ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 894/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 894/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 894/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 894 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 894/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ξ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Ειρήνη Φωτιάδου, η οποία διορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 755/2023 απόφαση του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 32226/2004, για αναίρεση της αποφάσεως 755/2023 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1-9-2023 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 11-11-2024 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την διορισθείσα δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 1-9-2023 αίτηση του Α. Ξ. του Π., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 755/2023 απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων: α] της ληστείας από κοινού και β] της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης τριών [3] ετών και τριών [3] μηνών, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στον γραμματέα του Εφετείου Αθηνών [άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 12-7-2023 και η δήλωση έγινε στις 1-9-2023, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών, μη συνυπολογιζόμενου του χρονικού διαστήματος από 1 έως 31 Αυγούστου [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3, 4 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούχο και έχοντα έννομο συμφέρον προς τούτο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγος αναίρεσης [άρθρα 44, 504, 505 παρ. 1 α', 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' ΚΠΔ]. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Με την αίτηση αυτή πρέπει να συνεκδικαστούν και οι από 11-11-2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης [άρθρο 509 ΚΠΔ].

Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, η οποία εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση ως περιέχουσα ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο ως προς την ποινή διατάξεις [άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ], ληστεία διαπράττει όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο [ολικά ή εν μέρει] κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, το οποίο είναι σύνθετο έγκλημα και προσβάλλει τα έννομα αγαθά της προσωπικής ελευθερίας και κυρίως της ιδιοκτησίας, εμπεριέχοντας στην αντικειμενική υπόστασή του τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της παράνομης βίας [330 ΠΚ] και της κλοπής [372 ΠΚ], απαιτούνται, αντικειμενικώς, η αφαίρεση ή ο εξαναγκασμός σε παράδοση από άλλον με τη χρήση σωματικής βίας ή απειλών ενωμένων με επικείμενο για τη ζωή ή το σώμα κίνδυνο, ξένου ολικά ή εν μέρει κινητού πράγματος, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της ιδιότητας του πράγματος ως ξένου ολικά ή εν μέρει και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να το αφαιρέσει ή να εξαναγκάσει τον άλλον να του το παραδώσει, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα [ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 98/2022].

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 309 του νέου ΠΚ όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 64 του Ν.4855/2021, <<Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή>>. Η διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, όπως ίσχυε από 1-7-2019 σε σχέση με την προϊσχύσασα μέχρι 30-6-2019, δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, [όπως συμβαίνει και με την τροποποιηθείσα διάταξη με τον ως άνω Ν. 4855/2021], είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αφού αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών έως πέντε ετών, που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη από αυτήν ποινή είναι φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και ήδη μετά το Ν. 4855/2021, προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως τρία έτη. Απαιτούμενα στοιχεία για την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, είναι η πρόκληση σωματικής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 308 ΠΚ και η τέλεση της πράξης κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη. Ενόψει της διαζευκτικής αυτής διατύπωσης είναι απαραίτητο στην καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περίπτωσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 79 ΠΚ κριτήρια. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται απλός [κοινός] δόλο, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης κι θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά [ΑΠ 368/2022].

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν, είτε πριν από την πράξη ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο, αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος [ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 253/2021].

Εξάλλου, κατά το άρθρο 34 ΠΚ, πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν όταν την διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, αυτός δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Ενώ, κατά το άρθρο 36 ΠΚ, αν, εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη [άρθρο 83 ΠΚ]. Κατά τις διατάξεις αυτές, ως νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών νοείται κάθε μορφής παραφροσύνη ή φρενοπάθεια ή ολιγοφρενία, που προέρχεται από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, ενώ ως διατάραξη της συνείδησης νοείται κάθε μορφής ψυχική διατάραξη, η οποία δεν συνδέεται με παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, εμφανίζεται σε ψυχικώς υγιή άτομα και είναι από τη φύση της παροδική. Έτσι, αν, λόγω μιας από τις προαναφερόμενες ψυχικές καταστάσεις, ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να συνειδητοποιήσει τον άδικο χαρακτήρα της ή να συμμορφωθεί με την αντίληψή του αυτή, η πράξη στην πρώτη περίπτωση δεν καταλογίζεται στο δράστη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση επιβάλλεται μειωμένη ποινή κατά το άρθρο 83 ΠΚ [ΑΠ 1518/2022, ΑΠ 360/2020].

Εξάλλου, η τοξικομανία του εξαρτημένου χρήστη κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν.4139/2013, δηλαδή εκείνου που έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, δεν οδηγεί στην έλλειψη ή στη μείωση της ικανότητας για καταλογισμό από μόνη της αν δεν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 34 ΠΚ προϋποθέσεις [ΑΠ 518/2020, ΑΠ 1200/2020].

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος , οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με α αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους [μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.], χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Ακόμη, η επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ ΑΠ 930/2022].

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 755/2023 απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής:

<< Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι στον πιο κάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις τέλεσαν με πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση περισσότερων εγκλημάτων που τιμωρούνται από το νόμο με ποινές στερητικές της ελευθερίας. Ειδικότερα: 1] Στις 27-9-2015 και περί ώρα 12.30' στο Ηράκλειο Αττικής και συγκεκριμένα στη συμβολή των οδών ..., η παθούσα, Μ. Π. του Α., έβαινε πεζή πλησίον της οικία της. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, οι κατηγορούμενοι επέβαιναν σε δίκυκλη μοτοσυκλέτα μικρού κυβισμού, χρώματος πράσινου, άνευ πινακίδων κυκλοφορίας, την οποία οδηγούσε ο 2ος κατηγορούμενος [Γ. Ν.]. Οι ως άνω κατηγορούμενοι, έχοντας συναποφασίσει να τελέσουν την πράξη της ληστείας, πλησίασαν εκ των όπισθεν αργά την παθούσα και άσκησαν σωματική βία εναντίον της αφαιρώντας βίαια την τσάντα ώμου που αυτή κρατούσε, ρίχνοντάς την στο έδαφος και σύροντας αυτήν λίγα μέτρα, ώστε να κάμψουν την αντίστασή της. Έτσι τελικά απέσπασαν από αυτήν την τσάντα της, η οποία περιείχε ένα πορτοφόλι χρώματος μπεζ - πράσινο με το χρηματικό ποσό των 100 ευρώ, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG GALAXY και ένα ζευγάρι κλειδιά. Οι κατηγορούμενοι χρησιμοποιώντας το παραπάνω μεταφορικό μέσο, απομακρύνθηκαν από το σημείο, τα ως άνω δε αντικείμενα ιδιοποιήθηκαν από κοινού παρανόμως. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάπραξη της ως άνω πράξεως της ληστείας, και κατά τον ως άνω τρόπο, ήτοι ασκώντας σωματική βία εναντίον της παθούσας, που κινούνταν πεζή στο παραπάνω σημείο, αφαιρώντας βίαια την τσάντα ώμου που αυτή κρατούσε, ρίχνοντας στο έδαφος και σύροντας αυτήν για λίγα μέτρα, ώστε να κάμψουν την αντίστασή της, η παθούσα υπέστη εκδορές σε διάφορα σημεία του σώματός της. Λόγω δε του τρόπου τελέσεως της πράξεως, δηλαδή από επιβαίνοντες σε μοτοσικλέτα, η οποία εκινείτο με ταχύτητα, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η βιαιότητα και η σφοδρότητα του πλήγματος που δέχθηκε η παθούσα, θα μπορούσε αυτή να υποστεί βαριά σωματική βλάβη ή κίνδυνο για τη ζωή της. Όλα τα ανωτέρω προέκυψαν από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η παθούσα αναγνώρισε τους κατηγορουμένους ως τους δράστες των ανωτέρω πράξεων, όπως μάλιστα κατέθεσε τόσο προανακριτικά, όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου.

Περαιτέρω, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι δια των συνηγόρων τους πρότειναν τον αυτοτελή ισχυρισμό περί μειωμένου καταλογισμού κατ' άρθρο 36 ΠΚ, λόγω του ότι προέβησαν στην τέλεση των αποδιδόμενων πράξεων υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος δεδομένου ότι η χρήση ναρκωτικών ουσιών από μόνη της δεν αποτελεί στοιχείο για να θεωρηθεί ο δράστης ελαττωμένου καταλογισμού κατ' άρθρο 36 ΠΚ ενώ περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι 1ος και 2ος των κατηγορουμένων, συνεπεία της χρήσης ή της κατάχρησης ναρκωτικών ουσιών, εμφάνιζαν ψυχιατρικές διαταραχές, παρανοϊκές εκδηλώσεις ή ψυχωσικά επεισόδια, που επιφέρουν διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών τους και να τους καθιστούν άτομα σημαντικά μειωμένου καταλογισμού [βλ. σχετ. ΑΠ 755/2022, ΑΠ 225/2022, ΑΠ 1940/ 2019, ΤΝΠ, ΝΟΜΟΣ]. Αντιθέτως, οι κατηγορούμενοι κατά την τέλεση της ληστείας έδρασαν μεθοδικά έτσι χρησιμοποίησαν μοτοσικλέτα άνευ πινακίδων κυκλοφορίας, άσκησαν σωματική βία κατά της παθούσας ρίχνοντας την στο έδαφος. Επίσης όπως κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός Π. - Η. Μ. ο 1ος κατηγορούμενος που ήταν συνοδηγός μόλις τον ακινητοποίησαν για να τον συλλάβουν απέρριψε στο έδαφος το πορτοφόλι της παθούσας και ο κινητό τηλέφωνο χωρίς να μπορέσει να δικαιολογήσει πως βρέθηκαν στην κατοχή του. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται, καθόσον η προσκομιζόμενη από τον δεύτερο κατηγορούμενο από 31-1-2022 Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας από την Γενική Δ/νση Παροχών και Υγείας, αφορά την αναπηρία του 2ου κατηγορουμένου όχι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης [27-9-2015], αλλά για το χρονικό διάστημα από 18-6-2022 έως 30-6-2022 . Επίσης, η προσκομιζόμενη από τον πρώτο κατηγορούμενο από 19-6-2013 Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας από τη Γενική Δ/νση Παροχών και Υγείας αφορά την αναπηρία του πρώτου κατηγορουμένου όχι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης [27-9-2015], αλλά για το χρονικό διάστημα από 8-3-2013 έως 31-3-2014. Πρέπει, επομένως να κηρυχθούν ένοχοι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι των αποδιδόμενων πράξεων και να αναγνωρισθεί στον πρώτο κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, όπως και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο>>. Στη συνέχεια το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, καθώς και τον συγκατηγορούμενό του ένοχους με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ και τους επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης τριών [3] ετών και τριών [3] μηνών στον καθένα, με το ακόλουθο διατακτικό: <<Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι στον πιο κάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις, τέλεσαν με πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση περισσότερων εγκλημάτων που τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: 1] Στον κάτωθι τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού, έχοντας συναποφασίσει να διαπράξουν το αδίκημα της ληστείας, με σωματική βία εναντίον προσώπου, αφαίρεσαν από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθούν παρανόμως. Συγκεκριμένα, στο Ηράκλειο Αττικής στις 29.09.2015 και περί ώρα 12.30' στη συμβολή των οδών ..., ενώ επέβαιναν σε δίκυκλη μοτοσικλέτα μικρού κυβισμού, χρώματος πράσινου, άνευ πινακίδων κυκλοφορίας, την οποία οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος [Γ. Ν.], έχοντας συναποφασίσει να τελέσουν την πράξη της ληστείας, άσκησαν σωματική βία εναντίον της Μ. Π. του Α., που κινούνταν πεζή στο παραπάνω σημείο, αρπάζοντας την τσάντα ώμου που αυτή κρατούσε, ρίχνοντάς την κάτω και σύροντας αυτή για λίγα μέτρα, ώστε να κάμψουν την αντίστασή της και αφαίρεσαν έτσι από αυτήν την τσάντα της, η οποία περιείχε ένα πορτοφόλι χρώματος μπεζ - πράσινο με το χρηματικό ποσό των 100 ευρώ, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG GALAXY και ένα ζευγάρι κλειδιά και χρησιμοποιώντας το παραπάνω μεταφορικό μέσο, απομακρύνθηκαν από το σημείο. Όλα δε τα παραπάνω αντικείμενα ιδιοποιήθηκαν από κοινού παρανόμως. 2] Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον σωματική κάκωση με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει για τον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, κατά τη διάπραξη της πράξεως της ληστείας, που περιγράφεται στο υπό στοιχείο [1] του παρόντος, άσκησαν σωματική βίας εναντίον της Μ. Π. του Α., που κινούνταν πεζή στο παραπάνω σημείο, αρπάζοντας την τσάντα ώμου που αυτή κρατούσε και ρίχνοντάς την κάτω και σύροντας αυτή για λίγα μέτρα, ώστε να κάμψουν την αντίστασή της, με αποτέλεσμα να υποστεί εκδορές σε διάφορα σημεία του σώματός της. Λόγω δε του τρόπου τελέσεως της πράξης, δηλαδή επιβαίνοντες σε μοτοσικλέτα, η οποία κινείτο με ταχύτητα, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η βιαιότητα και η σφοδρότητα του πλήγματος που δέχθηκε η παθούσα, θα μπορούσε αυτή να υποστεί βαριά σωματική βλάβη ή κίνδυνο για τη ζωή της>>. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της ληστείας από κοινού, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 34, 36, 380 παρ. 1 ΠΚ [ν.4619/2019]. Ειδικότερα: α] έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, β] όλα τα αποδεικτικά μέσα αξιολογήθηκαν, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, γ] δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία γιατί οδηγήθηκε σε διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ] αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο τελέστηκε η πράξη ληστείας από κοινού σε βάρος της παθούσας Μ. Π. του Α., ήτοι με την βίαιη αφαίρεση της τσάντας της, την πτώση της στο έδαφος και την παράσυρσή της για λίγα μέτρα με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα μικρού κυβισμού στην οποία επέβαιναν, ε] αναφέρεται ο υπερχειλής δόλος τους για την πράξη της ληστείας, στ] απέρριψε αιτιολογημένα τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος περί μειωμένου καταλογισμού λόγω της τοξικομανίας του, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή διατάραξης της συνείδησή του κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξεων του δεν είχε την ικανότητα ή την μειωμένη ικανότητα για να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του. Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν και αόριστος αφού μόνη η επίκληση της τοξικομανίας δεν είναι ικανή να οδηγήσει στη μείωση της ικανότητας για καταλογισμό, αν δεν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 34 ΠΚ. Επομένως, οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, όμως, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικά με το είδος της βλάβης της παθούσας, αφού αναφέρονται, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, διαζευκτικά ο κίνδυνος ζωής και ο κίνδυνος βαριάς σωματικής βλάβης με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 308 - 309 ΠΚ. Επομένως, είναι βάσιμοι οι πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, που λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, από το άρθρο 510 παρ. 1 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε'ΚΠΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού.

Κατά το άρθρο 511 του ΚΠΔ, όπως ισχύει, << Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β'. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της>>.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο, σύμφωνα με διάταξη νόμου, δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη, καθώς και όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 368 εδ. β' και 511 εδ. γ' ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον κρίνει βάσιμο έναν λόγο αναίρεσης και αφού διαπιστώσει τη συμπλήρωση αυτής, που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη [ΑΠ 482/2023].

Στην προκειμένη περίπτωση, η ως άνω αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση, διώκεται και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, ενώ τελέστηκε στις 27-9-2015. Από τότε μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης [28-1-2025], παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η πράξη αυτή της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού, έχει υποπέσει σε παραγραφή, οπότε πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου γι' αυτήν, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 εδ. α' ΚΠΔ, <<Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σε αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους>>. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις προβλεπόμενες από αυτή περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι α] να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο, που είχε δικαίωμα να το ασκήσει και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β] οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπό του και γ] οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν είχαν δικαίωμα να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε είχαν μεν δικαίωμα, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Έτσι καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντα το ένδικο μέσο της αναίρεσης επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο έγινε τελικά δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο, βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντα το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι, κατά τα ανωτέρω, από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σ' αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλλουν άλλους ίδιους λόγους, κύριους ή πρόσθετους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σ' αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντα [ΑΠ 1207/2024, ΑΠ 1113/2024, ΑΠ 933/2024].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 755/28-4-2023 απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι, κατ' έφεση, καταδικάστηκαν για επικίνδυνη σωματική βλάβη από κοινού, εκτός από τον αναιρεσείοντα και ο Γ. Ν. του Ε., ως συναυτουργός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού οι ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, που έγινε δεκτός, δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του αναιρεσείοντα, συντρέχει περίπτωση επεκτατικού αποτελέσματος και ως προς τον ως άνω μη ασκήσαντα αναίρεση συγκαταδικασθέντα συγκατηγορούμενο. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ως προς την αξιόποινη πράξη της ληστείας από κοινού, να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση ως προς την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη ως προς την πράξη αυτή και να επεκταθεί το αποτέλεσμα της παύσης της ποινικής δίωξης και ως προς τον συγκαταδικασθέντα - συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Γ. Ν. του Ε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 755/2023 απόφαση του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού κατά του αναιρεσείοντος Α. Ξ. του Π., κατοίκου ..., οδός ..., για το ότι: <<Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης προκάλεσαν σε άλλον σωματική κάκωση, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα στο πιο πάνω τόπο και χρόνο, κατά τη διάπραξη της πράξεως της ληστείας, που περιγράφεται στο υπό στοιχείο [1] του παρόντος, άσκησαν σωματική βία εναντίον της Μ. Π. του Α., που κινούνταν πεζή στο παραπάνω σημείο, αρπάζοντας την τσάντα ώμου που αυτή κρατούσε και ρίχνοντάς την κάτω και σύροντας αυτή για λίγα μέτρα, ώστε να κάμψουν την αντίστασή της, με αποτέλεσμα να υποστεί εκδορές σε διάφορα σημεία του σώματός της. Λόγω δε του τρόπου τελέσεως της πράξης, δηλαδή από επιβαίνοντες σε μοτοσικλέτα, η οποία κινείτο με ταχύτητα, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η βιαιότητα και η σφοδρότητα του πλήγματος που δέχθηκε η παθούσα, θα μπορούσε αυτή να υποστεί βαριά σωματική βλάβη ή κίνδυνο για τη ζωή της>>.

Επεκτείνει το αποτέλεσμα της αναιρετικής απόφασης και στον συγκαταδικασθέντα - συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Γ. Ν. του Ε., κάτοικο ..., οδός ... και ήδη κρατούμενου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 1-9-2023 αίτηση και τους από 12-11-2024 πρόσθετους λόγους αυτής του Α. Ξ. του Π., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 755/2023 απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την αξιόποινη πράξη της ληστείας από κοινού.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή