Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 847 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Ε.Λ.
Αριθμός 847/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: Γ. Κ. του Δ. και 2. Σ. Κ. του Δ., κατοίκων Αιτωλικού Αιτωλοακαρνανίας, οι οποίοι παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τσώκο, για αναίρεση της αποφάσεως 637/2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιτωλοακαρνανίας (Παράλληλη έδρα Μεσολογγίου). Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Ν. Α. του Γ., κάτοικο Μεσολογγίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Μανώλαρο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αιτωλοακαρνανίας (Παράλληλη έδρα Μεσολογγίου) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ' αριθμ. πρωτ. 9115/27-12-2024 και 9114/27-12-2024 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 77/25.
Αφού άκουσε Ι)Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: Α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του 1ου αναιρεσείοντος Γ. Κ. του Δ. και Β) να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του 2ου αναιρεσείοντος Σ. Κ. του Δ., να αναιρεθεί ως προς αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς αυτόν, για νέα συζήτηση.
ΙΙ)Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης α) από 27-12-2024 του Γ. Κ. του Δ. και β) από 27-12-2024 του Σ. Κ. του Δ., ασκηθείσες με δηλώσεις επιδοθείσες στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 27-12-2024, για αναίρεση της με αριθμό 637/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιτωλοακαρνανίας (Παράλληλη έδρα Μεσολογγίου), που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 16-12-2024, και με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων Γ. Κ. σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και ο αναιρεσείων Σ. Κ. σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3, 474 ΚΠΔ), περιέχουν δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε' του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης). Επομένως, οι υπό κρίση αιτήσεις είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ` ουσίαν. 2
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α του ΠΚ, περί σωματικής βλάβης, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, " Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου κώδικα, περί επικίνδυνης σωματικής βλάβης "Αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", ενώ κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 309 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι η νομοτυπική μορφή της πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης δεν έχει αλλάξει ,πλην όμως η διάταξη του άρθρου 309 του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη ως προς το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, αφού με αυτήν προβλέπεται πλέον ποινή φυλάκισης από δέκα ημέρες, κατ` άρθρο 53 ΠΚ, έως τρία έτη, αντί εκείνης των τριών μηνών έως πέντε ετών, που προβλεπόταν προηγουμένως, ή μόνο χρηματική ποινή, η οποία είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Εν όψει της διαζευκτικής διατύπωσης της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περίπτωσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί βάσει των κατ` άρθρο 79 Π.Κ. κριτηρίων. Απαιτούμενα στοιχεία για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που αποτελεί έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, είναι α)σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 του Π.Κ., β) η πράξη να τελέστηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη, χωρίς, δηλαδή, να εξετάζεται το αποτέλεσμα της βλάβης που προξενήθηκε, παρά μόνο ο επικίνδυνος τρόπος τέλεσης της και γ) δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση πρόκλησης της σωματικής κάκωσης και των περιστάσεων, από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη (ΑΠ 565/2024 ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ. "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83 ΠΚ)". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη απόπειρας απαιτείται πράξη, η οποία επιχειρείται με δόλο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος και περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, σαν τέτοια δε πρέπει να θεωρηθεί κάθε ενέργεια του δράστη με την οποία, αν δεν ήθελε από οποιοδήποτε λόγο ανακοπεί, οδηγεί, αναμφισβήτητα, στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας ώστε κατά κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του νέου ΠΚ "όποιος έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη τιμωρείται αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Με την διάταξη αυτή του νέου ΠΚ προσδιορίζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της αρχής εκτέλεσης του εγκλήματος, ώστε να είναι σαφές ότι το έγκλημα βρίσκεται σε απόπειρα, όταν έχει πραγματωθεί ένα τμήμα της αντικειμενικής του υπόστασης. Στις περιπτώσεις εκείνων των εγκλημάτων που ο ακριβής τρόπος τέλεσης δεν περιγράφεται στον νόμο αναλυτικά νοείται ότι ο δράστης αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στον νόμο πράξη, όταν εξαπολύσει κατά του εννόμου αγαθού την ενέργεια η οποία κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι ικανή να επιφέρει την αξιόποινη βλάβη, αν δεν ανακοπεί από άλλη πράξη του ιδίου ή τρίτου ή από επιγενόμενο τυχαίο γεγονός (αιτιολογική έκθεση του Ν. 4619/2019 υπ' άρθρο 42) (ΑΠ 383/2023, ΑΠ 442/2021). Απόπειρα στο άνω έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι νοητή, όταν αρχίζει να τελείται μία πράξη που μπορεί να προκαλέσει σωματική βλάβη και εμπεριέχει κίνδυνο πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης ή έστω δυνατότητας πρόκλησης κινδύνου ζωής, έστω και αν εν τέλει δεν επέλθει σωματική βλάβη (ΑΠ 383/2023, ΑΠ 819/2022, ΑΠ 59/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Δ` του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπ` όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά κατ` επιλογή, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ` αυτήν, γιατί δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη (ΑΠ 900/2022, ΑΠ 63/2021, ΑΠ 326/2021, ΑΠ 504/2020). Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού τα τελευταία δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 950/2019, ΑΠ 1207/2017). Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 876/2020, ΑΠ 504/2020). 3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αιτωλοακαρνανίας (Παράλληλη έδρα Μεσολογγίου), μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ` είδος σ`αυτήν (ανωμοτί κατάθεση του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση, απολογίες κατηγορουμένων ), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 27.11.2017 ο Α. Σ. μετέβη, κατόπιν εντολής του Αντιδημάρχου Μεσολογγίου, Α. Κ., στο Δ. Δ. Α. και ειδικότερα στην τοποθεσία που βρίσκεται το ρέμα Ράγγου, άνωθεν της Εθνικής Οδού, προκειμένου με το κατάλληλο μηχάνημα ιδιοκτησίας του να προβεί σε εργασίες αποκατάστασης της παρακείμενης οδού, καθώς λόγω της προηγηθείσας έντονης βροχόπτωσης είχαν προκληθεί ζημίες από φερτά υλικά και είχε αποκλειστεί η πρόσβαση από την ως άνω οδό. Πλησίον του ρέματος κατοικούν οι γονείς του Ν. Α. - παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος, έχοντας γνώση των προκληθεισών από τη βροχόπτωση ζημιών, μετέβη στο σημείο όπου εκτελούνταν οι εργασίες αποκατάστασης. Στο ίδιο σημείο βρισκόταν και ο Π. Ν., εξάδελφος του μάρτυρα κατηγορίας, Ν. Α., προς επίβλεψη των εργασιών. Αμέσως μετά την άφιξη του τελευταίου (Ν. Α.) στον τόπο των εργασιών βρέθηκε ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος, Γ. Κ., η οικογένεια του οποίου διατηρεί πλησίον του εν λόγω σημείου επιχείρηση πρατηρίου καυσίμων. Ευθύς αμέσως και ενώ είχε ήδη ξεκινήσει η διενέργεια των εργασιών αποκατάστασης, έλαβε χώρα διαπληκτισμός μεταξύ του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας και του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορούμενου, ο οποίος εξελίχθηκε σε έντονο καυγά με σωματική επαφή, κατά τον οποίο ο Ν. Α. προκάλεσε στον Γ. Κ. σωματικές βλάβες χτυπώντας τον με τα χέρια στο πρόσωπο και σε άλλα σημεία του σώματος του, ενώ ο παριστάμενος κατά τη διάρκεια του διαπληκτισμού Π. Ν. κατέβαλε προσπάθεια να κατευνάσει τα πνεύματα. Μ. τη λήξη της ως άνω περιγραφόμενης διένεξης ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος αποχώρησε από το σημείο επιστρέφοντας στο πρατήριο καυσίμων και ενημέρωσε τους την οικογένεια του για το προηγηθέν συμβάν. Μετά δε την παρέλευση λίγων λεπτών ο τελευταίος επανήλθε στο σημείο μαζί με τον δεύτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο, οπότε έλαβε χώρα νέα διένεξη. Κατά τη διάρκεια δε αυτής ο πρώτος κατηγορούμενος κρατώντας ένα σίδερο χτύπησε με πρόθεση τον Ν. Α. στο πίσω μέρος της κεφαλής, προκαλώντας του κάκωση τόσο στο εν λόγω σημείο όσο και στον αντίχειρα του δεξιού χεριού, καθώς ο παθών έθεσε το δεξί του χέρι στον αυχένα του για να προστατευτεί από την επίθεση. Την ως άνω δε πράξη ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε έχοντας πρόθεση να προκαλέσει στον παθόντα σωματική βλάβη, ο τρόπος δε κατά τον οποίο τελέστηκε η πράξη και δη το όργανο που χρησιμοποιήθηκε και το ευαίσθητο σημείο του σώματος που επλήγη (αυχένας), θα μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη. Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος κρατώντας ένα ξύλο προσπάθησε να προκαλέσει στον παθόντα σωματικές βλάβες, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους που δεν αφορούσαν τη βούληση του, καθώς ο παθών κατάφερε να διαφύγει της εν λόγω επίθεσης. Εξάλλου, η αναφερόμενη από τον τελευταίο προκληθείσα από τον δεύτερο κατηγορούμενο κάκωση αριστερού ποδιού δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, όπως προκύπτει το υπ' αριθμ. 14143/04.12.2017 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Μεσολογγίου, κατά την ορθοπεδική εκτίμηση διαπιστώθηκε μεν διάστρεμμα μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης δεξιού αντίχειρα και κάκωση αυχένα, που αντιμετωπίστηκαν με τοποθέτηση νάρθηκα και αυχενικού κολάρου αντίστοιχα, ωστόσο δεν διαπιστώθηκε κατά την ως άνω εξέταση κάκωση κάτω άκρου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος έχοντας αποφασίσει να προκαλέσει στον Ν. Α. σωματική βλάβη, προέβη σε αρχή εκτέλεσης της πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, δεδομένου ότι ο τρόπος με τον οποίο τελέστηκε η πράξη και ειδικότερα το όργανο που χρησιμοποίησε ήταν ικανό να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε, αφού ο παθών κατάφερε να διαφύγει πριν την ολοκλήρωση της επίθεσης από τον δεύτερο κατηγορούμενο. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος προκάλεσε στον παθόντα απλή σωματική βλάβη χτυπώντας τον με το πόδι του (κλωτσιά) στα γεννητικά όργανα, δοθέντος ότι κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του δεν προέκυψε κάκωση όσχεου ενώ από την σχετική εξέταση δεν προέκυψαν ευρήματα [βλ. υπ' αριθ. 14145/04-12-2017 έγγραφο της Ουρολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Μεσολογγίου, από το οποίο προκύπτει μεν αναφερόμενη ευαισθησία βολβικής ουρήθρας, περίνεου και δεξιού όρχεως κατά την ψηλάφηση και αναφερόμενη δυσχέρεια κατά την ούρηση, πλην όμως δεν προέκυψαν ευρήματα (κακώσεις) από την σχετική εξέταση]. Επιπροσθέτως, ο παθών μετέπειτα αρνήθηκε να υποβληθεί σε δακτυλική εξέταση. Κατόπιν, αποδείχθηκε ότι ο παθών μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Μεσολογγίου, όπου νοσηλεύτηκε νια δύο (2) ημέρες και εξήλθε στις 29-11-2017 με διάγνωση "κεφαλαλγία". Όσον αφορά τις αποδείξεις εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο Γ. Κ., χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, αυτόκλητος, πήγε στο σημείο της διενέργειας των εργασιών αποκατάστασης και χωρίς κανέναν απολύτως λόγο ξεκίνησε η συμπλοκή. Ομοίως εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο Γ. Κ., αμέσως μετά την πρώτη συμπλοκή, δεν έφυγε από το σημείο για να λήξει το συμβάν, αλλά απομακρύνθηκε από το σημείο και πήγε στην οικία του, να καλέσει τον αδελφό του Σ. Κ. να προστρέξει στο σημείο, προφανώς για να συνεχιστεί η συμπλοκή. Επίσης ο τρόπος με τον οποίο πήδηξε τη μάντρα της οικίας του, αλλά και η μετέπειτα συμπεριφορά του, τόσο του ίδιου, όσο και του αδελφού του είχαν τέτοια ένταση, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο πείστηκε ότι πράγματι τελέστηκαν εκ μέρους τους τα αδικήματα που περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας. Το γεγονός δε ότι (και) ο παθών για το ίδιο περιστατικό κατηγορήθηκε για απλή σωματική βλάβη και συγκεκριμένα ότι χτύπησε τον δεύτερο κατηγορούμενο στο δεξί του πόδι, πράξη η οποία κρίθηκε με την υπ' αριθ. 573/2023 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, ενισχύει την συμπλοκή μεταξύ των κατηγορουμένων και του παθόντος και ότι πιθανότητα ότι ο παθών χτύπησε τον δεύτερο κατηγορούμενο στο πόδι, ευρισκόμενος σε αυτοάμυνα. Μετά ταύτα από την αξιολογική εκτίμηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι τέλεσαν, αναμφισβήτητα, τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται. Περαιτέρω, ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι οι σωματικές βλάβες, σε βάρος του παθόντος ήταν εντελώς ελαφρές και εξ αυτού του λόγου πρέπει να εξαλειφθεί το αξιόποινο άλλως να παύσει η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου σύμφωνα με το άρθρο το άρθρο 63 παρ. 1 του ν. 4689/2020, επάγονται τα ακόλουθα : Πέραν του ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο παθών ήταν απλές και όχι εντελώς ελαφρές, πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ που περιγράφει την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κατά τη γραμματική της διατύπωση, παραπέμπει σε όλες τις περιπτώσεις της διάταξης του άρθρου 308 ΠΚ και συνεπώς και στην εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 309 αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 ΠΚ, απαιτείται, δε, μεταξύ άλλων το στοιχείο της σωματικής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 308, ακόμη και όλως ελαφρά ή και ασήμαντη (...) Συνεπώς, ακόμη και στην αδόκητη περίπτωση κατά την οποία ο παθών υπέστη εντελώς ελαφρά σωματικές βλάβες, εφόσον η πράξη, ως έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, τελεστή κατά τρόπο που να μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο ζωής ή βαριάς σωματικής βλάβης στον παθόντα, τελέστηκε το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Περαιτέρω λόγω του ύψους της ποινής κατά τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος απορρίπτεται και το αίτημα για παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής του αξιοποίνου σύμφωνα με το άρθρο το άρθρο 63 παρ. Ι του ν. 4689/2020.
Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατηγορούνται.
Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, με το ακόλουθο διατακτικό :''ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο ΈΝΟΧΟ, απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών του, του ότι: Στη θέση "Μάραθος" στο Αιτωλικό την 27/11/2017, προξένησε με πρόθεση σε άλλον σωματική κάκωση, η δε πράξη του αυτή τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα τη βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο πρώτος κατηγορούμενος κρατώντας στα χέρια του ένα σίδερο, επιτέθηκε κατά του παθόντος Α. Ν. του Γ., με αποτέλεσμα να του προκαλέσει κάκωση στον αντίχειρα του και στο πίσω μέρος της κεφαλής του. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον δεύτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο ΈΝΟΧΟ, απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών του, του ότι: Στην θέση "Μάραθος" στο Αιτωλικό την 27/11/2017 έχοντας αποφασίσει να τελέσει την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης προέβη σε αρχή εκτέλεσης της εν λόγω πράξης, πλην όμως δεν την ολοκλήρωσε για λόγους που δεν αφορούν τη βούληση του. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έχοντας αποφασίσει να προκαλέσει στον Ν. Α. σωματική βλάβη με τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη, σε άλλον σωματική κάκωση, έπραξε αρχή εκτέλεσης της πράξης και κρατώντας στα χέρια του ένα σίδερο στράφηκε εναντίον του για τον χτυπήσει, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του, διότι, ο παθών κατάφερε να διαφύγει εγκαίρως''.
4. Επί της από 27-12-2024 αίτησης αναιρέσεως του Γ. Κ. του Δ.: Με τις πιο πάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος Γ. Κ. του Δ., αφού παρατίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων , τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ. α, 27 παρ. 1, 309-308 παρ. 1α του ισχύοντος ΠΚ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και συγκεκριμένα ο τρόπος τέλεσης της αξιόποινης αυτής πράξης κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, οι συνθήκες τέλεσης της πράξεως με αναφορά των αναγκαίων για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος και για την κατάφαση της ενοχής του πραγματικών περιστατικών τα οποία επικαλύπτονται υποκειμενικά από το δόλο του για την τέλεση της ανωτέρω πράξεως. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως το είδος της διακινδύνευσης που συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση, το οποίο εξειδικεύεται με σαφήνεια, ότι δηλαδή μπορούσε να προκληθεί στον εγκαλούντα βαριά σωματική βλάβη, ενόψει του ευαίσθητου σημείου του σώματος που επλήγη (αυχένας) και του τρόπου με τον οποίο ο αναιρεσείων ενήργησε κατ` αυτού πλήττοντας αυτόν με σίδερο , ότι του προξένησε κάκωση τόσο στο πίσω μέρος της κεφαλής όσο και στον αντίχειρα του δεξιού χεριού, καθώς ο παθών έθεσε το δεξί του χέρι στον αυχένα του για να προστατευθεί από την επίθεση, εκ των οποίων θεμελιώνεται η γνώση ότι από την πράξη του αυτή μπορούσε να του προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη και η θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού και συνεπώς η ύπαρξη δόλου στον αναιρεσείοντα με την αναφορά "πρόθεσης" αυτού, που περιλαμβάνει τόσο τη γνώση και θέληση προκλήσεων των σωματικών κακώσεων, όσο και των περιστάσεων τέλεσης της πράξης αυτής. Τέλος, στο προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Γ. Κ., χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά των περιστατικών που προέκυψαν εξ ενός εκάστου αυτών. Περαιτέρω, σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (και ειδικότερα η ανωμοτί εξέταση του εγκαλούντος - παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και οι απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το εν λόγω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας ενός εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους, όπως αναφέρονται κατ` είδος στην αρχή του σκεπτικού της. Εξάλλου, για τη βεβαιότητα ότι, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα στην αίτηση αναίρεσης, δεν αγνοήθηκαν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, και ειδικότερα οι καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Τ. και Α. Κ. και τα προσκομισθέντα ιατρικά πιστοποιητικά, αρκεί ότι αυτά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αναφέρονται κατά το είδος και την κατηγορία τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερου προσδιορισμού τους και μνείας του τί προέκυψε από αυτά, το δε γεγονός, ότι δεν έγινε δεκτό το περιεχόμενό τους ή ότι το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε μείζονα αποδεικτική βαρύτητα σε άλλα στοιχεία, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, δεν σημαίνει, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα και αγνόησε ή δεν συνεκτίμησε τα υπόλοιπα, σαφώς δε συνάγεται ότι τα έλαβε υπόψη του στο σύνολό τους, αφού δεν εξαίρεσε κανένα, καταλήγοντας κυριαρχικά στην καταδικαστική του κρίση. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Γ. Κ., περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τις αποδείξεις, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. 5. Επί της από 27-12-2024 αίτησης αναιρέσεως του Σ. Κ. του Δ. : Με τις πιο πάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ παράλληλα στέρησε αυτή νόμιμης βάσης, αφού υπάρχουν ασάφειες, ελλείψεις και αντιφάσεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 309 του Π.Κ. . Συγκεκριμένα ασάφεια και αντίφαση υφίσταται μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς το μέσο με το οποίο ο αναιρεσείων προσπάθησε να πλήξει τον παθόντα και ειδικότερα ενώ στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι αυτός: "κρατώντας ένα ξύλο προσπάθησε να προκαλέσει στον παθόντα σωματικές βλάβες" , στο διατακτικό κηρύσσεται αυτός ένοχος για το ότι: "κρατώντας στα χέρια του ένα σίδερο στράφηκε εναντίον του να τον χτυπήσει". Επίσης ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό περιγράφεται η ενέργεια στην οποία προέβη ο αναιρεσείων για να πλήξει τον παθόντα, με την οποία θεωρείται ότι αυτός αρχίζει να εκτελεί την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ούτε το σημείο του σώματος στο οποίο επιχείρησε να πλήξει αυτόν, με συνέπεια να συντρέχει περίπτωση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής του δεύτερου αναιρεσείοντα κρίση του δικαστηρίου, παράλληλα δε παραβιάζονται οι διατάξεις άρθρων 42 παρ.1 και 309 του ΠΚ και η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών αυτών ποινικών διατάξεων , με την μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι βάσιμοι.
Μετά από αυτά εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί η κρινόμενη από 27-12-2024 αίτηση του Γ. Κ. του Δ., στο σύνολο της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και β) να γίνει δεκτή η κρινόμενη από 27-12-2024 αίτηση του Σ. Κ. του Δ. για αναίρεση της προσβαλλόμενης με αριθ. 637/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιτωλοακαρνανίας (Παράλληλη Έδρα Μεσολογγίου), να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα αυτόν και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί εν μέρει την απόφαση με αριθ. 637/2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιτωλοακαρνανίας (Παράλληλη Έδρα Μεσολογγίου), κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα Σ. Κ. του Δ..
-
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές που δεν μετείχαν στην έκδοση της αναιρούμενης απόφασης.
-
Απορρίπτει την από 27-12-2024 αίτηση του Γ. Κ. του Δ., για αναίρεση της με αριθ. 637/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιτωλοακαρνανίας (Παράλληλη Έδρα Μεσολογγίου) . -
Καταδικάζει τον ανωτέρω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ