ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 867/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 867/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 867/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 867 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 867/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παρασκευή Τσούμαρη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 171/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σταυρούλα Κουσουλού - Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παγώνας Ζάκκα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Ζ. του Θ., κατοίκου Παλαιοχώρας Χανίων, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Τζεβελέκο, για αναίρεση της απόφασης 329/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. εκθ. κατ. 1/31.3.2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 392/25.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αρ. εκθ. κατ. 1/31-3-2025 αίτηση του Σ. Ζ. του Θ. για αναίρεση της υπ` αρ. 329/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Κρήτης, με την οποία καταδικάστηκε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωσή του ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Κρήτης (άρθρα 462, 464, 466 παρ.1α' ΚΠοινΔ), και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώριση [12-3-2025] της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Κρήτης (άρθρ. 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ.1α' και 4, 504 παρ.1α', 505 παρ.1 περ.α` ΚΠοινΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, αφού ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` ΚΠοινΔ, και, ως εκ τούτου, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Ι. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι, οι οποίοι αποβλέπουν στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 302 παρ.1 του ισχύσαντος έως 30-6-2019 ΠΚ, που ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο τέλεσης (1-7-2017) της ένδικης πράξης αλλά και του νέου ΠΚ (ν. 4619/1-7-2019), όπως τούτο ίσχυε από 1/7/2019 έως 30/4/2024, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Το ανωτέρω άρθρο έχει ήδη τροποποιηθεί - επί το δυσμενέστερο - με το άρ. 46 του ν.5090/2024 (με έναρξη ισχύος από 1/5/2024, κατ' άρ. 138 παρ.1 του ιδίου νόμου), και ορίζει πλέον ότι "όποιος από αμέλεια σκότωσε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 πρ. και ν. ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη, κατ` αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της οφειλόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα είτε από μόνη της είτε μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου. Αρκεί δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιάφορα αν για την πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι, άμεσα ή έμμεσα (λ.χ. αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Τούτο δε, διότι η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδύναμου των όρων, με την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, σε αντίθεση προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη. Έτσι, η τυχόν συντρέχουσα υπαιτιότητα (συνυπαιτιότητα) του παθόντος ή και τρίτου, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμέλειας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος (ΑΠ 1027/2024, ΑΠ 944/2023, ΑΠ 694/ 2023, ΑΠ 783/2021, ΑΠ 566/2020). Περαιτέρω, κατά μεν τις διατάξεις του άρ. 12 παρ.1 του ν.2696/1999 "Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας", 1. "..... Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες .....και να μην προκαλούν παρενόχληση τους λοιπούς χρήστες των οδών....", κατά δε τις διατάξεις του άρ. 19 παρ.2 του ιδίου ως άνω Κώδικα "Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 και 4 του ιδίου Κ.Ο.Κ. "1. Στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας. Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1 και 17 παρ.6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο. ....4. Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, ....., εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν", και κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ.4 του Κ.Ο.Κ. "Οι δίτροχες μοτοσικλέτες επιβάλλεται να έχουν: α) 'Ενα ή δύο Φώτα πορείας...".

ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.ΠοινΔ., όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Ειδικότερα, έλλειψη της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και έκανε την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (ΑΠ 944/2023, ΑΠ 872/2021, 566/2020). Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠοινΔ, συνιστά και η παραβίαση με πλάγιο τρόπο της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 3/2019, ΑΠ 944/2023). Η εσφαλμένη ερμηνεία, τέλος, ως λόγος αναίρεσης μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία να αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Ολ ΑΠ 3/1998, ΑΠ 944/2023, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 44/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο [Πλημμελημάτων] Κρήτης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτήν, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά: "...Την 1-7-2017 και περί ώρα 00:10, ο ήδη αποβιώσας Δ. Φ. του Ν. και της Β., ανήλικος, γεν. στις 16-1-2002 στα Χανιά, κάτοικος εν ζωή Παλαιόχωρας Χανίων, οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του πατέρα του, Ν. Φ. και έβαινε επί της επαρχιακής οδού Παλαιόχωρας - Κουντούρας με κατεύθυνση από Κουντούρα προς Παλαιόχωρα. Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίς διαγράμμιση, επίσης είναι ασφαλτοστρωμένη και έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7 μ. Κατά τον ως άνω χρόνο, η ορατότητα ήταν περιορισμένη λόγω του ότι ήταν νύχτα και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και η άσφαλτος ήταν ξηρή. Το ανώτατο όριο ταχύτητας καθοριζόταν στα 50 χλμ/ω, δεδομένου ότι επρόκειτο περί κατοικημένης περιοχής και υπήρχε και σχετική πινακίδα. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, κινούνταν και αυτός επί της ως άνω οδού, με κατεύθυνση αντίθετη από αυτή του ήδη θανόντος και συγκεκριμένα από Παλαιόχωρα προς Κουντούρα. Όταν τα δύο ως άνω οχήματα διασταυρώθηκαν σε σημείο της ανωτέρω οδού, όπου στην κατεύθυνση που κινούνταν ο θανών, υπάρχει μικρή ανωφέρεια και ελαφριά αριστερή στροφή, ο ανωτέρω εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και έβαινε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ως αποτέλεσμα της ανωτέρω σύγκρουσης, επήλθε ο ακαριαίος θάνατος του ανωτέρω οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... οχήματος. Το ανωτέρω αποτέλεσμα του θανάτου του προαναφερόμενου οδηγού οφείλεται και σε αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος ενεργώντας κατά παράβαση των άρθρων 12 και 19 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε με βάση τις περιστάσεις να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, κάτω από ανάλογες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, καθόσον δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους αποφευκτικούς χειρισμούς, αφετέρου δε κινούνταν με το ανωτέρω όχημά του, το οποίο δεν διέθετε εμπρόσθιο φανό, όπως διαπιστώθηκε και από τους πραγματογνώμονές Γ. Π. και Γ.. Σ., στην από 20- 7-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τους, υπό την έννοια της μη λειτουργικότητας αυτού, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση, γεγονός που συντέλεσε στην σύγκρουση, εφόσον αυτή θα είχε αποφευχθεί αν ο θανών είχε αντιληφθεί την κίνηση οχήματος στο αντίθετο ρεύμα ,οπότε και θα πραγματοποιούσε αποφευκτικό ελιγμό, επαναφέροντας το όχημά του στο ρεύμα κυκλοφορίας του (σημειωτέον ότι στον εν λόγω επαρχιακό δρόμο δεν υπάρχει ορατή διαγράμμιση που να χωρίζει τις λωρίδες κυκλοφορίας αντίθετης κατεύθυνσης). Η διαπίστωση αυτή, περί μη λειτουργίας του φανού, δεν αναιρείται από την έκθεση του τεχνικού συμβούλου πραγματογνώμονα μηχανικού της Εισαγγελίας και του Πρωτοδικείου Χανίων, Δ.. Ε. Σ., ο οποίος διατύπωσε την κρίση ότι τα φώτα του μοτοποδηλάτου του κατηγορουμένου λειτουργούσαν, καθόσον η διαπίστωση αυτή δεν κρίνεται αξιόπιστη, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω πραγματογνώμονας πραγματοποίησε δοκιμές για την λειτουργικότητα του φανού ενώπιον αστυνομικού οργάνου, όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος. Εξάλλου, το δικαστήριο μολονότι έλαβε υπόψη του το υλικό που υπάρχει στη δικογραφία σε στικάκι usb που παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο και περιλαμβάνεται και σε συμπληρωματική τεχνική έκθεση- φωτογραφίες καρέ - καρέ από βίντεο που αφορούν στο επίμαχο μηχανάκι, και είχε αποσταλεί (βίντεο και φωτο) από τον κατηγορούμενο στη φίλη του, αναφορικά με την κατάσταση του μοτοποδηλάτου, όπου εμφανίζεται ότι ο εμπρόσθιος λαμπτήρας άναβε κανονικά, δεν οδηγείται σε διαφορετικό συμπέρασμα, καθόσον δεν προκύπτει με ασφάλεια ο χρόνος που ελήφθη το βίντεο και οι φωτογραφίες και ότι αυτές τραβήχτηκαν αμέσως πριν το θανατηφόρο τροχαίο. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου επιβεβαιώθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων, κατοίκων Παλαιόχωρας Χανίων, οι οποίοι ανέφεραν ότι είχαν δει επανειλημμένως τον κατηγορούμενο να κυκλοφορεί χωρίς εμπρόσθιο φανό στο ως άνω όχημά του, αλλά κρατώντας στο χέρι του το κινητό του τηλέφωνο, το φακό του οποίου χρησιμοποιούσε ως φανό. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι στο εμπλεκόμενο στο ατύχημα όχημά του είχε γίνει συντήρηση λίγες ημέρες πριν το ατύχημα ,είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Και τούτο, αφενός ,διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται από την προσκόμιση σχετικής εξοφλητικής απόδειξης παροχής υπηρεσιών, αφετέρου δε, η από 11-5-2018 υπεύθυνη δήλωση του Ε. Τ., ο οποίος περίπου 1 έτος μετά το τροχαίο ατύχημα βεβαιώνει ότι το εμπλεκόμενο στο ατύχημα όχημα του κατηγορουμένου είχε ελεγχθεί λίγες η μέρες πριν από το ατύχημα και ήταν άρτιο και κατάλληλο για κυκλοφορία νύχτα και μέρα, καταρρίπτεται τόσο από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης όσο και από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Εξάλλου, δεν κρίνεται αξιόπιστη η κατάθεση του Γ. Ζ. ότι το προηγούμενο βράδυ ,ήτοι στις 29 Ιουνίου 2017, μετέφερε ο ίδιος με το αγροτικό του αυτοκίνητο το μηχανάκι του κατηγορουμένου από το συνεργείο της Piaggio από τα Χανιά στην Παλαιόχωρα και είδε με τα μάτια του το μηχανάκι να το παίρνει ο κατηγορούμενος και να φεύγει με τα φώτα του να λειτουργούν κανονικά, τόσο δεδομένης της συγγενικής σχέσης του μάρτυρα με τον κατηγορούμενο όσο και διότι ο μάρτυρας δεν ήταν απόλυτα βέβαιος για την ημερομηνία που μετέφερε τον κατηγορούμενο στο συνεργείο. Τέλος, το αποτέλεσμα της παραπάνω αμελούς συμπεριφοράς του δεν το είχε προβλέψει ο κατηγορούμενος, παρότι μπορούσε με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να το προβλέψει και να το αποφύγει. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία κατηγορείται, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό, ενώ η σε μεγάλο βαθμό συνυπαιτιότητα του θανόντος στην πρόκληση του παραπάνω αποτελέσματος, ο οποίος οδηγούσε χωρίς άδεια ικανότητας οδήγησης και χωρίς να φορά προστατευτικό κράνος ενώ εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, δεν αναιρεί την αμέλεια και την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, αλλά συνιστά στοιχείο που δύναται να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί σε αυτόν".
Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "...
Κηρύσσει αυτόν ένοχο για το ότι: Στις 1.7.17 και περί ώρα 00:10', στην επαρχιακή οδό Παλαιόχωρας - Κουντούρας του Δήμου Καντάνου - Σέλινου της Π.Ε. Χανίων, κατά την οδήγηση οχήματος, επέφερε τον θάνατο άλλου από αμέλεια του, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ώστε να προβλέψει και ν' αποφύγει το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, κινούμενος με το υπ' αρ. κυκλοφ. ... μοτοποδήλατο, μάρκας PIAGGIO, με κατεύθυνση από Παλαιόχωρα προς Κουντούρα, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του ώστε να μπορεί να σταματήσει μπροστά από κάθε ορατό εμπόδιο και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ώστε να προβεί σε κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό, ενώ, επιπλέον, κινείτο χωρίς να διαθέτει το όχημά του εμπρόσθιο φανό, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την υπ' αρ. κυκλοφορίας ... αντιθέτως κινούμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα που - μετά από ελαφρά ανηφορική (αριστερή ως προς την πορεία της) στροφή - είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας του - καθώς δεν φαίνονταν φώτα οχήματος από το αντίθετο ρεύμα - τραυματίζοντας, εκ της. συγκρούσεως αυτής, θανάσιμα και ακαριαία τον οδηγό της, Δ. Φ. του Ν., γεν. την. 16.1.2002".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 παρ.1 Π. Κ. και 12 παρ.1, 19 παρ. 1,2 και 3 και 74 του ν. 2669/1999, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής υπόστασης της ένδικης πράξης διαλαμβάνεται ότι στον θάνατο του οδηγού της αναφερόμενης μοτ/τας, Δ. Φ. του Ν., συνετέλεσε η (ασυνείδητη) αμελής συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων επέδειξε κατά την οδήγηση του αναφερομένου οχήματός του, την οποία αξιόποινη πράξη αυτός δεν προέβλεψε μολονότι μπορούσε να την προβλέψει και να την αποφύγει, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες και γνώσεις, ανεξαρτήτως της αναφερόμενης συνυπαιτιότητας του ως άνω θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος, η οποία (αμελής συμπεριφορά) συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος κινείτο με την μοτ/τα του στην επαρχιακή οδό Παλαιοχώρας-Κουντούρας του Δήμου Καστάνου-Σελίνου της Π.Ε. Χανίων, με αντίθετη κατεύθυνση απ'αυτήν του ως άνω θανόντος, χωρίς να διαθέτει εμπρόσθιο φανό, χωρίς να ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του έτσι ώστε να μπορεί να σταματήσει μπροστά από κάθε ορατό εμπόδιο και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, προκειμένου να προβεί σε κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό της σύγκρουσης του οχήματός του μ'αυτό του ανωτέρω θανόντος, η οποία αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου θεμελιώνεται σε παράβαση των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 παρ.1 του Π Κ σε συνδ. με αυτές των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 1,2 και 3, 74 του ν. 2669/1999. Η αιτιολογία όμως αυτή είναι ελλιπής και με λογικά κενά, αφού δεν αναφέρονται κρίσιμα στοιχεία για την διακρίβωση των συνθηκών του ατυχήματος και τη στοιχειοθέτηση της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος. Ειδικότερα δεν αναφέρεται, η ταχύτητα εκάστου των ως άνω εμπλεκομένων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων(ήτοι του μοτοποδηλάτου του κατηγορουμένου και της μοτ/τας του θανόντος), η απόσταση από την οποία ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων μπορούσε να αντιληφθεί την είσοδο του ανωτέρω θανόντος οδηγού της μοτ/τας στο ρεύμα κυκλοφορίας του και να αντιδράσει, το εάν το όχημα που οδηγούσε ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος εκινείτο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος του ρεύματος της πορείας του, ή σε ποιο σημείο του οδοστρώματος του ρεύματος αυτού και ποιες αποφευκτικές κινήσεις ή ελιγμούς θα μπορούσε να ενεργήσει ο κατηγορούμενος, ως μέσος συνετός οδηγός, κάτω υπό τις ανωτέρω συνθήκες(θέση επί της οδού, ταχύτητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και απόσταση από την οποία θα μπορούσε να αντιληφθεί την είσοδο της μοτ/τας του θανόντος στο ρεύμα πορείας του), προκειμένου να αποφύγει την επίδικη θανατηφόρα σύγκρουση του οχήματός του με το όχημα του ως άνω θανόντος. Με τις ως άνω ελλείψεις καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται και νόμιμης βάσης.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε' ΚΠΔ αντίστοιχα, παρελκούσης πλέον της έρευνας των πρώτου και τρίτου λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 και 522 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθ. 329/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή