ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 862/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 862/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 862/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 862 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 862/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Εμμανουηλίδη και Στέλιο Παναγιωτάκη, για αναίρεση της απόφασης 108/2024 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αρ. πρωτ....2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...25.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθ.πρωτ....2025 αίτηση του Α. Δ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 108/2024 απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για την αξιόποινη πράξης της αντιποίησης δικηγορικής ιδιότητας κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 175 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ), με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' του ΠΚ και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα (με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε την 3-2-2025 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και εμπρόθεσμα (δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 15-1-2025 - άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474 2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α' του ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας [άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Δ' του ΚΠΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω προβαλλόμενων με αυτή λόγων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 νέου Ποινικού Κώδικα, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 ν.ΠΚ),"Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ' ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ' ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 543/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 175 παρ.1 και 2 του προϊσχύσαντος (έως 30-6-2019) ΠΚ, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης (Αύγουστο του 2017 έως και Απρίλιο του έτους 2018) του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων "1. Όποιος με πρόθεση αντιποιείται την άσκηση κάποιας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. 2. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για την αντιποίηση της άσκησης δικηγορίας, καθώς επίσης και για την αντιποίηση άσκησης υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ή άλλης θρησκείας γνωστής στην Ελλάδα". Κατά δε την ταυτάριθμη διάταξη του νέου ΠΚ (Ν.4619/2019), "1. Όποιος με πρόθεση αντιποιείται την άσκηση κάποιας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. 2. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για την αντιποίηση άσκησης υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ή άλλης θρησκείας γνωστής στην Ελλάδα, καθώς και για την αντιποίηση της άσκησης δικηγορίας. 3. Η αντιποίηση δικαστικής ή δικηγορικής ιδιότητας σε σχέση με ένδικη υπόθεση τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή." Από τη σύγκριση των πιο διατάξεων του προϊσχύσαντος ΠΚ με αυτές των παρ.1 και 2 του ν.ΠΚ προκύπτει ότι δεν υπάρχουν διαφορές ως προς την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος (της βασικής μορφής). Στο άρθρο 175 προσετέθη ως άνω με τον νέο Π.Κ. από 1/7/2019 η παρ.3 σύμφωνα με την οποία η αντιποίηση δικαστικής ή δικηγορικής ιδιότητας σε σχέση με συγκεκριμένη υπόθεση, τιμωρείται αυστηρότερα ως διακεκριμένη περίπτωση αντιποίησης (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. ΠΚ Ν.4619/2019).
Εν προκειμένω, ως προς την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, εφαρμοστέα είναι η προϊσχύσασα διάταξη, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης, ενώ, ως προς την ποινή, για τη βασική μορφή του αδικήματος, εφαρμοστέα ως ευμενέστερη είναι η διάταξη του ν.ΠΚ, με την οποία τιμωρείται το αδίκημα με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, αντί της προϊσχύσασας που προέβλεπε φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή. Περαιτέρω, ως δικηγορική υπηρεσία νοούνται εκείνες οι δραστηριότητες, οι οποίες μόνο από δικηγόρο μπορούν να πραγματοποιηθούν. Έτσι, αντιποίηση δικηγορίας συνιστά η άσκηση καθηκόντων δικηγόρου, η ίδρυση και λειτουργία δικηγορικού γραφείου από πρόσωπο που δεν είναι δικηγόρος, με σκοπό τη διεκπεραίωση δικαστικών και εξωδίκων υποθέσεων, όπως και η επίκληση ή η οιαδήποτε χρήση του τίτλου ή της ιδιότητας του δικηγόρου από πρόσωπο που δεν κατέχει τέτοιο τίτλο και δεν έχει την ιδιότητα αυτή (ΑΠ 237/2024, ΑΠ 649/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) "Όποιος, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, εμφανίζεται με αυτήν και διενεργεί πράξεις που ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του δικηγορικού λειτουργήματος ή υπόσχεται τη διενέργεια τέτοιων πράξεων, ακόμα και εάν διορίζει για αυτό δικηγόρο της εκλογής τους, τιμωρείται κατά το άρθρο 175 του Ποινικού Κώδικα, όπως εκάστοτε ισχύει, εκτός αν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 36 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικ. με το άρθρο 56 του Ν.4745/2020, "1. Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι η αντιπροσώπευση και η υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και αρχή. Στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνεται η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης, στο πλαίσιο νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας, για την επίτευξη δε της λύσης αυτής, ο δικηγόρος επικοινωνεί και με τον οφειλέτη του εντολέα ή τον δικηγόρο αυτού στο μέτρο των εκάστοτε αναγκών και πάντα σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Επαγγέλματος. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή δια δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο." Ενώ, κατά το άρθρο 16 του ίδιου ως άνω νόμου (Κωδ. Δικηγόρων) "1. Ο ασκούμενος δικηγόρος έχει τη δυνατότητα να παρίσταται στα Πταισματοδικεία, στις προανακριτικές αρχές, στα Ειρηνοδικεία κατά τη συζήτηση υποθέσεων μικροδιαφορών, στη λήψη ένορκων βεβαιώσεων, καθώς και ενώπιον οποιασδήποτε διοικητικής αρχής. 2. Ο ασκούμενος δικηγόρος μπορεί να συμπαρίσταται και να συνυπογράφει τις προτάσεις, σημειώματα και υπομνήματα με τον δικηγόρο, στον οποίο ασκείται, σε όλα τα δικαστήρια του πρώτου και δεύτερου βαθμού". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η, κατά τα άνω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ.ΑΠ 2/2005). Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του (ΑΠ 533/2020, ΑΠ 252/2017). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 132/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 25/2020). Ωστόσο, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 482/2023). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε` του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 129/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθ. 108/2024 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου) ότι, αναφορικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη, για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι δικηγόρος, είχε εγγραφεί ως ασκούμενος δικηγόρος στο μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου …, στις …2017 και παρέμεινε ασκούμενος έως τις …2018, ημερομηνία κατά την οποία έδωσε εξετάσεις για την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος δικηγόρου, ακολούθως δε, διορίστηκε δικηγόρος, δυνάμει της υπ' αριθ. ...2019 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ορκίστηκε ως δικηγόρος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου …, στις …2019 και την ίδια ημέρα εγγράφηκε στο μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου …, με αύξ. αρ. μητρώου .... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο του έτους 2017 έως και τον Απρίλιο του έτους 2018, παρά το γεγονός ότι δεν είχε αποκτήσει ακόμη τη δικηγορική ιδιότητα, αλλά ήταν ασκούμενος δικηγόρος, εμφανιζόταν στους τρίτους ως δικηγόρος, διατηρώντας μάλιστα γραφείο, στη …, επί της οδού ..., με ανηρτημένη πινακίδα που ανέγραφε "Δικηγόρος". Με την ιδιότητα αυτή, του δικηγόρου, τον συνέστησε στον μηνυτή, Η. Α., ένας κοινός γνωστός τους και ο τελευταίος τον επισκέφθηκε στο ανωτέρω γραφείο, τον Αύγουστο του έτους 2017, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στην αντιδικία που είχε με τη θυγατέρα του, Α. Α., σχετικά με την υποχρέωση διατροφής της. Στο ανωτέρω γραφείο, με ανηρτημένη την ως άνω πινακίδα, ο κατηγορούμενος δέχθηκε τον μηνυτή και ανέλαβε τη νομική εκπροσώπησή του, προς αντίκρουση της με αριθμό κατάθεσης ...2017 αγωγής της ανωτέρω θυγατέρας του, που είχε ασκηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, σε βάρος του τελευταίου, η συζήτηση της οποίας είχε προσδιοριστεί για τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, αλλά και τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού, σχετικά με την ανωτέρω υπόθεση. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ανέλαβε την εκπροσώπηση του μηνυτή προς αντίκρουση της παραπάνω αγωγής ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο δε που είχε οριστεί, ενημέρωσε τον τελευταίο ότι η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 8 Ιανουαρίου του 2018, ενώ στη συνέχεια τον έπεισε ότι είναι προς το συμφέρον του, κατά τη μετά από αναβολή δικάσιμο, να υποβάλει εκ νέου αίτημα αναβολής στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του μηνυτή, απέφευγε να τον ενημερώσει για την ημερομηνία αναβολής υπόθεσης, του δήλωσε δε ότι θα επιτύχει συμβιβασμό με τη δικηγόρο της αντιδίκου, συντάσσοντας σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό. Ο μηνυτής, όμως, θορυβημένος από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, μετέβη ο ίδιος στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Λάρισας, όπου πληροφορήθηκε ότι η ανωτέρω αγωγή της θυγατέρας του είχε συζητηθεί ερήμην του ιδίου. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα, ως ασκούμενος δικηγόρος, να διενεργήσει τις ανωτέρω πράξεις, αφού τόσο η εκπροσώπηση του μηνυτή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, προς αντίκρουση της ανωτέρω αγωγής, όσο και η σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού με την αντίδικη πλευρά, είναι πράξεις που επιτρέπονται μόνο σε εν ενεργεία δικηγόρο, ιδιότητα την οποία ο κατηγορούμενος, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, δεν είχε αποκτήσει. Τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτουν με σαφήνεια από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, δεν αναιρούνται δε, από την κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, του μάρτυρα υπεράσπισης, Ι. Κ., δικηγόρου Αθηνών, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, καθόσον ο τελευταίος δεν είχε προσωπική αντίληψη για τα ανωτέρω γεγονότα, αλλά κατέθεσε γενικά για τον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος, στο πλαίσιο των σχέσεων δικηγόρου-εντολέα, λαμβάνοντας ως δεδομένο (όπως και ο συντάξας το από 1-7-2020 πόρισμα της προκαταρκτικής εξέτασης, στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας) ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε στον μηνυτή ότι δεν είναι δικηγόρος, γεγονός, όμως, το οποίο δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε γραφείο μόνος του, με ανηρτημένη πινακίδα που ανέγραφε "Δικηγόρος" και υποδεχόταν, με αυτή την ιδιότητα, τρίτους σε αυτό και ειδικότερα, τον ως άνω μηνυτή, του οποίου ανέλαβε τη διεκπεραίωση συγκεκριμένης υπόθεσης και την εκτέλεση όλων των απαιτουμένων για το σκοπό αυτό ενεργειών. 'Αλλωστε, ο μηνυτής δεν είχε λόγο να αναθέσει στον κατηγορούμενο την εντολή εκπροσώπησής του, αν γνώριζε ότι αυτός δεν είχε αποκτήσει τη δικηγορική ιδιότητα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ο μηνυτής είχε αυξημένες απαιτήσεις από τους δικηγόρους στους οποίους απευθυνόταν, γι' αυτό και είχε ήδη, στο παρελθόν, διακόψει τη συνεργασία του με δύο δικηγόρους, στους οποίους είχε αναθέσει την εκπροσώπησή του, στο πλαίσιο της αντιδικίας με την ανωτέρω θυγατέρα του. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την αξιόποινη πράξη της αντιποίησης της δικηγορικής ιδιότητας κατ' εξακολούθηση, να αναγνωριστεί δε (βλ. άρθρο 470 ΚΠΔ) ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' του Π.Κ., της αξιόποινης πράξης της αντιποίησης δικηγορικής ιδιότητας κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την οποία ανάστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ως άνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στη Λάρισα, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αντιποιήθηκε τη δικηγορική ιδιότητα σε σχέση με ένδικη υπόθεση και συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο του 2017 έως και τον Απρίλιο του έτους 2018, μολονότι ήταν ασκούμενος δικηγόρος του Δ.Σ…., κατά το χρονικό διάστημα από ….2017 έως …2018 παρουσιάστηκε ως δικηγόρος στον εγκαλούντα Η. Α., διατηρούσε γραφείο με πινακίδα "Δικηγόρος", επί της οδού ... στη Λάρισα και ανέλαβε τη νομική εκπροσώπηση του εγκαλούντος σε σχέση με την υπό στοιχείο Α αναφερόμενη αγωγή σε βάρος του τελευταίου αλλά και τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού με τη δικηγόρο της αντιδίκου του εγκαλούντος, πράξεις τις οποίες δεν είχε δικαίωμα να διενεργήσει μη έχοντας την δικηγορική ιδιότητα, την οποία αντιποιήθηκε." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλο-συμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αντιποίησης δικηγορικής ιδιότητας κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 175 του προϊσχύσαντος ΠΚ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ως προς την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Ακόμη, το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα διαλαμβάνονται ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης του αδικήματος της αντιποίησης δικηγορικής ιδιότητας κατ' εξακολούθηση, αφού αναφέρεται η άσκηση καθηκόντων δικηγόρου εκ μέρους του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου με σκοπό τη διεκπεραίωση δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων του εγκαλούντος καθ' ο χρόνο αυτός (αναιρεσείων) δεν ακόμη αποκτήσει τέτοια ιδιότητα. Πλέον συγκεκριμένα εκτίθενται: α) ότι κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος δεν είχε αποκτήσει ακόμη τη δικηγορική ιδιότητα, αλλά ήταν ασκούμενος δικηγόρος, εμφανιζόταν στους τρίτους ως δικηγόρος, διατηρώντας μάλιστα γραφείο, με αναρτημένη πινακίδα που ανέγραφε "Δικηγόρος", β) ότι με την ιδιότητα αυτή, του δικηγόρου, παρουσιάσθηκε στον μηνυτή, όταν ο τελευταίος, κατά το ως άνω χρόνο τον επισκέφθηκε στο ανωτέρω γραφείο, και ανέλαβε τη νομική εκπροσώπησή του, προς αντίκρουση σχετικής αγωγής της θυγατέρας αυτού, με αίτημα τη διατροφή της, σε βάρος του εγκαλούντος, που είχε ασκηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, καθώς και τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού με τη δικηγόρο της αντιδίκου του εγκαλούντος, γ) ότι τις πράξεις αυτές ο αναιρεσείων δεν είχε δικαίωμα να διενεργήσει, καθόσον ως ασκούμενος δεν είχε δικαίωμα να εκπροσωπήσει τον εγκαλούντα ενώπιον δικαστηρίου, που αποτελεί αποκλειστικό έργο δικηγόρου, τη δε σύνταξη του ιδιωτικού συμφωνητικού την ανέλαβε ως δικηγόρος, αντιποιούμενος τη δικηγορική ιδιότητα και δ) ότι ο μηνυτής δεν είχε λόγο να αναθέσει στον κατηγορούμενο την εντολή εκπροσώπησής του, αν γνώριζε ότι αυτός δεν είχε αποκτήσει τη δικηγορική ιδιότητα, καθόσον ο μηνυτής είχε αυξημένες απαιτήσεις από τους δικηγόρους στους οποίους απευθυνόταν, γι' αυτό και είχε ήδη, στο παρελθόν, διακόψει τη συνεργασία του με δύο δικηγόρους, στους οποίους είχε αναθέσει την εκπροσώπησή του, στο πλαίσιο της αντιδικίας με την ανωτέρω θυγατέρα του. Όσα δε ειδικότερα αιτιάται ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής του, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του, τους οποίους κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ότι ουδέποτε ανέλαβε την υπόθεση του εγκαλούντος, ουδέποτε εισέπραξε από αυτόν οιαδήποτε αμοιβή και ουδέποτε παρείχε σ' αυτόν οιαδήποτε υπηρεσία, οι ισχυρισμού αυτοί δεν είναι αυτοτελείς, αλλά συνιστούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους αλλά απάντησε στους ισχυρισμούς αυτούς , με την περί ενοχής του αναιρεσείοντος αιτιολογία του. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο δεν ερεύνησε την αξιοπιστία της κατάθεσης του εγκαλούντος, για τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι πάσχει από ψυχική νόσο, από το προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένης και της κατάθεσης του εγκαλούντος, και δεν είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη, χωριστά, τί προέκυψε από αυτήν. Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 Ε', κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων αιτιάται την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 175 του ΠΚ (ως προς την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος) και των άρθρων 9, 12 και 36 του Κώδικα Δικηγόρων καθώς και δεύτερος λόγος, από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο αιτιάται την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δεν εφάρμοσε, όπως ασφαλώς όφειλε, τον επιεικέστερο νόμο κατά την επιμέτρηση της εις βάρος του αναιρεσείοντος επιβληθείσης ποινής, δηλαδή, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, τη διάταξη του άρθρου 175 παρ.1 του ν.ΠΚ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τον έλεγχο της βασιμότητας του από το άρθρο 510 παρ.1 Ε' αναιρετικού λόγου (ως προς την επιβληθείσα ποινή), προκύπτει ότι το δικαστήριο για το προαναφερθέν θέμα διέλαβε τα εξής: "Η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα ...175 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, εννοώντας την ως άνω διάταξη όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019 και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών. Όμως, στις 2-7-2024, οπότε δικάσθηκε η εν λόγω υπόθεση, ίσχυε η ως άνω διάταξη όπως είχε τροποποιηθεί με τον Ν. 4619/2019, που όμως είναι ευμενέστερη, ως προς την ποινή, για τον κατηγορούμενο, αφού όπως αναφέρθηκε στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, αντί της ποινής φυλάκισης μέχρι ενός (1) έτους ή χρηματική, που προέβλεπε η ισχύουσα μέχρι 30-6-2019 σχετική ποινική διάταξη, από τη διάταξη που άρχισε να ισχύει από 1-7-2019, προβλέπεται χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Επομένως, έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση με την, κατά τα ως άνω, εφαρμογή της δυσμενέστερης, ως προς την προβλεπόμενη ποινή, αντί της ευμενέστερης διάταξης, για την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα) αξιόποινη πράξη και ο προαναφερθείς από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, αναιρετικός λόγος, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ως προς την ποινή) είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της, αυτό δηλαδή που αφορά την επιβληθείσα στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το σχετικό αυτό μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο υπό τριμελή πλέον σύνθεση (άρθρο 111 παρ.8 του ΚΠΔ ως τροποποιήθηκε με το άρθρο 75 του Ν.5090/2024 και άρθρο 114 παρ.2 του Ν.5134/2024), του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρo 519 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 108/2024 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος της που αφορά την επιβολή ποινής φυλάκισης στον αναιρεσείοντα, για την εκ μέρους του τέλεση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το προαναφερθέν μέρος της προς εκδίκαση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, υπό τριμελή πλέον σύνθεση, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή