Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 891 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 891/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Κ. του Γ., κατοίκου Ελευσίνας Αττικής, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλύβα, για αναίρεση της υπ'αριθ. 3980/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 12-7-2024 αίτηση αναίρεσης, καθώς και στους από 29-10-2024 προσθέτους λόγους που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 692/2024.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: Α) να γίνει δεκτός ο υπό στοιχείο "Γ" πρόσθετος λόγος αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί ως προς το λόγο αυτό για νέα συζήτηση, Β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και οι λοιποί πρόσθετοι λόγοι αυτής Γ) να επεκταθεί το αποτέλεσμα αυτό και στον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Γ. Π. του Κ. και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, με αριθμό 107/2024, αίτηση του αναιρεσείοντος, Ε. Κ. του Γ., κατοίκου Ελευσίνας Αττικής, με δήλωσή του ενώπιον της γραμματέως του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, στις 12-7-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 3980/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη, λόγω της πρόδηλης συνάφειας, με το παραδεκτώς ασκηθέν από 29-10-2024 δικόγραφο πρόσθετων λόγων του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε την 29-10-2024 ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρ. 509 ΚΠΔ). Σημειώνεται ότι ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, είχε υποβάλει ηλεκτρονικά αίτημα, προς την γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, να του χορηγηθεί επικυρωμένο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης. Βάσει του αιτήματος αυτού, του χορηγήθηκε αντίγραφο της απόφασης με ψηφιακή υπογραφή, πλην όμως, εκ παραδρομής, απουσίαζε απ' αυτήν η γνώμη της πλειοψηφίας, η οποία είχε καταχωρισθεί κανονικά στο πρωτότυπο της απόφασης. Γι' αυτό, ο αναιρεσείων με την ως άνω αίτηση αναίρεσης πρόβαλε ως μοναδικό λόγο την έλλειψη παντελούς αιτιολογίας της απόφασης (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ). Ωστόσο, στη συνέχεια, κατόπιν ειδοποίησής του από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου, του χορηγήθηκε αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο περιλαμβάνεται προσηκόντως η γνώμη της πλειοψηφίας. Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω υπέβαλε το ανωτέρω δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι υποβλήθηκε παραδεκτώς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 87 του ν. 4855/12-11-2021, η οποία εφαρμόστηκε στην προκείμενη περίπτωση ως περιέχουσα ευμενέστερες για την κατηγορουμένη διατάξεις (άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ), "Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, ως ξένο δε, θεωρείται το πράγμα, το οποίο βρίσκεται σε ξένη, αναφορικά με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση από τον δράστη του πράγματος, η οποία συντρέχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα και εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του ευρισκόμενο στην κατοχή του ξένο κινητό πράγμα, εξουσιάζοντας και διαθέτοντας αυτό σαν να ήταν κύριος, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος της υπεξαίρεσης (το οποίο είναι στιγμιαίο) θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσής του στην περιουσία του (ΑΠ 1038/2024, ΑΠ 903/2024, ΑΠ 101/2023). Ο εντολοδόχος νοείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, δηλαδή πρέπει, μεταξύ αυτού και του παθόντος, να υπάρχει σύμβαση εντολής. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των πραγμάτων, τα οποία έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή αποκτά από την εκτέλεσή της και γι' αυτό, σε περίπτωση μη απόδοσής τους στον εντολέα, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Εμπιστευμένο στον εντολοδόχο θεωρείται το πράγμα όταν, με τη θέληση του δικαιούχου, παραδόθηκε στην κατοχή εκείνου (εντολοδόχου), υποχρεουμένου αυτού να το αποδώσει αυτούσιο ή να το χρησιμοποιήσει προς ορισμένο σκοπό (ΑΠ 1038/2024). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του προϊσχύσαντος ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός, ενώ σύμφωνα με την ίδια διάταξη του νέου, ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, "Αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού", με τον οποίο εκφράζεται η έννοια της συναυτουργίας, νοείται αντικειμενικά μεν η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά ο κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση και οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς, αλλά, για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 607/2023, ΑΠ 3/2023, ΑΠ 1417/2022). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ' άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ιδιαίτερης αιτιολογίας του, διότι αυτός ενυπάρχει στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, τα οποία έγιναν δεκτά με την προσήκουσα αιτιολογία και προκύπτει από αυτήν, εκτός αν γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος, οπότε απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία των στοιχείων αυτών του δόλου. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Για την κατά τα άνω πληρότητα, συγκεκριμένα, της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως, ως προς την ηθική αυτουργία, αρκεί η μνεία του τρόπου ή μέσου, δια των οποίων ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να διαπράξει ορισμένη πράξη, την οποία αυτός τέλεσε, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας κλπ, με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται αναφορά και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κλπ (ΑΠ 717/2020, ΑΠ 604/2019, ΑΠ 290/2016). Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 3980/2023 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, επισκόπηση βιντεοληπτικού υλικού, απολογίες των κατηγορουμένων), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα (δεύτερο κατά την προσβαλλόμενη απόφαση) και τον συγκατηγορούμενό του, Γ. Π. του Κ., κάτοικο Ελευσίνας Αττικής (πρώτο κατά την προσβαλλόμενη απόφαση), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Την 1η Σεπτεμβρίου 2017, λίγο μετά τις 08.30 και αφού είχε ολοκληρωθεί από την εταιρεία ... ο χρηματεφοδιασμός ... στην Ελευσίνα, όπου ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν προϊστάμενος και ο δεύτερος ήταν ταχυδρομικός ..., διαπράχθηκε ληστεία. Συγκεκριμένα, όχημα μάρκας ... εμβόλισε την κεντρική είσοδο τη Μονάδας, σπάζοντας τα υαλοστάσια. Ακολούθως, βγήκαν από το αυτοκίνητο τρεις ένοπλοι άνδρες με κουκούλες, που ακινητοποίησαν τους υπαλλήλους, ανέβηκαν στο πατάρι και στη συνέχεια έφυγαν, αφού προηγουμένως απέσπασαν χρηματικό ποσό. Την προηγουμένη ημέρα, στις 31-08-2017 και περί ώρα 15:30 ώρα, ο δεύτερος κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το χρηματοκιβώτιο, το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο του καταστήματος, το άνοιξε και πήρε από το εσωτερικό του ένα φάκελο, χρώματος κίτρινου, ο οποίος περιείχε χρήματα. Στη συνέχεια, κρατώντας τα χρήματα αυτά ανέβηκε στο πατάρι του καταστήματος, όπου βρισκόταν το γραφείο διαχείρισης της μονάδας και από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν εκεί, καταμέτρησαν τα χρήματα. Μετά το πέρας της καταμέτρησης, τοποθέτησαν τα χρήματα στο χρηματοκιβώτιο που βρίσκεται στο πατάρι, εντός του γραφείου διαχείρισης, και στη συνέχεια, ο πρώτος κατηγορούμενος έβγαλε χρήματα από συρτάρι που βρίσκεται στην δεξιά πλευρά του γραφείου του, και τα τοποθέτησε εντός του χρηματοκιβωτίου. Την επόμενη ημέρα, την 01-09-2017 και περί ώρα 08:23 ο πρώτος κατηγορούμενος προσερχόμενος στο γραφείο του άνοιξε το χρηματοκιβώτιο, πήρε τα χρήματα από το εσωτερικό του και τα τοποθέτησε σε συρτάρι που βρίσκεται στην δεξιά πλευρά του γραφείου του. Περί ώρα 08:25 άρχισε η παράδοση των χρημάτων του χρηματεφοδιασμού και η υπάλληλος της εταιρείας "..." προσήλθε τρεις φορές στο πατάρι του καταστήματος και παρέδωσε τμηματικά στον πρώτο κατηγορούμενο σε δεσμίδες το συνολικό ποσό των 105.000,00 ευρώ. Ο πρώτος κατηγορούμενος τοποθέτησε τις δεσμίδες των χρημάτων σε συρτάρια δεξιά του γραφείου του. Σημειωτέον ότι κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο στην κατοχή του πρώτου κατηγορούμενου βρίσκονταν επιπλέον 14-15.000 ευρώ, τα οποία αποτελούσαν το περίσσευμα της προηγούμενης ημέρας και ο ίδιος είχε τοποθετήσει από το βράδυ της 31-8-2017 στο χρηματοκιβώτιο. Περί ώρα 08:38:00, ο ίδιος ως άνω κατηγορούμενος, αντιλαμβανόμενος ότι βρισκόταν σε εξέλιξη η προαναφερθείσα ληστεία, και προτού οι δράστες ανέβουν στο πατάρι, πήρε χρήματα από το συρτάρι δεξιά του γραφείου του και τα απέκρυψε σε σημείο δίπλα από το χρηματοκιβώτιο, στη συνέχεια επέστρεψε στο γραφείο του από όπου πήρε κάτι, το οποίο δεν φαίνεται στο βιντεοληπτικό υλικό, και αποκρύβοντας το πίσω από την πλάτη του απομακρύνθηκε από το σημείο. Εντός ενός έως δύο λεπτών, οι δύο εκ των τριών ληστών ανέβηκαν στο πατάρι, ερεύνησαν το χρηματοκιβώτιο και αφού δεν βρήκαν χρήματα εντός αυτού, κατευθύνθηκαν στα συρτάρια του γραφείου, όπου βρήκαν και αφαίρεσαν 69.480,00 ευρώ, τα οποία τοποθέτησαν σε ταξιδιωτικό σάκο, και στη συνέχεια, κατά την έξοδό τους από το κατάστημα, έβαλαν φωτιά στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο με το οποίο είχαν έρθει και διέφυγαν με άλλο. Αφού έφυγαν οι δράστες της ληστείας, περί ώρα 08:40 ο πρώτος κατηγορούμενος πήρε κάποιο αντικείμενο από τον χώρο που βρίσκεται κάτω από το γραφείο του και δεξιά αυτού, το απέκρυψε πίσω από την πλάτη του ώστε να μην φαίνεται από την κάμερα που υπάρχει τοποθετημένη στο χώρο και απομακρύνθηκε από το χώρο, περνώντας μπροστά από την κάμερα και εξακολουθώντας να έχει τα χέρια πίσω από την πλάτη. Όταν επέστρεψε στο χώρο, όπου δεν φαίνεται από την επισκόπηση του βιντεοληπτικού υλικού να κρατά πλέον κάτι, κατευθύνθηκε στο σημείο δίπλα από το χρηματοκιβώτιο, πήρε τα χρήματα που νωρίτερα (τη στιγμή που εισέβαλαν οι ληστές στο ισόγειο του καταστήματος) είχε αποκρύψει και τα αφαίρεσε αποκρύπτοντάς τα μπροστά εσωτερικά του πουκαμίσου του. Στη συνέχεια πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του, τα οποία βρίσκονταν πάνω στο γραφείο του, κατέβηκε από το πατάρι, βγήκε από τον χώρο της μονάδας, προσπέρασε τους διανομείς, που εκείνη τη στιγμή προσπαθούσαν να σβήσουν την φωτιά στο αυτοκίνητο των ληστών, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, οι ίδιοι είχαν πυρπολήσει, και ακολούθως εισήλθε σε παρακείμενο δρόμο και απέκρυψε τις δεσμίδες χρημάτων στο αυτοκίνητό του, προκειμένου να θεωρηθούν ως απώλεια του περιουσιακού στοιχείου της Μονάδας κατά τη ληστεία και παράνομα να τις ιδιοποιηθεί από κοινού με τον δεύτερο κατηγορούμενο Ε. Κ.. Ακολούθως, ο πρώτος κατηγορούμενος επέστρεψε στον χώρο της Μονάδας και λίγο αργότερα ειδοποίησε τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος μετέβη στο αυτοκίνητο του πρώτου από όπου παρέλαβε τις δεσμίδες με τα χρήματα και τα μετέφερε στο σπίτι του, συμπράττοντας έτσι στην από κοινού παράνομη ιδιοποίησή τους. Το αφαιρεθέν από τους κατηγορούμενους ποσό, όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, ήταν ύψους 43.450,00 ευρώ, εκ των οποίων 38.500,00 ευρώ βρέθηκαν στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου και 4.950,00 ευρώ στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 38.500 ευρώ, που ο πρώτος εξ αυτών μετέφερε στο αυτοκίνητό του, ανήκαν στον δεύτερο εξ αυτών, ο οποίος, φοβούμενος διάρρηξη της οικίας του, τα είχε εμπιστευθεί στον πρώτο προκειμένου να τα εξασφαλίσει στο χρηματοκιβώτιο της Μονάδας, ενώ το χρηματικό ποσό των 4.950 ευρώ ισχυρισμός αυτός των κατηγορουμένων δεν κρίνεται πειστικός δεδομένου ότι αφενός μεν δεν προβλέπεται από το κανονιστικό πλαίσιο των ... παρόμοια δυνατότητα εξασφάλισης χρημάτων στο χρηματοκιβώτιο της μονάδας, αφετέρου δε δεν υποστηρίζεται από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας. Καταρχάς, ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος, ενώ ισχυρίζεται ότι είχε επιτρέψει στον δεύτερο κατηγορούμενο να μεταφέρει σε χρηματοκιβώτιο στην μονάδας διανομής των ... κάποια δικά του χρήματα, δεν γνώριζε για ποιο ακριβώς ποσό επρόκειτο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος αναφέρει ότι επρόκειτο για 55.000 ευρώ, οι οποίες προέρχονταν από αναλήψεις από οικογενειακούς λογαριασμούς και από τις οποίες είχε αναλάβει σταδιακά διάφορα ποσά για την κάλυψη διαφόρων αναγκών του και έτσι είχε απομείνει το ποσό των 38.500 ευρώ. Προσκομίζει δε αντίγραφα των λογαριασμών καταθέσεων της αδελφής του Κ. Κ., των παιδιών του Γ. Κ. και Θ. Κ. και του ιδίου, από τους οποίους προκύπτει ότι τον Ιούνιο του 2015 (22 και 23/6) έγιναν αναλήψεις συνολικού ποσού 9.500 ευρώ από καθένα από τους τρεις πρώτους λογαριασμούς και 22.500 + 8.810 ευρώ από δικούς του λογαριασμού. Πλην όμως, πέραν των όσων ισχυρίζεται ο ίδιος, δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι πράγματι τα χρήματα αυτά μεταφέρθηκαν στην μονάδα διανομής των ... προς φύλαξη και ότι τα χρήματα που ανέλαβε ο δεύτερος κατηγορούμενος από το χρηματοκιβώτιο ήταν δικά του χρήματα, ούτε προκύπτει από κάποιο στοιχείο πόσα χρήματα υπήρχαν πράγματι στο χρηματοκιβώτιο. Το περιεχόμενο του βιντεοληπτικού υλικού δεν μπορεί να προσφέρει ακριβείς και βέβαιες πληροφορίες για το ύψος του χρηματικού ποσού που καταμετρήθηκε από τους κατηγορούμενους την προηγούμενη της ληστείας, δεδομένου ότι μόνο οι κινήσεις των κατηγορούμενων και οι εικασίες περί του περιεχομένου των μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα περί τούτου. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν αποκάλυψε, όπως όφειλε, στα αρμόδια υπηρεσιακά όργανα και στην αστυνομία (που άμεσα επελήφθη της υπόθεσης) τις προαναφερθείσες βιντεοσκοπημένες κινήσεις του και ενέργειες αφαίρεσης των χρημάτων και μεταφοράς τους στο αυτοκίνητο του και μόνο όταν παρουσιάστηκε η τεκμηριωμένη και αδιάψευστη καταγραφή αυτών των κινήσεων υποχρεώθηκε να τις παραδεχθεί, εξηγώντας τις με τον προαναφερθέντα τρόπο. Πλέον τούτων είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος αδιαφόρησε τα πρώτα λεπτά μετά το συμβάν για όσα συνέβησαν στη Μονάδα στην οποία προΐστατο και αντί να ασχοληθεί με όσα σοβαρά προ ολίγων μόλις λεπτών είχαν λάβει χώρα ή να συνδράμει τους διανομείς στην προσπάθειά τους να κατασβέσουν το φλεγόμενο αυτοκίνητο, επιδόθηκε εναγωνίως στην προαναφερθείσα προσπάθεια αφαίρεσης και απόκρυψης χρημάτων. Ενόψει των ανωτέρω, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους (... ο πρώτος και ... ο δεύτερος), στο ... Ελευσίνας την 1-9-2017 και περί ώρα 08:50, εκμεταλλευόμενοι την αναστάτωση που προκλήθηκε στο κατάστημα λόγω ληστείας από τρεις (3) άγνωστους δράστες, που έλαβε χώρα λίγα λεπτά νωρίτερα της ίδιας ημέρας, αφαίρεσαν από το χώρο του γραφείου διακίνησης του καταστήματος το χρηματικό ποσό των 43.450 ευρώ, το οποίο περιήλθε στην κατοχή τους, λόγω της ως άνω εργασιακής τους απασχόλησης και της ιδιότητάς τους, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία τους. Το δε συνολικό ποσό των υπεξαιρεθέντων χρημάτων, που τους είχαν εμπιστευθεί, δυνάμει της ως άνω σύμβασης εντολής, με την ιδιότητά τους δηλαδή ως εντολοδόχων, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως που τους αποδίδεται, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό παρούσας". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, κήρυξε τον αναιρεσείοντα, Ε. Κ. και τον συγκατηγορούμενό του Γ. Π. ενόχους της πράξης της υπεξαίρεσης, κατά συναυτουργία, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο (άρθρ. 45, 375 παρ. 1 ΠΚ) και, αφού αναγνώρισε σ' αυτούς την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ), επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης οκτώ (18) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθα διατακτικό: "Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας κατά συναυτουργία, τέλεσαν εκ προθέσεως έγκλημα που προβλέπεται από το Νόμο και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή. Ειδικότερα, στον κατωτέρω τόπο και χρόνο από κοινού, με πρόθεση, ιδιοποιήθηκαν παράνομα, ξένα ολικά κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που είχαν περιέλθει στην κατοχή τους με οποιοδήποτε τρόπο και, συγκεκριμένα, τα οποία τους είχαν εμπιστευτεί λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχων. Συγκεκριμένα, στην Ελευσίνα Αττικής επί της οδού ..., όπου βρίσκεται το ... Ελευσίνας, στο οποίο ο Π. Γ. του Κ. εργαζόταν ως ... και ο Κ. Ε. του Γ. ως ..., στις 01-09-2017 και περί ώρα 08:50, εκμεταλλευόμενοι την αναστάτωση που προκλήθηκε στο κατάστημα λόγω ληστείας από τρεις (3) άγνωστους δράστες, που έλαβε χώρα λίγα λεπτά νωρίτερα της ίδιας ημέρας, αφαίρεσαν από το χρηματοκιβώτιο του καταστήματος το χρηματικό ποσό των σαράντα τριών χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα ευρώ (43.450), το οποίο περιήλθε στην κατοχή τους, λόγω της ως άνω εργασιακής τους απασχόλησης και της ιδιότητάς τους, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία τους. Το δε συνολικό ποσό των υπεξαιρεθέντων χρημάτων, που τους είχαν εμπιστευθεί, δυνάμει της ως άνω σύμβασης εντολής, με την ιδιότητα τους δηλαδή ως εντολοδόχων, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της υπεξαίρεσης, κατά συναυτουργία, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, δεν αιτιολογούνται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα ακόλουθα: 1) Όπως δέχθηκε το Εφετείο, την προηγούμενη ημέρα της ληστείας 31-8-2017, περί ώρα 15:30, ο αναιρεσείων πήρε από το χρηματοκιβώτιο του ισογείου έναν κίτρινο φάκελο με χρήματα, που στη συνέχεια καταμέτρησαν από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Γ. Π. και τα τοποθέτησαν εντός του άλλου χρηματοκιβωτίου, που βρισκόταν στο πατάρι του καταστήματος. Επιπλέον, δέχθηκε ότι στην κατοχή του Γ. Π., ως προϊσταμένου του γραφείου, βρισκόταν την ημέρα εκείνη χρηματική περίσσεια 14-15.000 ευρώ, που ανήκε στα ... χρήματα τα οποία αυτός επίσης τοποθέτησε αργότερα την μέρα εκείνη (31-8-2017) εντός του ίδιου χρηματοκιβωτίου στο πατάρι του καταστήματος, ενώ, επίσης, έγινε δεκτό ότι την ημέρα της ληστείας βρίσκονταν στην κατοχή του, εκτός από τα χρήματα, που είχε καταμετρήσει την προηγουμένη και το ποσό του χρηματεφοδιασμού από 105.000 ευρώ. Προσθέτως, έγινε δεκτό ότι οι ληστές αφαίρεσαν 69.480 ευρώ και οι δύο κατηγορούμενοι υπεξαίρεσαν συνολικά 43.450 ευρώ, καθόσον στη μεν οικία του αναιρεσείοντος βρέθηκε το ποσό των 38.500 ευρώ, στη δε οικία του Γ. Π. το ποσό των 4.950 ευρώ. Ωστόσο, ουδόλως αναφέρεται στην απόφαση α) αν υπήρξε κάποιο χρηματικό ποσό, το οποίο παρέμεινε στα γραφεία των ... μετά τη ληστεία και την αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους υπεξαίρεση και β) αν το χρηματοκιβώτιο του ισογείου ήταν εν χρήσει και βρισκόταν εντός αυτού κάποιο χρηματικό ποσό ανήκον στα .... Αναφέρεται δε, εντελώς αόριστα, ότι "....δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι πράγματι τα χρήματα αυτά μεταφέρθηκαν στην μονάδα διανομής των ... προς φύλαξη και ότι τα χρήματα που ανέλαβε ο δεύτερος κατηγορούμενος από το χρηματοκιβώτιο ήταν δικά του χρήματα, ούτε προκύπτει από κάποιο στοιχείο πόσα χρήματα υπήρχαν πράγματι στο χρηματοκιβώτιο.". Εάν υπήρχαν τα παραπάνω δεδομένα, ευχερώς θα μπορούσαν να κριθούν οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων και να απαντηθούν με σαφήνεια τα προκύψαντα ζητήματα. 2) Στο σκεπτικό αναγράφεται "......ενώ το χρηματικό ποσό των 4.950 ευρώ ισχυρισμός αυτός των κατηγορουμένων.....". Είναι δηλαδή περικομμένη η σκέψη του Δικαστηρίου, σχετικά με το ποσό των 4.950 ευρώ, που βρέθηκε στην οικία του Γ. Π.. 3) Δεν είναι βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τον προσκομισθέντα κίτρινο φάκελο, επί του οποίου ο Γ. Π., την προηγουμένη της ληστείας, είχε αναγράψει ιδιοχείρως τα ποσά των 3.500 και 35.000 ευρώ. Πάντως, επισημαίνεται ότι, στην περίπτωση που κρινόταν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι στο χρηματοκιβώτιο του ισογείου βρισκόταν το χρηματικό ποσό των 38.500 ευρώ, που του ανήκε, εφόσον, στη συνέχεια έγινε δεκτό ότι τα χρήματα αυτά αναμίχθηκαν με τα χρήματα των ... για τον υπολογισμό του ύψος της ενδεχόμενης υπεξαίρεσης, θα έπρεπε, από το διασωθέν μετά τη ληστεία χρηματικό ποσό, να γίνει αναλογική κατανομή αυτού που ανήκε στα ... και αυτού που ανήκε στον αναιρεσείοντα. Ενόψει των ανωτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο σχετικός πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να επεκταθεί το αποτέλεσμα αυτό, κατ' άρθρο 469 εδ. α' του ΚΠΔ και στον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Γ. Π., ο οποίος δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης, αφού ο λόγος, για τον οποίο αναιρείται η απόφαση, συναπτόμενος με την ιδιότητα των υπεξαιρεθέντων χρημάτων ως ξένων προς αυτούς κατά κυριότητα, δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, αλλά και το πρόσωπο του συναυτουργού - συγκατηγορουμένου του. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3980/2023 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, ως προς τον αναιρεσείοντα, Ε. Κ. του Γ., κάτοικο Ελευσίνας Αττικής.
Επεκτείνει το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα και ως προς τον συγκατηγορούμενό του, Γ. Π. του Κ., κάτοικο Ελευσίνας Αττικής.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ