριθ. 2927/2016 ερήμην καταδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Β' Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στον κατηγορούμενο εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα την 28-6-2016 με θυροκόλληση, με την παρουσία ως μάρτυρα της Σ. Κ., αρχιφύλακα, και στην έτερη δηλωθείσα διεύθυνσή του στη ..., επί της οδού ..., επειδή δεν βρέθηκε ο ίδιος, ούτε άλλο από τα πρόσωπα του άρθρου 155 παρ. 1 του ΚΠΔ. Ωστόσο, δεν διαλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ότι αντίγραφο της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 2927/2016 ερήμην καταδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Β' Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε και στην ανωτέρω δικηγόρο Αθηνών Ειρήνη Μάκαρη, την οποία είχε νομίμως διορίσει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά την απολογία του στην ανάκριση, διορισμός που ουδέποτε προκύπτει ή γίνεται επίκληση ότι ανακλήθηκε. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαλαμβάνει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι επιδόθηκε η καταδικαστική ερήμην εκκαλούμενη απόφαση με θυροκόλληση στον κατηγορούμενο εκκαλούντα, ωστόσο δεν διαλαμβάνει στις παραδοχές της ότι η απόφαση αυτή επιδόθηκε και στην προαναφερόμενη αντίκλητο δικηγόρο του και ούτε παραθέτει το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης προς αυτήν, αλλά περιορίζεται να αναφέρει τον χρόνο έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, τα αποδεικτικά και τον χρόνο επίδοσης μόνο στον εκκαλούντα με θυροκόλληση δύο φορές στις ισάριθμες δηλωθείσες εκ μέρους του διευθύνσεις κατοικίας του, καθώς και τον χρόνο άσκησης εκπρόθεσμης έφεσης από αυτόν. Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι περιέχει ελλιπείς και ασαφείς παραδοχές ως προς το έγκυρο της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, αφού περιορίζεται στην αναφορά μόνο της επίδοσης στον αναιρεσείοντα της ερήμην του εκδοθείσας πρωτοδίκως καταδικαστικής απόφασης με θυροκόλληση στις δηλωθείσες από τον ίδιο διευθύνσεις, δεκτού γενομένου ως βασίμου κατ' ουσία του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ αναιρετικού λόγου. Συνακόλουθα με το να θεωρήσει η προσβαλλόμενη απόφαση έγκυρη την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και να προχωρήσει μετά από αυτά στην απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της αφενός υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και αφετέρου προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο συνιστάμενη στην στέρηση από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη που παρέχεται από το υπερνομοθετικής ισχύος άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κατά τους βάσιμους εν προκειμένω εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Θ αναιρετικούς λόγους.
Επομένως αφού παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών αιτιάσεων, που περιέχονται στο αναιρετήριο, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς αυτόν στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), προκειμένου να κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του παραδεκτού ή όχι αυτής (ΑΠ 3/2018, ΑΠ 299/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4568/2024 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (ΣΤ' Τριμελούς Κακουργημάτων) ως προς τον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τον αναιρεσείοντα για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ