Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 854 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 854/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε ως συμβούλιο σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 11 Μαρτίου 2025, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Π. Κ. του Ι., κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Χαλκίδας, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Σύψα, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 3825/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 7912/8-11-2024 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1036/24.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μαριάννα Ψαρουδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την υπ' αριθμ. πρωτ. 267/23-12-2024 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Μητρουλιά, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, ενώπιόν Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 αρ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 8-11-2024 αίτηση του Π. Κ. του Ι., κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής, με την οποία ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 3825/2016 αμετάκλητης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό και η οποία κατέστη αμετάκλητη με την υπ αριθμ 815/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση αυτός καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθειρξης δεκα (10) ετών, για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα άνω των 15.000 ευρώ και της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' επάγγελμα άνω των 30.000 ευρώ (άρθρα 216 και 386 ΠΚ) και εκθέτω τα εξής: Η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ και επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων, περιοριστικά αναφερόμενων στη συγκεκριμένη διάταξη περιπτώσεων, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων, αλλά και ήδη εξετασθέντων μαρτύρων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν κατάδηλο και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, με την υπ' αριθμ. 3825/2016 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κάτ. επάγγελμα άνω των 15.000 ευρώ και της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ επάγγελμα άνω των 30.000 ευρώ (άρθρα 216 και 386 ΠΚ). Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών άσκησε την με αριθμό 266/3-3-2017 έφεση, την οποία το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ αριθμ 815/2018 απόφαση του απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου υποβολής. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ο αιτών άσκησε αναίρεση, η οποία με την υπ αριθμ 1526/2018 απόφαση του ο Άρειος Πάγος-σε Συμβούλιο-, την απέρριψε ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Με την υπ' αριθμ. 3825/2016 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα για το ότι: "Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα και δη: Α) Στην Αθήνα, σε χρόνο μη επακριβώς προσδιορισμένο, πάντως μέσα στο χρονικό διάστημα από 1η έως 20-7-2006 κατάρτισε πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του, βλάπτοντας τρίτον, περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, στη συνέχεια δε έκανε και χρήση αυτού του εγγράφου ενώ πρόκειται για δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ είχε στην κατοχή του την με αριθμό ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, αφού απάλειψε με ειδική τεχνική μέθοδο τα χειρόγραφα στοιχεία της αναπαρήγαγε αυτήν σε έγχρωμο φωτοαντίγραφο, διατηρώντας τα τυπωμένα στοιχεία αυτής ήτοι α) Το κατάστημα της πληρώτριας τράπεζας Τράπεζα Ελλάδος (Κατάστημα Κορυδαλλού 188), β) τον ... αριθμό της επιταγής, γ) το αναγραφόμενο υπ' αριθμ... λογαριασμό επί του οποίου εύρετο η επιταγή και δ) το όνομα και τα στοιχεία του φερομένου εκδότη Π. Δ... Κ. ΑΦΜ ..., ... 68, ... και συμπλήρωσε αυτή κατά τα χειρόγραφα στοιχεία θέτοντας στην θέση "τόπος" την Αθήνα β) στην θέση "ημερομηνία" την 20-7-2006 γ) στη θέση "ποσό" το ποσό των 58.000 ευρώ, δ) στη θέση του εκδότη κατ'απομίμηση την υπογραφή του Π. Δ... Κ. ζ) στη θέση "πληρώσατε με την επιταγή μου αυτή σε διαταγή" το όνομα του ιδίου (κατηγορουμένου), με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του τον προς τον η μεταβίβαση δικαιούχο της επιταγής αυτής και ήδη εγκαλούντα Ν. Σ. με την νόμιμη έκδοσή της από τον φερόμενο ως εκδότη και την αντίστοιχη κάλυψη του λογαριασμού επί του οποίου αυτή εσύρετο, εν συνεχεία δε έκανε χρήση της αυτής μεταβιβάζοντας δι' οπισθογραφήσεως και παραδίδοντας αυτήν στον ως "εγγύηση" ισόποσου χρέους του προς αυτόν και με την ειδικότερη επιταγή αυτή να εμφανιστεί προς πληρωμή σε περίπτωση μη αποπληρωμής των οκτώ (8) συναλλαγματικών ποσού 7.250 € εκάστη που παρέδωσε στον εγκαλούντα προς εξόφληση του ως άνω χρέους του και οι οποίες δεν πληρώθηκαν, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στη μη καταβολή του ως άνω οφειλόμενου χρηματικού ποσού με αντίστοιχη ζημία του παθητικού της περιουσίας του εγκαλούντος, το συνολικό δε όφελος και η συνολική ζημία από την τέλεση της πράξης αυτής υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, ανερχόμενο σε 58.000€, ενώ εξάλλου ο κατηγορούμενος επιχειρεί πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα αφού από τη διαμόρφωση σχετικής υποδομής προκύπτει πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης και σκοπός πορισμού εισοδήματος. Β) Στην Αθήνα, την 20-7-2006, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, το συνολικό δε περιουσιακό όφελος και, επίσης, η συνολική ζημία που έχει προξενηθεί από την τέλεση της πράξης αυτής υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, ενώ πρόκειται για πρόσωπο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον ανωτέρω εγκαλούντα ότι η ως άνω υπό στοιχ. 1) του κατηγορητηρίου περιγραφομένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 58.000 €, είχε νόμιμα εκδοθεί από τον φερόμενο ως εκδότη σε διαταγή του ιδίου (κατηγορουμένου) και άρα αυτός ήταν και νόμιμος κομιστής αυτής καθώς και ότι είναι καλυμμένη κατά τον χρόνο εμφάνισής της προς πληρωμή, ενώ τούτο γνώριζε ότι ήταν ψευδές καθόσον η επιταγή αυτή, ήταν πλαστογραφημένη από τον ίδιο και άρα ακάλυπτη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχ. Α του κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα να πεισθεί ο εγκαλών από τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του και δεχθεί κατόπιν οπισθογραφήσεως την επιταγή αυτή ως "εγγύηση" ισόποσου χρέους του προς αυτόν και με την ειδικότερη συμφωνία η επιταγή αυτή να εμφανιστεί προς πληρωμή σε περίπτωση μη αποπληρωμής των οκτώ (8) συναλλαγματικών ποσού 7.250 € εκάστη που παρέδωσε στον εγκαλούντα προς εξόφληση του ως άνω χρέους του και οι οποίες δεν πληρώθηκαν, με σκοπό να αποκτήσει παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στη μη καταβολή του ως άνω οφειλόμενου χρηματικού ποσού με αντίστοιχη και ισόποση ζημία του παθητικού της περιουσίας του εγκαλούντος, ο οποίος αν γνώριζε την αλήθεια, ασφαλώς δεν θα προέβαινε στην παραλαβή της επιταγής, το συνολικό δε όφελος και η συνολική ζημία από την τέλεση της πράξης αυτής υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, ανερχόμενο σε 58.000€ ενώ εξάλλου ο κατηγορούμενος επιχειρεί πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα αφού από τη διαμόρφωση σχετικής υποδομής προκύπτει πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης και σκοπός πορισμού εισοδήματος.". Ο αιτών, ως λόγο της διωκόμενης με την κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, προβάλλει ότι, μετά την καταδίκη του ανέκυψαν νέα στοιχεία που δεν ελήφθησαν υπόψη από τους δικαστές και τα οποία ανατρέπουν το καταδικαστικό για τον ίδιο πόρισμα της ως άνω αμετάκλητης αποφάσεως. Ειδικότερα δε υποστηρίζει ότι, "λόγω του ότι κηρύχθηκε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη η κατά της παραπάνω απόφασης ασκηθείσα εκπρόθεσμη έφεση, δεν κατέστη δυνατόν να καταθέσουν οι δυο μάρτυρες, Γ.. Σ. και Κ.. Κ., εκ των οποίων ο πρώτος είναι γιος του αποθανόντος μηνυτής και οι οποίοι θα ανέφεραν στο δικαστήριο ότι είχε βρεθεί συμβιβαστική λύση ανάμεσα στις δυο πλευρές, οπότε το γεγονός αυτό θα διαδραμάτιζε σημαίνοντα ρόλο στην μετέπειτα ποινική μου μεταχείριση από το δικαστήριο, έστω στην χειριστή περίπτωση αναγνώριση στο πρόσωπο μου ελαφρυντικής περιστάσεως, όπως λ.χ. της ειλικρινούς μεταμέλειας". Οι προαναφερθείσες καταθέσεις δεν αποτελούν τέτοια στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως και οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, δεν καθιστούν κατάδηλο και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας σε βάρος του αιτούντος (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνεται: Να απορριφθεί η από 8-11-2024 αίτηση του Π. Κ. του Ι., κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής, με την οποία ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 3825/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας σε βάρος του αιτούντος.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΗΤΡΟΥΛΙΑΣ"
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ [Ν. 4620/2019], όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 162 του Ν. 4855/2021, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης <<νέα γεγονότα ή αποδείξεις>> είναι εκείνες οι οποίες ασχέτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει μετά την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιασδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες από μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, απαιτείται να είναι άγνωστες στον καταδικασθέντα, διότι διαφορετικά, θα μπορούσε να τις είχε προσκομίσει, πρέπει δε να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου, με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τέλεσης ορισμένου εγκλήματος [ΑΠ 854/2024, ΑΠ603/2022]. Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες, που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ενώ δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως, και απορρίφθηκαν, ή δεν άσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Τέλος, δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας,, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά ένδικο βοήθημα του άρθρου 463 ΚΠΔ. Τα παραπάνω συμπορεύονται και με τη νέα διάταξη του άρθρου 462 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 137 του Ν. 4855/2021, κατά την οποία η επανάληψη διαδικασίας, δεν χαρακτηρίζεται πλέον έκτακτο ένδικο μέσο, αλλά και με τον σκοπό της, σύμφωνα με τον οποίο δεν συνάδει στη διαδικασία αυτή η αναγνώριση της δυνατότητας διενέργειας ενός αναλόγου των τακτικών ενδίκων μέσων ελέγχου της νομικής και ουσιαστικής ορθότητας της δικαστικής απόφασης [ΑΠ 954/2024, ΑΠ 603/2022, ΑΠ 243/2021]. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 3, 529 ΚΠΔ, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται, αρμόδιο δε να αποφασίσει επί της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας είναι το συμβούλιο εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, σε κάθε άλλη δε περίπτωση το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από την έρευνα των πρακτικών της δίκης, που προηγήθηκε και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία ή επισυνάπτονται στην αίτηση [ΑΠ 954/2024, ΑΠ 946/2020]. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 7-11-2024 αίτηση, που εγχειρίσθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8-11-2024, ο αιτών Π. Κ. του Ι., κάτοικος Χαϊδαρίου Αττικής, οδός ... και ήδη κρατούμενος στη Δικαστική Φυλακή Χαλκίδας, ζητεί, προς το συμφέρον του, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 3825/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα [10] ετών, για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα άνω των 15.000 ευρώ και της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' επάγγελμα άνω των 15.000 ευρώ [άρθρα 216 παρ.3 εδ. α, β και 586 παρ. 3 εδ. β' - α', 1 ΠΚ], πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν στην Αθήνα στις 20-7-2006. Στη συνέχεια, κατά της ως άνω απόφασης, ο αιτών είχε ασκήσει την υπ' αριθ. 266/3-3-2017 έφεση, την οποία το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε ως απαράδεκτη με την υπ' αριθ. 815/2018 απόφασή του, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αιτών άσκησε αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ' αριθ. 1528/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με αποτέλεσμα η πρώτη ως άνω απόφαση να καταστεί αμετάκλητη. Επομένως, παραδεκτά στρέφεται κατά της απόφασης αυτής ο αιτών με την υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου [ως Συμβουλίου], σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 528 παρ. 1 και 3, 529 ΚΠΔ, η οποία πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Με την ανωτέρω απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, δέχθηκε τα ακόλουθα: << Ο Ν.. Σ. που ήταν ασφαλιστής γνώρισε τον κατηγορούμενο από έναν κοινό γνωστό τους τον Σ.. Σ. που διατηρούσε ζαχαροπλαστείο σε μίσθιο ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου. Ο Σ. που είχε οικονομικές δυσκολίες προέβη στη μεταβίβαση της επιχείρησης ζαχαροπλαστείου και σε εξόφληση των οφειλών προς τον Σ. αλλά και στον κατηγορούμενο παραχώρησε στον τελευταίο το τίμημα της πώλησης του ζαχαροπλαστείου και ο κατηγορούμενος αναδέχθηκε το χρέος του Σ. προς τον Σ. ύψους 20.000 ευρώ. Σε εξόφληση της ως άνω οφειλής του Σ. του έδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές πελατείας του, αντί μετρητών συγχρόνως δε φρόντισε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Σ. με διάφορες μεθοδεύσεις όπως συνάπτοντας ασφαλιστικές συμβάσεις, στέλνοντάς του νέους πελάτες και παράλληλα τον διαβεβαίωνε ότι η επιχείρηση που διατηρούσε στον Ασπρόπυργο ήταν ανθούσα και ότι αυτός είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Στη συνέχεια προφασιζόμενος ταμειακή δυσχέρεια ζήτησε από τον Σ. να του αντικαταστήσει τις επιταγές που του είχε δώσει με άλλες ακάλυπτες επίσης ενώ παράλληλα προφασιζόμενος ταμειακή δυσχέρεια και έλλειψη ρευστότητας ζητούσε από τον Σ. διάφορα ποσά και έτσι έφτασε να του οφείλει 48.000 ευρώ. Για το χρέος αυτό του μεταβίβασε την 14-3-2006 3 τραπεζικές επιταγές της Ε.Τ.Ε., καθώς και την ... επιταγή της Ε.Τ.Ε. με ημερομηνία έκδοσης 30-12-2006 και φερόμενο εκδότη τον Π.. Κ. σε διαταγή του κατηγορουμένου ποσού 28.000 ευρώ. Τις τρεις αυτές επιταγές την 20-7-2006 ζήτησε και τις έλαβε πίσω και την ίδια ημερομηνία πήρε από τον εγκαλούντα δάνειο 15.000 ευρώ. Έτσι το χρέος ανήρχετο σε 58.000 ευρώ. Για το χρέος αυτό συνήψε με τον Σ. το από 20-7-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό σε εκτέλεση του οποίου παρέδωσε σ' αυτόν 8 ισόποσες συν/κές και την ... επιταγή της Ε.Τ.Ε. ποσού 58.000 ευρώ ως εγγύηση. Λόγω μη καταβολής του χρέους ο Σαΐτης μετέβη την 27-9-2006 στην πληρώτρια τράπεζα όπου κατόπιν σχετικού ελέγχου διαπιστώθηκε η πλαστότητα της επιταγής αυτής και ειδικότερα ότι επρόκειτο για φωτοαντίγραφο της προαναφερθείσας ... επιταγής της Ε.Τ.Ε. ποσού 28.000 ευρώ. Δηλαδή την επιταγή αυτή με ειδική τεχνική μέθοδο κατάφερε να πλαστογραφήσει απαλείφοντας τα χειρόγραφα στοιχεία της και δημιουργώντας μία πανομοιότυπη συμπλήρωσε αυτή προς το συμφέρον του. Προκύπτει συνεπώς σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης όπως αυτές αποδίδονται στο 2826/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών>>. Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αιτούντα του ότι: << Α] Στην Αθήνα, σε χρόνο μη επακριβώς προσδιορισμένο, πάντως μέσα στο χρονικό διάστημα από 1η έως 20-7-2006 κατάρτισε πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του, βλάπτοντας τρίτον, περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, στη συνέχεια δε έκανε και χρήση αυτού του εγγράφου ενώ πρόκειται για δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ είχε στην κατοχή του την με αριθμό ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, αφού απάλειψε με ειδική τεχνική μέθοδο τα χειρόγραφα στοιχεία της αναπαρήγαγε αυτήν σε έγχρωμο φωτοαντίγραφο, διατηρώντας τα τυπωμένα στοιχεία αυτής ήτοι: α] Το κατάστημα της πληρώτριας τράπεζας Τράπεζα Ελλάδος [Κατάστημα Κορυδαλλού 188], β] τον ... αριθμό της επιταγής, γ] το αναγραφόμενο υπ' αριθ... λογαριασμό επί του οποίου σύρετο η επιταγή και δ] το όνομα και τα στοιχεία του φερόμενου εκδότη Π. Δ... Κ. ΑΦΜ ..., ..., και συμπλήρωσε αυτή κατά τα χειρόγραφα στοιχεία θέτοντας στη θέση <<τόπος>> την Αθήνα β] στη θέση <<ημερομηνία>> την 20-7-2006 γ] στη θέση <<ποσό>> το ποσό των 58.000 ευρώ, δ] στη θέση του εκδότη κατ' απομίμηση την υπογραφή του Π. Δ... Κ. ζ] στη θέση <<πληρώσατε με την επιταγή μου αυτή σε διαταγή>> το όνομα του ιδίου [κατηγορουμένου], με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του τον προς ον η μεταβίβαση δικαιούχο της επιταγής αυτής και ήδη εγκαλούντα Ν. Σ. με τη νόμιμη έκδοσή της από τον φερόμενο ως εκδότη και την αντίστοιχη κάλυψη του λογαριασμού επί του οποίου αυτή εσύρετο, εν συνεχεία δε έκανε χρήση της επιταγής αυτής μεταβιβάζοντας δι' οπισθογραφήσεως και παραδίδοντας αυτήν στον εγκαλούντα, ως <<εγγύηση>> ισόποσου χρέους του προς αυτόν και με την ειδικότερη συμφωνία η επιταγή αυτή να εμφανιστεί προς πληρωμή σε περίπτωση μη αποπληρωμής των οκτώ [8] συναλλαγματικών ποσού 7.250 Ε εκάστη που παρέδωσε στον εγκαλούντα προς εξόφληση του ως άνω χρέους του και οι οποίες δεν πληρώθηκαν, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στη μη καταβολή του ως άνω οφειλόμενου χρηματικού ποσού με αντίστοιχη ζημία του παθητικού της περιουσίας του εγκαλούντος, το συνολικό δε όφελος και η συνολική ζημία από την τέλεση της πράξης αυτής υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ε, ανερχόμενο σε 58.000 Ε, ενώ εξάλλου ο κατηγορούμενος επιχειρεί πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα αφού από τη διαμόρφωση σχετικής υποδομής προκύπτει πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης και σκοπός πορισμού εισοδήματος. Β] Στην Αθήνα, την 30-7-2006, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, το συνολικό δε περιουσιακό όφελος και, επίσης, η συνολική ζημία που έχει προξενηθεί από την τέλεση της πράξης αυτής υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των15.000 Ε, ενώ πρόκειται για πρόσωπο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον ανωτέρω εγκαλούντα ότι η ως άνω υπό στοιχ. 1] του κατηγορητηρίου περιγραφομένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 58.000 Ε, είχε νόμιμα εκδοθεί από τον φερόμενο ως εκδότη σε διαταγή του ιδίου [κατηγορουμένου] και άρα αυτός ήταν και νόμιμος κομιστής αυτής καθώς και ότι είναι καλυμμένη κατά το χρόνο εμφάνισής της προς πληρωμή, ενώ τούτο γνώριζε ότι ήταν ψευδές καθόσον η επιταγή αυτή, ήταν πλαστογραφημένη από τον ίδιο και άρα ακάλυπτη, σύμφωνα με όσα ανωτέρω υπό στοιχ. Α του κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα να πεισθεί ο εγκαλών από τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του και δεχθεί κατόπιν οπισθογραφήσεως την επιταγή αυτή ως <<εγγύηση>> ισόποσου χρέους του προς αυτόν και με την ειδικότερη συμφωνία η επιταγή αυτή να εμφανιστεί προς πληρωμή σε περίπτωση μη αποπληρωμής των οκτώ [8] συναλλαγματικών ποσού 7.250 Ε εκάστη που παρέδωσε στον εγκαλούντα προς εξόφληση του ως άνω χρέους του και οι οποίες δεν πληρώθηκαν, με σκοπό να αποκτήσει παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στη μη καταβολή του ως άνω οφειλόμενου χρηματικού ποσού με αντίστοιχη και ισόποση ζημία του παθητικού της περιουσίας του εγκαλούντος, ο οποίος αν γνώριζε την αλήθεια, ασφαλώς δεν θα προέβαινε στην παραλαβή της επιταγής, το συνολικό δε όφελος και η συνολική ζημία από την τέλεση της πράξης αυτής υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ε, ενώ εξάλλου ο κατηγορούμενος επιχειρεί πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα αφού από τη διαμόρφωση σχετικής υποδομής προκύπτει πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης και σκοπός πορισμού εισοδήματος>>. Ήδη, ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την ανωτέρω αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση επικαλούμενος και προσκομίζοντας νέα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία, όπως υποστηρίζει, ανατρέπουν το καταδικαστικό για τον ίδιο πόρισμα της ως άνω αμετάκλητης απόφασης. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι <<λόγω του ότι κηρύχθηκε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη η κατά της ανωτέρω απόφασης ασκηθείσα εκπρόθεσμη έφεση, δεν κατέστη δυνατόν να καταθέσουν οι δύο μάρτυρές του Γ. Σ. και Κ. Κ., εκ των οποίων ο πρώτος είναι γιός του αποθανόντος μηνυτή και οι οποίοι θα ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι είχε βρεθεί συμβιβαστική λύση ανάμεσα στις δύο πλευρές, οπότε το γεγονός αυτό θα διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στην μετέπειτα ποινική του μεταχείριση από το δικαστήριο, έστω στην χείριστη περίπτωση αναγνώριση στο πρόσωπό μου ελαφρυντικής περιστάσεως, όπως λ.χ. της ειλικρινούς μεταμέλειας>>. Οι προαναφερθείσες καταθέσεις δεν αποτελούν νέα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα στοιχεία της υπόθεσης και οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο, δεν καθιστούν κατάδηλο και όχι απλώς φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε, ενώ η τυχόν αναγνώριση συνδρομής ελαφρυντικής περίστασης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου δεν συνιστά λόγο επανάληψης της ποινικής διαδικασίας.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η αίτηση και να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 Ν. 5090/2024], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2024 αίτηση του Π. Κ. του Ι., κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής, οδός ... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Χαλκίδας, για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 3825/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντο τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων [400] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2025. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ