Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 890 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 890/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Η., κατοίκου Δροσιάς Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Κοτσώνη, για αναίρεση της αποφάσεως ΔΤ3405/2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12-2-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 227/25.
Αφού άκουσε Ι)Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να επεκταθεί το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα και στον συγκαταδικασθέντα - συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Ν. Λ. του Θ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση.
ΙΙ)Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 12-2-2025 αίτηση του Σ. Κ. του Η., κατοίκου Εκάλης Αττικής, οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. ΔΤ 3405/20-12-2024 απόφασης του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος των αξιόποινων πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι επτά [27] μηνών με τριετή αναστολή και συνολική χρηματική ποινή εννέα χιλιάδων [9.000] ευρώ, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρο 474 παρ. 2 Α' ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 23-1-2025 και η δήλωση έγινε στις 12-2-2025, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3, ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα έννομο συμφέρον προς τούτο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 44, 504, 505 παρ. 1 α', 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ' και Θ' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00 €) και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000,00) δραχμών, κατά τη διάταξη δε της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €), με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς, μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000,00) δραχμών. Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, στο άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί (για την καταβολή τους). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων χρηματικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό, για την πληρότητα δε της αντικειμενικής υπόστασης των συγκεκριμένων εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενο αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, που ως τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την εργασία ή υπηρεσία του. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία (ΑΠ 598/2024, ΑΠ 567/2024, ΑΠ 1477/2023, 268/2023, 229/2023 228/2023, 102/2023, 855/2022), χρόνος τέλεσης των οποίων είναι η παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας, οπότε και αρχίζει η παραγραφή τους (ΑΠ 820/2024), εκτός της παραπάνω εξαίρεσης της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 4038/2012 (ΑΠ 1317/2023, ΑΠ 620/2023, ΑΠ 228/2023, ΑΠ 1089/2018).Για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης των παραπάνω εγκλημάτων απαιτείται το υποκείμενό τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση, το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό, στο πρόσωπο δε αυτού στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση του κατηγορουμένου στην επιχείρηση, καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και η νομική μορφή της τελευταίας, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό (ΑΠ 598/2024, ΑΠ 102/2023, ΑΠ 1336/2022, ΑΠ 1223/2022). Ειδικότερα, όταν εργοδότης είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 69 παρ. 2 του Ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του Ν. 2238/1994. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4- 2012, σύμφωνα με την οποία, ως αυτουργοί των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και απόδοσης εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες είναι: α) οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από τον νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, και β) σε περίπτωση που λείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν, πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μέχρι την 11-4-2012, οπότε θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και 2) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11-4-2012 και οφείλονται από ανώνυμη ημεδαπή εταιρία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι όσοι ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, ήτοι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων (ανεξαρτήτως του αν χαρακτηρίζονται μη εκτελεστικοί, εφόσον δεν προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012), οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε., ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται, μόνον, αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (αντιπρόεδροι και μέλη διοικητικών συμβουλίων) ασκούν πράγματι, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική (ΑΠ 567/2024, ΑΠ 1477/2023, ΑΠ 345/2023, ΑΠ 343/2023, ΑΠ 821/2021, ΑΠ 533/2021, ΑΠ 896/2020). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Όσον δε αφορά το δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ' αυτή όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως είναι και η παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του. Κατ' ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, τα κρίσιμα περιστατικά, που είναι: α) η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και κατέβαλε ή παρακράτησε. Δεν απαιτείται δε να αναφέρονται, αφού δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, ο αριθμός των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός (ΑΠ 1478/2023, ΑΠ 1477/2023, ΑΠ 846/2023, ΑΠ 345/2023, ΑΠ 936/2020, ΑΠ 1158/2019, ΑΠ 338/2016 ), β) αν ο εργοδότης είναι εταιρεία, αναφορά της μορφής αυτής και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στην εταιρεία κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, γ) όταν πρόκειται για εργοδότη ανώνυμη ημεδαπή εταιρεία στην περίπτωση που πρόκειται για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11.4.2012, οπότε, κατά τα προαναφερθέντα, θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, κατά την οποία, κατ' αρχήν, κυρίως υπόχρεοι για την ως άνω καταβολή είναι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε., ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των αρχικά και κυρίως υπόχρεων, πρέπει να αναγράφεται στην καταδικαστική απόφαση ότι ο καταδικασθείς είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο μία από τις αναγραφόμενες στην ως άνω διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 ιδιότητες, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού αυτού ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια, ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου (ήτοι του αναφερομένου, απλώς, ως εργοδότη) για καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 598/2024,ΑΠ 567/2024,ΑΠ 192/2023, ΑΠ 191/2023,ΑΠ 102/ ΑΠ 821/2021, ΑΠ 1251/2020, ΑΠ 840/2020, ΑΠ 310/2020). Τέλος, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 335/2020, ΑΠ 161/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. ΔΤ 3405/2024 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, επί λέξει, τα ακόλουθα: << Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις 1. Της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και 2. Της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών, Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι: ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΗΝ 06/10/2014 ΤΥΓΧΑΝΟΝΤΕΣ ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ [ΜΕΛΗ Δ.Σ. ΕΚΤΕΛΕΣΤΚΑ] Της ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ EUROMEDICA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ Α.Μ.Ε.: 0630112169, ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ 063 ΖΩΓΡΑΦΟΥ, ΕΙΔΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ: ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΜΕ ΠΑΡΟΧΗ ΚΑΤΑΛΥΜΑΤΟΣ, ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΧΟΝΤΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ 01/08/2014 ΕΩΣ 31/8/2014 ΣΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΜΕ ΣΧΕΣΗ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕ ΑΜΟΙΒΗ, ΠΟΥ ΑΣΦΑΛΙΖΟΤΑΝ ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, ΟΦΕΙΛΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ ΣΤΟ ΙΚΑ ΤΙΣ ΚΑΤΩΤΕΡΩ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΠΟΣΟΥ 1.157.540, 32 ΕΥΡΩ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΡΓΑΣΙΜΗ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ Τις ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΟΥ ΕΠΟΜΕΝΟΥ ΜΗΝΑ ΕΚΕΙΝΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΠΑΡΑΣΧΕΘΗΚΕ Η ΕΡΓΑΣΙΑ. ΓΙΑ ΤΗ ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΑΥΤΩΝ ΣΥΝΤΑΧΘΗΚΕ Η ΥΠ' ΑΡΙΘ. 063/ΠΕΕ/Α/611/2014 ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ ΠΟΣΟΎ ΕΙΣΦΟΡΩΝ 1. 157.540,32 ΕΥΡΩ. 1] ΕΧΟΝΤΑΣ ΝΟΜΙΜΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΒΑΡΥΝΟΥΣΩΝ Τ.. ΙΔ... [ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ] ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ, ΠΟΣΟΥ 771.693, 55 ΕΥΡΩ, ΔΕΝ ΚΑΤΕΒΑΛΕ ΑΥΤΕΣ ΣΤΟΝ ΑΝΩ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΗΝΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΟΙ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΕΓΙΒΑΒ ΑΠΑΙΤΗΤΕΣ. 2] ΕΧΟΝΤΑΣ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΕΙ ΤΙΣ ΑΣΦΑΛΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΘΕΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΥ [ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ] ΠΟΣΟΥ 385.846,77 ΕΥΡΩ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΑΠΟΔΩΣΕΙ ΑΥΤΕΣ ΣΤΟΝ ΑΝΩ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ, ΔΕΝ ΤΙΣ ΚΑΤΕΒΑΛΕ Σ' ΑΥΤΟΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΗΝΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΥΤΕΣ ΕΓΙΝΑΝ ΑΠΑΙΤΗΤΕΣ, ΚΑΤΕΣΤΗ ΓΙ' ΑΥΤΕΣ ΤΙΜΩΡΗΤΕΟΣ ΓΙΑ ΥΠΕΞΑΙΡΑΙΣΗ, Περαιτέρω επειδή προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή θα πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ. Περαιτέρω, επειδή αποδείχθηκε και οι δύο κατηγορούμενοι προσπάθησαν να άρουν τις συνέπειες των πράξεων τους [αίτηση εξυγίανσης] πρέπει να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ>>. Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. α' και δ' ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ [18] μηνών και χρηματική ποινή 6.000 ευρώ για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι επτά [27] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία και συνολική χρηματική ποινή 9.000 ευρώ, με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό: << ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΗΝ 6/10/2014 ΤΥΓΧΑΝΟΝΤΑΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ EUROMEDICA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ Α.Μ.Ε. 0630112169, ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ 063 ΖΩΓΡΑΦΟΥ, ΕΙΔΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ: ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΥΓΕΙΟΝΙΜΙΚΗΣ ΝΕΡΙΜΝΑΣ ΜΕ ΠΑΡΟΧΗ ΚΑΤΑΛΥΜΑΤΟΣ, ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΩΝ ΜΑΖΙ ΜΕ Τ... ΩΣ ΣΥΓΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜ ΚΑΙ ΕΧΟΝΤΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ 01/08/2014 ΈΩΣ 31/08/2014 ΣΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΜΕ ΣΧΕΣΗ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕ ΑΜΟΙΒΗ, ΠΟΥ ΑΣΦΑΛΙΖΟΤΑΝ ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, ΟΦΕΙΛΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΦΑΛΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ ΣΤΟ ΙΚΑ ΤΙΣ ΚΑΤΩΤΕΡΩ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΠΟΣΟΥ 1.157.540,32 ΕΥΡΩ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΡΓΑΣΙΜΗ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΟΥ ΕΠΟΜΕΝΟΥ ΜΗΝΑ, ΕΚΕΙΝΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΠΑΡΑΣΧΕΘΗΚΕ Η ΕΡΓΑΣΙΑ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΑΥΤΩΝ ΣΥΝΤΑΧΘΗΚΕ Η ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 063/ΠΕΕ/Α/611/2014 ΠΕΕ ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ ΠΟΣΟΥ ΕΙΣΦΟΡΏΝ 1.157.540,32 ΕΥΡΩ. 3] ΕΧΟΝΤΑΣ ΝΟΜΙΜΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΒΑΡΥΝΟΥΣΩΝ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ [ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ] ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ, ΠΟΣΟΥ 771.693,55 ΕΥΡΩ, ΔΕΝ ΚΑΤΕΒΑΛΕ ΑΥΤΕΣ ΣΤΟΝ ΑΝΩ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΜΗΝΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΟΙ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΕΓΙΝΑΝ ΑΠΑΙΤΗΤΕΣ. 4] ΕΧΟΝΤΑΣ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΕΙ ΤΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΘΕΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΥ [ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ] ΠΟΣΟΥ 385.846,77 ΕΥΡΩ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΑΠΟΔΩΣΕΙ ΑΥΤΕΣ ΣΤΟΝ ΑΝΩ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ, ΔΕΝ ΤΙΣ ΚΑΤΕΒΑΛΕ Σ' ΑΥΤΟΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΗΝΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΥΤΕΣ ΈΓΙΝΑΝ ΑΠΑΙΤΗΤΕΣ, ΚΑΤΕΣΤΗ ΓΙ' ΑΥΤΕΣ ΤΟΜΩΡΗΤΕΟΣ ΓΙΑ ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ>>. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ σαφή, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της απόφασης, περιλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τέτοια πληρότητα, ώστε να ικανοποιείται η απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της σαφήνειας που πρέπει να έχει η απόφαση. Ειδικότερα, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότη που είναι ανώνυμη εταιρία, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση η ιδιότητα και η θέση που ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων είχε στην ως άνω εταιρία, ώστε να ανακύπτει η νομική υποχρέωσή του αφενός μεν να εξοφλήσει τις εργοδοτικές εισφορές της εταιρίας αυτής και αφετέρου να παρακρατήσει τις εισφορές των εργαζομένων σ' αυτήν και να τις αποδώσει προς το ΙΚΑ [νυν ΕΦΚΑ]. Συγκεκριμένα, δεν αναγράφεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αν, κατά το καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας ή με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, ο αναιρεσείων ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα [1-8-2014 έως 31-8-2014], πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ή διευθύνων σύμβουλος ή εντεταλμένος ή συμπράττων σύμβουλος ή διοικητής ή γενικός διευθυντής και γενικά πρόσωπα εντεταλμένα στη διοίκηση της ανώνυμης αυτής εταιρίας, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση, ή τέλος σε περίπτωση έλλειψης των παραπάνω προσώπων, αν ο αναιρεσείων ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής [αντιπρόεδρος ή σύμβουλος] και ασκούσε πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των παραπάνω αναφερομένων κατ' αρχήν και κυρίως υπόχρεων προσώπων. Από αυτά συνάγεται ότι η αναφερομένη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ιδιότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του ως <<μέλη Δ.Σ. εκτελεστικά της επιχείρησης>> δεν καθιστά αυτούς υπόχρεους καταβολής των ως άνω εισφορών. Επομένως, ο σχετικός με την ανωτέρω πλημμέλεια πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 εδ. α' ΚΠΔ,<<Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σε αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους>>. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις προβλεπόμενες από αυτή περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι α] να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο, που είχε δικαίωμα να το ασκήσει και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β] οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπό του και γ] οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν είχαν δικαίωμα να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε είχαν μεν το δικαίωμα, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Έτσι, καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντα το ένδικο μέσο της αναίρεσης επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπό αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο, βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντα το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι, κατά τα ανωτέρω, από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σ' αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλλουν άλλους ίδιους λόγους, κύριους ή πρόσθετους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σ' αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντα [ΑΠ 1207/2024, ΑΠ 1113/2024, ΑΠ 933/2024]. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης με αριθμό ΔΤ 3405/20-12-2024 απόφασης του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι, κατ' έφεση, καταδικάστηκε για τη μη καταβολή των ίδιων εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, εκτός από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα και ο συγκατηγορούμενός του Ν. Λ. του Θ., ως συναυτουργός. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού ο ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναίρεσης, που έγινε δεκτός, δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, συντρέχει περίπτωση επεκτατικού αποτελέσματος και ως προς τον ως άνω μη ασκήσαντα αναίρεση συγκαταδικασθέντα συγκατηγορούμενο. Επομένως, μετά την παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να επεκταθεί το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα και στον συγκαταδικασθέντα στη δευτεροβάθμια δίκη συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Ν. Λ. του Θ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από κείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. ΔΤ 3405/2024 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επεκτείνει το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα και στον συγκαταδικασθέντα στη δευτεροβάθμια δίκη, για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών, συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ν. Λ. του Θ., κατοίκου Αθηνών, οδός ...
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ