ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 892/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 892/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 892/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 892 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 892/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μπακρώζη, για αναίρεση της αποφάσεως 895/2024 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρία "Eurolife FFH Μονοπρόσωπη ΑΕΓΑ", νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσουκαλά.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11-10-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 11-10-2024 αίτηση του Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 895/2024 απόφασης Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης έξι [6] ετών, ασκήθηκε: α] νομότυπα, καθόσον ασκήθηκε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος από τον έχοντα ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Λιακόπουλο, ενώπιον του γραμματέως του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείου Αθηνών [άρθρο 474 παρ. 1, 4 ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 24-9-2024 και η δήλωση έγινε στις 11-10-2024, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α', 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, με παρούσα την υποστηρίζουσα την κατηγορία δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της.
Κατά το άρθρο 375 ΠΚ, όπως ισχύει από 1-7-2019 και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 87 Ν. 4855/2021 [ως προς την απειλούμενη ποινή]: <<1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο [ολικά ή εν μέρει] κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο [2] έτη και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών [3] μηνών και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η αξία του αντικειμένου υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων [120.000] ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα [10] έτη και χρηματική ποινή>>. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της υπεξαίρεσης απαιτείται: α] ξένο [ολικά ή εν μέρει] κινητό πράγμα, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον και όχι στον δράστη, τέτοια δε περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου ή από τον κύριο τούτων για ορισμένο σκοπό με την υποχρέωση να τα αποδώσει όταν του ζητηθούν ή με την εντολή να τα παραδώσει σε τρίτο, β] η κατοχή του ξένου κινητού πράγματος να έχει περιέλθει στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, γ] παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, δηλαδή πράξη [ενέργεια ή παράλειψη], με την οποία αυτός εκδηλώνει την πρόθεσή του να ενσωματώσει το ξένο πράγμα στην ιδιοκτησία του, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς σχετικό δικαίωμα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, δ] δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη. Ιδιοποίηση [στο έγκλημα της υπεξαίρεσης το οποίο είναι στιγμιαίο] σημαίνει εξωτερίκευση ενέργειας ή παράλειψης, η οποία καταδεικνύει τη θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει το ξένο κινητό πράγμα στην περιουσία του, όπως με την άρνηση απόδοσης του πράγματος στον ιδιοκτήμονα, χρόνος δε τέλεσης του εγκλήματος, που κρίνεται αναιρετικώς ανελέγκτως,, είναι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος αυτής της ενεργείας, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος. Υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος διαπράττει και ο εντολοδόχος ή ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, αν πρόκειται για αντικείμενο συνολικής αξίας άνω των 120.000 ευρώ που ο ιδιοκτήτης τους εμπιστεύθηκε λόγω αυτής της ιδιότητάς τους. Ως εμπίστευση νοείται η παράδοση του πράγματος σε πρόσωπο που έχει τις προαναφερθείσες ιδιότητες, οι οποίες παρέχουν στον ιδιοκτήτη την προσδοκία, ότι η κατοχή θα ασκηθεί για λογαριασμό του και ότι το πράγμα θα αποδοθεί σ' αυτόν. Ως εντολοδόχος νοείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, δηλαδή πρέπει μεταξύ αυτού και του παθόντος να υπάρχει σύμβαση εντολής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές ή με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το έγκλημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ [ΑΠ 950/2022]. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 381 παρ. 2 ΠΚ: << 2. Τα αξιόποινο των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου ή κατηγορουμένου για την πράξη, αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος...>>.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος. Οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους [μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.], χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού [έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης], ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία [ΑΠ 1121/2024, ΑΠ 939/2024], κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της υπεξαίρεσης ποσού άνω των 120.000 ευρώ από εντολοδόχο, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου, αφού δεν καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 375 ΠΚ, το είδος της υπαιτιότητας, ο νόμος αρκείται σε κοινό [απλό] δόλο [ΑΠ 101/2022].

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 895/2024 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: <<Η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ''EUROLIFE ERB ΑΕΓΑ'' συνήψε με τον κατηγορούμενο στις 9-9-2009 έγγραφη σύμβαση πρακτόρευσης, σύμφωνα με την οποία η πρώτη ανέθεσε στον δεύτερο να διαμεσολαβεί σε τρίτους, με την ιδιότητά του ως ασφαλιστικός πράκτορας για την σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με την εταιρία, έναντι της μεταξύ τους συμφωνημένης αμοιβής προμηθείας. Ο κατηγορούμενος ανέλαβε επιπλέον την υποχρέωση να εισπράττει ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους και να τα αποδίδει σε αυτήν την τελευταία εργάσιμη ημέρα του τρίτου μήνα έκδοσης των ασφαλιστηρίων. Επίσης συμφωνήθηκε η υποχρέωση του πράκτορα να επιστρέφει στην ασφαλιστική επιχείρηση τα ασφαλιστήρια, τις πρόσθετες πράξεις και τα ανανεωτήρια, που προορίζονταν για ακύρωση μέσα σε δύο ημέρες από την έκδοσή τους, αλλιώς τα αντίστοιχα ασφάλιστρα θα θεωρούνταν εισπραχθέντα από αυτόν και θα του χρεώνονταν οριστικά. Για την εξυπηρέτηση δε της εν λόγω σύμβασης δημιουργήθηκε από αυτή δοσοληπτικός λογαριασμός, στον οποίο ο κατηγορούμενος χρεωνόταν με το ποσό των μικτών ασφαλίστρων και πιστωνόταν με τις προμήθειες και τις εκάστοτε καταβολές του. Καίτοι στην αρχή η συνεργασία εξελισσόταν ομαλά, από το Δεκέμβριο του έτους 2010 άρχισε ο κατηγορούμενος να μην είναι πλέον συνεπής στις οικονομικές υποχρεώσεις του. Τον Οκτώβριο του έτους 2011 το ποσό που όφειλε ο τελευταίος ανερχόταν σε 166.000 ευρώ, ποσό το οποίο δεν αρνήθηκε. Συμφωνήθηκε μάλιστα μεταξύ των μερών προς διευκόλυνση του κατηγορουμένου, η κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού για το διακανονισμό της οφειλής του [το οποίο ουδέποτε προσήλθε να υπογράψει] και η έκδοση από αυτόν επιταγής με λήξη 30.11.2011 ποσού 30.000 ευρώ, η οποία σφραγίσθηκε εν συνεχεία. Ακολούθως, πραγματοποιήθηκαν ακυρώσεις συμβολαίων και ως εκ τούτου ακυρώθηκε ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής. Έγιναν καταβολές μικρές μεμονωμένες από πελάτες του, όπως προέκυψε από καταθετήρια, με αποτέλεσμα το ποσό να μειωθεί. Ο προαναφερόμενος τηρούμενος λογαριασμός, κατά το οριστικό του κλείσιμο στις 7-12-2011, λόγω λύσης της σύμβασης πρακτόρευσης, κατόπιν έγγραφης καταγγελίας για σπουδαίο λόγο και όχλησης, που επιδόθηκε στον πράκτορα στις 8-12-2011, εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του, ποσό 126.235 ευρώ, [συμπεριλαμβανομένου του ποσού των 30.000 ευρώ της επιταγής], το οποίο ο τελευταίος αρνήθηκε να αποδώσει στην εγκαλούσα εταιρία, καίτοι το είχε εισπράξει από τους πελάτες της. Αντιθέτως, το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία του, χωρίς νόμιμο λόγο. Ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι είναι αόριστη η κατηγορία εις βάρος του, γεγονός που δεν ευσταθεί, διότι όπως η μάρτυς Ε. Γ., προϊσταμένη στο Τμήμα Εισπράξεων, κατέθεσε κατηγορηματικά υπήρχε ενημέρωση τακτική. Ειδικότερα, μηνιαία αποστελλόταν σε κάθε συνεργάτη η λίστα με το υπόλοιπο, αλλά και τηλεφωνικά επικοινωνούσαν με τος εκάστοτε πράκτορα για την υπενθύμιση του χρεωστικού υπολοίπου και ως προς εάν υπάρχει τυχόν ασυμφωνία. Σε κάθε περίπτωση όλα τα ποσά έχουν αιτιολογηθεί ακόμη και οι καταβολές που προσκομίζει ο κατηγορούμενος μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2012, αφού έχουν συνυπολογιστεί στη μήνυση που έχει υποβληθεί ένα έτος αργότερα.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως πρωτοβαθμίως>>.

Ακολούθως, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι:

<<Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 120.000 ευρώ από εντολοδόχο και συγκεκριμένα του ότι: Στην Αθήνα, την 08-11-2011 ενεργώντας με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα [ολικά] κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του, το αντικείμενο δε της πράξης του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Συγκεκριμένα υπό την ιδιότητά του ως ασφαλιστικός πράκτορας και εξ αυτού του λόγου εντολοδόχος, έχοντας αναλάβει δυνάμει του από 09 Σεπτεμβρίου 2009 σύμβασης πράκτορα, που είχε καταρτίσει με την εγκαλούσα εταιρεία << E. F. G. Eurolife Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων>> την υποχρέωση μεσολάβησης για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων στην περιφέρεια Αττικής μεταξύ της ανωτέρω εντολέως εταιρείας και τρίτων, οι οποίοι εκδήλωναν ενδιαφέρον να τύχουν των παρεχομένων από αυτήν ασφαλιστικών υπηρεσιών, ήτοι ασφαλίσεων ατυχημάτων, μεταφερομένων εμπορευμάτων, πυρκαγιάς και στοιχείων της φύσης, λοιπών ζημιών αγαθών, αστικής ευθύνης και λοιπών καλύψεων αυτοκινήτων και αστικής ευθύνης μεταφορέα [CMR], αστικής ευθύνης σκαφών, γενικής αστικής ευθύνης, βοήθειας, αν και εισέπραξε υπό την ανωτέρω ιδιότητά του κατά το προειρημένο χρονικό διάστημα από την κατάρτιση αντίστοιχων ασφαλιστικών συμβάσεων το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε ευρώ [126.235 ευρώ], δεν απέδωσε τούτο ως όφειλε στην εγκαλούσα εταιρεία, αλλά αντιθέτως το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία του χωρίς νόμιμο λόγο>>. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού δεν εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και με τα οποία αιτιολογείται γιατί το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για ολόκληρο το ποσό που αναφέρεται στο διατακτικό και απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του για μερική εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 120.000 ευρώ. Ειδικότερα, ενώ εκτίθενται στην απόφαση η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως ασφαλιστικού πράκτορος και εξ αυτού του λόγου εντολοδόχου, έχοντας αναλάβει δυνάμει της από 9-9-2009 σύμβασης πρακτόρευσης με την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία <<EUROLIFE ERB ΑΕΓΑ>> την διαμεσολάβηση σε τρίτους για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με την εγκαλούσα έναντι της συμφωνημένης αμοιβής προμήθειας και την υποχρέωση είσπραξης των ασφαλίστρων και την υποχρέωση απόδοσης στην εγκαλούσα των εισπραχθέντων ασφαλίστρων μετά την αφαίρεση της προμήθειάς του, η δημιουργία δοσοληπτικού λογαριασμού για την εξυπηρέτηση της ως άνω σύμβασης, το ποσό της οφειλής του αναιρεσείοντος κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 ύψους 166.000 ευρώ, οι μικρές μεμονωμένες καταβολές από πελάτες με καταθετήρια που περιόρισαν το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού στις 7-12-2011 στο ποσό των 126.335 ευρώ, δηλαδή ενώ δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση ότι κατά το οριστικό κλείσιμο στις 7-12-2011, λόγω λύσης της σύμβασης πρακτόρευσης, κατόπιν έγγραφης καταγγελίας για σπουδαίο λόγο και όχληση, που επιδόθηκε στον πράκτορα και αναιρεσείοντα στις 8-12-2011 ο τηρούμενος λογαριασμός εμφάνισε υπόλοιπο σε βάρος του 126.335 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκε στις 8-11-2011, παράλληλα δέχεται ότι ο αναιρεσείων προέβη σε καταβολές προς την εγκαλούσα μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2012, τις οποίες προσκόμισε και ότι όλες οι μεταγενέστερες αυτές καταβολές, έχουν συνυπολογιστεί στη μήνυση που έχει υποβληθεί το έτος 2013, χωρίς όμως να αιτιολογεί με ποιο τρόπο συνυπολογίστηκαν οι μεταγενέστερες καταβολές που έγιναν από τον αναιρεσείοντα το έτος 2012 και ποιο είναι το τελικό χρεωστικό υπόλοιπο, μετά την αφαίρεση των μεταγενέστερων καταβολών από το εμφανιζόμενο στην εξώδικη όχληση ποσό των 126.335 ευρώ, το οποίο δέχεται ότι υπεξαιρέθηκε. Συγκεκριμένα, ενώ ο αναιρεσείων προέβαλε τον εκ του άρθρου 381 παρ. 2 ΠΚ [σελ. 10 των πρακτικών] αυτοτελή ισχυρισμό περί μερικής εξάλειψης του αξιοποίνου, επειδή από το Νοέμβριο του 2011 έως τον Μάιο του 2012 κατέβαλε στην εγκαλούσα με τραπεζικές πληρωμές συνολικά 27.638,46 ευρώ, τον οποίο υποστήριζε με την επίκληση και προσκόμιση ενώπιον του Δικαστηρίου [σελ. 18 και 19 των πρακτικών] των σχετικών δελτίων καταθέσεων της Τράπεζας Eurobank EFG, που αναγνώστηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του, εκ των οποίων 36 δελτία αφορούν καταθέσεις συνολικού ποσού 7.886,75 ευρώ, από μήνα Ιανουάριο έως μήνα Μάιο 2012, το δικαστήριο απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό του με την αιτιολογία ότι "Σε κάθε περίπτωση όλα τα ποσά έχουν αιτιολογηθεί ακόμη και οι καταβολές που προσκόμισε ο κατηγορούμενος μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 2012, αφού έχουν συνυπολογισθεί στη μήνυση που έχει κατατεθεί ένα έτος αργότερα". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το ποσό των 7.866,75 ευρώ εμφανίζεται να κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, μετά το χρεωστικό υπόλοιπο των 126.335 ευρώ, το οποίο δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση ότι υπήρχε στις 8-11-2011, το οποίο έκρινε ακολούθως ότι υπεξαίρεσε ο αναιρεσείων με συνέπεια να υφίσταται αντίφαση, ασάφεια και λογικά κενά στο σκεπτικό, αλλά και μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, εκ των να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 375 παρ. 1 και 2 και 381 παρ. 2 ΠΚ, οι οποίες παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία και περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ]

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 895/2024 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή