Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 868 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 868/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παρασκευή Τσούμαρη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 171/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σταυρούλα Κουσουλού - Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παγώνας Ζάκκα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της αποφάσεως 586, 611/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Με κατηγορούμενη την Α. Γ. του Ι., κάτοικο Βούλας Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ηρειώτη και υποστηρίζουσες την κατηγορία: 1.Την εταιρεία με την επωνυμία ... η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριλένα Νικολαράκη. 2.Την εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριλένα Νικολαράκη. 3.Την εταιρεία με την επωνυμία ...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριλένα Νικολαράκη. 4.
Την
εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριλένα Νικολαράκη. 5.Την εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο. 6.Την εταιρεία με την επωνυμία "JUVENTUS F.C S.P.A", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Καλλιόπη Βαρδάκη ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθ. εκθ. κατ. 41/11.10.2024 αίτησή της, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Νίκης Κορίζη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 911/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε τελεσίδικης ή ανέκκλητης απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 507 ΚΠΔ, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ (ΑΠ 694/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται για συζήτηση η με αριθ. εκθ. κατ. 41/11-10-2024 αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αρ. 586,611/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Πειραιά με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορούμενης Α. Γ. του Ι. για παράβαση του άρθρου 156 παρ.1 γ' και 2 του ν. 4072/2012 λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου, ένεκα άπρακτης παρέλευσης της τρίμηνης προθεσμίας υποβολής της έγκλησης από τη γνώση του ως άνω ποινικού αδικήματος και της δράστιδος αυτού, μετά την έκδοση της με αρ. 331/2025 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της, λόγω μη κλήτευσης των παρισταμένων για την υποστήριξη της κατηγορίας. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας του ενός μηνός από την καταχώρηση (12/9/2024) της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του εκδόσαντος αυτήν ως άνω δικαστηρίου, με δήλωση της άνω Εισαγγελέως στην Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 462 περ.β', 464, 474 παρ.4, 504 παρ.1, 505 παρ.2α', 507 και 508 του Κ.Ποιν. Δ.) και για τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των ανωτέρω αναιρετικών λόγων της, ερήμην των υποστηριζουσών την κατηγορία εταιρειών με τις επωνυμίες "..." και "... οι οποίες δεν εμφανίστηκαν κατά την συζήτηση της υπόθεσης, καίτοι κλήθηκαν νομότυπα για να παραστούν σ' αυτή, όπως τούτο προκύπτει από τα από 19/3/2025 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Λ. Χ. προς τους αντίκλητους δικηγόρους τους Ευρυδίκη Καραμήτσου και Ιωάννη Γιαννακάκη, αντίστοιχα, που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας, οι οποίες θεωρούνται ωσεί παρούσες (άρθρα 512 παρ.1 εδάφ. γ' και 515 παρ. 2 α' ΚΠΔ).
Ι. Κατά το άρθρο 89 παρ. 1 του Ν.4679/20.3.2020 (ΦΕΚ Α` 71/20.3.2020) που τιτλοφορείται "Εμπορικά σήματα - ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών - μελών περί σημάτων και της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και άλλες διατάξεις" και κατά το άρθρο 90 αυτού, που άρχισε να ισχύει από 19-1-2020, "1. Καταργούνται τα άρθρα 121 έως 182 του Ν.4072/2012, εκτός από την παράγραφο 2 του άρθρου 145 και το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 145 του Ν.4072/2012, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 4155/2013, τα οποία καταργούνται ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος". Το αξιόποινο ,όμως, της πράξεως του άρθρου 156 παρ.1 περ. γ' και 2 του Ν. 4072/2012, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, διατηρείται με τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 περ. β` και 2 του αυτού ως άνω Ν. 4679/2020, κατά την οποία "1. Διώκεται κατ` έγκληση και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον έξι χιλιάδων ευρώ: α) ......, β) ......, γ) όποιος εν γνώσει θέτει σε κυκλοφορία, κατέχει, εισάγει ή εξάγει προϊόντα που φέρουν αλλότριο σήμα ή προσφέρει υπηρεσίες με αλλότριο σήμα και δ) ...... 2. Αν το όφελος που επιδιώχθηκε ή η ζημία που απειλήθηκε από τις πράξεις της παραγράφου 1 είναι ιδιαίτερα μεγάλη και συντρέχει εκμετάλλευση σε εμπορική κλίμακα ή ο υπόχρεος τελεί τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή 6.000 έως 30.000 ευρώ. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνον επί προσβολής σήματος με ίδιο διακριτικό γνώρισμα και ταυτότητα ή ομοιότητα προϊόντων". Από τα ανωτέρω συνάγεται ρητά ότι το αξιόποινο της πράξεως του άρθρου 156 παρ. 1 περ. γ' και 2 του Ν. 4072/2012 δεν διαφοροποιήθηκε με τις άνω τροποποιήσεις κατά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση ,καθώς και ως προς την ποινική μεταχείριση του δράστη. Από τη διάταξη αυτή, που προστατεύει το συγκεκριμένο άϋλο περιουσιακό αγαθό του σηματούχου, αλλά και τον ανόθευτο ανταγωνισμό, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κατοχής και θέσης σε κυκλοφορία προϊόντων που φέρουν αλλότρια σήματα, απαιτείται: α) ο υπαίτιος να κατέχει και να θέτει σε κυκλοφορία προϊόντα, τα οποία φέρουν σήματα επί των οποίων τρίτοι έχουν αποκλειστικά δικαιώματα β) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι κατέχει και να θέτει σε κυκλοφορία προϊόντα, που φέρουν αλλότρια σήματα και γ) προσβολή σήματος με ίδιο διακριτικό γνώρισμα και ταυτότητα ή ομοιότητα προϊόντων και το όφελος που επιδιώχθηκε ή η ζημία που απειλήθηκε από τις ανωτέρω πράξεις είναι ιδιαίτερα μεγάλη και συντρέχει εκμετάλλευση σε εμπορική κλίμακα (ΑΠ 399/2023, ΑΠ 579/2022, ΑΠ 252/2021, ΑΠ 183/2019). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 νέου ΠΚ (117 παρ.1 πρ. ΠΚ) "Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρείς μήνες από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της ή για έναν από τους συμμετόχους". Έγκληση είναι η δήλωση βουλήσεως του παθόντος προς την αρμόδια δικαστική αρχή ότι επιθυμεί την δίωξη της κατ' αυτού τελεσθείσης αξιοποίνου πράξεως και αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση για την νομότυπη γένεση της ποινικής δίκης και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως η έλλειψή της. Αν η έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και αυτό εξάγεται ημερολογιακά σε σχέση με την ημέρα τέλεσης της πράξης, δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου της υποβολής της έγκλησης στην αιτιολογία, αλλά αρκεί να προκύπτει το εμπρόθεσμο από τη δικογραφία. Αν ,όμως, η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της πράξης, είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ο χρόνος της γνώσης της πράξης και του δράστη από τον παθόντα. Η τρίμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσης, η οποία, πρόδηλα, πρέπει να μνημονεύεται στην απόφαση, αν τούτο συνδέεται αναγκαίως με το εμπρόθεσμο της υποβολής της έγκλησης. Ως γνώση θεωρείται η πληροφόρηση του δικαιούχου σε έγκληση κατά τρόπο πλήρη, σαφή και συγκεκριμένο περί των πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία κατόρθωσε να μορφώσει πλήρη γνώμη για την πράξη, δηλαδή μόλις ο δικαιούμενος λάβει γνώση όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την τελεσθείσα πράξη. Γι' αυτό πρέπει στην απόφαση να αναφέρεται ο χρόνος της γνώσεως της πράξεως και του δράστη από τον παθόντα, ως και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την γνώση αυτή, όταν η έγκληση υπεβλήθη μετά την πάροδο του τριμήνου από της γνώσεως ή εάν προβάλλεται ένσταση απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, λόγω μη εμπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως. Αρκεί βέβαια η άνω αιτιολόγηση, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του χρόνου γνώσεως είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 399/2023, ΑΠ 288/2022, ΑΠ 696/2019, ΑΠ 1612/2019). Η τρίμηνη προθεσμία λήγει όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα του τρίτου μήνα που αντιστοιχεί αριθμητικά με την ημέρα έναρξης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 243 εδ. β' ΑΚ και 145 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έχουν εφαρμογή και εν προκειμένω, λόγω της ενότητας της έννομης τάξης. Γι' αυτό πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται ο χρόνος γνώσης της πράξης, ώστε να κριθεί, αν η έγκληση υποβλήθηκε νομότυπα. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 399/2023, ΑΠ 1619/2019). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή ή μη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και στην περίπτωση που το αιτιολογικό εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, τούτο πρέπει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, να περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του αιτιολογικού. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την κρίση του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. `Όμως δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης της απόφασης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως και συγκρίσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας καθώς και των πρακτικών συνεδρίασης της προσβαλλόμενης απόφασης (φύλλα 25 έως 49), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: H ποινική δίωξη κατά της κατηγορούμενης, Α. Γ. του Ι., για την ένδικη αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 156 παρ.1 γ' και 2 του ν.4072/2012, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, κατόπιν έγγραφης έγκλησης που κατέθεσαν σε βάρος της προαναφερόμενης, στις 13/2/2018, οι παθούσες εταιρείες με τις επωνυμίες :1] "...", 2] "..., οι οποίες ζητούν σ' αυτήν την ποινική δίωξη και τιμωρία της ανωτέρω εγκαλούμενης, ως δράστιδος, των σε βάρος τους καταγγελθέντων ως τελεσθέντων αδικημάτων, μεταξύ των οποίων, και η ένδικη πράξη. Στη συνέχεια, επιδόθηκε στην κατηγορούμενη το από 22/4/2020 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, με το οποίο αυτή παραπέμφθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά για να δικαστεί για τα αδικήματα της παράβασης του άρθρου 156 παρ.1 γ' και 2 του ν.4072/2012 και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με χρόνο τέλεσης αυτών την 14-11-2017. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την υπ' αρ. 1778/2022 απόφασή του έκρινε ένοχη την κατηγορούμενη αμφοτέρων των ανωτέρω πράξεων και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για την παράβαση του άρθρου 156 παρ.1 γ' και 2 του ν.4072/2012 και ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση, και συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και τριών (3) μηνών. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης, η κατηγορούμενη άσκησε έφεση στο Τριμελές Εφετείο [Πλημμελημάτων] Πειραιά, ενώπιον του οποίου, πριν ακόμη γίνει τυπικά δεκτή η ασκηθείσα έφεσή της, πρόβαλε δια της συνηγόρου της, εγγράφως, τον αυτοτελή ισχυρισμό-ένσταση περί απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής δίωξης για το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 156 παρ.1 γ' και 2 του ν.4072/2012, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής εγκλήσεως εκ μέρους των ως άνω παθουσών - εγκαλουσών εταιρειών, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικά, με το ακόλουθο περιεχόμενο (σελ. 37-38 των πρακτικών συνεδρίασης): "......Η κρινόμενη έγκληση υποβλήθηκε την 13η Φεβρουαρίου 2018 ενώπιον του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, δύο από τις εγκαλούσες ποδοσφαιρικές εταιρείες η "..." και "...." εμφάνισαν την από 20 Οκτωβρίου 2017 καταγγελία τους ενώπιον του Συντονιστικού Κέντρου για την Αντιμετώπιση του Παραεμπορίου (ΣΥΚΑΠ) του Υπουργείου Οικονομίας Ανάπτυξης και Τουρισμού, η οποία αφορούσε στα προϊόντα της επιχείρησης μου "Α. Γ.". Ειδικότερα, στην καταγγελία αυτή, η οποία αναγνώστηκε στο Δικαστήριο [αναγνωστέο υπ' αρ. 25 της πρωτοβάθμιας απόφαση] διαλαμβάνονται τα ακόλουθα : "....Όλως προσφάτως πληροφορηθήκαμε ότι η Α. Γ. του Ι. διατηρούσα ατομική επιχείρηση με έδρα στην οδό ... στη Νίκαια Αττικής και ΑΦΜ ... της Δ.Ο.Υ. Νίκαιας κατασκευάζει και κυκλοφορεί στην αγορά προϊόντα που ενσωματώνουν, χωρίς καμία απολύτως άδεια, τα εμπορικά σήματα της πρώτης εξ ημών [το δικαίωμα χρήσης των οποίων έχει νομίμως παραχωρηθεί στη δεύτερη εξ ημών δυνάμει της ανωτέρω αναφερομένης σύμβασης]. Επομένως, η Α. Γ. παρανόμως χωρίς άδεια της πρώτης εξ ημών, κατασκευάζει, πωλεί, διακινεί και διανέμει στην ελληνική αγορά προϊόντα τα οποία φέρουν, ενσωματώνουν και αναπαράγουν τα καταχωρημένα Ευρωπαϊκά Σήματα της πρώτης εξ ημών, για τα οποία η δεύτερη εξ ημών έχει λάβει έναντι χρηματικού ανταλλάγματος νόμιμη άδεια να τα χρησιμοποιεί και να τα ενσωματώνει στα προϊόντα που έχει εξουσιοδοτηθεί να κατασκευάζει και να πωλεί σε όλο το κόσμο". Περαιτέρω, η εγκαλούσα "..." εμφάνισε επίσης την από 27 Ιουλίου 2017 επιστολή της προς την επιχείρηση της Α. Γ., της οποίας ουδέποτε έλαβα γνώση. Παρά ταύτα, στην επιστολή αυτή, η οποία επίσης αναγνώστηκε στο Δικαστήριο [αναγνωστέο υπ' αρ. 23 της πρωτοβάθμιας αποφάσεως] διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Πρόσφατα πληροφορηθήκαμε ότι παράγετε και διανέμεται συλλογές αυτοκόλλητων χρησιμοποιώντας τα σήματα της ... και την εικόνα των παικτών της ... όπως φαίνεται στις κατωτέρω φωτογραφίες...". Κατά συνέπεια, εκ των ανωτέρω εγγράφων, τα οποία προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από τις ίδιες της εγκαλούσε εταιρείες, αποδεικνύεται ότι οι εταιρείες "..." και "...." ήδη από την 20η Οκτωβρίου 2017 τελούσαν σε πλήρη γνώση των υποτιθεμένων αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες τελικά με εγκάλεσαν το πρώτον στις 13 Φεβρουαρίου 2018, δηλαδή 4 μήνες αργότερα. Η δε εγκαλούσα "..." τελούσε σε γνώση των εκπροθέσμως και πάντως αβασίμως καταγγελθέντων υποτιθέμενων αδικημάτων ήδη από την 27η Ιουλίου 2017, ημερομηνία αποστολής της ανωτέρω επιστολής - εξώδικης δήλωσης, ήτοι 7 μήνες νωρίτερα από την ημερομηνία υποβολής της παρούσας εγκλήσεως.
Συνεπώς, η κρινόμενη έγκληση, όσον αφορά τις εγκαλούσες "..." και "...." είναι ΚΑΤΑΦΑΝΩΣ ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗ, χωρίς, φυσικά, να μπορεί να δικαιολογηθεί το εκπρόθεσμο αυτής, εφόσον προκύπτει η πλήρης και ευθεία γνώση τους ήδη από τον Οκτώβριο του έτους 2017, και ειδικώς ως προς την "..." από τον Ιούλιο του έτους 2017, σχετικά με τις διερευνώμενες πράξεις, για τις οποίες, κατά δήλωσή τους, με είχαν ήδη οχλήσει προ μηνών. Με τα ανωτέρω δεδομένα, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η σε βάρος μου ποινική δίωξη λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου, συνεπεία εκπρόθεσμης υποβολής εγκλήσεως από την φερόμενη ως παθούσα εταιρεία "..." και την εταιρεία "....", ως προς το απολύτως κατ' έγκληση διωκόμενο αδίκημα του άρθρου 156 παρ.1, 2 του ν. 4072/2012". Το δικάσαν, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά, μετά την εισαγγελική πρόταση περί παραδοχής της ως άνω προβληθείσας ένστασης της κατηγορουμένης περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω παρέλευσης τριμήνου από της γνώσεως του αδικήματος, δέχθηκε μετά από παράθεση νομικής σκέψης ως βάσιμο τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό-ένσταση της κατηγορούμενης και, με το σχετικό διατακτικό, έπαυσε οριστικά την ποινική της δίωξη για την παράβαση του άρθρου 45 παρ.1 περ.β' και παρ.2 του ν. 4679/2020 που αντικατάστησε το άρθρο156 παρ.1 περ.γ' και παρ. 2 του ν. 4072/2012, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου, λόγω άπρακτης παρέλευσης της τρίμηνης προθεσμίας υποβολής της έγκλησης από την γνώση του ως άνω ποινικού αδικήματος και της δράστιδος αυτού, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογικό: "......Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη από τις επίδικες αξιόποινες πράξεις είναι το πλημμέλημα της εν γνώσει κατοχής και θέσης σε κυκλοφορία προϊόντων που φέρουν αλλότριο σήμα κατ' επάγγελμα, με όφελος / ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και εκμετάλλευση σε εμπορική κλίμακα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 45 παρ.1 περ. β' και παρ.2 του Ν. 4679/2020 και το οποίο διώκεται μόνο κατ' έγκληση, σύμφωνα με την προμνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 45 παρ.4 του Ν. 4679/2020. Οι εγκαλούσες εταιρείες, δηλαδή οι "...", "....", ... έμαθαν για την τέλεση της ως άνω πράξεως, αλλά και για την δράστιδα αυτής, ήτοι την εκκαλούσα κατηγορούμενη, στις 20-10-2017, οπότε οι 2 από αυτές "..." και "...." υπέβαλαν την αναγνωσθείσα νομίμως στο ακροατήριο από 20-10-2017 σχετική καταγγελία τους στο Συντονιστικό Κέντρο για την Αντιμετώπιση του Παραεμπορίου (ΣΥΚΑΠ) του Υπουργείου Οικονομίας Ανάπτυξης και Τουρισμού. Παρότι καταγγέλλουσες ήταν μόνον οι 2 από τις ως άνω εγκαλούσες εταιρείες και οι υπόλοιπες εξ αυτών γνώριζαν έκτοτε, δηλαδή από τις 20-10-2017, την τέλεση της πρώτης επίδικης πράξης της εν γνώσει κατοχής και θέσης σε κυκλοφορία προϊόντων που φέρουν αλλότριο σήμα κατ' επάγγελμα, με όφελος/ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και εκμετάλλευση σε εμπορική κλίμακα, αλλά και το ότι δράστιδα της πράξεως αυτής ήταν η εκκαλούσα κατηγορούμενη, καθώς όλες οι ως άνω εγκαλούσες εταιρείες ήταν συνεργαζόμενες και παρακολουθούσαν όλες την χρήση και τυχόν προσβολή των επίδικων σημάτων, των οποίων ήταν δικαιούχοι ή αδειούχοι χρήσης, μερικές δε εξ αυτών ανήκαν στον ίδιο όμιλο .... Παρ' όλα αυτά, οι ως άνω εγκαλούσες εταιρείες υπέβαλαν την ένδικη έγκλησή τους στις 13-2-2018, δηλαδή μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας της εγκλήσεως, ήτοι του 3μήνου από την ημέρα που έμαθαν για τη τέλεση της ως άνω πρώτης επίδικης αξιόποινης πράξης και για την δράστιδα αυτής, ήτοι την εκκαλούσα κατηγορούμενη. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να εξαλειφθεί το αξιόποινο της πρώτης επίδικης πράξης, δηλαδή της εν γνώσει κατοχής και θέσης σε κυκλοφορία προϊόντων που φέρουν αλλότριο σήμα κατ' επάγγελμα, με όφελος/ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και εκμετάλλευση σε εμπορική κλίμακα, που αποτελεί κατ' έγκληση διωκόμενο έγκλημα, και πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις και τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη...". Με τις πιο πάνω παραδοχές το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτό συνδυασμό αιτιολογικού και σκεπτικού, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της άπρακτης παρέλευσης της τρίμηνης προθεσμίας προς υποβολή εγκλήσεως κατά της κατηγορούμενης αφότου οι εγκαλούσες εταιρείες έλαβαν γνώση της ένδικης πράξης και του δράστη αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την οριστική παύση της ποινικής δίωξης της κατηγορούμενης για την ένδικη πράξη της παράβασης του άρθρου 45 παρ.1 περ. β'και παρ.2 του ν. 4679/2020, λόγω υποβολής εκπρόθεσμης έγκλησης, και έκανε την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, ναι μεν αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης ως "αναγνωστέο έγγραφο" στο ακροατήριο του δικάσαντος δικαστηρίου "η από 20-10-2017 σχετική καταγγελία στο Συντονιστικό Κέντρο για την Αντιμετώπιση του Παραεμπορίου (ΣΥΚΑΠ) του Υπουργείου Οικονομίας Ανάπτυξης και Τουρισμού", πλην όμως, προκύπτει σαφώς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καθό μέρος αφορά στην οριστική παύση της ποινικής δίωξης της κατηγορούμενης για την ένδικη πράξη της προσβολής σήματος, εκδόθηκε προτού γίνει τυπικά δεκτή η έφεση της κατηγορούμενης κατά της υπ'αρ. 1778/2022 πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, η οποία έλαβε χώρα μεταγενέστερα, συνακόλουθα δε άνευ λήψης υπόψη και αξιολόγησης αποδεικτικών μέσων αναφορικά με τα κρίσιμα αποδεικτέα θέματα, ήτοι τον χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης, τον χρόνο γνώσης αυτής και του δράστη από τις ως άνω εγκαλούσες-παθούσες εταιρείες. Περαιτέρω, και ενώ σύμφωνα με το κλητήριο θέσπισμα η ένδικη πράξη έχει ως χρόνο τέλεσης τις 14 Νοεμβρίου 2017, τον οποίο προκύπτει ότι δέχεται ως χρόνο τέλεσης το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον δεν διαλαμβάνονται αντίστοιχες παραδοχές περί μεταβολής του στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται δεκτό σ' αυτήν, άνευ αιτιολογίας και ασαφώς, ότι οι εγκαλούσες εταιρείες "...", "....", ... έλαβαν γνώση για την εκ μέρους της κατηγορούμενης τέλεση της ένδικης πράξεως, στις 20-10-2017, κατά την οποία ημεροχρονολογία φέρονται δύο εξ αυτών [εγκαλουσών], και δη μόνον οι "..." και "....", ότι υπέβαλαν την από 20-10-2017 σχετική καταγγελία τους για προσβολή σήματος στο "Συντονιστικό Κέντρο για την Αντιμετώπιση του Παραεμπορίου (ΣΥΚΑΠ)" του Υπουργείου Οικονομίας Ανάπτυξης και Τουρισμού, δηλαδή προ του ως άνω χρόνου τελέσεως [14-11-2017] της ένδικης πράξης, εκ της οποίας ως άνω ημεροχρονολογίας [20-10-2017] αφετηριάζεται το τρίμηνο της απαιτούμενης για την άσκηση ποινικής δίωξης της ένδικης πράξης υποβολής έγκλησης, και όχι από τις 14-11-2017 (χρόνος τέλεσής της κατά το κατηγορητήριο), εντεύθεν δε ότι κατά τον χρόνο που οι ως άνω εγκαλούσες εταιρείες υπέβαλαν την επίμαχη έγκληση ,ήτοι στις 13-2-2018, σε βάρος της κατηγορούμενης, είχε πλέον παρέλθει η οριζόμενη εκ του νόμου τρίμηνη προθεσμία υποβολής εγκλήσεως, και ότι, εντεύθεν, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη της κατηγορούμενης για την ένδικη πράξη ένεκα της μη εμπρόθεσμης υποβολής έγκλησης εναντίον της από τις ως άνω παθούσες εταιρείες. Με τις ανωτέρω παραδοχές υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον χρόνο έναρξης της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 114 παρ.1 ΠΚ, δηλ. εάν αυτή άρχισε να τρέχει από τις 20-10-2017 ή τις 14-11-2017, έτσι ώστε να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη της εγκλήσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσεως.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι συναφείς εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της εισαγγελικής αναίρεσης, και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ,και δη κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη της κατηγορούμενης για την παράβαση του άρθρου 45 παρ.1 περ.β' και παρ.2 του ν. 4679/2020 που αντικατάστησε το άρθρο156 παρ.1 περ.γ' και παρ. 2 του ν. 4072/2012, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου, ένεκα άπρακτης παρέλευσης της τρίμηνης προθεσμίας υποβολής της έγκλησης από την γνώση του ως άνω ποινικού αδικήματος και της δράστιδος αυτού, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρ. 519,522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 586,611/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Πειραιά, κατά δη κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη της κατηγορούμενης για την παράβαση του άρθρου 45 παρ.1 περ.β' και παρ.2 του ν. 4679/2020 που αντικατάστησε το άρθρο156 παρ.1 περ.γ' και παρ. 2 του ν. 4072/2012, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου, ένεκα άπρακτης παρέλευσης της τρίμηνης προθεσμίας υποβολής της έγκλησης από την γνώση του ως άνω ποινικού αδικήματος και της δράστιδος αυτού.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2025. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουνίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ