ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 866/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 866/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 866/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 866 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 866/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ και Π. Γκουδή-Νινέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Κ. του Ι., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Τρίπολης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κουρτέση, για αναίρεση της υπ'αριθ. 50,51,75,76,77/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην με αρ. πρωτ. 1153/10.2.2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση με αριθμό πρωτ. 1153/10-2-2025 αίτηση του Χ. Κ. του Ι., ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 50,51,75,76,77/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, το οποίο δίκασε ως Δικαστήριο της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 397/2024 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ.22/2023 απόφαση του αυτού ως άνω Δικαστηρίου. Η αναίρεση έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση της εχούσης ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και εμπρόθεσμα αφού η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 23-1-2025 και η κρινομένη αίτηση ασκήθηκε στις 10-2-2025, περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Α', Δ', Ε' και Θ' του ΚΠΔ, ήτοι της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την υπέρβαση εξουσίας. Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ (ΠΔ 283/1985), περί βιασμού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του ν. 3500/2006, και ίσχυε μέχρι 30-6-2019, " Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτείται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, σε συνουσία ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξης, ή σε ανοχή της που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του, υποβάλλεται σε συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξης ή σε ανοχή της και β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου ή αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία, που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς τη θέλησή του, σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή να ανεχθεί ασελγή πράξη. Κατά το άρθρο 336 παρ. 1 και 2 του ισχύσαντος ΠΚ από 1.7.2019 έως 18.11.2019 "1. Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη. 2. Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις". Κατά το άρθρο 336 παρ. 1 και 2, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του νόμου 4637/2019 "τροποποιήσεις Ποινικού Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και συναφείς διατάξεις" ισχύοντος από 18.11.2019, "1. Όποιος µε σωµατική βία ή µε απειλή σοβαρού και άµεσου κινδύνου ζωής ή σωµατικής ακεραιότητας εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης τιµωρείται µε κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας µε αυτήν πράξεις". Από την αμέσως ανωτέρω διάταξη του άρθρου 336 παρ.1,2 του ισχύοντος ΠΚ προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια συνουσία ή ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέληση του υποβάλλεται σε συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, δηλαδή πράξης που προσβάλλει το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας και μέσω αυτής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του θύματος, πράξεις οι οποίες κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ χαρακτηρίζονταν ως "ασελγείς", (βλ. Αιτιολογική Έκθεση του νόμου 4619/2019 δέκατο ένατο κεφάλαιο), β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας ή με σωματική βία, η οποία συνίσταται σε φυσική δύναμη που δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέληση του ή να επιχειρήσει γενετήσια πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Η απειλή (ψυχική βία) είναι εκείνη που ενέχει απειλή ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος, ο δε κίνδυνος πρέπει να είναι "άμεσος" και "σοβαρός", δηλαδή το επαπειλούμενο κακό να μπορεί να επέλθει σε σύντομο χρονικό διάστημα και να ενέχει σοβαρότητα και βαρύτητα ικανή να οδηγήσει τον εξαναγκαζόμενο να υποστεί συνουσία ή να ανεχθεί ή να επιχειρήσει άλλη γενετήσια πράξη, προς δε, μπορεί να αφορά την ζωή ή την υγεία ή την περιουσία του παθόντος ή των οικείων του. Απειλή βίας συνιστά και αυτή που μπορεί να εμποιήσει στον απειλούμενο φόβο περί επικειμένου κινδύνου κατ' αυτού, έστω και αν αντικειμενικά και υπό άλλες συνθήκες η απειλή αυτή κρίνεται ως αστήρικτη ή ακόμη και μη δυναμένη να δημιουργήσει τις καταστάσεις που ο απειλούμενος υπέλαβε κατά τον χρόνο της απειλής, αρκεί ο απειλούμενος, κατά τον χρόνο που υφίσταται την απειλή, να πιστέψει ότι η απειλή αυτή είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί. Περαιτέρω, για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ' ανάγκην το θύμα να αντιστάθηκε ενεργά, αλλά αρκεί ότι η συνουσία ή γενετήσια πράξη τελείται παρά την αντίθετη βούλησή του, που εξωτερικεύθηκε και έγινε εμφανής στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, και ότι αυτός ασκεί σωματική βία που εξουδετέρωσε τη βούληση του θύματος να αντισταθεί. Έτσι, υπάρχει βιασμός και όταν το θύμα, λόγω του αιφνιδιασμού ή του φόβου των συνεπειών προβολής αντίστασης ή των ασθενών σωματικών του δυνάμεων ή άλλων περιστάσεων, θεώρησε εύλογα ανέφικτη ή μάταιη την αντίσταση και δεν αντιστάθηκε καθόλου στη σωματική βία του δράστη. Κατά μείζονα λόγο δεν απαιτείται η σωματική βία και αντίστοιχα η αντίσταση σ' αυτήν να είναι διαρκής, δηλαδή μέχρι την αποπεράτωση της πράξης. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη, όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάσει άλλον σε συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση γενετήσιας πράξης και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στη συνουσία ή σε γενετήσια πράξη. Από τη σύγκριση των πιο πάνω διατάξεων, προκύπτει ότι ευμενέστερες διατάξεις είναι αυτές του ισχύοντος από 01.07.2019 ποινικού κώδικα, στην αρχική όσον και στην μετά την τροποποίησή του δια του άρθρου 12 του νόμου 4637/2019 μορφή, όσον αφορά τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, καθόσον, στις ισχύουσες πλέον από 01.07.2019 διατάξεις, πέραν της εξειδίκευσης σε σημαντικό βαθμό του περιεχομένου της απειλής με ρητή αναφορά στον προσδιορισμό των αγαθών που πρόκειται να πληγούν, οπότε για την τέλεση του εγκλήματος είναι αναγκαία η απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα, αντί για την αναφορά στην ασελγή πράξη γίνεται πλέον λόγος για επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, η οποία έχει την έννοια της συνουσίας και άλλων πράξεων με την ίδια βαρύτητα από πλευράς προσβολής του εννόμου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας, και δεν περιλαμβάνονται ασελγείς πράξεις ήσσονος βαρύτητας, οι οποίες προσβάλλουν την γενετήσια αξιοπρέπεια, όπως χειρονομίες ή θωπείες ή ψαύσεις του σώματος που δεν εξικνούνται όμως σε γενετήσια πράξη. Ως προς δε την προβλεπόμενη ποινή ευμενέστερη είναι η διάταξη του άρθ. 336 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτή ίσχυσε από την 01.07.2019 έως τις 18.11.2019, καθόσον οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αφού με αυτήν προβλέπεται πλαίσιο ποινής κάθειρξης χωρίς ελάχιστο όριο, δηλ. από πέντε (5) έτη έως δέκα πέντε (15) έτη (άρθρ. 52 παρ. 2 του νέου ΠΚ πριν την τροποποίησή του με αρθρ. 6 και 138 παρ. 1 Ν. 5090/2024), ενώ η μεν προηγούμενη διάταξη, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, προέβλεπε κάθειρξη από πέντε (5) έως είκοσι (20) έτη, η δε μετά την τροποποίηση δια του άρθρου 12 του νόμου 4637/2019 και νυν ισχύουσα, κάθειρξη από δέκα (10) έως δέκα πέντε (15) έτη. (ΑΠ 1337/2022, ΑΠ 441/2020, 1949/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, περί αποπλάνησης παιδιών, που ίσχυε μέχρι 30.06.2019, "Όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά, με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α , ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα και μέχρι τα δεκαπέντε έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ.1 του ισχύοντος από 01.07.2019 νέου Ποινικού Κώδικα (ν.4619/2019) "Όποιος ενεργεί γενετήσια πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών ή το παραπλανά, με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α , ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη έως δέκα έτη και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Η διάταξη αυτή του άρθ. 339 παρ. 1 του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), τροποποιήθηκε με το άρθ. 74 Ν. 4855/2021 (ΦΕΚ. Α'215/12.11.2021), ως προς την προβλεπόμενη ποινή, και ορίστηκε ότι α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα 12 έτη, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα 12 έτη με κάθειρξη. Είναι προφανές ότι ευμενέστερη, ως προς την απειλούμενη ποινή, είναι η διάταξη του άρθ. 339 παρ. 1 περ. α' του ισχύσαντος από 01.07.2019 ΠΚ (Ν. 4619/2019), πριν την τροποποίησή του με το άρθ. 74 Ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α' 215/12.11.2021) (ΑΠ 1337/2022, ΑΠ 887/2020), αφού, καθόσον αφορά την περ. α' κατά την οποία ο παθών δεν είχε συμπληρώσει τα 12 έτη, ο δράστης τιμωρείτο με κάθειρξη (ήτοι από πέντε {5} έως δέκα πέντε {15} έτη), ενώ κατά την ταυτάριθμη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ, όπως και κατά την ταυτόσημη διάταξη, μετά την άνω τροποποίηση με το άρθρο 74 του Ν.4855/2021, τιμωρείται πλέον με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών (έως 15 έτη). (ήτοι από δέκα {10} έως δέκα πέντε {15} έτη). Από τις διατάξεις αυτές, που έχουν ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται τέλεση γενετήσιας πράξης, δηλαδή ασελγούς πράξης, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη, με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, ο δε δράστης στη συγκεκριμένη περίπτωση να γνωρίζει ότι το πρόσωπο, προς το οποίο κατευθύνεται η πράξη του, έχει ηλικία κατώτερη των δεκαπέντε ετών, αρκεί, όμως, ως προς το σημείο αυτό και ο ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχουν σημασία (Ολ. ΑΠ 3/2018). Μεταξύ του βιασμού και της γενετήσιας πράξης με ανηλίκους ή ενώπιον τους, υπάρχει αληθής κατ' ιδέαν συρροή, διότι μεταξύ των εγκλημάτων αυτών δεν υφίσταται ταυτότητα των προσβαλλόμενων αγαθών, τα οποία συγκροτούνται από διαφορετικά στοιχεία το καθένα και κανένα δεν απορροφάται από το άλλο, αφού κανένα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο τέλεσης του άλλου και στο μεν έγκλημα του βιασμού προσβάλλεται το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας, ενώ στο έγκλημα της διενέργειας γενετήσιας πράξης με ανηλίκους ή ενώπιον τους προσβάλλεται η αγνότητα της παιδικής ηλικίας από γενετήσιες προσβολές (ΑΠ 317/2021, ΑΠ 1949/2019). Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει και στα δύο εδώ εξεταζόμενα εγκλήματα του βιασμού και της γενετήσιας πράξης με ανήλικο, για τη στοιχειοθέτηση των οποίων, ο νόμος αρκείται σε απλό ή και ενδεχόμενο δόλο. Για την ύπαρξη της κατά τα ανωτέρω απαιτούμενης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 50,51,75,76,77/2024 απόφασής του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: " Ο κατηγορούμενος, Χ. Κ. του Ι., γεννηθείς το έτος ..., τέλεσε γάμο το έτος ... με τη Μ. Κ., από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα, καθόσον ο ίδιος το έτος 2006 διαγνώστηκε με καρκίνο κολικής καμπής, για τον οποίο χειρουργήθηκε και στη συνέχεια το έτος 2013 υποβλήθηκε εκ νέου σε χημειοθεραπείες εξαιτίας μετάστασης της νόσου στο δεξιό λοβό του ήπατος (βλ. το από ....2023 ιατρικό σημείωμα του χειρούργου ιατρού Α. Μ.). Η μόνιμη κατοικία τους ήταν επί της οδού ... στην περιοχή ... και ίδιος εργαζόταν ως υπάλληλος στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο στο Ρίο Αχαΐας. Το έτος 2013, κατά τις επισκέψεις του στη γενέτειρά του, στο ..., γνωρίστηκε με την οικογένεια της ανήλικης τότε Π. Κ., γεννηθείσα στις ..., η οποία (οικογένεια) ανήκει στη φυλή "..." και αποτελούνταν από τα πέντε αδέλφια της, τη μητέρα της Γ. Ζ. και τον πατριό της Ι. Μ., διέμεναν δε όλοι μαζί σε μισθωμένη οικία στην ... Κατά τις επισκέψεις του στην οικία τους συζητούσε με τη μητέρα της ανήλικης το ενδεχόμενο να βαφτίσει ένα από τα δύο αβάπτιστα μέχρι τότε παιδιά της οικογένειας και ζητούσε επίμονα από αυτήν να παίρνει και έπαιρνε την ανήλικη Π., η οποία διήνυε κατά τον παραπάνω χρόνο το δέκατο έτος της ηλικίας της, προκειμένου να πάνε βόλτα με το αυτοκίνητό του για να αγοράσουν παιχνίδια και τρόφιμα για την ίδια και τα αδέλφια της, η ανήλικη δε τον ακολουθούσε με την έγκριση της μητέρα της προφανώς συναισθανόμενη και ότι ο κατηγορούμενος αποτελούσε πρόσωπο εμπιστοσύνης. Μετά την πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος και δη κατά τον μήνα Απρίλιο του 2013 ο κατηγορούμενος άρχισε να εκδηλώνει τις ερωτικές του διαθέσεις προς την ανήλικη και συγκεκριμένα προφασιζόμενος ότι, δήθεν, ήθελε να πάνε βόλτα για τον προαναφερόμενο σκοπό, έπαιρνε την ανήλικη, την ηλικία της οποίας καλώς εγνώριζε, άλλωστε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, από τα χαρακτηριστικά του προσώπου και του σώματός της ήταν ευχερώς αντιληπτή η παιδική εμφάνισή της, την οδηγούσε σε ερημική τοποθεσία στην περιοχή "...", περίπου 3 χιλιόμετρα μακριά από την οικία της, καθώς και σε απομακρυσμένες άγνωστες περιοχές στο ... και με την απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου για τη σωματική ακεραιότητα της μητέρας της και συγκεκριμένα ότι "αν μιλήσει θα σκοτώσει τη μητέρα της", ενεργούσε, παρά τη θέλησή της, γενετήσιες πράξεις επ' αυτής, που όλες κατέτειναν στην ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και ειδικότερα τραβούσε το κάθισμα του αυτοκινήτου πίσω, ασφάλιζε αυτό, την έπαιρνε αγκαλιά και προσέτριβε το γεννητικό του όργανο στο σώμα της, θωπεύοντας παράλληλα το στήθος της και τα γεννητικά της όργανα, εκσπερματώντας στη συνέχεια πάνω της. Μία φορά που πήγαν βόλτα, άρχισε να τη θωπεύει εντός του σχήματός του, στη συνέχεια την έβαλε να γονατίσει στο πεζούλι παραθύρου μιας ερειπωμένης οικίας, όπου, αφού την προσέγγισε από την πίσω πλευρά του σώματός της, εισήγαγε το σε στύση πέος του στον κόλπο της και διακορεύοντας την ήλθε σε εξώγαμη κατά φύση συνουσία μαζί της, ικανοποιώντας με τον τρόπο αυτό τη γενετήσια ορμή και επιθυμία του. Έτσι εκμεταλλευόμενος την ανηλικότητά της και την έντονη ψυχική πίεση που δεχόταν από την ανωτέρω απειλή, η οποία εκλαμβανόταν από την ανήλικη παθούσα ως σπουδαία και άμεση λόγω της κυριαρχίας που ασκούσε πάνω της και της πολύ μικρής ηλικίας της, αλλά και τη φιλική σχέση με την οικογένειά της και τη σχέση εμπιστοσύνης, ο κατηγορούμενος έκαμπτε τις αντιστάσεις της και την έπειθε να ανέχεται τις παραπάνω γενετήσιες πράξεις σε βάρος της. Τα παραπάνω περιστατικά η παθούσα δεν τα εκμυστηρεύτηκε εξ αρχής στη μητέρα της, φοβούμενη προφανώς τις αντιδράσεις της και ότι ο κατηγορούμενος ενδεχομένως θα υλοποιήσει τις απειλές του, οι πράξεις δε αυτές προκαλούσαν σ' αυτήν, η οποία διήνυε την προεφηβική ηλικία και είχε συναίσθηση του ανάρμοστου των πράξεων αυτών, φόβο και έντονη ταραχή, έβλεπε στα όνειρά της εφιάλτες και έκλαιγε, έχοντας υποστεί σοβαρό ψυχικό τραύμα κατά την ευαίσθητη παιδική της ηλικία και δη στην ηλικία των δέκα ετών. Η συμπεριφορά της αυτή υπέπεσε στην αντίληψη της μητέρας της και μετά από επίμονες ερωτήσεις της τελευταίας, η οποία και την προέτρεπε να της μιλήσει και να της αποκαλύψει τι ακριβώς συνέβαινε, η ανήλικη κατάφερε να ξεπεράσει τις αναστολές και τους φόβους της και αποκάλυψε τα επανειλημμένα περιστατικά της σεξουαλικής κακοποίησής της εκ μέρους του κατηγορουμένου στη μητέρα της, η οποία δεν είχε αντιληφθεί τίποτα και δεν μπορούσε να υποψιασθεί ή διανοηθεί ο,τιδήποτε άλλο. Αμέσως μόλις πληροφορήθηκε η μητέρα της ανήλικης όσα διαδραματίστηκαν σε βάρος της, προσήλθε, συνοδευόμενη από τον σύντροφό της Ι. Μ., στο Αστυνομικό Τμήμα Ευπαλίου Φωκίδας, όπου ανέφερε τα συμβάντα, όμως για ανεξήγητους λόγους, που πιθανόν έχουν να κάνουν με τον φόβο διαπόμπευσης της ανήλικης στην κλειστή κοινωνία του χωριού που διέμεναν, τούτα δεν καταγράφηκαν στο βιβλίο αδικημάτων/συμβάντων, αλλά μετά από συστάσεις των αστυνομικών οργάνων συμφωνήθηκε να σταματήσει κάθε συναναστροφή της οικογένειας της ανήλικης με τον κατηγορούμενο, όπως και πράγματι έγινε. Επίσης, η μητέρα της επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είχαν σταματήσει τις επαφές τους, και ζήτησε σε έντονο ύφος εξηγήσεις από αυτόν, ο οποίος αρνήθηκε τις σε βάρος του κατηγορίες. Αποδείχθηκε ακολούθως ότι, σε ηλικία ... ετών η ανήλικη Π. Κ., ευρισκόμενη υπό την επήρεια συνεχών συναισθηματικών μεταπτώσεων, βρήκε καταφύγιο στην Εκκλησία μιλώντας στους πνευματικούς της για την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη, χωρίς να κατονομάσει το πρόσωπο του δράστη, κάποιος δε απ' αυτούς, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι εκείνος που την κακοποίησε ήταν ο προπονητής ποδοσφαίρου Β. Α., προέβη ανωνύμως στην από 05.01.2018 καταγγελία σε βάρος του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης από το Αστυνομικό Τμήμα Ναυπάκτου, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, από το άνω Α.Τ. διορίστηκε, ως ο νόμος ορίζει (άρθρο 226 Α του ΚΠοινΔ), για την εξέταση της τότε ανήλικης ο παιδοψυχολόγος της εταιρείας ψυχικής υγείας "...", Β. Σ., προκειμένου αυτός αφενός να προετοιμάσει, να παρευρίσκεται και να συμπράττει κατά την εξέταση της ανήλικης, αφετέρου να διατυπώσει τις διαπιστώσεις του σε γραπτή έκθεση σχετικά με την ψυχική υγεία και την κατάστασή της. Έτσι παρουσία του εξετάστηκε η τότε ανήλικη στις 16.01.2018 και στις 20.01.2018, η οποία περιέγραψε και επιβεβαίωσε όλα όσα είχε προηγουμένως καταγγείλει η μητέρα της. Στην από 24.01.2018 ψυχολογική έκθεση, που συνέταξε ο ως άνω ψυχολόγος, σκιαγραφείται η ανήλικη ως άτομο με οριακή νοημοσύνη, ήτοι ότι παρουσιάζει δυσκολίες στην επαγωγική σκέψη, στην αναλυτική στην αφηρημένη και στην συμπερασματική. Αναφέρεται δε σ' αυτήν ότι η έφηβη έχει δυσκολίες στην αντίληψη της πραγματικότητας, μειωμένη ικανότητα να αντιλαμβάνεται αποτελεσματικά τις ματαιώσεις και τις συναισθηματικές καταστάσεις. Δυσκολεύεται να δώσει σαφείς πληροφορίες για τα γεγονότα είχε δυσκολία στην περιγραφή των γεγονότων, άλλαζε θεματική ενότητα στις απαντήσεις της και δεν έκανε χρήση χρονικών ακολουθιών. Στην ερώτηση αν είχε κάποια σεξουαλική επαφή, ενώ αρχικά αρνήθηκε μετά ανέφερε ότι ένα πρόσωπο της οικογένειας την είχε κακοποιήσει σεξουαλικά σε ηλικία δέκα ετών, αναφερόμενη με λεπτομέρειες στα σχετικά περιστατικά. Στη συνέχεια η ανήλικη την 01.02.2018 εξετάστηκε από τον παιδοψυχολόγο/νευροψυχολόγο Ι. Κ., που διορίστηκε πραγματογνώμονας μετά από αίτημα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, ο οποίος συνέταξε την από 10.4.2018 ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη, στην οποία γίνεται μνεία ότι η έφηβη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την πήγαινε σε ένα σπιτάκι και άλλοτε εκεί και άλλοτε μέσα στο αμάξι σε ένα έρημο μέρος ερχόταν σε σωματική επαφή μαζί της. Δεν θυμάται αν έγινε διείσδυση ή αν είχε απλά αίμα στο εσώρουχό της. Περιγράφεται δε η ανήλικη στην παραπάνω πραγματογνωμοσύνη ως παιδί εύστροφο, με υψηλή λεξιλογική επάρκεια με πολύ ψηλό βαθμό ευφυΐας, κοινωνικής αντίληψης και συναισθηματικής νοημοσύνης. Στο κείμενο της ως άνω πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται επίσης ότι η ανήλικη δίνει την εντύπωση ότι οι περιγραφόμενες παρενοχλήσεις μπορεί να μην αναφέρονται κάθε φορά στο ίδιο πρόσωπο, καθώς οι περιγραφές της παρουσιάζουν αντιφάσεις, κενό συντακτικής ροής και αδιευκρίνιστα στοιχεία σε επίμαχα σημεία κορύφωσης της διήγησης. Σε όλες τις συνεδρίες που πραγματοποιήθηκαν για τη σύνταξη της δεύτερης έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, η ανήλικη Π. Κ. ανέφερε σεξουαλική κακοποίηση σε ηλικία δέκα ετών υποδεικνύοντας και κατονομάζοντας μόνο τον κατηγορούμενο ως δράστη αυτής. Η έκθεση αυτή πραγματογνωμοσύνης κρίνεται πειστικότερη από την άνω ψυχολογική έκθεση αναφορικά με το αναπτυξιακό στάδιο και το νοητικό επίπεδο της ανήλικης, ενόψει του ότι διενεργήθηκε από πραγματογνώμονα που φέρει διπλή ιδιότητα, ήτοι παιδοψυχολόγου και νευροψυχολόγου, ο οποίος για τον καθορισμό των νοητικών λειτουργιών της ανήλικης υπέβαλε αυτή στα απαραίτητα ειδικά νευρολογικά τεστ, η εικόνα δε που αποδίδεται με αυτήν για το πρόσωπό της αναφορικά με τις γνωστικές της δεξιότητες και το νοητικό της επίπεδο, συνάδει και με όσα κατατέθηκαν από την ίδια και την μητέρα της, ότι ήταν μαθήτρια δημοτικού σχολείου με καλές σχολικές επιδόσεις, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το ότι μέχρι σήμερα έχει λάβει πτυχίο νοσηλευτικής και κομμωτικής, ενώ είχε εισαχθεί και στο Τμήμα Διοίκησης Καθηκόντων και Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πατρών, που όμως λόγω τροχαίου ατυχήματος και οικονομικών δυσχερειών δεν ολοκλήρωσε, εργαζόμενη και στον τομέα τουρισμού στην Κέρκυρα. Τα οποιαδήποτε δε κενά ή αντιφάσεις που εμφανίζονται στην εξέτασή της, σχετίζονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, με το γεγονός ότι, όταν συνέβησαν τα προπεριγραφόμενα τραυματικά περιστατικά, όταν ήταν ηλικίας μόλις δέκα ετών και ότι τα γεγονότα αυτά που είχε βιώσει, διαδραμόντος του μακρού χρονικού διαστήματος από την τέλεσή τους εξασθένησαν στη μνήμη της, ενώ αντικατοπτρίζουν και τη συναισθηματική πίεση που βίωνε επί μεγάλο χρονικό διάστημα.

Εξάλλου, η ανωτέρω ψυχολογική έκθεση του ψυχολόγου Β. Σ. δεν ενισχύεται από κανένα άλλο βάσιμο και αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, με αποτέλεσμα να μην παρέχει επαρκή δεδομένα για στήριξη εδραίας δικανικής πεποιθήσεως περί οριακής νοημοσύνης της παθούσας και όσων άλλων σχετικά με αυτήν αναφέρει. Ούτε πιστοποιείται αρμοδίως (ιατρικές γνωματεύσεις, ιατρικά πιστοποιητικά κλπ) ότι η παθούσα δεν είχε σαφή συνείδηση του πραγματικού κόσμου και ότι δεν μπορούσε να διακρίνει την έννοια και τη σπουδαιότητα της γενετήσιας προσβολής. Το αναφερόμενο εξάλλου στην παραπάνω ψυχολογική έκθεση γεγονός ότι η έφηβη επιχειρεί να αποκρύψει γεγονότα αναφορικά με την σεξουαλική της ζωή, δεν αναιρεί την κακοποίησή της από τον κατηγορούμενο σε ηλικία δέκα ετών, για την οποία καταθέτει με σαφήνεια και πειστικότητα τόσο η ανήλικη όσο και η μητέρα της στο ακροατήριο του δικαστηρίου, οι οποίες σε συνδυασμό με το από 16.01.2020 έγγραφο του Αστυνομικού Υποδιευθυντή του Α.Τ. Ευπαλίου Χ. Κ., σύμφωνα με το οποίο το έτος 2013 υπήρξε καταγγελία για τα περιστατικά από μέρους της μητέρας της παθούσας "ότι έχει πειράξει" την ανήλικη κόρη της ο ιδιώτης Χ. Κ., για το οποίο έγγραφο ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε καμία ενέργεια προσβολής της γνησιότητάς του. Η παθούσα, ηλικίας κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης είκοσι ενός ετών περίπου, κατέθεσε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου για όλα τα παραπάνω περιστατικά, το γεγονός δε ότι δεν μπορούσε να ανακαλέσει στη μνήμη της ακριβείς χρονολογίες ή λεπτομέρειες των τελεσθέντων περιστατικών ουδόλως αναιρεί την αξιοπιστία της, ενόψει του διαδραμόντος μακρού χρονικού διαστήματος από την τέλεση των συμβάντων αλλά και της έντονης συναισθηματικής της φόρτισης κατά την περιγραφή των παραπάνω, ιδιαίτερα τραυματικών, για τον ψυχισμό της, περιστατικών.

Έτι περαιτέρω, όλα τα ανωτέρω κατατέθηκαν και από τη μητέρα της παθούσας Γ. Ζ., η οποία ανέφερε τα περιστατικά που της αποκάλυψε και εξιστόρησε η κόρη της και την κακή ψυχολογική κατάστασή της (ανήλικης), εξαιτίας των αξιόποινων πράξεων που τελέσθηκαν σε βάρος της. Οι παραπάνω καταθέσεις δεν αναιρούνται, ούτε δύνανται να ανατραπούν από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι δεν έχουν ιδίαν αντίληψη και προσωπική γνώση για τα επίμαχα γεγονότα, δεν διατηρούν κάποια σχέση με την παθούσα, ούτε έχουν μιλήσει μαζί της, και δεν είναι δυνατόν να εισφέρουν γι' αυτά με τις καταθέσεις τους, ενώ επιπροσθέτως η πρώτη από αυτούς, ως σύζυγος, ανήκει στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του κατηγορουμένου, οι δε λοιποί περιορίστηκαν οι καταθέσεις τους στην εν γένει προσωπικότητα του κατηγορουμένου, ότι είναι καλός άνθρωπος κι ότι ασχολείται με τα κοινά υποβάλλοντας κατά τις εκλογές υποψηφιότητα Προέδρου στο χωριό του εντύπωση που δεν αποκλείεται να σχημάτισαν οι ως άνω μάρτυρες, απ' όσο συναναστρέφονταν τον κατηγορούμενο, όμως ασφαλώς οι καταθέσεις αυτές δεν αποκλείουν το ότι έλαβαν χώρα τα συμβάντα, όπως τα περιγράφουν η παθούσα και η μητέρα της. Την παραπάνω κρίση του δικαστηρίου, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης των άνω επανειλημμένων περιστατικών της σεξουαλικής κακοποίησης της τότε ανήλικης, ενισχύεται και από το γεγονός ότι αυτός, αν και επισκεπτόταν συχνά την οικογένεια της ανήλικης, ζητούσε επίμονα να παίρνει και έπαιρνε μόνο την ίδια για βόλτα, παρά τις προτροπές της μητέρας, που τον εμπιστευόταν, να πάρει και τα άλλα παιδιά, όπως αναφέρει αυτή στην κατάθεσή της, ενώ εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι, παρότι αυτός, ηλικίας τότε 46 ετών και οικογενειάρχης, επιθυμούσε, όπως ισχυριζόταν, να βαφτίσει κάποιο από τα παιδιά της οικογένειας, δεν συνοδευόταν ποτέ από τη σύζυγό του κατά τις επισκέψεις του στην οικία της παθούσας, προφανώς διότι η παρουσία της θα ήταν εμπόδιο για την τέλεση των ανωτέρω πράξεων εκ μέρους του. Είναι δε αξιοπερίεργο και το γεγονός ότι, ενώ ήδη είχε βαπτίσει ένα άλλο παιδί από τη φυλή "..." στην Πάτρα και ο ίδιος διέμενε μονίμως εκεί, ενώ η οικογένεια της παθούσας διέμενε στην ... και με την οποία μέχρι τότε δεν διατηρούσε καμία προσωπική επικοινωνία ή οποιαδήποτε σχέση συγγένειας, φιλίας, ιδιαίτερης γνωριμίας κλπ, εν τούτοις έλεγε συνεχώς στη μητέρα της ανήλικης ότι θα βαφτίσει ένα από τα αβάπτιστα μέχρι τότε παιδιά της, οι υποσχέσεις του δε αυτές κρίνεται ότι ήταν προσχηματικές και σκοπό είχαν να προσεγγίσει και να αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης με την οικογένεια, η οποία αποτελούνταν από έξι παιδιά, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν ανήλικα. Τα παραπάνω ενισχύονται και από την υπ' αριθμ. πρωτ. ....2018 ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξέτασης της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών, στην οποία η ορισθείσα Ιατροδικαστής Α. Τ. αποφαίνεται ότι από την κλινική εξέταση της ανήλικης διαπιστώθηκε ότι ο παρθενικός της υμένας είχε υποστεί πιθανές τρεις παλαιές ρήξεις κατά την 3 η, 5 η, και 9η ώρα του αιδοιικού ωρολογίου, ευρήματα που συνηγορούν υπέρ της επαλήθευσης των ισχυρισμών της (ανήλικης), ενόψει και του ότι δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι οποιοσδήποτε άλλος τρίτος είτε πριν από τα επίμαχα συμβάντα είτε μετά από αυτά (μέχρι το έτος 2018 που εξετάσθηκε από την άνω Ιατροδικαστή) προέβαινε σε γενετήσιες πράξεις σε βάρος της, ενώ καταρρίπτει και τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι η ανήλικη κατά τον χρόνο εξέτασής της από την Ιατροδικαστή είχε ολοκληρωμένες σεξουαλικές επαφές, αφού οι ρήξεις του παρθενικού υμένα, που διαπιστώθηκαν και αναφέρονται στην ιατροδικαστική έκθεση, είναι παλαιές. Τα παραπάνω δεν ανατρέπονται ούτε από την από ....2023 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του Ειδικού Ιατροδικαστή Φ. Κ., ο οποίος αναφέρει ότι κατά την εξέταση της παθούσας ανευρέθησαν 3 πιθανές ρήξεις , χωρίς εξάλειψη του υμένα, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν έχουν συμβεί κατ εξακολούθηση κατά φύση συνουσίες, αφού σύμφωνα με την κατάθεση της παθούσας η ολοκληρωμένη συνουσία είναι μία εκτός του οχήματος του κατηγορούμενου.

Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, που αρνείται την τέλεση των άνω πράξεων, ότι η παθούσα κατονομάζει αυτόν ως τον δράστη των άνω πράξεων σε βάρος της υποκινούμενη και προσδοκώντας οικονομικά οφέλη, δεν ευσταθεί, διότι η τότε ανήλικη, εκπροσωπούμενη νομίμως από τη μητέρα της, δεν του ζήτησε χρήματα, ούτε άσκησε αγωγή αποζημίωσης εναντίον του. Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι η κατάθεση της ανήλικης και της μητέρας της υποκινήθηκαν από οποιαδήποτε ταπεινά κίνητρα και δη εκδικητικότητας προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου, αφού μέχρι τότε οι διαπροσωπικές σχέσεις τους ήταν πολύ καλές. Ο κατηγορούμενος, από την έναρξη της ποινικής προδικασίας και μέχρι σήμερα επιχειρεί να αποδομήσει τις σε βάρος του κατηγορίες βασιζόμενος σε κάποιες μη ουσιώδεις αντιφάσεις που υπέπεσαν είτε η μητέρα της ανήλικης (η οποία είχε ως πρωταρχική πηγή ενημερώσεώς της για τα συμβάντα την ανήλικη κόρη της) είτε η τελευταία, η οποία εξαιτίας του τραυματικού γεγονότος που βίωσε σε ηλικία μόλις δέκα ετών, το οποίο προσπάθησε ανεπιτυχώς να διαχειρισθεί αρχικά επιχειρώντας να το απωθήσει από τη μνήμη της και εν συνεχεία να το επαναφέρει κοινοποιώντάς το στη μητέρα της και του διαδραμόντος χρόνου, υπέπεσε σε επουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τον τόπο, τις ημερομηνίες και τη συχνότητα τελέσεως από τον κατηγορούμενο των εγκλημάτων, οι οποίες όμως (επουσιώδεις αντιφάσεις), όπως και εμφάνιση κενών σε ορισμένα σημεία της καταθέσεώς της, που, κατά την κρίση του δικαστηρίου, οφείλονται στα τραυματικά γεγονότα που έχει βιώσει και προφανώς θέλει να απωθήσει από τη μνήμη της, δεν αναιρούν την αλήθεια των καταγγελλομένων, τα οποία αποδείχθηκαν με σαφήνεια από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Ακόμη, ο υπερασπιστικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου, που εντάσσεται στην γενική άρνηση των κατηγοριών, ότι δεν ήταν και βιολογικά δυνατό να πράξει τις ως άνω κατ' εξακολούθηση άδικες πράξεις σε βάρος της Π. Κ. και ειδικότερα λόγω του ότι το έτος 2006 προσβλήθηκε από καρκίνο του παχέως εντέρου και μετά τον Ιούλιο του 2013 υποβαλλόταν σε χημιοθεραπείες λόγω μετάστασης της νόσου στο ήπαρ, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον καμία ιατρική γνωμάτευση δεν προσκόμισε προς πιστοποίηση της επικαλούμενης ανικανότητάς του να έρχεται σε σεξουαλική επαφή με άλλα άτομα κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο. Άλλωστε, και η σύζυγός του εξεταζόμενη στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατέθεσε ότι, μετά την ασθένειά του, είχαν κάποιες αραιές σεξουαλικές συνευρέσεις. Επομένως, η ασθένεια του κατηγορουμένου και η υποβολή του στην κατάλληλη θεραπεία κρίνεται ότι δεν τον εμπόδιζαν να έρχεται σε σεξουαλική επαφή με άλλα άτομα. Εξάλλου η παθούσα μετά παρέλευση ένδεκα ετών από τα συμβάντα δεν θα είχε κανένα λόγο να επιμένει σε υποστήριξη όλως αβάσιμων κατηγοριών σε βάρος του κατηγορουμένου και να υποβάλλεται σε έξοδα, σε σωματική ταλαιπωρία και ιδίως σε ψυχική δοκιμασία ερχόμενη από την ... στα δικαστήρια, για να εξετασθεί ως μάρτυρας και να ζητήσει την τιμωρία του κατηγορουμένου, αν δεν είχαν τελεσθεί σε βάρος της από αυτόν οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις. Εντέλει, τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται δεν κρίνονται πειστικά και οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα, όπως τα ισχυρίζεται η παθούσα τότε ανήλικη, που τα έχει βιώσει και είναι αληθή και όχι αποτέλεσμα μυθοπλασίας, και οι ισχυρισμοί του προφανώς προέρχονται από την τακτική του να αποφύγει τις ευθύνες του και την προσπάθειά του να απαλλαγεί των εναντίον του κατηγοριών. Από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο ομοφώνως πείθεται, ότι ο κατηγορούμενος Χ. Κ. του Ι., στην ... και στο Ευπάλιο Δωρίδας, κατά τον Απρίλιο του έτους 2013, τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις του βιασμού κατ' εξακολούθηση και της γενετήσιας πράξης με ανήλικο που δεν συμπλήρωσε τα 12 έτη κατ' εξακολούθηση, οι οποίες συρρέουν αληθώς, και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις αυτές, σύμφωνα με το διατακτικό, να του αναγνωριστούν δε τα ελαφρυντικά του σύννομου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84παρ.2 α και ε' του ΠΚ), τα οποία του αναγνωρίστηκαν με την αναιρεθείσα (υπ' αριθμ. 22/2023) απόφαση του Μικτού Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, καθόσον δεν επιτρέπεται ανάκληση αυτού, που θα καθιστούσε δυσμενέστερη τη θέση και ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου και να μειωθεί η ποινή του κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα(άρθρο 470 ΚΠΔ)." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και περ. ε' του ΠΚ, για τις αξιόποινες πράξεις του βιασμού, κατ' εξακολούθηση και της γενετήσιας πράξης με ανήλικο που δεν συμπλήρωσε τα 12 έτη κατ'εξακολούθηση, για τις οποίες του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, με το ακόλουθο διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ΟΜΟΦΩΝΑ ένοχο του ότι στην ... και στο ... κατά τον Απρίλιο του έτους 2013 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές ήτοι: Α. Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με βία και απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής εξανάγκασε άλλον σε ανοχή γενετήσιας πράξης. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, έπαιρνε στο αυτοκίνητό του την ανήλικη (γεννηθείσα στις ...) Κ. Π., εκμεταλλευόμενος την φιλική του σχέση με την οικογένειά της, την οδηγούσε σε απομονωμένες τοποθεσίες, κι άλλοτε κλείδωνε το αυτοκίνητο και, ασκώντας εναντίον της βία και απειλώντας την ότι αν αντιστεκόταν θα σκότωνε την μητέρα της, με παρατεταμένες θωπείες στο στήθος της και τα γεννητικά της όργανα έτριβε το γεννητικό του μόριο στην γεννητική της περιοχή μέχρι να εκσπερματώσει και μια φορά εκτός του οχήματος έθεσε το γεννητικό του μόριο στον κόλπο της, ικανοποιώντας με τον τρόπο αυτό τη γενετήσια επιθυμία του.
Β. Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενήργησε γενετήσια πράξη με πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα (12) έτη της ηλικίας του. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, έπαιρνε στο αυτοκίνητό του την ανήλικη (γεννηθείσα στις ...) Κ. Π., εκμεταλλευόμενος την φιλική του σχέση με την οικογένειά της, της οποίας τελούσε σε γνώση της ανηλικότητάς της, την οδηγούσε σε απομονωμένες τοποθεσίες, κλείδωνε το αυτοκίνητο και, ασκώντας εναντίον της βία και απειλές, συνουσιαζόταν μαζί της, ήτοι έθετε το γεννητικό του όργανο στον κόλπο της, ικανοποιώντας με τον τρόπο αυτό τη γενετήσια επιθυμία του".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, τα οποία περιλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό του, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων του βιασμού κατ'εξακολούθηση και της γενετήσιας πράξης με ανήλικο που δεν συμπλήρωσε τα 12 έτη της ηλικίας του κατ'εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Ειδικότερα ενώ στο σκεπτικό της αποφάσεως, ως γενετήσιες πράξεις για την συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης και των δύο ανωτέρω εγκλημάτων, που συρρέουν αληθινά, αναφέρονται οι θωπείες και προστριβή του γεννητικού μορίου του αναιρεσείοντος στην γεννητική περιοχή της παθούσας ανήλικης και μια φορά η γενετήσια πράξη της συνουσίας εκτός του οχήματος, στο διατακτικό για μεν την πράξη του βιασμού επαναλαμβάνονται οι ίδιες ανωτέρω γενετήσιες πράξεις, για την πράξη όμως της γενετήσιας πράξης με ανήλικο που δεν συμπλήρωσε τα 12 έτη της ηλικίας του, γίνεται λόγος για κατ'εξακολούθηση τέλεση της γενετήσιας πράξης της συνουσίας. Με τις ως άνω παραδοχές όμως, δεν καθίσταται σαφές ποιες από τις ανωτέρω γενετήσιες πράξεις τέλεσε εν τέλει ο κατηγορούμενος αναιρεσείων σε βάρος της παθούσας ανήλικης με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νόμιμης βάσης, αφού ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 336 παρ.1 και 2 και 339 παρ.1 στοιχείο α' του Π.Κ. δεν είναι εφικτός. Συνακόλουθα, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε' του ΚΠΔ, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ.50,51,75,76,77/2024 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή