Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 824 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 824/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε ως Συμβούλιο, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 και 23 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται o Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Ε. Τ. του Δ. και της Δ., που γεννήθηκε το έτος ... στη ..., Έλληνα υπηκόου, κατοίκου ..., ..., ... και ήδη κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κ.Κ Κορυδαλλού, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Ελευθερίου Ειρηνάκη κατά της υπ'αριθμ. 16/2024 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές του Βελγίου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 4/08.02.2024 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, Γ. Γ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα η οποία πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, να απορριφθεί κατ' ουσίαν και να επιβληθούν τα έξοδα στον εκζητούμενο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, που αφορά αίτηση για έκδοση, επιτρέπεται στον εκζητούμενο (αλλά και στον Εισαγγελέα) να ασκήσουν έφεση στον Άρειο Πάγο μέσα σε πέντε ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τις διατυπώσεις του άρθρου 474 του ίδιου Κώδικα. Στην κρινομένη υπόθεση ο Δικηγόρος Δημήτριος Παπαγεωργίου (ΑΜ ΔΣΑ 27137), ο οποίος σημειωτέον κατά την συζήτηση της υπόθεσης που αφορά την έκδοση στο κράτος του Βελγίου, του εκζητουμένου και ήδη εκκαλούντος Έλληνα υπηκόου Ε. Τ. του Δ., παραστάθηκε στον πρώτο βαθμό ως συνήγορος υπεράσπισης του τελευταίου στο προαναφερθέν Συμβούλιο Εφετών, ενεργώντας ως πληρεξούσιος Δικηγόρος του, άσκησε για λογαριασμό του στις 8-2-2024 ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών την κρινομένη από 8-2-2024 (ΕΜ 4/2024) έφεση κατά της υπ' αριθμ. 16/7-2-2024 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το με αριθμ. αναφοράς F 1958/21 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης των Βελγικών Αρχών, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία του Βασιλικού Επιτρόπου των Βρυξελλών βάσει της υπ' αριθμ. 2021/1413 από 9.3.2021 απόφασης του Σωφρονιστικού Δικαστηρίου των Βρυξελλών, κατά του εκζητουμένου, υπηκόου Ελλάδας Ε. Τ. του Δ. και της Δ., που γεννήθηκε στις ..., στην Ελλάδα, κατοίκου ... (...), με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για την πράξη της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, διατάχθηκε η εκτέλεση της ως άνω ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους και αφού διατάχθηκε η άρση των επιβληθέντων όρων στον εκζητούμενο με την υπ' αριθ. 104/2023 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ακολούθως διατάχθηκε η σύλληψη και η κράτηση του εκζητουμένου και διαβιβάσθηκε η δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για την περαιτέρω διενέργεια των προβλεπομένων ενεργειών. Η έφεση είναι παραδεκτή, αφού ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 451 παρ. 1, 462, 463 , 466 παρ. 2 και 474 παρ. 1, εδ. α', 2, 4 ΚΠΔ, δεδομένου ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 7-2-2024 και η έφεση ασκήθηκε στις 8-2-2024, την επομένη δηλαδή ημέρα και συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.
Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι έφεσης που διατυπώνονται στη συνταχθείσα κατά το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, έκθεση έφεσης και το ίδιο ακριβώς ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της έφεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών που αφορά την έκδοση αλλοδαπού (ΑΠ 492/2025, ΑΠ 1355/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Ν. 3251/2004 που τιτλοφορείται "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης", "1. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. 2. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση...". Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που περιέχει ειδικότερα: α) Ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής κλπ. σύνδεσης της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, του εντάλματος συλλήψεως ή της συναφούς διατάξεως δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τελέσεως, καθώς και τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της και, περαιτέρω, ορίζεται ότι το ένταλμα μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους εκτελέσεως του. Τα ανωτέρω ορίζονται στο πλαίσιο σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ώστε να δημιουργείται ένα κοινό και οικείο νομικό περιβάλλον και να μην υφίσταται δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου "Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών". Κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου "1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: α) Η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών...β) Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα", ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών. Τέλος, στο άρθρο 11 του ιδίου νόμου, ορίζονται οι περιπτώσεις, που απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 12 αυτού οι περιπτώσεις, που η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1, περ. ε' (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4596/2019 και το άρθρο 31 του Ν. 4947/2022), ορίζεται ότι η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του "αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα ή είναι Έλληνας υπήκοος και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ελληνική δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος, προκειμένου να αποφασίσει αν θα κάνει χρήση του ως άνω δυνητικού λόγου άρνησης εκτέλεσης, οφείλει, εφόσον διαπιστώσει ότι ο εκζητούμενος ικανοποιεί ένα από τα ως άνω κριτήρια, να εκτιμήσει αν υπάρχει εύλογο συμφέρον, το οποίο να δικαιολογεί την εκτέλεση της ποινής, που επιβλήθηκε από το Κράτος που εξέδωσε το ένταλμα, στην Ελλάδα. Εφόσον κριθεί ότι συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις και ο εκζητούμενος έχει εύλογο συμφέρον να ζητήσει να εκτελεστεί η ποινή που του έχει επιβληθεί και για την έκτιση της οποίας εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα, στην Ελλάδα, οι ελληνικές δικαστικές αρχές έχουν την ευχέρεια να μην τον παραδώσουν στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος, αλλά να διατάξουν την εκτέλεση της ποινής, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Αρμόδιο για τη διάταξη ή την άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί, προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής και συγκεκριμένα, για έκτιση της ποινής ημεδαπού ή αλλοδαπού που κατοικεί στην Ελλάδα, στις περιπτώσεις του άρθρου 12 του Ν. 3251/2004, είναι το επιλαμβανόμενο της εκτέλεσης του εντάλματος, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, δικαστικό συμβούλιο, χωρίς να είναι απαραίτητη προηγούμενη σχετική απόφαση ή συναίνεση για την έκτιση της ποινής στην Ελλάδα του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή του κατά τόπον αρμοδίου για την εκτέλεση του εντάλματος Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 1070/2020, ΑΠ 1826/2019).
Περαιτέρω, στο άνω άρθρο 12 παρ. 1 περ. στ' (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του, με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4596/2019 και το άρθρο 31 του Ν. 4947/2022), ορίζεται ότι η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί, επίσης, να αρνηθεί την εκτέλεσή του "αν ο εκζητούμενος, με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης". Αυτός ο λόγος άρνησης διασφαλίζει ότι η Ελλάδα δεν θα συμπράττει στην εκτέλεση αποφάσεων, που ενδεχομένως έχουν εκδοθεί κατά παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στη δίκη, εφόσον το δικαίωμα αυτό αποτελεί μέρος του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (βλ. την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4596/2019). Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 3 του Ν. 4596/2019, "Ειδικά ως προς την περίπτωση στ' της παραγράφου 1, η δικαστική αρχή εκτελεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης όταν σ' αυτό αναφέρεται ότι, σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις του δικαίου του κράτους έκδοσης, ο εκζητούμενος: α) είτε είχε κλητευθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα, είτε είχε ενημερωθεί εμπρόθεσμα με άλλα μέσα, ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της ημερομηνίας και του τόπου διεξαγωγής της δίκης και επιπλέον γνώριζε ότι ήταν δυνατόν να εκδοθεί απόφαση ερήμην του ή β) τελούσε εν γνώσει της δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίο διόρισε ο ίδιος ή σε δικηγόρο, ο οποίος είχε διορισθεί αυτεπαγγέλτως να τον εκπροσωπήσει στη δίκη και όντως εκπροσωπήθηκε από τον ανωτέρω δικηγόρο στη δίκη ή γ) μετά την επίδοση της καταδικαστικής απόφασης και μετά την ενημέρωσή του για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, κατά την εκδίκαση των οποίων δικαιούται να παρίσταται και όπου θα επανεξεταστεί η ουσία της υπόθεσης με νέα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία και με ενδεχόμενο την εξαφάνιση της αρχικής απόφασης, είτε δήλωσε ρητά ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση είτε δεν ζήτησε να δικαστεί εκ νέου ή δεν άσκησε ένδικο μέσο εντός της νόμιμης προθεσμίας ή δ) δεν παρέλαβε αυτοπροσώπως με επίδοση την απόφαση, αλλά αυτή θα του επιδοθεί αυτοπροσώπως και χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μετά την παράδοσή του, θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, κατά την εκδίκαση των οποίων δικαιούται να παρίσταται και όπου θα επανεξεταστεί η ουσία της υπόθεσης με νέα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία και με ενδεχόμενο την εξαφάνιση της αρχικής απόφασης και θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία μέσα στην οποία οφείλει να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης".
Συνεπώς, επί συνδρομής μίας από τις ανωτέρω α'- δ' περιπτώσεις που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη, κρίνεται ότι δεν συντρέχει προσβολή του ως άνω δικαιώματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης (ΑΠ 491/2020). Ειδικότερα, από την αρχή της αντιδικίας και της εκατέρωθεν ακρόασης και ειδικότερα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. γ', δ' και ε' της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ συνάγει το δικαίωμα αυτοπρόσωπης παρουσίας του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και ενεργούς συμμετοχής του στην δίκη προς άσκηση όλων των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων. Έτσι, όταν η εθνική νομοθεσία επιτρέπει την εξέλιξη της δίκης ερήμην του κατηγορουμένου, αυτός θα πρέπει, μόλις πληροφορηθεί την δίωξη, να μπορεί να επιτύχει, εκ νέου, την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, με την παρουσία του και τη δυνατότητα προβολής νέων αποδεικτικών στοιχείων, οπότε έτσι θεραπεύεται το ελάττωμα της αρχικής ερήμην δίκης. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται, ότι ο Έλληνας δικαστής, ως δικαστική αρχή εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, οφείλει στη συνέχεια, να ερευνήσει αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του Ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος και σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητουμένου ή αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος του άρθρου 12 του ιδίου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στο δικαστή τη διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος.
Δηλαδή, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέλος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις άνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (ΑΠ 800/2022). Στην προκειμένη περίπτωση με το υπ' αριθμ. αναφοράς F 1958/21 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης των Βελγικών Αρχών, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία του Βασιλικού Επιτρόπου των Βρυξελλών, βάσει της υπ' αριθμ. 2021/1413 από 9.3.2021 απόφασης του Σωφρονιστικού Δικαστηρίου των Βρυξελλών, σε βάρος του εκζητουμένου, υπηκόου Ελλάδας Ε. Τ. του Δ. και της Δ., που γεννήθηκε στις ..., στην Ελλάδα, κατοίκου ... (...), ζητήθηκε η σύλληψή του προκειμένου να εκτίσει υπόλοιπο ποινής κάθειρξης έξι (6) ετών, που του επιβλήθηκε με την προαναφερθείσα 2021/1413/9.3.2021 απόφαση, για την αξιόποινη πράξη της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών (άρθρα 2 παρ. 1, 4 και 6 παρ. 1 του Νόμου 24 Φεβρουαρίου 1921 - Άρθρα 2, 12, 14 και 18, 3, 6, 1, 8, 50 και 61 και παραρτήματα I, V του Βασιλικού Διατάγματος της 6ης Σεπτεμβρίου 2017 του Βελγικού ΠΚ). Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 104/2023 απόφαση του ανωτέρω Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αναβλήθηκε κατ' άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 3251/2004, η συζήτηση της υπό κρίση υπόθεσης, προκειμένου εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, μέσω της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στην ως άνω απόφαση, απαραίτητα συμπληρωματικά στοιχεία και στην συνέχεια εκδόθηκε η ως άνω εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 16/2024 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με την κρινομένη έφεσή του ο εκκαλών ζητά την εξαφάνιση της ως άνω εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 16/2024 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, γιατί το ανωτέρω ένταλμα δεν πληροί τους όρους της τυπικής νομιμότητας όπως απαιτεί το άρθρο 2 παρ. 1, εδ. β' του Ν. 3251/2004 για την εκτέλεση αυτού, καθόσον δεν περιέχει αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονικής διεύθυνσης της δικαστικής αρχής έκδοσής του αλλά και γιατί ο ίδιος δεν εμφανίστηκε στην άνω δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 2021/1413/9-3-2021 ερήμην απόφαση του Σωφρονιστικού Δικαστηρίου των Βρυξελλών και ερημοδικάστηκε, αφού δεν είχε λάβει γνώση της δικασίμου και ως εκ τούτου υφίσταται δυνητικός λόγος μη εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος κατ' άρθρο 12 παρ. 1, εδ. στ', καθώς παραβιάστηκαν και τα υπερασπιστικά δικαιώματά του (άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), κατά το οποίο "κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί λεπτομερώς το συντομότερο δυνατό και σε γλώσσα που κατανοεί, τη φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας").
Στην προκειμένη περίπτωση από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας που αναγνώσθηκαν δημοσίως στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα υπ' αριθμ. 104/2023 πρακτικά και η ταυτάριθμη με αυτά απόφαση του ανωτέρω Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς επίσης και η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 16/2024 απόφαση του ιδίου Συμβουλίου, σε συνδυασμό με όσα ο ίδιος ο εκκαλών - εκζητούμενος πρωτοδίκως αλλά και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, όπως και ο συνήγορος υπεράσπισής του, εξέθεσαν, προέκυψαν τα ακόλουθα: Δια του με αριθμ. αναφοράς F 1958/21 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Βελγικών Αρχών, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία του Βασιλικού Επιτρόπου των Βρυξελλών, βάσει της υπ' αριθμ. 2021/1413 από 9.3.2021 απόφασης του Σωφρονιστικού Δικαστηρίου των Βρυξελλών, ζητήθηκε η έκδοση του Έλληνα υπηκόου Ε. Τ. του Δ. και της Δ., που γεννήθηκε στις ..., στην Ελλάδα, κατοίκου ... (...), προκειμένου να εκτίσει υπόλοιπο ποινής κάθειρξης έξι (6) ετών, που επιβλήθηκε σε αυτόν, με την ως άνω απόφαση, για την αξιόποινη πράξη της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών και συγκεκριμένα, για παράβαση των άρθρων 2 παρ. 1, 4 και 6 παρ. 1 του Νόμου 24 Φεβρουαρίου 1921- Άρθρα 2, 12, 14 και 18, 3, 6, 1, 8, 50 και 61 και παραρτήματα I, V του Βασιλικού Διατάγματος της 6ης Σεπτεμβρίου 2017 του Βελγικού ΠΚ, πράξη η οποία είναι αξιόποινη και κατά την ελληνική νομοθεσία (διακίνηση ναρκωτικών ουσιών - άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 94 ΠΚ και άρθρα 1 παρ. 1, 2, 20 παρ. 1, 2, 3, 99 του Ν. 4139/2013, σε συνδ. με άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3459/2006). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο υπό εκτέλεση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, αυτό συνδέεται με τις ειδικότερες αξιόποινες πράξεις: α) Της καλλιέργειας ναρκωτικών ουσιών από κοινού, που τελεσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 18-10-2018 έως 1-10-2020 (759 φυτά) και κατά το χρονικό διάστημα 19-2-2020 έως 13-4-2020 (699 φυτά), β) της πώλησης ναρκωτικών ουσιών από κοινού, κατά το χρονικό διάστημα από 19-10-2018 έως 12-11-2020 και γ) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού, κατά το χρονικό διάστημα από 19-10-2018 έως 12-11-2020, για τις οποίες παρατίθενται ειδικότερα, τα αμέσως παρακάτω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά: "Στις 10/07/2020, μία περίπολος της αστυνομίας ελέγχει όχημα Citroen που μεταφέρει 14 κιλά κάνναβης. Οι δύο άλλοι επιβάτες διαφεύγουν επιβιβαζόμενοι σε μία BMW. Ξεκινάει έρευνα για αυτόφωρο έγκλημα και εντοπίζονται και άλλα πολλά κιλά κάνναβης. Το άτομο που συνελήφθη δηλώνει πως προσλήφθηκε για να μεταφέρει και να παραδώσει τα ναρκωτικά. Κατόπιν εκμετάλλευσης των δεδομένων του συστήματος ιχνηλάτησης Track and Trace του οχήματος Citroen, εντοπίστηκαν ύποπτες διευθύνσεις. Ορισμένες από αυτές αντιστοιχούσαν σε σπίτια νοικιασμένα από τον Τ. Ε. (...) ή Σ. (...). Από την ανάλυση του τηλεφώνου προκύπτει πως το κινητό του οδηγού είναι συνδεδεμένο με αυτό. Στο παρελθόν, η αστυνομία είχε ήδη ανακαλύψει μία καλλιέργεια σ' αυτήν τη διεύθυνση (...). Διεξήχθησαν έρευνες στις παραπάνω διευθύνσεις. Βρέθηκαν ναρκωτικά στη ... και μία καλλιέργεια στο ... Κατά την έρευνα σε κατοικία στο ... βρέθηκε η αλβανική αστυνομική ταυτότητα του Y. E. που διαπιστώθηκε πως βρίσκεται στο χώρο της έρευνας, αλλά έδωσε ψεύτικο όνομα. Κατά την έρευνα αυτή βρέθηκαν σακούλες συσκευασίας και προϊόντα σχετικά με την καλλιέργεια κάνναβης. Διεξήχθη τραπεζική έρευνα σχετική με τους τραπεζικούς λογαριασμούς του Τ. και του Y. Στο λογαριασμό του Τ. φαίνονται καταθέσεις μεγάλων ποσών σε ρευστό. Λίγους μήνες αργότερα, δόθηκε και πάλι εντολή για έρευνα, αυτή τη φορά στο ..., όπου εντοπίστηκε καλλιέργεια αναξιοποίητη με 699 γλάστρες χώμα. Ως προς τα επιβαρυντικά στοιχεία για τον Τ.: - Εγγεγραμμένος στη διεύθυνση με την καλλιέργεια στο ... (το όνομά του είναι στο μισθωτήριο συμβόλαιο). - Η ιδιοκτήτρια ισχυρίζεται πως τον έχει συναντήσει και τον αναγνωρίζει στο πάνελ φωτογραφιών. - Τα ενοίκια του χώρου καλλιέργειας πληρώνονται μέσω δύο λογαριασμών των οποίων είναι ιδιοκτήτης. - Ενοικιάζει επίσης διαμέρισμα στο ..., όταν έγινε έρευνα στο διαμέρισμα, η αστυνομία βρήκε φακελάκι με 16 γραμμάρια μαριχουάνα και αυτού του είδους τα ναρκωτικά βρίσκονται σ' ένα φακελάκι συσκευής που χρησιμεύει στη μέτρηση της υγρασίας και χρησιμοποιείται συχνά στις καλλιέργειες. - Είναι επίσης εγγεγραμένος στο μισθωτήριο συμβόλαιο για την ενοικίαση του σπιτιού στο ... όπου οι ανακριτές βρήκαν στις 26/11/20 καλλιέργεια αναξιοποίητη. Θα θεωρηθεί αρχηγικό στέλεχος". Ο εκζητούμενος ισχυρίσθηκε ότι το προαναφερθέν ένταλμα δεν πληρούσε τους όρους της τυπικής νομιμότητας για την εκτέλεσή του, δοθέντος ότι δεν περιέχει αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονικής διεύθυνσης της δικαστικής αρχής έκδοσής του. Ο ισχυρισμός αυτός όμως είναι αβάσιμος, καθώς από την επισκόπηση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που τον αφορά, προκύπτει ότι σε αυτό περιλαμβάνονται κατ' άρθρο 2 του Ν. 3251/2004, η ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, η εκτελεστή δικαστική απόφαση, η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός του εγκλήματος που αποδίδεται στον εκζητούμενο, η περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης αυτού, μεταξύ των οποίων και ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, η επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή, πληροφορίες σχετικά με την ως άνω πράξη και επί πλέον, η επωνυμία (ο τίτλος) και η διεύθυνση της δικαστικής Αρχής που εξέδωσε το εν λόγω Ένταλμα Σύλληψης, ενώ η έλλειψη αναφοράς του αριθμού της τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και της ηλεκτρονικής διεύθυνσης της ως άνω δικαστικής αρχής στο ευρωπαϊκό αυτό ένταλμα σύλληψης συνιστά απλή τυπική παράλειψη, που πάντως, δεν επηρεάζει τα υπερασπιστικά δικαιώματα του εκζητουμένου, εφόσον αναγράφεται σε αυτό (το ένταλμα), το όνομα αλλά και η διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσής του. Επομένως, το εν λόγω Ένταλμα πληροί τους όρους τυπικής νομιμότητάς του, ενώ συντρέχουν και οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του Ν. 3251/2004 θετικές προϋποθέσεις του επιτρεπτού έκδοσης αυτού, καθώς το δικαστήριο του κράτους έκδοσης του ανωτέρω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης καταδίκασε τον εκζητούμενο σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των τεσσάρων (4) μηνών και συγκεκριμένα, σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, για πράξη την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι προβλέπουν και τιμωρούν ως κακούργημα.
Περαιτέρω, δεν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 11 του ανωτέρω Ν. 3251/2004 περιπτώσεις απαγόρευσης της εκτέλεσης του ως άνω Εντάλματος. Ο εκζητούμενος επικαλείται τη συνδρομή δυνητικού λόγου μη εκτέλεσης του ενδίκου εντάλματος και συγκεκριμένα, του προβλεπόμενου στη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1, περ. στ' του Ν. 3251/2004, σύμφωνα με την οποία, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του, αν ο εκζητούμενος, με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας, δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της σχετικής απόφασης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν εμφανίσθηκε στη δίκη αυτή, κατά την οποία εκδόθηκε σε βάρος του η ως άνω υπ' αριθ. 2021/1413/9-3-2021 ερήμην απόφαση του Σωφρονιστικού Δικαστηρίου των Βρυξελλών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε, για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, καθώς - παρότι αναφέρεται στο Ένταλμα ότι δεν κλήθηκε προσωπικά, αλλά ενημερώθηκε επισήμως και πραγματικά, με άλλα μέσα, για την ορισθείσα ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης και συγκεκριμένα, με κλητήριο θέσπισμα, δεδομένου ότι η διεύθυνση κατοικίας του δεν ήταν γνωστή - ουδέποτε είχε λάβει πραγματική γνώση της σχετικής δικασίμου, ώστε να παραστεί στο ανωτέρω Δικαστήριο, γεγονός που παραβιάζει το δικαίωμα αυτού σε δίκαιη δίκη, κατά τα άρθρα 6 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του ΔΣΑΠΔ, πολλώ δε μάλλον, όταν, κατά της ανωτέρω καταδικαστικής, σε βάρος του απόφασης δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου. Για τον προαναφερθέντα ισχυρισμό, ζητήθηκαν από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 104/2023 (αναβλητική) απόφασή του, από τις δικαστικές Αρχές του Βελγίου, συμπληρωματικά στοιχεία και σε εκτέλεση του εν λόγω αιτήματος διαβιβάσθηκε με το υπ' αριθμ. ΕΚΔ 53316 ΦΕ 242/2023 έγγραφο του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, το υπ' αριθμ. 1533/23/2367667/24-11-2023 έγγραφο του Γραφείου S.I.Re.Ne, νομίμως μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, στο οποίο αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας, η καταχωρημένη διεύθυνση κατοικίας του κ. T. ήταν στη διεύθυνση ... Ήταν ουσιαστικά εγγεγραμμένος στο Βέλγιο εκείνη την εποχή. Όταν δηλώθηκε εκζητούμενος για σύλληψη και ακρόαση ως ύποπτος, η κατ' οίκον έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του στις 30/09/2020 αποκάλυψε έναν σχεδόν άδειο χώρο (χωρίς έπιπλα). Ο εκζητούμενος δεν εξετάσθηκε ποτέ. Στάλθηκαν κλήσεις στις 15/02/2021 στην επίσημη διεύθυνσή του (σύμφωνα με το μητρώο πληθυσμού). Διαγράφηκε επίσημα από το βελγικό μητρώο πληθυσμού στις 16/03/2021. Δικάσθηκε ερήμην. Η απόφαση που περιείχε την εντολή για την άμεση σύλληψή του κοινοποιήθηκε στην αρμόδια εισαγγελία στις 26/01/2023. Από το Μάρτιο του 2021 έχει τεθεί υπό προειδοποίηση για την εκτέλεση της ποινής του. Με βάση τα παραπάνω και με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, βρείτε παρακάτω απαντήσεις στις ερωτήσεις σας: - Ο εκζητούμενος μπορεί ακόμα να ζητήσει ανακοπή (άρθρο 187 παρ. 1 α.2 του κώδικα ή ποινικής δικονομίας προβλέπει προθεσμία 15 ημερών από την ενημέρωση της έκτισης της ποινής), δεν κατέστη δυνατή η αναζήτηση σε ακριβή τοποθεσία δεδομένου ότι δεν είχε γνωστή διαμονή στο Βέλγιο. - Η κλήση στάλθηκε στην επίσημη διεύθυνσή του στο βελγικό μητρώο πληθυσμού αλλά το σπίτι ήταν άδειο. Ήταν λοιπόν σαφές ότι δεν έμενε πια εκεί. Ωστόσο δεν είχε ενημερώσει τις αρχές για νέα διεύθυνση. Επομένως δεν ειδοποιήθηκε, ούτε ενημερώθηκε, παρά μόνο αν είχε επαφές με τους άλλους συγκατηγορουμένους". Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι ο εκζητούμενος κλητεύθηκε νομότυπα στην επισήμως δηλωθείσα στο βελγικό μητρώο πληθυσμού, διεύθυνσή του, προκειμένου να παραστεί στην ανωτέρω δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε ερήμην του, η ως άνω καταδικαστική απόφαση, την οποία πάντως, σε κάθε περίπτωση, είχε δικαίωμα να προσβάλει με ένδικο μέσο, προκειμένου να επανακριθεί η υπόθεση, με την παρουσία του, σε νέα δίκη, όπου και θα δύναται να προβάλει όλους τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς και να προσκομίσει τα αποδεικτικά του μέσα, ώστε να μην παραβιάζεται το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, συνεπεία της ως άνω ερημοδικίας του. Ακολούθως, το ανωτέρω Δικαστικό Συμβούλιο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 16/2024 απόφασή του έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος να μην εκτελεσθεί το προαναφερθέν Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κατ' άρθρο 12 παρ. 1, περ. στ' του Ν. 3251/2004 και περαιτέρω, ότι συντρέχει η περίπτωση της δυνητικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του άρθρου 12 παρ. 1, περ. ε' του ιδίου Ν. 3251/2004, την εφαρμογή του οποίου ζήτησε επικουρικώς ο εκζητούμενος, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του τελευταίου άρθρου, αφού ο εκζητούμενος είναι Έλληνας υπήκοος, κατοικεί στην Ελλάδα και υπάρχει εύλογο συμφέρον του για την εκτέλεση της ως άνω επιβληθείσας σε βάρος του, ποινής, στην Ελλάδα, λόγω των οικονομικών και οικογενειακών δεσμών του με τη χώρα, αλλά και του ότι αυτός (ο εκζητούμενος) δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να προσλάβει δικηγόρο, για την ανάλογη υπεράσπισή του, στο Βέλγιο. Κατόπιν αυτών το Συμβούλιο, όπως ήδη αναφέρθηκε, διέλαβε στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασής του τα εξής:
"ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το με αριθμ. αναφοράς F 1958/21 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης των Βελγικών Αρχών, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία του Βασιλικού Επιτρόπου των Βρυξελλών, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2021/1413 από 9.3.2021 απόφασης του Σωφρονιστικού Δικαστηρίου των Βρυξελλών, κατά του εκζητουμένου, υπηκόου Ελλάδας, (επ) Τ. (ον) Ε. του Δ. και της Δ., που γεννήθηκε, την ..., στην Ελλάδα, κατοίκου ..., ..., με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για την πράξη της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εκτέλεση της ως άνω ποινής, σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους.
ΑΙΡΕΙ τους τεθέντες στον εκζητούμενο, με την υπ' αριθ. 104/2023 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όρους.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη σύλληψη και κράτηση του εκζητουμένου.
ΔΙΑΒΙΒΑΖΕΙ τη δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών". Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του εκζητουμένου και ήδη εκκαλούντος, το προαναφερθέν Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 16/2024 απόφασή του δεν έσφαλε, αλλά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά το νόμο και εκτιμώντας σωστά τα αποδεικτικά στοιχεία, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το με αριθμ. αναφοράς F 1958/21 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης των Βελγικών Αρχών, που εκδόθηκε εις βάρος του από την Εισαγγελία του Βασιλικού Επιτρόπου των Βρυξελλών, βάσει της υπ' αριθμ. 2021/1413/9-3-2021 απόφασης του Σωφρονιστικού Δικαστηρίου των Βρυξελλών, με την οποία ο εκζητούμενος καταδικάσθηκε για την πράξη της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και ακολούθως, διατάχθηκε η εκτέλεση της ως άνω ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους και αφού ήρθησαν οι τεθέντες σ' αυτόν (εκζητούμενο) με την υπ' αριθ. 104/2023 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όροι, διατάχθηκε η σύλληψη και η κράτησή του και διαβιβάσθηκε η σχετική δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για την εκ μέρους του έκτιση στην Ελλάδα της ως άνω επιβληθείσης σ' αυτόν ποινής κάθειρξης των έξι (6) ετών. Εφ' όσον λοιπόν, δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα της προκειμένης ποινικής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 5095/2024 (ΦΕΚ Α' 40/15.3.2024), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν την από 8-2-2024 (ΕΜ 4/2024) έφεση κατά της υπ' αριθμ. 16/2024 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το με αριθμ. αναφοράς F 1958/21 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης των Βελγικών Αρχών, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία του Βασιλικού Επιτρόπου των Βρυξελλών, βάσει της υπ' αριθμ. 2021/1413 από 9.3.2021 απόφασης του Σωφρονιστικού Δικαστηρίου των Βρυξελλών, κατά του εκζητουμένου, υπηκόου Ελλάδας Ε. Τ. του Δ., που γεννήθηκε στις ..., στην Ελλάδα, κατοίκου ..., με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για την πράξη της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, διατάχθηκε η εκτέλεση της ως άνω ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους, ήρθησαν οι τεθέντες στον εκζητούμενο με την υπ' αριθ. 104/2023 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όροι και αφού διατάχθηκε η σύλληψη και η κράτηση του εκζητουμένου, διαβιβάσθηκε η δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για τις νόμιμες ενέργειες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, ποσού τετρακοσίων ευρώ (400,00 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2025.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ