Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 855 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 855/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Μητρουλιά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Δαλιάνη, για αναίρεση της αποφάσεως 502, 985/2024 του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την τράπεζα Eurobank ΑΕ, ως καθολική διάδοχο της "Eurobank Ergasias Χρηματοδοτικές Μισθώσεις Μονοπρόσωπη ΑΕ", νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ποσνακίδη.
Το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6-11-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 6-11-2024 αίτηση του Μ. Κ. του Β. για αναίρεση της υπ` αριθμό 502,985/2024 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 18-10-2024 και με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, ανασταλείσα για πέντε (5) έτη, υπό την επιμέλεια και επιτήρηση Επιμελητή Κοινωνικής Αρωγής για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης άνω των 120.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, έχει ασκηθεί, με κατάθεση του δικογράφου ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 6-11-2024, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Περιέχει δε ορισμένους και παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ` και Ε' ΚΠοινΔ. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α` του ισχύσαντος μέχρι 30- 6-2019 ΠΚ, "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, ως ξένο δε θεωρείται το πράγμα, το οποίο βρίσκεται σε ξένη, αναφορικά με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο, και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, τέτοιο δε θεωρείται και το χρηματικό ποσό, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου για ορισμένο σκοπό, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, ιδίως δε με κάποια έννομη σχέση, όπως εντολή, μίσθωση κ.λ.π., γ) παράνομη ιδιοποίηση από το δράστη του πράγματος, η οποία συντρέχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του βρισκόμενο στην κατοχή του ξένο κινητό πράγμα, εξουσιάζοντας και διαθέτοντας αυτό σαν να ήταν κύριος, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Έτσι, χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσης του στην περιουσία του. Με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν.2721/1999, στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 375 προστέθηκε εδάφιο β`, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Ακολούθως, το αρχικό ποσό των 73.000 ευρώ αναπροσαρμόστηκε σε 120.000 ευρώ (άρθρο 25 παρ. 1 του ν.4055/2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 εδ. α` του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση και χρηματική ποινή", κατά δε την παρ. 2 της ίδιας διάταξης, "Αν η αξία του αντικειμένου στην παρ.1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η νομοτυπική μορφή της κακουργηματικής υπεξαίρεσης ποσού άνω των 120.000 ευρώ, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει αλλάξει με το νέο ΠΚ, πλην όμως η διάταξη του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, διότι η νέα, πλην της απειλούμενης και από τις δύο διατάξεις ποινής κάθειρξης έως δέκα έτη, απειλεί σωρευτικά και χρηματική ποινή (ΑΠ 101/2023).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ" αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της υπεξαίρεσης κινητών πραγμάτων αξίας άνω των 120.000 ευρώ κατ` εξακολούθηση, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου, αφού δεν καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1, 2 ΠΚ το είδος της υπαιτιότητας, ο νόμος αρκείται σε κοινό (απλό) δόλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ` επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ, ΑΠ 3/2012). Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα.
Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 486/2020, ΑΠ 796/2019).
3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 502,985/2024 απόφαση, το A' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση των κατ`είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής: ''Η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία ''EUROBANK ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ'' και το διακριτικό τίτλο ''EFG EUROBANK ERGASIAS LEASING'' , που εδρεύει στην Αθήνα, δραστηριοποιείται στον τομέα της σύναψης συμβάσεων χρηματοδοτικών μισθώσεων κινητών και ακινήτων. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής συνήψε στις 11-10-2001 με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΗΕALTHCARE SOLUTIONS ΑΕ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο κατηγορούμενος, συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης και συγκεκριμένα την υπ'αριθμ. ... σύμβαση γενικών όρων σύναψης χρηματοδοτικών μισθώσεων, η οποία συνοδεύεται από την από 11-10-2001 συμφωνία ειδικών όρων και επαναπροσδιορίστηκε -όπως και ο κατηγορούμενος συνομολογεί με τους εγγράφως προσκομισθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του- διά της υπ'αριθμ. ... σύμβασης με τα συνοδεύοντα τις εν λόγω συμβάσεις παραρτήματα και τροποποιήσεις μέχρι το έτος 2007. Με βάση τις ως άνω συμβάσεις και τροποποιήσεις της ως άνω συμφωνίας ειδικών όρων σε συνδυασμό με τα παραρτήματα αυτής, τα οποία καταρτίστηκαν εγγράφως στην Αθήνα και αποτελούν όλα μαζί μία ενιαία σύμβαση, η εγκαλούσα εταιρία εκμίσθωσε στην εταιρία, που εκπροσωπούσε νόμιμα ο κατηγορούμενος τον αναλυτικά περιγραφόμενο στα σχετικά παραρτήματα κινητό εξοπλισμό, που αφορούσε ιατρικά μηχανήματα συνολικής αξίας 1.340.337,27 ευρώ πλέον ΦΠΑ, όπως τούτο προκύπτει από τα αναγραφόμενα ειδικότερα στο διατακτικό τιμολόγια. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τους προβληθέντες στο ακροατήριο αυτοτελείς ισχυρισμούς του, δεν αμφισβητεί το περιεχόμενο των ως άνω συμβάσεων - τροποποιήσεων αυτών και τη συνολική αξία του εκμισθωθέντος κινητού εξοπλισμού καθώς και την έκδοση των σχετικών τιμολογίων. Η επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης μαζί με τους ειδικούς όρους και όλα τα παραρτήματα καταχωρήθηκαν νόμιμα στα δημόσια βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η εγκαλούσα εταιρία αγόρασε το σύνολο των μισθωμένων κινητών πραγμάτων αντί συνολικού τιμήματος ίσου με το σύνολο της αξίας όλων των τιμολογίων πώλησης, προέβη δε η εγκαλούσα στην αγορά όλων των κινητών πραγμάτων καθ' υπόδειξη της εταιρίας του κατηγορουμένου, η οποία είχε επιλέξει τους προμηθευτές και τα μίσθια πράγματα (ιατρικό εξοπλισμό) και έχοντας προηγουμένως ελέγξει τα μίσθια. Με τον ίδιο συμβατικό όρο ορίστηκε ότι η εγκαλούσα εταιρία θα αποκτούσε την κυριότητα των μισθίων με την αγορά τους από τους προμηθευτές και τις προμηθεύτριες εταιρίες και μετά την παράδοση στην ίδια του τιμολογίου του προμηθευτή και του δελτίου αποστολής. Με το άρθρο 6 της σύμβασης ορίστηκε ότι ο μισθωτής σε περίπτωση που δεν εξόφλησε οποιοδήποτε ποσό του χρέους, καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας, κατά την οποία το ποσό του χρέους έγινε ληξιπρόθεσμο. Επίσης συμφωνήθηκε (γενικοί όροι χρηματοδοτικών μισθώσεων) ότι ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, πριν λήξει η συμφωνημένη διάρκεια της, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση καθυστέρησης της εξόφλησης οποιουδήποτε ποσού του χρέους από το μισθωτή για πάνω από τριάντα (30) ημέρες, στην περίπτωση δε της καταγγελίας ο εκμισθωτής δύναται να αφαιρέσει με δαπάνη του μισθωτή το μίσθιο οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Την πιο πάνω ενιαία σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης καθώς και όλα τα έγγραφα, που την αφορούν, υπέγραψε για λογαριασμό της μισθώτριας εταιρίας ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ο οποίος μάλιστα και παρέλαβε με την προαναφερόμενη ιδιότητα του τον εξοπλισμό, ενώ περαιτέρω εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα έναντι της εγκαλούσας και υπέρ της μισθώτριας ευθυνόμενος εις ολόκληρον και αλληλεγγύως με αυτή, την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων του, που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή. Όμως, αν και η μισθώτρια εταιρία παρέλαβε διά του κατηγορουμένου, ως νομίμου εκπροσώπου της, ανεπιφύλακτα όλο τον εξοπλισμό (ιατρικά μηχανήματα), που περιγράφεται αναλυτικά στα σχετικά παραρτήματα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εγκαλούσας, αρνείτο να της καταβάλει τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα της ενιαίας σύμβασης και των παραρτημάτων για το διάστημα από 29-8-2008 έως 28-2-2010, τα οποία ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 653.290,26 ευρώ περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, η δε εγκαλούσα προέβη ακολούθως με την από 23-3-2010 εξώδικη δήλωση της προς τον κατηγορούμενο, η οποία του επιδόθηκε νομίμως (ως εγγυητής) στις 24-3-2010, σε καταγγελία της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και των παραρτημάτων αυτής, ζητώντας την παράδοση του εξοπλισμού χωρίς όμως αυτός να τον παραδώσει, αν και όφειλε τούτο, αλλά αντίθετα, παρακράτησε τα αναφερόμενα στο διατακτικό κινητά πράγματα και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, συνεχίζοντας μάλιστα, εν αγνοία της εγκαλούσας εταιρίας να τα εκμισθώνει (ιατρικά μηχανήματα) σε διάφορα νοσοκομεία, αρνούμενος να τα παραδώσει, φροντίζοντας στη συνέχεια να τα εξαφανίσει απομακρύνοντας τα από όλες τις γνωστές διευθύνσεις της εταιρίας, που εκπροσωπούσε, όπως τούτο προκύπτει από την από 20-5-2011 σημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Κ. Η αξία δε των μισθίων αντικειμένων, που ιδιοποιήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος ανέρχεται στο ποσό του 1.340.337,27 ευρώ. Περαιτέρω η εγκαλούσα εταιρία στις 2-5-2006 στο πλαίσιο της δραστηριότητας της συνήψε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΗΕALTHCARE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ", που νόμιμα εκπροσωπείται από τον κατηγορούμενο, την υπ'αριθμ. ... σύμβαση γενικών όρων συνάψεως χρηματοδοτικών μισθώσεων, που συνοδεύεται από τις σχετικές συμφωνίες ειδικών όρων καθώς και τα παραρτήματα αυτής, στα οποία περιγράφεται αναλυτικά ο εξοπλισμός της αποκλειστικής της κυριότητας της εγκαλούσας εταιρίας, ο οποίος εκμισθώθηκε χρηματοδοτικά στην ως άνω εταιρία συνολικής αξίας 22.992,80 πλέον ΦΠΑ, όπως τούτο προκύπτει από τα αναγραφόμενα ειδικότερα στο διατακτικό τιμολόγια. Ο κατηγορούμενος εξάλλου, όπως προκύπτει από τους προβληθέντες στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτοτελείς ισχυρισμούς του, δεν αμφισβητεί γενικώς το περιεχόμενο των ως άνω συμβάσεων-τροποποιήσεων αυτών και τη συνολική αξία του εκμισθωθέντος κινητού εξοπλισμού καθώς και την έκδοση των σχετικών τιμολογίων. Επίσης συμφωνήθηκε ότι ο μισθωτής (κατηγορούμενος) σε περίπτωση που δεν εξοφλήσει οποιοδήποτε ποσό του χρέους, καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας, κατά την οποία το ποσό του χρέους γίνεται ληξιπρόθεσμο καθώς και ότι ο εκμισθωτής (εγκαλούσα) δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση, πριν λήξει η διάρκεια της και στην περίπτωση καθυστέρησης της εξόφλησης οποιουδήποτε ποσού του χρέους από το μισθωτή, για πάνω από 30 ημέρες, στην περίπτωση δε αυτή η εκμισθώτρια δύναται να αφαιρέσει με δαπάνη του μισθωτή το μίσθιο, οπουδήποτε και αν αυτό βρίσκεται. Όμως, αν και η μισθώτρια εταιρία παρέλαβε διά του κατηγορουμένου-νομίμου εκπροσώπου της όλο τον κινητό εξοπλισμό που περιγράφεται στα σχετικά παραρτήματα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εγκαλούσας, αρνείτο να της καταβάλει τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα της σύμβασης και των παραρτημάτων της για το διάστημα από 2-12-2008 έως 15- 12-2010, τα οποία ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 17.292,55 ευρώ περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, οπότε η εγκαλούσα προέβη ακολούθως με την από 16-3-2010 εξώδικη δήλωση της προς τον κατηγορούμενο, η οποία του επιδόθηκε νομίμως στις 22-3-2010, σε καταγγελία της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ζητώντας την παράδοση του εξοπλισμού, χωρίς όμως αυτός να τον παραδώσει, αν και όφειλε τούτο, αλλά αντίθετα έκτοτε (από 22-3-2010) παρακράτησε τα κινητά πράγματα και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, απομακρύνοντας τα από όλες τις γνωστές διευθύνσεις της εταιρίας, που εκπροσωπούσε. Η αξία δε των μισθίων αντικειμένων, που ιδιοποιήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος, ανέρχεται στο ποσό των 26.486,80 ευρώ και συνολικά στις 1.366.844,07 ευρώ (1.340.337,27 πλέον ΦΠΑ + 26.486,80 πλέον ΦΠΑ). Όπως ήδη προαναφέρθηκε, με τη σύμβαση (άρθρ. 22) ορίστηκε ότι αν η εγκαλούσα καταγγείλει τη χρηματοδοτική μίσθωση, θα δικαιούται να επανακτήσει την κατοχή των μισθίων και να εισέλθει για το σκοπό αυτό στις εγκαταστάσεις της μισθώτριας, όπου θα είναι εγκατεστημένο το μίσθιο. Παρά το γεγονός, όμως, ότι ο κατηγορούμενος, που εκπροσωπεί τη μισθώτρια, έλαβε στην κατοχή του τον μισθωμένο κινητό εξοπλισμό, δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα ληξιπρόθεσμα μισθώματα, αλλά κατέστη υπερήμερη ως προς την υποχρέωση της αυτή με αποτέλεσμα να καταγγείλει κατά τα προαναφερθέντα η εγκαλούσα την επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και τα παραρτήματα αυτής. Με την καταγγελία του συνόλου της σύμβασης, έπαυσε έκτοτε και του δικαίωμα του κατηγορουμένου να κατέχει και να χρησιμοποιεί το σύνολο των μισθωμένων πραγμάτων για λογαριασμό της εγκαλούσας ως αποκλειστικής κυρίας αυτών. Παρόλα αυτά ο ανωτέρω δεν παρέδωσε τον εξοπλισμό (ιατρικά μηχανήματα) στην εγκαλούσα, όπως όφειλε να πράξει, αλλά συνέχισε να τον κατέχει και να τον εκμισθώνει σε νοσοκομεία, αρνούμενος να αναφέρει στην εγκαλούσα τον τόπο, όπου καθένα από τα μηχανήματα βρίσκεται. Στη συνέχεια δε, έσπευσε να εξαφανίσει όλα τα μηχανήματα, που είχε μισθώσει, απομακρύνοντας τα από τα νοσοκομεία αλλά και από τις γνωστές διευθύνσεις της μισθώτριας εταιρίας, εξωτερικεύοντας έτσι τη βούληση του να εξουσιάζει όλα τα μισθωμένα πράγματα και να τα ενσωματώσει στην περιουσία του ως κύριος αυτών και, συνεπώς, κατέχει έκτοτε αυτά, χωρίς νόμιμη αιτία και τα έχει ιδιοποιηθεί παράνομα, αποστερώντας τα ουσιαστικά από την εγκαλούσα, είχε δε δόλια προαίρεση περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι αυτός είναι ξένος και η ιδιοκτησία αυτών παράνομη, η δε συνολική αξία του ως άνω εξοπλισμού ανερχόταν στο ποσό του 1.366.824,07 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αμφισβήτησε ούτε τη σύναψη των επίμαχων συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, που υπεγράφησαν μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας ούτε και τη μη καταβολή ληξιπροθέσμων μισθωμάτων προς την εγκαλούσα ούτε και την καταγγελία των συμβάσεων, αρνήθηκε, όμως, το γεγονός ότι υπήρξε στο πρόσωπο του πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης των κινητών πραγμάτων, μη στοιχειοθετούμενης της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για το οποίο κατηγορείται, ισχυρίστηκε δε ότι η εταιρία "ΗΕALTHCARE SOLUTIONS ΑΕ" , της οποίας τυγχάνει διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος, υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες και οικονομικά ισχυρές εταιρίες στο χώρο της εμπορίας ιατρικών μηχανημάτων και προϊόντων στην Ελλάδα, από το έτος όμως 2008 υποχρεώθηκαν να παύσουν σταδιακά τις δραστηριότητες της εταιρίας, απολύοντας το σύνολο σχεδόν του υπαλληλικού της προσωπικού τους, προκειμένου να ανταποκριθούν στις υπερήμερες οφειλές του Ελληνικού Δημοσίου, έναντι των τραπεζών και ιδίως έναντι της εγκαλούσας, στην οποία και εκχώρησε ανεξόφλητα τιμολόγια του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι , ενόψει της οικονομικής αδυναμίας της εταιρίας να εξοφλήσει το σύνολο της οφειλής της προς την εγκαλούσα, προσκάλεσε επανειλημμένα την εγκαλούσα να παραλάβει το σύνολο των μηχανημάτων που είχαν μισθώσει , πλην όμως η τελευταία δε συναίνεσε να τα παραλάβει. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι καθώς διαψεύδονται από τα προεκτεθέντα αναλυτικά αποδεικτικά στοιχεία και δη τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο του Δικαστηρίου των μαρτύρων Η. Τ. και Κ. Π., υπαλλήλων της εγκαλούσας εταιρίας EUROBANK LEASING, που συνήψε τις επίμαχες συμβάσεις με την εταιρία του κατηγορουμένου καθώς και της Κ. Ν., διευθύντριας και τομεάρχη της EUROBANK, υπεύθυνης του τομέα χρηματοδοτήσεων, οι οποίοι μετά λόγου γνώσεως περιέγραψαν αναλυτικά τις συνθήκες, υπό τις οποίες έγινε η καταγγελία της σύμβασης από την εγκαλούσα και για τη διαδικασία, που ακολούθησε αυτή προκειμένου να επιστρέψει ο κατηγορούμενο το μισθωμένο κινητό εξοπλισμό στην εγκαλούσα και για τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του αυτής λόγω της παράνομης ιδιοποίησης του. Οι ανωτέρω μάρτυρες ανέφεραν ειδικότερα ότι οι ως άνω συμβάσεις της εγκαλούσας με τη μισθώτρια εταιρία, που εκπροσωπούσε νόμιμα ο κατηγορούμενος, που αφορούσαν τον ως άνω εξοπλισμό κυριότητας της, λύθηκαν κατόπιν των ως άνω καταγγελιών και ότι ο κατηγορούμενος αντί να παραδώσει τον εξοπλισμό στην εγκαλούσα, τον απέκρυψε και τον πήρε στην κατοχή του εκδηλώνοντας τη θέληση του να τον εξουσιάζει και να τον ενσωματώσει στην περιουσία του, κατέχοντας τον έτσι αυτόν χωρίς νόμιμη αιτία.
Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η μισθώτρια εταιρία υπέδειξε στην εγκαλούσα τους τόπους εγκατάστασης των μισθωμένων πραγμάτων και ότι έχει αποδώσει σε αυτή μέρος αυτών δεν αποτελεί γεγονός, που αίρει τη δόλια προαίρεση του να ιδιοποιηθεί τον υπόλοιπο εξοπλισμό, ούτε και αίρει τη σχετική υποχρέωση του προς απόδοση αυτού, τον οποίο, μάλιστα σύμφωνα με ρητό συμβατικό όρο υποχρεούται να της τον αποδώσει με δικές της δαπάνες.
Εξάλλου για να είναι νόμιμη η απόδοση του μισθίου πρέπει ο μισθωτής να προσφέρει πραγματικά και προσηκόντως το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος να αρνείται να τον παραλάβει ή να παραλείπει την αναγκαία πράξη ή σύμπραξη για την παραλαβή του, γεγονότα που δε συνέτρεξαν εν προκειμένω. Επιπλέον η τυχόν είσπραξη από την εγκαλούσα οποιουδήποτε ποσού ασφαλιστικής αποζημίωσης, η οποία πάντως δεν αποδείχθηκε, δεν αίρει την υποχρέωση του κατηγορουμένου - ως εκπροσώπου της μισθώτριας - να αποδώσει τα επίδικα πράγματα στην εγκαλούσα ως κυρία αυτών, καθώς η τυχόν καταβολή του ασφαλίσματος θα μπορούσε να επηρεάσει μόνο την έκταση της τυχόν υποχρέωσης της μισθώτριας προς αποζημίωση και όχι την υποχρέωση της προς απόδοση των ασφαλισμένων πραγμάτων στον κύριο αυτών.
Συνεπώς και ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, που περιέχεται στους ισχυρισμούς, που προέβαλε εγγράφως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος. Με βάση όλα τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε πλήρως ότι ο κατηγορούμενος μετά τη λήξη ισχύος της επίδικης χρηματοδοτικής μίσθωσης και των παραρτημάτων αυτής λόγω της προηγηθείσας καταγγελίας της ενώ ήταν υποχρεωμένος να αποδώσει στην εγκαλούσα τον παραδοθέντα σε αυτόν κινητό εξοπλισμό, τον παρακράτησε και τον ιδιοποιήθηκε παράνομα ενσωματώνοντας τον έτσι παράνομα στην περιουσία του . Πρέπει , συνεπώς , αφού απορριφθούν ως αβάσιμοι όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του , να κηρυχθεί ένοχος της πράξης, που κατηγορείται....''. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης κατ` εξακολούθηση, κινητών πραγμάτων αξίας άνω των 120.000 ευρώ, δεχόμενο ότι στο πρόσωπο του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε` του ΠΚ, και καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, υπό την επιμέλεια και επιτήρηση αυτού από Επιμελητή Κοινωνικής Αρωγής, με το ακόλουθο διατακτικό:
''Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο για το ότι: Στην Αθήνα στον παρακάτω αναφερόμενο χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσε έγκλημα που προβλέπεται από το νόμο και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα: Στην Αθήνα και κατά το χρονικό διάστημα από 22-3-2010 έως 24-3-2010 και με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "ΗΕALTHCARE SOLUTIONS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ", ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με τον παρακάτω τρόπο και ανήκουν σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που ιδρύθηκε από Τράπεζα, εδρεύουσα στην ημεδαπή με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ. Ειδικότερα: Α) Στις 11-10-2001 σύναψε με την εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." την υπ' αριθ. ... σύμβαση γενικών όρων συνάψεως χρηματοδοτικών μισθώσεων, η οποία συνοδεύεται από την υπ' αριθ. 01124-01/11-10-2001 Συμφωνία Ειδικών Όρων, τις υπό ημερομηνία 17-09-2002, 18-03-2004, 26-06-2006, 20-06-2007 και 31 -03-2008 Τροποποιήσεις της ως άνω Συμφωνίας Ειδικών Όρων (Α, Β, Γ, Δ και Ε Τροποποίηση αντίστοιχα), καθώς και, μεταξύ των άλλων, τα παραρτήματα υπ' αριθ. ...-2004 (διάρκεια παραρτήματος ...-2004 έως ...-2009), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-05-2009), ...-2004 (διάρκεια παραρτήματος 28-07-2004 έως 27-07-2009), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίηση του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-07-2009), ...-2004 διάρκεια παραρτήματος 16-09-2004 έως 15-09-2009), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-09-2009) ...-2004 (διάρκεια παραρτήματος 02-11-2004 έως 01-11-2009), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-11-2009), ...-2004 (διάρκεια παραρτήματος 14-12-2004 έως 13-12-2009), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-12-2009), ...-2004 (διάρκεια παραρτήματος 30-12-2004 έως 29-12-2009), ...-2005 (διάρκεια παραρτήματος 20-05-2005 έως 19-05-2010), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-05-2010), ...-2005 (διάρκεια παραρτήματος 08-09-2005 έως 07-09-2008), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-09-2008), ...-2006 (διάρκεια παραρτήματος 01-02-2006 έως 31-01-2009), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 27-02-2009), ...-2006 (διάρκεια παραρτήματος 28-03-2006 έως 27-03-2009), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-03-2009), ...-2006 (διάρκεια παραρτήματος 25-04-2006 έως 24-04-2009), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-04-2009), ...-2006 (διάρκεια παραρτήματος 29-05-2006 έως 28-05-2009), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-05-2009), ...-2006 (διάρκεια παραρτήματος 14-06-2006 έως 13-06-2009), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-06-2009), ...-2006 (διάρκεια παραρτήματος 26-06-2006 έως 25-06-2011), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-06-2011), ...-2006 (διάρκεια παραρτήματος 04-09-2006 έως 03-09-2009), την υπό ημερομηνία 27-04-2007 Α' Τροποποίησή του (με την οποία η λήξη του παραρτήματος ορίσθηκε στις 29-09-2009), ...-2007 (διάρκεια παραρτήματος 10-07-2007 έως 09-07-2010) και ...-2007 (διάρκεια παραρτήματος 31-12-2007 έως 30-12-2012), με την οποία του εκμισθώθηκε από την εγκαλούσα ο κάτωθι αναλυτικά περιγραφόμενος εξοπλισμός, συνολικής καθαρής αξίας 1.340.337,276 πλέον ΦΠΑ, όπως τούτο προκύπτει από τα αναφερόμενα ειδικότερα κατωτέρω τιμολόγια, ήτοι: (ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΝΩΤΈΡΩ ΤΙΜΟΛΟΓΙΩΝ ΑΝΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, ΜΕ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΕΚΑΣΤΟ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ) και συνολικά , προστιθεμένων των ως άνω τιμολογίων, εξοπλισμό καθαρής αξίας (16.695ευρώ + 576.000 ευρώ + 70.079,14 ευρώ+ 11.591,55 ευρώ+ 11.463,46 ευρώ + 49.608,27ευρώ + 300.000ευρώ + 27.708,61 ευρώ + 26.502,10 ευρώ+ 30.634,54 ευρώ + 42.156,60 ευρώ + 3.408 ευρώ + 19.660 ευρώ + 457.718,90 ευρώ + 8.490 ευρώ + 6.000 ευρώ + 160.000 ευρώ) 1.340.337,27 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Καθ' όλη τη διάρκεια της ως άνω ενιαίας σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης συμφωνήθηκε να καταβληθούν εξήντα (60) συνολικά μηνιαία μισθώματα, το ύψος των οποίων ορίζεται στη σύμβαση, αυτός, όμως, δεν εκπλήρωσες τις συμβατικές υποχρεώσεις του, με συνέπεια να οφείλει στην εγκαλούσα εταιρεία ληξιπρόθεσμα μισθώματα από 29-8-2008 έως 28-2-2010, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 653.290,26 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ, η δε εγκαλούσα προέβη ακολούθως, με την από 23/03/2010 εξώδικη δήλωση της προς αυτόν, η οποία του επιδόθηκε νομίμως στις 24-3-2010, με την υπ' αριθμ. ...-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Κ., σε καταγγελία της συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης και των, εν ισχύ, παραρτημάτων αυτής, ζητώντας την παράδοση του ανωτέρω εξοπλισμού, χωρίς αυτός, ως νόμιμος εκπρόσωπος της μισθώτριας εταιρείας, να τον παραδώσει, ήτοι έκτοτε (24-3-2010), παρακράτησε τα ανωτέρω κινητά πράγματα και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, η δε αξία των μίσθιων αντικειμένων που ιδιοποιήθηκε. παράνομα ανέρχεται στο ποσό των 1.340.337,276, ευρώ. Β) Στις 2-5-2006, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΗΕALTHCARE SOLUTIONS NORTH ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ", συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία "ΕFG EUROBANK ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕFG EUROBANK ERGASIAS LEASING ΑΕ", την υπ'αριθ. ...-2006 Σύμβαση Γενικών Όρων Συνάψεως Χρηματοδοτικών Μισθώσεων, η οποία συνοδεύεται από τις υπ'αριθ. ...-2006 και ...-2006 Συμφωνίες Ειδικών Όρων, καθώς και τα παραρτήματα υπ'αριθ. ...-2006 (διάρκεια παραρτήματος 02-06-2006 έως 01-06-2011), ...-2006 (διάρκεια παραρτήματος 12-06-2006 έως 11-06-2011), ...-2007 (το οποίο έχει περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο, όπως προκύπτει από τα υπ'αριθ. ...-2007 και ...-2007 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π. και του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Σ.-Σ. αντίστοιχα, με διάρκεια παραρτήματος 15-02-2007 έως 14-02-2012) και 08368-11-0002/15-03-2007 (διάρκεια παραρτήματος 15-03-2007 έως 14-03-2012), δυνάμει της οποίας του εκμισθώθηκε από την εγκαλούσα ο κάτωθι αναλυτικά περιγραφόμενος εξοπλισμός, συνολικής αξίας 22.992,80 ευρώ πλέον ΦΠΑ, όπως τούτο προκύπτει από τα αναφερόμενα ειδικότερα κατωτέρω τιμολόγια, ήτοι: (ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΝΩΤΈΡΩ ΤΙΜΟΛΟΓΙΩΝ ΑΝΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, ΜΕ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΕΚΑΣΤΟ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ). Καθ' όλη τη διάρκεια της ως άνω ενιαίας σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης συμφωνήθηκε να καταβληθούν εξήντα (60) συνολικά μηνιαία μισθώματα, το ύψος των οποίων ορίζεται στη σύμβαση, αυτός όμως, ως νόμιμος εκπρόσωπος της μισθώτριας εταιρείας, δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις του, με συνέπεια να οφείλει στην εγκαλούσα εταιρεία ληξιπρόθεσμα μισθώματα από 02-12-2008 έως 15-2-2010, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 17.292,55 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ, η δε εγκαλούσα προέβη ακολούθως, με την από 16/03/2010 εξώδικη δήλωσή της προς την μισθώτρια εταιρεία, η οποία επιδόθηκε νομίμως στις 22-3-2010, με την υπ' αριθμ. ...-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Ι. Π., σε καταγγελία της συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης, ζητώντας την παράδοση του ανωτέρω εξοπλισμού. Εν συνεχεία και ένεκα της αρνήσεως της μισθώτριας εταιρείας να παραδώσει τον ανωτέρω εξοπλισμό, αξίας 26.486,80 ευρώ, η εγκαλούσα πέτυχε την έκδοση της με αριθμό 72/2011 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νομής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την οποία επέδωσε σε αυτόν την 11-2-2011, ως νόμιμο εκπρόσωπο της μισθώτριας εταιρείας, χωρίς αυτός να τον παραδώσει, ήτοι έκτοτε (22-03-2010) παρακράτησε τα ανωτέρω κινητά πράγματα και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, η δε αξία των μίσθιων αντικειμένων που ιδιοποιήθηκε παράνομα ανέρχεται στο ποσό των 26.486,80 ευρώ και συνολικά (1.340.337,27€ πλέον ΦΠΑ + 26.486,80 πλέον ΦΠΑ =) 1.366,844,07 ευρώ''. Με τις προαναφερόμενες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η εν λόγω απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, με την έννοια που αναπτύχθηκε ανωτέρω, για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και ειδικότερα η αιτιολογία αυτή είναι ελλιπής και αντιφατική και η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης καθόσον: α) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει την αξία των φερόμενων ως υπεξαιρεθέντων κινητών πραγμάτων (ιατρικός εξοπλισμός) κατά το χρόνο καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, που είναι εν προκειμένω ο κρίσιμος χρόνος τέλεσης του αδικήματος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και β) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η μισθώτρια εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, έχει αποδώσει μέρος του φερόμενου ως υπεξαιρεθέντος ιατρικού εξοπλισμού στην εγκαλούσα, υποδεικνύοντας τους τόπους εγκατάστασης αυτών, στους οποίους, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η εγκαλούσα μπορούσε να εισέλθει για να ''επανακτήσει'' την κατοχή των μισθίων, με βάση σχετικό όρο των επίμαχων συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης (άρθρο 22), δεν προσδιορίζει ποια αντικείμενα έχουν αποδοθεί ή μπορούσαν να αποδοθούν και ποια η αξία αυτών και περαιτέρω ποια η αξία του υπολοίπου φερομένου ως υπεξαιρεθέντος εξοπλισμού. Αντιθέτως στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η μισθώτρια εταιρία ιδιοποιήθηκε το σύνολο του επίδικου εξοπλισμού, την αξία του οποίου προσδιορίζει στο ποσό των 1.366.844,07 ευρώ, που αντιστοιχεί στην τιμή αγοράς αυτών σε προγενέστερο χρόνο (2004 - 2007) από την τέλεση του αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων (23/24-3-2010). Τα ως άνω λογικά κενά και αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν την ταυτότητα και τη συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων κινητών πραγμάτων, καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ, καθόσον επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου για την βαρύτητα της πράξης (πλημμεληματική ή κακουργηματική), το χρόνο παραγραφής της και περαιτέρω την επιμέτρηση της ποινής.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία, ενόψει της παραδοχής του ανωτέρω λόγου αναίρεσης και της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που είχαν δικάσει την υπόθεση (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Αναιρεί τη με αριθμ. 502,985/2024 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
-Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που την δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ