ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 842/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 842/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 842/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 842 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)



Αριθμός 842/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά - Εισηγήτρια, Παναγιώτα Πασσίση και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Φ. Μ. του Γ., κατοίκου Αλεξάνδρειας Ημαθίας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 145/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ζ. Κ. του Π., κάτοικο Κομνηνών Ξάνθης, που δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 4043/26-5-2023 αίτηση αναίρεσης, καθώς και στους από 13-10-2023 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 665/2023.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 26-5-2023 και υπ' αριθμ. 163/2023 αίτηση του Φ. Μ. του Γ. κατοίκου Αλεξάνδρειας Ημαθίας, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 145/2023 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της ληστείας από κοινού, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ σε ποινή κάθειρξης πέντε (5)ετών, που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Δικαστηρίου στις 3-7-2023, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα πριν την ανωτέρω καταχώρηση και συνεπώς πριν την έναρξη της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ2 ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την ίδια ημέρα στις 26-5-2023 με αρ πρωτ 4043/2023 (466 παρ1, 473 παρ2, 474 παρ2, 4, 504 παρ1, 505 παρ1α ΚΠΔ). Επίσης, οι από 13-10-2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης (άρθρο 509 του Κ.Ποιν.Δ.) με την κατάθεσή τους στον αρμόδια Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, για την οποία (κατάθεση) συντάχθηκε η σχετική από 13-10-2023 έκθεση. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι παραδεκτοί, καθόσον περιέχουν σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παράβασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το δικαστήριο που την εξέδωσε (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Γ',Δ' και Ε' αντιστοίχως του Κ.Ποιν.Δ.). Επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ αυτών συναφείας και να ερευνηθεί περαιτέρω η υπόθεση. Κατά το άρθρο 2 παρ.1 του προϊσχύσαντος Π.Κ. "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Αναλόγου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου ΠΚ (Ν.4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ. άρθρ. 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ.ΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπουν καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει, ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Στο άρθρο 52 παρ.3 του ισχύσαντος μέχρι 30.6.2019 Π.Κ. οριζόταν ότι "Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη...", ενώ στην παράγραφο 2 του αντίστοιχου άρθρου 52 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου Π.Κ. πριν την τροπ. με το ν 5090/2024 ορίζεται ότι "Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε ετών" και συνεπώς, η τελευταία αυτή διάταξη είναι ευμενέστερη της προηγουμένης, εφαρμοζόμενη στην κατωτέρω κακουργηματική πράξη. Στη διάταξη περί ληστείας του άρθρου 380 παρ. 1 εδ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ οριζόταν, ότι "1. Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη", η διάρκεια της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε (5) ετών, ενώ στην αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται, ότι "1. Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή", η διάρκεια δε της πρόσκαιρης κάθειρξης, σύμφωνα με το άρθρο 52 του ίδιου κώδικα, πριν την τροπ με το ν.5090/2024 που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε (15) έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε (5) ετών και συνεπώς, η νεότερη αυτή διάταξη, με βάση το άρθρο 52 του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ. είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, από τη σύγκριση των προαναφερθεισών διατάξεων, κατά την τυποποίησή τους στον προϊσχύσαντα μέχρι 30-6-2019 παλαιό Π.Κ. που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης και το νέο Π.Κ., και του συνόλου των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από κάθε μία από αυτές, ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως κάθε εγκλήματος, τα οποία δεν διαφοροποιούνται, προκύπτει ότι ευμενέστερες διατάξεις είναι αυτές του ισχύοντος από 1.7.2019 Ποινικού Κώδικα, οπότε είναι εφαρμοστέες εν προκειμένω, με βάση την αρχή της αναδρομικότητας της επιεικέστερης διατάξεως από την τέλεση της πράξεως μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υποθέσεως. Συγκεκριμένα: α) ως προς την πράξη της ληστείας, με τη διάταξη του άρθρου 52 ΠΚ προβλέπεται ανώτερο όριο ποινής κάθειρξης δεκαπέντε (15) ετών, ενώ η προϊσχύσασα διάταξη προέβλεπε ανώτερο όριο ποινής κάθειρξης είκοσι ετών. Η πρόβλεψη με τη νέα διάταξη σωρευτικά και επιβολής χρηματικής ποινής, δεν την καθιστά δυσμενέστερη, διότι η ποινή αυτή είναι πάντοτε ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Κατά την διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του νέου ΠΚ, η οποία εφαρμόσθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και η οποία δεν διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως από εκείνη του προισχύσαντος Π.Κ., όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι, αφενός μεν η κλοπή, αφετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι, η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρ. 372 ΠΚ) και της παράνομης βίας (άρθρ. 330 ΠΚ). Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό. Οι τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή στην περίπτωση της ληστείας, η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής. Ως σωματική βία νοείται εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκασμένου και υπερνικά την προβαλλόμενη ή αναμενόμενη αντίστασή του. Αν η ληστεία τελείται με την άσκηση σωματικής βίας, δεν απαιτείται να προκαλείται επικείμενος κίνδυνος σώματος ή ζωής. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή στην κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσεως σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος. (ΑΠ 253/2021) Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Όπως αναφέρεται και στη σχετική αιτιολογική έκθεση, "ορίζεται πλέον με σαφήνεια ότι για να χαρακτηρισθεί κάποιος συναυτουργός δεν αρκεί να έχει κοινό δόλο και να τελεί πράξεις που συμβάλλουν στην πραγμάτωση του εγκλήματος, αλλά πρέπει να πραγματώνει από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιόποινης πράξης, πρέπει, δηλαδή, να τελεί σε κάθε περίπτωση πράξη αντικειμενικής υπόστασης". Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας συμμέτοχος πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Εκείνο το οποίο χαρακτηρίζει και διακρίνει την αυτουργία ή συναυτουργία από τη συνέργεια (απλή ή άμεση) είναι ότι ο αυτουργός ή συναυτουργός κάνει πράξη που ανήκει στην αντικειμενική υπόσταση του διαπραττόμενου εγκλήματος, ενώ ο συνεργός (απλός ή άμεσος) εκτελεί πράξεις βοηθητικές της πράξης, η οποία πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον περιέχει αρχήν εκτελέσεως αυτής, δηλαδή πράξεις, οι οποίες είτε προπαρασκευάζουν (καθιστούν δηλαδή δυνατή ή διευκολύνουν), είτε υποστηρίζουν την κυρία πράξη. Ειδικότερα, για την στοιχειοθέτηση κατά συναυτουργία του εγκλήματος της ληστείας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν σύμπραξη περισσοτέρων, είτε συγχρόνως μεταξύ τους, είτε διαδοχικώς κατά την εκτέλεση του ενός από τα συνθετικά του εγκλήματος, με την ενέργεια από τον καθένα πράξεων που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση αυτού, και υποκειμενικά συναπόφαση, δηλαδή κοινός δόλος για την εκτέλεση του εγκλήματος με την κοινή δράση και γνώση του καθενός της πρόθεσης του άλλου (ΑΠ1551/2022,ΑΠ 1974/2018, ΑΠ 413/2017). Κατά τη διάταξη του άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως μπορεί να προταθεί, μεταξύ άλλων, και η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171), κατά την τελευταία δε αυτή διάταξη (άρθ. 171), απόλυτη ακυρότητα συντρέχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν α) τη σύνθεση του Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και του παρόντος κώδικα για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του..... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.. (ΑΠ 1014/2021). Εξάλλου, από το συνδυασμό του άρθρου 365 παρ. 1 εδα του προϊσχύσαντος ΚΠΔ καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 329,331,333παρ2,358,364ΚΠΔ σε συνδ. με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η ανάγνωση προανακριτικών ή ανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων που απολείπονται, χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφάνισης στο ακροατήριο των μαρτύρων αυτών, δεν επιφέρει ακυρότητα, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, δεδομένου ότι έτσι δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ να θέτει ερωτήματα στους μάρτυρες, αφού διατηρείται πάντως, το από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να κάνει παρατηρήσεις επί των εν λόγω καταθέσεων που αναγνώσθηκαν. Αντίθετα, η διάταξη αυτή του άρθρου 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ παραβιάζεται, επερχόμενης εντεύθεν απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των κατά την προδικασία ληφθεισών καταθέσεων των απολειπομένων μαρτύρων και το δικαστήριο, παρά ταύτα, απορρίπτοντας το, για τη μη ανάγνωση των εν λόγω καταθέσεων, αίτημα, προέβη στην ανάγνωση αυτών, ιδρύεται ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1012/2023, ΑΠ1372/2020, ΑΠ 508/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ανάγνωση στην κατ' έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχομένων σ' αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική. Η ανάγνωση αυτή των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης έχει την έννοια και της ανάγνωσης του περιεχομένου των εις αυτά αναφερομένων εγγράφων και, επομένως, εφόσον δεν προκύπτει εναντίωση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του στην ανάγνωση των αναφερομένων στα πρακτικά τα πρωτοβάθμιας δίκης εγγράφων παρέπεται ότι η διατυπωθείσα εναντίωση του συνηγόρου του κατηγορουμένου για την εν συνεχεία, εκ νέου, ανάγνωση των ίδιων ενόρκων προανακριτικών καταθέσεων στερείται έννομης επιρροής (ΑΠ 640/2022, ΑΠ1328/2019). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 362 παρ.2 και 367 ΚΠΔ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η αρχή της προφορικότητας της συζητήσεως και η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος, του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Αν δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο έγγραφο στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου γίνεται μνεία των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει όμως από το σκεπτικό της αποφάσεως και από το όλο περιεχόμενο της, ότι το έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ασκήσει τα κατά τα άνω δικαιώματά του, πληρούται ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στην απόφαση (χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο) ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπιση του κατ' αυτής και κατ' ακολουθία το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και μπορούσε, αν το ήθελε, να ασκήσει τα κατ' άρθρο 358 δικαιώματά του (ΑΠ 123/2023,ΑΠ410/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ ως λόγος αναίρεσης μπορεί να προταθεί όπως προεκτέθηκε και η ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 170 και 171 ίδιου Κώδικα. Εάν όμως, πρόκειται για ακυρότητα της διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αυτή μπορεί να προταθεί ως λόγος αναίρεσης μόνον εφόσον προτάθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με ειδικό λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, ο οποίος απορρίφθηκε. Εξάλλου, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 502§§1,2 και 4 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, με την οποία προσβλήθηκε η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στάση, με την έννοια ότι το τελευταίο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης (απόλυτη ή σχετική) καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αφού μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και αποβάλλει την ισχύ της, το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επανεξετάζει την υπόθεση, τόσο ως προς τη νομική, όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση, έχοντας σε κάθε περίπτωση την εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο ν' απαντήσει σε ισχυρισμό περί ακυρότητας της διαδικασίας κατά την πρωτοβάθμια δίκη, εφόσον αυτή δεν προβλήθηκε ενώπιόν του, με ειδικό λόγο έφεσης και συνακόλουθα δεν υποπίπτει στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας , ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510§1Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και στην πλημμέλεια της (αρνητικής) υπέρβασης εξουσίας κατ' άρθρο 510§1Η ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 366 ΚΠΔ, αφού απολογηθεί ο κατηγορούμενος, ο διευθύνων τη συζήτηση ρωτάει τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 333, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση και κατόπιν κηρύσσει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ενώ κατά το άρθρο 367 παρ. 1 και 3 ίδιου κώδικα, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας... και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο... Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από την πρώτη διάταξη προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει από τον νόμο υποχρέωση για τον δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο. Διαφορετικά, πρέπει να έχει υποβληθεί και απορριφθεί σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του με διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση και να ασκήθηκε αμέσως κατ' αυτής προσφυγή στο δικαστήριο, το οποίο να μην απάντησε ή να απέρριψε την προσφυγή παρά τον νόμο (Α.Π. 1176/2017, 1030/2016).. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε προκύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου και η παράλειψη συσχέτισης αυτών, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η προσβολή των ισχυρισμών αυτών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και, σε περίπτωση ευδοκίμησή τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, αλλιώς το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών και, συνεπώς, ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, θεωρείται, μεταξύ άλλων, (υπό στοιχ. ε'), το ότι ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Για να συντρέξει η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση, πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση, δηλαδή, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε' του ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Απαιτείται, συνεπώς, για την αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο έλλειψης έννομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν και άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 679/2020). Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε ,ενώ περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος σ'αυτή (τις επ' ακροατηρίω καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης μεταξύ των οποίων και οι επισκοπηθείσες φωτογραφίες καθώς και τα έγγραφα που προσκόμισε η συνήγορος των κατηγορουμένων) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Β. Κ. του Κ../νου στα Κομνηνά Ξάνθης στις 24-10-2016 και περί ώρα 11.00πμ,μετέβη από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του και ήδη αναιρεσείοντα με το υπ' αριθμ κυκλοφ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής SEAT τύπου LEON, ιδιοκτησίας της Δ. Μ. του Γ. και της Ε., το οποίο οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος με συνοδηγό τον 2° κατηγορούμενο, έξωθεν της οικίας της παραστάσασας προς υποστήριξη της κατηγορίας, Ζ. Κ. του Π., όπου ο μεν πρώτος κατηγορούμενος (Β. Κ.) της χτύπησε την πόρτα κι όταν αυτή άνοιξε, της παρέστησε ψευδώς, ότι τον έστειλε ο υιός της, Β., προκειμένου να λάβει από την ίδια το ποσό των 350 ευρώ από σύνολο οφειλής, συνολικού ύψους 4.000 ευρώ. Κατόπιν, πάλι της παρέστησε ψευδώς, ότι καλούσε τον υιό της στο κινητό του τηλέφωνο κι ότι συνομιλούσε μαζί του. Όταν όμως η Ζ. Κ., μόλις αυτός της έδωσε το κινητό του τηλέφωνο για να μιλήσει δήθεν με τον υιό της, αντιλήφθηκε, ότι αυτός με τον οποίο μιλούσε στο τηλέφωνο δεν ήταν ο υιός της, ο εν λόγω 1°ς κατηγορούμενος προσποιήθηκε πως έπαθε κρίση υπογλυκαιμίας και σπρώχνοντας την πόρτα της οικίας της, εισήλθε εντός αυτής και ζήτησε ζάχαρη και νερό, προκειμένου με τον τρόπο αυτόν να αποσπάσει την προσοχή της, ώστε, κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή κι ενόσω αυτή η τελευταία έσπευσε να ετοιμάσει νερό με ζάχαρη για να του προσφέρει, να εισέλθει στην οικία της - όπως άλλωστε και έπραξε - ο συγκατηγορούμενός του, Φ. Μ., ο οποίος, αρχικώς, αφού μεταχειρίστηκε βία εναντίον της, πιάνοντάς την και κρατώντας την με δύναμη από το λαιμό, προκειμένου να διασφαλιστεί απολύτως ότι τούτη δεν θα είναι σε θέση να καλέσει οποιονδήποτε σε βοήθεια, αλλά και για να καμφθεί και να εξουδετερωθεί η οποιαδήποτε τυχόν αντίστασή της, στη συνέχεια, αμφότεροι, αφού την κρατούσαν με το πρόσωπό της στραμμένο προς την ντουλάπα, ώστε να μην έχει οπτική επαφή μαζί τους, αφαίρεσαν από το εσωτερικό της οικίας της το χρηματικό ποσό των 350 ευρώ, έναν κουμπαρά που περιείχε το χρηματικό ποσό των 6.650 ευρώ, ένα βιβλιάριο καταθέσεων με δικαιούχους τους: ι) Κ. Κ. του Β., ιι) Ζ. Κ. του Π. και ιιι) Β. Κ. του Κ., καθώς και διάφορά χρυσαφικά - τιμαλφή, συνολικής αξίας 2.000 ευρώ και δη: α) ένα μεγάλο χρυσό σταυρό με αλυσίδα, β) ένα μικρό χρυσό σταυρό με αλυσίδα, γ) ένα μενταγιόν με χρυσή αλυσίδα, με πάνω του ζωγραφισμένη την Ακρόπολη, δ) ένα δαχτυλίδι τύπου νυχάκι με βυσσινί πέτρα, ε) τρία ζευγάρια σκουλαρίκια, το ένα με βυσσινί πέτρα, το άλλο με λευκή πέτρα και το τρίτο σκέτο, στ) μία καρφίτσα με λευκή πέτρα, ζ) μία καρφίτσα με μπλε πέτρα, η) ένα γυναικείο ρολόι χειρός "PORTA" και θ) ένα νόμισμα των πέντε δραχμών, προκειμένου να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Αμέσως, μετά την ως άνω αξιόποινη πράξη τους κι ενώ η παθούσα καλούσε σε βοήθεια φωνάζοντας, επιβιβάστηκαν γρήγορα στο ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο κι απομακρύνθηκαν πάραυτα από τον τόπο του εγκλήματος, ούτως ώστε ν' αποφύγουν τη σύλληψη, ενώ το μόνο που μπόρεσε να δει η γειτόνισσα, μάρτυρας κατηγορίας, Π. Π., ήταν ένα μαύρο 5θυροόχημα να απομακρύνεται με μεγάλη ταχύτητα από την οικία της παθούσας. Κατόπιν, το εν λόγω ΙΧΕ οδηγούμενο από τον πρώτο κατηγορούμενο κι έχοντας ως συνοδηγό τον έτερο συγκατηγορούμενό του, κατευθύνθηκε προς τη Χρυσούπολη Καβάλας, πλην όμως, στη διασταύρωση του Μακρυχωρίου Καβάλας, για άγνωστο λόγο, ο οδηγός του έχασε τον έλεγχο και αφού αυτό βγήκε από το οδόστρωμα, προσέκρουσε σε παρακείμενο βράχο κι ακινητοποιήθηκε. Μετά από ελάχιστο χρόνο και περί ώρα 11:30 π.μ. πέρασε με το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο ο μάρτυρας κατηγορίας, Ν. Τ. του Κ../νου, υπάλληλος του Δήμου Χρυσούπολης, ο οποίος προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει τους επιβάτες του ως άνω ΕΧΕ αυτοκινήτου (κατηγορούμενους), εκ των οποίων ο μεν Β. Κ., αν ήταν εμφανώς τραυματισμένος στο γόνατο, άρχισε να τρέχει προς τα χωράφια του Μακρυχωρίου, ο δε Φ. Μ. αρχικά έτρεξε να απομακρυνθεί από το σημείο, κατευθυνόμενος προς Χρυσούπολη, πλην όμως, άμεσα επέστρεψε, παρέλαβε μια μπλε σακούλα από το εσωτερικό του παραπάνω ΙΧΕ αυτοκινήτου (είχε μέσα μέρος από τη λεία της ληστείας και δη, τα υπό στοιχεία α, β', γ', ζευγάρι σκουλαρίκι σκέτο, στ', ζ' και ποσό 6.500 ευρώ) και έφυγε τρέχοντας προς την ίδια ως άνω κατεύθυνση. Ο Ν. Τ. ακολούθησε τον τραυματισμένο Β. Κ. κι όταν τον έφτασε, αυτός, παραιτούμενος από την προσπάθεια διαφυγής, του ζήτησε να τον μεταφέρει στο κοντινότερο χωριό, όπου επικοινώνησε με κάποιον "Χ." για να έρθει να παραλάβει το ακινητοποιημένο ΙΧΕ αυτοκίνητο, ενώ ως πρόβαλε ως δικαιολογία για το ατύχημα, ότι μάλωσαν με τον συνοδηγό. Απ' όλα τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του παρόντος Δικαστηρίου, η άμεση εμπλοκή και η πλήρης συμμετοχή αμφοτέρων των κατηγορουμένων στην λήψη της απόφασης καθώς και στην εκτέλεση του παραπάνω εγκληματικού σχεδίου με την πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της ληστείας και συνεπώς, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης με το κατηγορητήριο αξιόποινης πράξης της ληστείας από κοινού, καθόσον πληρούται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υποστάσεως του παραπάνω εγκλήματος, αφού προέκυψε δόλος στο πρόσωπο καθενός από τους δράστες, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση (για τον 2° κατηγορούμενο) και την αποδοχή (για τον 1° κατηγορούμενο) του δράστη να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του (ή την κατοχή τρίτου) με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση ή αποδοχή χρήσεως σωματικής βίας προς αφαίρεση του πράγματος. Μάλιστα, η κατάθεση της παθούσας αλλά και του Ν. Τ. είναι σαφείς, ως προς το ότι ένας από τους δράστες ήταν ο Β. Κ. (τον οποίον αναγνώρισαν ανεπιφύλακτα), ενώ ως προς το ότι ο έτερος δράστης της παραπάνω ληστείας από κοινού ήταν ο Φ. Μ., ο μάρτυρας κατηγορίας, Ν. Τ., κατά μεγάλο ποσοστό βεβαιότητας (80%) είναι σίγουρος πως ήταν αυτός, ενώ δεν είναι ικανά στοιχεία για να αλλάξουν την κρίση του Δικαστηρίου, τα όσα κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο, η μάρτυρας υπερασπίσεως, σύζυγος του του 2ου κατηγορουμένου και αδελφή του 1ου κατηγορουμένου, Π. Κ., ότι δηλαδή την προηγούμενη της ληστείας (23-10-2016) αρραβώνιαζαν τον γιό τους και την επομένη (24-10-2016, την ημέρα της ληστείας δηλαδή) πήγαν για ψώνια στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, καθόσον, πέρα από το ότι δεν ενισχύεται από κάποια άλλα στοιχεία (π.χ. φωτογραφίες αρραβώνα, αποδείξεις αγορών που σχετίζονται με τον αρραβώνα από καταστήματα κλπ.), έρχονται σε αντίφαση με αυτά που ανέφερε κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο Φ. Μ. περί του ότι την προηγούμενη ημέρα της ληστείας (23-10-2016) βρίσκονταν στην Αθήνα, λαμβανομένου υπόψη, του ότι και ο ίδιος ο μάρτυρας του κατηγορητηρίου και αδελφός του 1ου κατηγορουμένου, Α. Κ., κατέθεσε, ότι "κουνιάδος και γαμπρός (υπονοώντας σαφώς τους δύο κατηγορούμενους).... πήγανε σε μια γιαγιά, την εξαπάτησαν, της πήρανε τα λεφτά..", αποδίδοντας ουσιαστικά σε αμφότερους τους συγκατηγορουμένους τον ρόλο των συναυτουργών, ενώ, η φωτογραφία που φέρει τον αριθμό 10 στο οπίσθιο μέρος της, καθώς κι άλλες δύο που απεικονίζουν ένα άτομο, που φορά ροζ μπλουζάκι, να κινείται στον δρόμο (οι οποίες σημειωτέον δεν φέρουν ημεροχρονολογια και ώρα σε αντίθεση με την λοιπές που δεν απεικονίζεται το εν λόγω άτομο) και οι οποίες φέρονται να λήφθηκαν από την κάμερα του παρακείμενου σπιτιού του Κ. Θ., δεν μπορούν να θεμελιώσουν άλλοθι για τον 2° κατηγορούμενο, δεδομένου ότι, αφενός, όπως προειπώθηκε, δεν φέρουν ημεροχρονολογία και ώρα, αφετέρου δεν διακρίνονται τα χαρακτηριστικά του εν λόγω ατόμου (είναι μακρινές οι λήψεις), ούτως ώστε να είναι βέβαιο, πως το άτομο που απεικονίζεται σ' αυτές είναι ο Φ. Μ.. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί ο ισχυρισμός περί μεταβολής της κατηγορίας από ληστεία από κοινού σε (απλή) συνέργεια σε ληστεία από κοινού ως προς τον 1° κατηγορούμενο, ο οποίος (ισχυρισμός), δεδομένου ότι ο 1ος κατηγορούμενος αμφισβήτησε τον νομικό χαρακτηρισμό της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της ληστείας από κοινού, με την επίκληση από μέρους του διαφορετικού (ηπιότερου) νομικού χαρακτηρισμού, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση της σχετικής κατηγορίας και συνεπώς, το παρόν Δικαστήριο, ως Δικαστήριο ουσίας, δεν έχει υποχρέωση να διαλάβει ειδικότερη αιτιολογία επ' αυτού, καθόσον απάντησε με την περί ενοχής για την πράξη αυτή κρίση του." Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Φ. Μ. κατά πλειοψηφία της άδικης πράξης της ληστείας από κοινού και αφού του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5)ετών με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο Φ. Μ. του Γ. ,κάτοικο Αλεξάνδρειας Ημαθίας του ότι Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού, ήτοι με κοινό δόλο και συνεκτέλεση κατόπιν κατανομής ρόλων, με σωματική βία αφαίρεσαν από άλλο ξένα εν όλω κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα, στα Κομνηνά Ξάνθης, την 24/10/2016 και περί ώρα 11:00 π.μ., μετέβη, με το υπ' αριθμ. πινακίδων κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Μ. Δ. του Γ., έξωθεν της οικίας της Κ. Ζ. του Π. και της Α., όπου ο πρώτος εξ αυτών Κ. Β.. του Κ., αφού της παρέστησε ψευδώς ότι τον έστειλε ο υιός της, προκειμένου να λάβει από την ίδια το ποσό των τριακοσίων πενήντα ευρώ και, εν συνεχεία, της παρέστησε ψευδώς ότι κάλεσε τον υιό της από το κινητό του τηλέφωνο και συνομίλησε μαζί του, κατάφερε με το τέχνασμα αυτό να εισέλθει στην οικία της, όπου, προσποιούμενος υπογλυκαιμία, της ζήτησε ζάχαρη και νερό, προκειμένου να αποσπάσει την προσοχή της, ώστε, κατά την δεδομένη χρονική στιγμή να εισέλθουν στην οικία της, όπως και έπραξαν, οι συγκατηγορούμενοι του Μ. Φ. του Γ. και Μ. Δ. του Ν., οι οποίοι, αφού μεταχειρίστηκαν βία εναντίον της, πιάνοντας την και κρατώντας την με δύναμη από τον λαιμό, και οι τρεις μαζί αφαίρεσαν από το εσωτερικό της οικίας της το χρηματικό ποσό των 350 ευρώ, ένα κουμπαρά που περιείχε το χρηματικό ποσό των 6.650 ευρώ, ένα βιβλιάριο καταθέσεων με δικαιούχους τους Κ. Κ. του Β., Κ. Ζ. του Π. και Κ. Β. του Κ. και διάφορα χρυσαφικά - τιμαλφή, συνολικής αξίας 2.000 ευρώ, ήτοι: α) ένα μεγάλο χρυσό σταυρό με αλυσίδα, β) ένα μικρό χρυσό σταυρό με αλυσίδα, γ) ένα μενταγιόν με χρυσή αλυσίδα όπου επάνω σε αυτό ήταν ζωγραφισμένη η Ακρόπολη, δ) ένα δαχτυλίδι τύπου νυχάκι με βυσσινί πέτρα, ε) τρία ζευγάρια σκουλαρίκια, το ένα με βυσσινί πέτρα, το άλλο με άσπρη πέτρα και το τρίτο σκέτο, στ) μία καρφίτσα με άσπρη πέτρα, ζ) μία καρφίτσα με μπλε πέτρα, η) ένα γυναικείο ρολόι χειρός "Porta" και θ) ένα νόμισμα των πέντε δραχμών, προκειμένου να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, μετά δε την τέλεση της παραπάνω πράξης ,μεταφέρθηκαν με το προαναφερόμενο αυτοκίνητο μακριά από τον τόπο του εγκλήματος ,ώστε να αποφύγουν τη σύλληψη". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της ληστείας από κοινού για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων , με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις διατάξεις των άρθρων12,14,16,17,18 εδ.α', 26 παρ1α, 27 παρ 1, 45, 51, 52, 83, 84 παρ. 2α και 380παρ1 ΠΚ όπως ισχύει μετά το ν.4619/2019, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Με τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σαφώς προσδιορίσθηκαν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ληστείας, από κοινού, για το οποίο κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε, σε β' βαθμό, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά, σχετικά με το τί προκύπτει από καθένα από αυτά, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού, εκ τούτου, δεν συνάγεται, ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε, επιλεκτικά, σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Περαιτέρω, αιτιολογείται επαρκώς ο τρόπος, με τον οποίο έδρασε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, κατά την τέλεση της ανωτέρω πράξης, με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης. Παρατίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση τα παρανόμως αφαιρεθέντα ξένα κινητά πράγματα. Αναφέρεται, επίσης, ότι ο αναιρεσείων ενήργησε, από κοινού, με άλλον και συγκεκριμένα, τον Β. Κ.., με τον οποίο μαζί επισκέφθηκαν την ευρισκόμενη στα Κομνηνά Ξάνθης, οικία της παθούσας, Ζ. Κ. πραγματώνοντας, από κοινού και με κοινό δόλο, με αυτόν, εν όλω, τα στοιχεία του εγκλήματος της ληστείας, με σκοπό αμφότεροι να ιδιοποιηθούν παράνομα τα αφαιρεθέντα πράγματα, ότι η αφαίρεση των ξένων κινητών πραγμάτων έγινε, με την άσκηση σωματικής βίας, η οποία εκδηλώθηκε, τόσο, από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος άρπαξε και κράτησε, βίαια, από το λαιμό, την παθούσα, Ζ. Κ. ώστε να κάμψει οποιαδήποτε αντίδρασή της και να εξασφαλίσει, ότι αυτή, δεν θα καλέσει βοήθεια, όσο και στη συνέχεια, από τον αναιρεσείοντα και τον συναυτουργό του, στην πράξη αυτή, Β. Κ.., οι οποίοι, με τη βία, κράτησαν και υποχρέωσαν την ανωτέρω παθούσα, να ίσταται, με το πρόσωπο, στραμμένο, προς την ντουλάπα της οικίας της, ώστε να μην έχει οπτική επαφή, με τους ίδιους και ότι, με τον τρόπο αυτό, ο αναιρεσείων και ο ανωτέρω συνυατουργός του αφαίρεσαν, από το εσωτερικό της οικίας της ανωτέρω παθούσας, τα κινητά πράγματα που εκτιθενται αναλυτικά στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασης για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα .Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εμπεριέχεται αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το γεγονός ότι ενώ στο σκεπτικό της δέχεται ότι την πράξη αυτή τέλεσαν από κοινού ο αναιρεσείων Φ. Μ.. και ο συγκατηγορούμενός του Β. Κ., στο διατακτικό αναφέρεται ότι την πράξη της ληστείας τέλεσαν από κοινού σε βάρος της ίδιας παθούσας οι ανωτέρω δύο κατηγορούμενοι και ο Δ. Μ. αν και ο τελευταίος είχε αθωωθεί πρωτοδίκως με την 833/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Από τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης δεν προκύπτει οποιαδήποτε αντίφαση ως προς τα διαλαμβανόμενα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αναγραφή και του ονόματος του Δ..Μ. πλεον του αναιρεσείοντος και του Β. Κ.. μόνο στο διατακτικό, οφείλεται σε προφανή παραδρομή αφού, προσδιορίζονται με πληρότητα και σαφήνεια κατά τα ανωτέρω τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ληστείας, από κοινού, ως προς τον κηρυχθέντα ένοχο για την πράξη αυτήν δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα. Η εκ μέρους του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αποδεικτική αξιοποίηση μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων της ενώπιον αυτού ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Ν. Τ.. ,ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι ο αναιρεσείων ήταν ένας εκ των δραστών της ανωτέρω πράξης κατά ποσοστό βεβαιότητας ανερχόμενο σε 80% και η συνεκτίμηση της κατάθεσης αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία για την κήρυξη της ενοχής του αναιρεσείοντος που εκτίθενται αναλυτικά στην προσβαλλομένη απόφαση, συνιστά εκτίμηση και αξιολόγηση νόμιμου αποδεικτικού μέσου που συνιστά υποχρέωση του δικαζοντος δικαστηρίου (αρθ 177,178 ΚΠΔ), η όποια δε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, δεν συγκροτούν τον αναιρετικό λόγο της έλλειψης αιτιολογίας καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Οι προπαρατεθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του Δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής, ούτε μετακύλιση στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του βάρους απόδειξης της αθωότητάς του και ουδόλως αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου, τεκμηρίου αθωότητας αυτού, όπως ο ίδιος αβάσιμα διατείνεται, αφού από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανέλεγκτα το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής του με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της άνω απόφασης, ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, διότι αποδείχθηκε η ενοχή του και όχι, διότι αυτός δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητά του, ενώ από τις ανωτέρω παραδοχές της απόφασης αυτής ουδόλως προκύπτει, ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτού, κατ` εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo".(ΑΠ 13/2022).Κατά συνέπεια οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι οι καταθέσεις της παθούσας Ζ. Κ. και του συζύγου της Κ./νου ,οι οποίοι αν και κλήθηκαν δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συμπεριλαμβάνονται στα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο Η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης σε πραγματικά περιστατικά που συνεισφέρθηκαν με τις ανωτέρω ένορκες καταθέσεις αυτών δεν απορρέει από τις εν λόγω προανακριτικές ένορκες καταθέσεις τους ως αποδεικτικών μέσων αλλά από σχετικές παραδοχές των υποχρεωτικά αναγνωστέων κατ'αρθ 502παρ1 εδ γ'ΚΠΔ πρακτικών της πρωτοβάθμιας ποινικής δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η 833/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, όπου οι εν λογω καταθέσεις επιτρεπτά αναγνώστηκαν σύμφωνα με την τότε ισχύουσα διάταξη του άρθρου 365παρ1 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ αφού η συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δεν είχε αντιλέξει στην ανάγνωση αυτών (βλ. στην αρχή της σελ. 27 των πρακτικών της πρωτόδικης απόφασης). Ανεξάρτητα, όμως, από τα ανωτέρω, όπως, ήδη, προαναφέρθηκε, η ανάγνωση προανακριτικών ή ανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων, που απολείπονται, χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφανίσεώς στο ακροατήριο των μαρτύρων αυτών και η λήψη υπόψη αυτών, από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεως του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν προκαλεί ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του δεν είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από το άρθρο 6§3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ, και το άρθρο 14§3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, να θέτει ερωτήσεις στους μάρτυρες αφού διαφυλάσσεται το από το άρθρο 358ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να κάνει παρατηρήσεις επι των καταθέσεων που αναγνώστηκαν. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην παραπάνω μείζονα πρόταση της παρούσας οι λόγοι αυτοί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, εφόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος αφορούσε την ουσία μόνον της υπόθεσης και δεν περιεχόταν σ' αυτή λόγος σχετικά με την ανάγνωση των ανωτέρω ενόρκων καταθέσεων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά του δικαστηρίου αυτού (πρωτοβάθμιου)και συνεπώς δεν μπορούσε το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να επιληφθεί αυτών.. Έτσι, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, εξετάζοντας ακολούθως κατ' ουσία την υπόθεση ανεκκλήτως, δεν ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει ακυρότητες της πρωτόδικης απόφασης ή των πριν από αυτή εκδοθέντων προπαρασκευαστικών αποφάσεων του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφού αυτή είχε πλέον αποβάλλει την ισχύ της και οποιαδήποτε ακυρότητα αυτών καλύφθηκε με την έκδοση της επί της ουσίας απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία και μόνο προσβάλλεται με το ένδικο μέσο της αναίρεσης, για τις δικές της μόνο παραλείψεις και πλημμέλειες και για τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από αυτήν και όχι για πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης. (ΑΠ 83/2019, ΑΠ 310/2019]. Κατόπιν των ανωτέρω ο λόγος αναίρεσης και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και παράβασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω της λήψης υπόψη των προανακριτικών καταθέσεων της παθούσας και του συζύγου της είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του Δικαστηρίου η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά τους ισχυρισμούς της περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84παρ2α και 2ε ΠΚ προσκόμισε και σχετικά έγγραφα που αναγνώστηκαν .Μετά την ανάγνωση των εγγράφων που προσκόμισε της δόθηκε ο λόγος από τον Διευθύνοντα τη συζήτηση και ζήτησε προφορικά και την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84παρ2δ ΠΚ και για τους δύο κατηγορουμένους. Η Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη των αυτοτελών αυτών ισχυρισμών των κατηγορουμένων και στη συνέχεια δόθηκε από τον διευθύνοντα τη συζήτηση κατ' αρθ 367 ΚΠΔ., ο λόγος στη συνήγορο υπεράσπισης η οποία ζήτησε "να γίνουν δεκτοί οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που πρόβαλε περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο εκάστου κατηγορουμένου" (σελ 43 των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης) Υπό τα δεδομένα αυτά τηρήθηκαν από το Δικαστήριο οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΠΔ και δεν παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα του αναιρεσείοντος, και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας ερειδόμενοι στην αιτίαση ότι δεν δόθηκε ο λόγος στη συνήγορο του αναιρεσείοντος μετά την απαγγελία της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου για την αναγνώριση των αιτηθέντων ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84ΠΚ., είναι αβάσιμος. Ως προς τον ίδιο λόγο αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρα 171 και 510§ 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ), λόγω κακής σύνθεσης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θράκης, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συνεπεία της συμμετοχής, στη σύνθεση αυτού, ως Προεδρεύοντος Εφέτη, του Εφέτη του Εφετείου Θράκης, Χ. Χ. χωρίς να γίνεται η οποιαδήποτε μνεία, στην ανωτέρω προσβαλλομένη απόφαση, σχετικά με το αν υπήρχαν ή όχι Πρόεδροι Εφετών ή το αν οι Πρόεδροι αυτοί απουσίαζαν ή κωλύονταν, ούτε και σχετικά με το αν ο ανωτέρω Προεδρεύων Εφέτης ήταν αρχαιότερος ή αν αναπλήρωνε τους αρχαιότερους αυτού Εφέτες, λόγω κωλύματος τους, όπως επιβάλλεται, από τις διατάξεις του άρθρου 5§1 περ. Α' εδ. γ' του Ν. 4938/2022, σχετικό με τις περιστάσεις νόμιμης αναπλήρωσης του Προέδρου Εφετών, ως Προεδρεύοντος του ανωτέρω Δικαστηρίου λεκτέα τα ακόλουθα: Ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι ο ανωτέρω Εφέτης ορίστηκε νόμιμα ως Προεδρεύων του Εφετείου Θράκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4§1 στοιχ. ε' του ισχύοντος Ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α' 109/06-06-2022 - "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις) κατά τη διάταξη του άρθρου 20§10 του Ν. 4938/2022, σε κάθε περίπτωση, η όποια συντρέξασα ακυρότητα, εκ της μη τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 20§§2 - 8 Ν. 4938/2022, θεραπεύεται, αν αυτή δεν προταθεί, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση που, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία(ΑΠ 835/2022) Κατά συνέπεια, ο λόγος του πρώτου πρόσθετου λόγου της υπό κρίση αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων πρόβαλε, δια του συνηγόρου του, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ), ισχυριζόμενος ότι "Μετά τη μία και μοναδική αυτή πράξη μου έχω επιδείξει αρίστη συμπεριφορά και δεν έχω απασχολήσει ξανά τις Αρχές. Διαβιώ ήσυχα και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, έχοντας ως πρώτο μέλη μα τον έντιμο και ήρεμο βίο όπως όπως κάθε φιλήσυχος άνθρωπος και έχω άριστες σχέσεις με όλους τους συνανθρώπους μου. Αγωνίζομαι καθημερινώς για την επιβίωση μου, παλεύοντας νυχθημερόν για το μεροκάματο, αφοσιωμένος στην οικογένεια μου και στα τέκνα μου. Προσπαθώ κάθε μέρα να βελτιώνω τη συμπεριφορά μου η οποία εκδηλώνεται με θετική συμπεριφορά, στους συνανθρώπους μου, συνεργάτες μου και τις αρχές. Δηλώνω περίτρανα ότι είμαι νομοταγής πολίτης. Μετά την τέλεση της πράξης συμπεριφέρθηκα καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να απασχολήσω τις Αρχές. Σέβομαι τους νόμους και τους συνανθρώπους μου δίχως να επιδείξω καμία παραβατική συμπεριφορά". Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, με την ακόλουθη αιτιολογία "Ο προταθείς εκ μέρους του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου αυτοτελής ισχυρισμός περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του αρ. 84 παρ. 2ε ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί καθόσον δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του μη αρκούσης της επικαλούμενης εργασίας του ως ελεύθερου επαγγελματία , της φροντίδας της οικογενείας του και της ιδιότητας του ως καλού πατέρα και συζύγου για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού .." Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού, αφού κατά την ως άνω σχετική σκέψη, μόνο η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητάς του μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης και η συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με την άσκηση του επαγγέλματος προς βιοπορισμό, δεν αρκούν, χωρίς την επιπλέον επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών που καταδεικνύουν ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς κοινωνικής διαβίωσης. Κατ' ακολουθία τούτων, ο έκτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, για την επιμέτρηση δε της επιβληθείσας ποινής το δικαστήριο διέλαβε ειδική, πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού για να καταλήξει στην ως άνω κρίση του, έλαβε υπόψη του και μνημόνευσε τον εφαρμοστέο για το έγκλημα κανόνα, το χορηγηθέν στον αναιρεσείοντα ελαφρυντικό και παρέθεσε αναλυτικά το σύνολο των στοιχείων που προέκυπταν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του κατηγορουμένου, τα οποία αμέσως προηγουμένως είχε μνημονεύσει με επάρκεια και σαφήνεια, συνεκτιμώντας και συναξιολογώντας λεπτομερώς τα ειδικώς μνημονευόμενα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του αναιρεσείοντος με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου στοιχείου, κατά τα προεκτεθέντα, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του περί επιβολής της ποινής άλλη ειδικότερη αιτιολογία, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων (ΑΠ265/2023,ΑΠ 31/2022, ΑΠ188/2022). Εφόσον λοιπόν, η επιμέτρηση της ποινής καθορίστηκε, κατόπιν συνεκτίμησης από το Εφετείο των συνθηκών τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος στο σύνολό τους και με την υπαγωγή τους στα κριτήρια και τις προϋποθέσεις των άρθρων 79 ΠΚ, δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας ως προς την επιβολή της και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι η αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής, αφού τα στοιχεία βάσει των οποίων καθορίζεται ενυπάρχουν στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αναλυτικά εκτίθεται (ΑΠ265/2023, ΑΠ13/2022) και ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω,μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της υπ' αριθμ 145/12-5-2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας(άρθρο 578 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα .Σημειωτέον ότι η υποστηρίζουσα την κατηγορία Ζ. Κ. όπως προκύπτει από το από 21-8-2023 αποδεικτικό του αρχιφύλακα Γ..Π. ,κλήθηκε νόμιμα για να παραστεί στην δικάσιμο της 5-12-2023 κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την στην αρχή της παρούσας δικάσιμο αλλά δεν εμφανίστηκε ,η συζήτηση όμως έγινε σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (αρθ. 515παρ1, 2ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2023 αίτηση και τους από 13-10-2023 προσθέτους λόγους του Φ. Μ. του Γ. κατοίκου Αλεξάνδρειας Ημαθίας για αναίρεση της υπ' αριθμ 145/12-5-2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή