ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 895/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 895/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 895/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 895 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Ε.Λ
Αριθμός 895/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Μητρουλιά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως Εφετών Ευβοίας, περί αναιρέσεως της αποφάσεως 24/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας. Με κατηγορούμενο τον Ε. Π. του Κ., κάτοικο Άρματος Βοιωτίας, που δεν εμφανίσθηκε.
Το Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας Εφετών Ευβοίας Βασιλική Δεληστάθη ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4-12-2024 και με αριθμό 10/2024 αίτησή της, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Ευβοίας Ιουλίας Καραγεώργη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1166/24.

Αφού άκουσε Τoν Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 1 εδ. β' περ. β' του νέου ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Εφετών, μπορεί, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507 ΚΠΔ [ήτοι είκοσι ημερών από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο], να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του Εφετείου, του Μικτού Ορκωτού Εφετείου και των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων που ανήκουν στην περιφέρειά του και για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας [άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ]. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 4-12-2024 αίτησή της η Εισαγγελέας Εφετών Εύβοιας, ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθ. 24/2022 απόφασης του Τριμελούς εφετείου Κακουργημάτων Εύβοιας, με την οποία το Δικαστήριο αυτό έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, σε βάρος του κατηγορουμένου Ε. Π. του Κ., κατοίκου Άρματος Βοιωτίας, αφού μετέβαλε την κακουργηματική κατηγορία του άρθρου 66 παρ. 5 β' του Ν.4174/2013, σε πλημμέλημα του άρθρου 666 παρ. 5 α' του Ν. 4174/2013. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 474 παρ.1, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 στοιχ. β' 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' , 507 ΚΠΔ], εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 21-11-2024. Επομένως, είναι παραδεκτή, αφού ασκήθηκε από εισαγγελική λειτουργό, που είχε το δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναίρεσης, κατά απόφασης που υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, περιλαμβάνει δε ορισμένους λόγους αναίρεσης, όπως αυτοί αναφέρθηκαν πιο πάνω και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των προβαλλομένων με αυτή λόγων αναίρεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 512 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το Ν.4637/2019, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται, σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν ζητεί την αναίρεση ο Εισαγγελέας αυτός δεν κλητεύεται αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 1003/2020]. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από 31-1-2025 και 11-1-2025 αποδεικτικά επίδοσης του αρχιφύλακα Β. Τ. το πρώτο και του αρχιφύλακα Ε. Μ. το δεύτερο, προς τον κατηγορούμενο Ε. Π. και τον ορισθέντα αντίκλητο αυτού Ηλία, δικηγόρο Χαλκίδας αντίστοιχα, αυτός κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 4-3-2025. Επομένως, αφού ο ανωτέρω κατηγορούμενος - αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να και αυτός παρών, σύμφωνα με τα άρθρα 512 παρ. 3 και 515 παρ. 2 ΚΠΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 του ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 (που άρχισε να ισχύει από 17-10-2015), ορίζεται ότι "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 (σημ. αντίστοιχες των άρθρων 17 παρ. 1 και 18 παρ. 1 του ν. 2523/1997 που καταργήθηκαν με το άρθρο 71 και αντικαταστάθηκαν με τις ρυθμίσεις του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά τον ν. 4337/2015), οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος...". Ήδη η διάταξη 66 παρ. 5 του ανωτέρω Ν. 4174/2013 καταργήθηκε και ισχύει η ταυτάριθμη του Ν. 4987/2022 "Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Φ.Ε.Κ. 206/4-11-2022, τεύχος πρώτο), με έναρξη ισχύος από την 4-11-2022, κατά την οποία : " 5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ., εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ., εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 3 του νέου ΠΚ, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 και ισχύει από 1-7-2019, ορίζεται ότι: " Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περ. γ'. Η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της....". Επομένως, η προαναφερόμενη στην ως άνω ειδική ποινική μεταχείριση του άρθρου 66 έχει ήδη σύμφωνα με την ως άνω παρ. 3 του άρθρου 463 και την παρ. 83 του νέου ΠΚ, αντικατασταθεί από τη φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή την κάθειρξη έως και έξι (6) έτη και, συνακόλουθα, συντρέχει λόγος προσαρμογής του άρθρου 66 στο νεότερο πλαίσιο που έχει προσδιορίσει ο νέος ΠΚ, με την επισήμανση ότι η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της (αιτιολογική έκθεση Ν. 4987/2022). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι από 17-10-2015 και εφεξής η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων, καθίσταται ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν. 4174/2013 και ήδη του αρ. 66 παρ. 1 έως 4 Ν. 4987/2022 (δηλαδή αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος κλπ., φόρου προστιθέμενης αξίας κλπ και φόρου πλοίων), οπότε δεν είναι αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της προϊσχύσασας δυσμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης (ΑΠ 160/2022, ΑΠ 37/2017). Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει, ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έχει ασκηθεί και εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις και δεν ισχύει στις περιπτώσεις, που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε μεν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάσθηκε ούτε έχει ασκηθεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη (ΑΠ 646/2020). Διότι ο σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι η τιμωρία του δράστη για κάποια από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παρ. 1 έως 4, του άρθρου 66 Ν. 4174/2013, ως αντικ. με άρθρο 66 παρ. 1-4 Ν. 4987/2022, που τελέστηκαν με τη χρήση των φορολογικών αυτών στοιχείων, άλλως θα οδηγούσε, αντί της επιδιωκόμενης "άπαξ" τιμωρίας, στο αντίθετο άκρο της πλήρους ατιμωρησίας (ΑΠ 160/2022, ΑΠ 1711/2019). Εξάλλου, με το άρθρο 32 παρ. 4 του Ν.4745/2020 αντικαταστάθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 68 του Ν.4174/2013 και ορίστηκαν τα εξής: "α) Αν με βάση εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής εκ των οριζομένων στο άρθρο 66, η έκδοση τέτοιας πράξης αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για το σκοπό αυτό, η οικεία φορολογική αρχή ενημερώνει αμελλητί τον αρμόδιο Εισαγγελέα και του αποστέλλει αντίγραφο της ως άνω διοικητικής πράξης. β) Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε δε άλλη περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, γ) η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και η αναβολή ή η αναστολή της ποινικής διαδικασίας διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της φορολογικής αρχής, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε, δ) ... ε) Σε περίπτωση αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ.α', δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα". Εισήχθη, συνεπώς, λόγος υποχρεωτικής αναβολής της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και υποχρεωτικής αναστολής της ποινικής διαδικασίας από τον ανακριτή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ανεξαρτήτως της βαρύτητας του αδικήματος). Ο χρόνος της αναβολής της ποινικής δίωξης ή αναστολής της ποινικής διαδικασίας αρχίζει - σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση - από την έκδοση εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής, με την οποία διαπιστώνεται η διάπραξη φορολογικού αδικήματος (ήτοι με την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου σε περίπτωση έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή έκδοσης πλαστών φορολογικών στοιχείων, πράξης προσδιορισμού ΦΠΑ σε περίπτωση μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ΦΠΑ και φύλλου υπολογισμού φόρου εισοδήματος σε περίπτωση μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας) και είναι χρονικά απεριόριστη, διαρκούσα μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής (με την τελεσίδικη απόρριψη ασκηθείσας προσφυγής ή με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής). Περαιτέρω, στο Ν.4745/2020 περιλήφθηκαν και μεταβατικές διατάξεις και δη στο εδ.α' του άρθρου 96 του Ν.4745/2020 ορίζεται ότι "οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου". Με τη μεταβατική αυτή διάταξη προβλέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 32 δηλαδή η παρ.3 αυτού που αντικατέστησε το άρθρο 55Α του Ν.4174/2013 (καταργώντας τον κατ' εξαίρεση του κανόνα προσδιορισμό του χρόνου έναρξης της παραγραφής) και η παρ.3 αυτού που κατάργησε το άρθρο 68 παρ.3 του Ν.4174/2013 (για την αναστολή της παραγραφής) δεν εφαρμόζονται στις πράξεις που τελέστηκαν έως τις 6-11-2020, διατηρώντας έτσι σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 55Α του Ν.4174/2013 για τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν πριν τις 6-11-2020. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη είναι συνέχεια της διαρκούς και διαχρονικής επιλογής να θεσπίζει για τα αδικήματα φοροδιαφυγής τη μετάθεση της έναρξης της παραγραφής σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου τέλεσης της πράξης, αξιολογώντας τη συστημική αδυναμία που περιβάλλει τις συνθήκες λειτουργίας της φορολογικής διοίκησης, η ενέργεια της οποίας είναι απαραίτητη προ της εμπλοκής της δικαστικής αρχής. Γνωρίζει δηλαδή απολύτως ο νομοθέτης ότι τα οικονομικά εγκλήματα, ως εκ της φύσεώς τους, απαιτούν ευρύτερη προκαταρκτική έρευνα και χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη περιπλοκότητα, ώστε καθίσταται μη ρεαλιστική η τελεσίδικη περάτωση τόσο της διοικητικής όσο και της ποινικής διαδικασίας πριν την (με βάση τους γενικούς κανόνες) παραγραφή του αξιόποινου των αδικημάτων). Τούτο γίνεται αποδεκτό και υλοποιείται με τις (ποινικές) διατάξεις τόσο του Ν.2523/1997 και του Ν.4174/2013 (που τοποθέτησαν την έναρξη της παραγραφής μετά την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας), αλλά και αυτού του Ν.4745/2020 (που προς αντιμετώπιση αυτής της "αδυναμίας" καθιέρωσε την υποχρεωτική αναβολή της ποινικής δίωξης ή αναστολής της ποινικής διαδικασίας για όσο διάστημα διαρκεί η διοικητική διαδικασία) καθώς και του τελευταίου νόμου 4764/2020 (που επίσης προέβλεψε μετάθεση του χρόνου έναρξης της παραγραφής από την πάροδο χρονικού διαστήματος που ευλόγως απαιτείται υπό τις επικρατούσες συνθήκες για την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης). Έτσι η άποψη που θέλει οι μεταβατικές διατάξεις του Ν.4745/2020 (άρθρο 96 εδ.α') να τίθενται εκποδών, και για τα έως το χρόνο έναρξης του Ν.4745/2020 αδικήματα να εφαρμόζονται οι διατάξεις του τελευταίου για τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, παραβλέπει την κατά τα άνω σταθερή νομοθετική αντιμετώπιση του ζητήματος χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα. Εξάλλου, η θεσμοθέτηση της μεταβατικής αυτής διάταξης εξυπηρετεί και τον σκοπό για τον οποίο τροποποιήθηκε η νομοθεσία για τη φοροδιαφυγή (και τη λαθρεμπορία) με το Ν.4745/2020, που ήταν ο εξορθολογισμός του φαινομένου των λεγόμενων "δυαδικών κυρώσεων", η επιβολή δηλαδή σε βάρος του ίδιου προσώπου και για την ίδια παράβαση κυρώσεων ποινικής φύσης σε παράλληλες ή διαδοχικές διαδικασίες τόσο από τα διοικητικά δικαστήρια ή τις φορολογικές αρχές όσο και από τα ποινικά δικαστήρια. Ο σκοπός αυτός - εκτός των άλλων - με σαφήνεια διατυπώνεται και στον τίτλο του Κεφαλαίου Γ' του Ν.4745/2020, που επιγράφεται "σχέση ποινικής και διοικητικής δίκης". Η υιοθέτηση της μη εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης για τα προ της έναρξης ισχύος του Ν.4745/2020 τελεσθέντα αδικήματα φοροδιαφυγής, θα οδηγούσε, αντί της επιδιωκόμενης "άπαξ" τιμώρισης, στο αντίθετο άκρο της πλήρους ατιμωρησίας, λόγω του ορατού κινδύνου εξάλειψης του αξιόποινου λόγω παραγραφής (ιδίως για τα σε βαθμό πλημμελήματος αδικήματα). Ταυτόχρονα, η άνιση μεταχείριση μεταξύ των φορολογουμένων παρίσταται για το λόγο αυτό αναπόφευκτη και επιτείνεται η δικαϊκή ανασφάλεια. Η ως άνω νομοθετική επιλογή (ως προς τα ισχύοντα για τα τελεσθέντα προ της 6-11-2020 αδικήματα) εξηγείται και με την παραδοχή ότι οι διατάξεις περί παραγραφής και περί αναστολής αυτής εμφανίζονται ως αδιάσπαστο σύνολο διατάξεων και μόνο ως μία ενιαία ρύθμιση μπορούν να αντιμετωπιστούν, ώστε δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός της εφαρμογής τους, εν μέρει με βάση τον προϊσχύσαντα και εν μέρει με βάση τον μεταγενέστερο νόμο. Συνακόλουθα, οι συγκεκριμένες εδώ εξεταζόμενες νομοθετικές προβλέψεις (και όχι οπωσδήποτε οι εν γένει περί παραγραφής και αναστολής ρυθμίσεις) τελούν σε νοηματική ενότητα και αντιμετωπίζονται ως μία "διάταξη" υπό την έννοια του άρθρου 2 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κύρωσή του με το Ν.4619/2019 και μόνο ως ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο μπορούν να συγκριθούν, ενώ δεν είναι επιτρεπτή η διάσπαση των ρυθμίσεων με την επιλογή των εκάστοτε τυχόν ευνοϊκότερων τμημάτων του ενιαίου συνόλου. Επιχείρημα υπέρ αυτού (του αδιάσπαστου και ενιαίου της ρύθμισης) αντλείται και από την παρατήρηση ότι οι "συγκρινόμενες" ρυθμίσεις δεν είναι κατ' ουσίαν ανόμοιες, ώστε να απαιτείται να υπαχθούν στον έλεγχο του άρθρου 2 ΠΚ, αλλά στην πράξη αλληλοκαλύπτονται χωρίς να μπορούν να "κατατμηθούν". Ειδικότερα, το ίδιο πραγματικό γεγονός και δή η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, ετίθετο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο ως το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής του αξιόποινου, χωρίς πρόβλεψη για αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής, η οποία δεν ήταν απαραίτητη, αφού εμπεριείχετο στις ρυθμίσεις για την έναρξη του χρόνου παραγραφής. Κατά το ισχύον μετά το Ν.4745/2020 δίκαιο το ίδιο πραγματικό γεγονός (η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής) τίθεται ως το χρονικό σημείο της λήξης της ex lege απεριόριστης αναστολής της παραγραφής, σηματοδοτώντας δηλαδή ουσιαστικά και πάλι το χρόνο έναρξης υπολογισμού αυτής. Έτσι, παρόλο που οι ρυθμίσεις αυτές ενδύονται διαφορετικών μορφών, επιφέρουν ουσιαστικά την ίδια έννομη συνέπεια, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται αδύνατος ο διαχωρισμός των προβλεπόμενων για την έναρξη της παραγραφής του αξιοποίνου και για την αναστολή αυτής. Υπό το πρίσμα αυτό ο εφαρμοστής του δικαίου δεν δύναται να προκρίνει ως ευμενέστερες (αφ' εαυτών) τις νεότερες διατάξεις για την ταύτιση του χρόνου τέλεσης του αδικήματος της φοροδιαφυγής με τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, παραγνωρίζοντας ότι οι άρρηκτα με αυτές συνδεδεμένες περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις του Ν.4745/2020 δεν θα μπορούσαν από μόνες τους να εφαρμοστούν τόσο ενόψει του άρθρου 96 του Ν.4745/2020 όσο και ενόψει του ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν θα συντρέχει πλέον λόγος αναστολής της προθεσμίας, καθώς από την τέλεση του φορολογικού αδικήματος μέχρι την έκδοση εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής θα έχει συμπληρωθεί η προβλεπόμενη προθεσμία παραγραφής. Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι τις 6 Νοεμβρίου 2020 υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του Ν.4174/2013, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το Ν.4745/2020, με τη διευκρίνιση ότι ειδικά για την παραγραφή εφαρμόζεται το άρθρο 55 Α παρ.3 του Ν.4174/2013 ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 68 παρ.2 του Ν.4174/2013 με το άρθρο 92 του Ν.4745/2020 (ΑΠ 353/2023, ΑΠ 784/2022, ΑΠ 95/2022, ΑΠ 594/2021). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας που δίκασε σε πρώτο βαθμό το αδίκημα της έκδοσης και αποδοχής πλαστών εικονικών φορολογικών στοιχείων συνολικής αξίας άνω των 200.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης τα ακόλουθα:
"Ο κατηγορούμενος, Ε. Π., είναι αγρότης ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., με έδρα το Άρμα Βοιωτίας, αρμοδιότητας της Δ.Ο.Υ. Θηβών, δηλαδή επιτηδευματίας του άρθρου 2 παρ. 4 του Π.Δ. 186/1992 [Κ.Σ.Β.], με περιορισμένες φορολογικές υποχρεώσεις, ως μη υπόχρεος τήρησης βιβλίων και έκδοσης τιμολογίων πώλησης, για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων, που πραγματοποιούσε, αλλά δικαιούμενος σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 6 του Κ.Β.Σ., λήψης τιμολογίων αγοράς από τους εμπόρους - αγοραστές των προϊόντων του, ενώ ήταν υπόχρεος έκδοσης δελτίων αποστολής, που εκδίδονται στις περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ. 2 του ΚΒΣ. Εξάλλου, ως αγρότης ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, μπορούσε και ο ίδιος να εκδίδει τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση ένταξης στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, μετά από απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 2 περ. ζ του ΚΒΣ. Επίσης, ο κατηγορούμενος, επειδή ήταν ενταγμένος στο Ειδικό Καθεστώς του άρθρου 41 του Ν. 2859/2000 [Κώδικας Φ.Π.Α], για την παράδοση των αγροτικών προϊόντων της παραγωγής του, εδικαιούτο να ζητήσει από το Ελληνικό Δημόσιο ως επιστροφή Φ.Π.Α, που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, που πραγματοποιούσε για την άσκηση της εκμετάλλευσης του, χρηματικό ποσό ανερχόμενο [σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα συντελεστή] σε ποσοστό 7% επί της αξίας των αγροτικών προϊόντων που παρέδιδε. Με την ως άνω ιδιότητά του ο κατηγορούμενος, κατά τα έτη 2006 και 2008, κατηγορείται ότι εξέδωσε και αποδέχθηκε πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Συγκεκριμένα, του αποδόθηκε η κατηγορία ότι στο Άρμα Βοιωτίας, κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που φέρουν τα τιμολόγια και αναφέρονται στον ακόλουθο πίνακα κατωτέρω στο διατακτικό, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του αγρότη ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., εξέδωσε και αποδέχθηκε με πρόθεση, προς όφελος του είκοσι τέσσερα (24) πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγροτικών προϊόντων δελτία αποστολής, που είχαν διατρηθεί και σφραγισθεί με άγνωστο τρόπο και δεν είχαν καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία των αρμόδιων φορολογικών αρχών σχετικές πράξεις θεώρησής τους, με φερόμενους ως εκδότες 4 εξ αυτών τον Γ. Τ., 6 εξ αυτών την Γ. Π., 2 εξ αυτών τον Α., 2 εξ αυτών τον Γ. Φ. και 10 εξ αυτών τον Δ. Ε., οι οποίοι ουδέποτε πραγματοποίησαν μαζί του τις συναλλαγές, στα οποία περιγράφονται συναλλαγές, ήτοι αγορές γεωργικών προϊόντων παραγωγής του, οι οποίες (συναλλαγές) φέρονται ως ανύπαρκτες στο σύνολό τους, αφού οι συγκεκριμένες αγορές γεωργικών προϊόντων φέρονται κατά το κατηγορητήριο ότι δεν έλαβαν ποτέ χώρα, ούτε από τους αναγραφόμενους στα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς εμπόρους ούτε από άλλους, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία το Δημόσιο. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος: α) για την χρήση του έτους 2006 φέρεται ότι αποδέχθηκε συνολικά 8 πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής του αξίας 332.420 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθμό 572/2007 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α, που υπέβαλε στην Δ.Ο.Υ. Θηβών το έτος 2006, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 23.269,40 ευρώ και β) για την χρήση του έτους 2008 φέρεται αφενός ότι εξέδωσε 4 πλαστά και εικονικά και αφετέρου ότι αποδέχθηκε συνολικά 12 πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής του συνολικής αξίας 497.951,20 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθμό 247/2009 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α, που υπέβαλε στην Δ.Ο.Υ. Θηβών το έτος 2009, αθροίζοντας εσφαλμένως τα συνολικά ποσά των ως άνω 4 και 12 τιμολογίων στο ποσό των 620.483,60 ευρώ, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α, ποσού 43.433,85 ευρώ. Τα τιμολόγια δε αυτά των ετών 2006 και 2008, από τα οποία ο κατηγορούμενος φέρεται να έχει εισπράξει από την διάθεση της γεωργικής του παραγωγής, συνολικό χρηματικό ποσό 830.371120 ευρώ, εμφαίνονται στον κατωτέρω παρατιθέμενο στο διατακτικό πίνακα που περιλαμβάνει κατά στήλες τον αριθμό του τιμολογίου αγοράς, την ημερομηνία αυτού και την συνολική αξία εκάστου τιμολογίου. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στον κατηγορούμενο συντάχθηκε η υπ' αριθμό ΥΣΕ 180/2013 αριθμός υπόθεσης 611/130123/2013 έκθεση ελέγχου των Ελεγκτών Α. Γ. και Ε. Μ. υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδας, που θεωρήθηκε στις 18-3-2014, από την οποία αποδείχθηκε ότι με βάση τα ως άνω τιμολόγια, που ο κατηγορούμενος εξέδωσε και αποδέχθηκε αντίστοιχα, τα οποία φέρονται ότι ήταν πλαστά και εικονικά, επρόκειτο να επιστραφεί στον κατηγορούμενο από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Θηβών και τελικώς επιστράφηκε για την χρήση του έτους 2006 ΦΠΑ ποσού 23.269,40 ευρώ και για την χρήση του έτους 2008 ΦΠΑ ποσού 43.433,85 ευρώ. Δεν υποβλήθηκε μηνυτήρια αναφορά από την Δ.Ο.Υ. Θηβών για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. Για τα ως άνω φερόμενα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία που φέρεται ότι εξέδωσε και αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος συντάχθηκε η από 19-3-2014 υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 1368/2014 μηνυτήρια αναφορά του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδος, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, μόνο για το αδίκημα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997. Εν συνεχεία ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, με συνολική αξία υπερβαίνουσα το ποσό των 200.000 ευρώ, άρθρο 19παρ.1 β-β του N. 2523/1997 - ήδη 66 παρ. 5 εδ. β υποπερ. (β) του Ν. 4174/2013. Από την ανωτέρω αναφερόμενη κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν προκύπτει ότι για την πράξη της έκδοσης και αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων που διέπραξε o κατηγορούμενος, που αφορά τα ένδικα τιμολόγια των ετών 2006 και 2008, θα πρέπει, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, να αποδοθεί στον κατηγορούμενο η πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην απλή και όχι στην διακεκριμένη μορφή της και τούτο επειδή ο φερόμενος ως υπαίτιος κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν. 4174/2013 όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. (άρθρο 18 παρ. 1β του Ν. 2523/1997 - ήδη 66 παρ. 1β του Ν. 4174/2013), με συνέπεια, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Β νομική σκέψη της παρούσας, μη συνολογιζομένων των ενδίκων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, αλλά της απλής μορφής του εν λόγω αδικήματος, που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα λόγω του είδους της απειλούμενης ποινής (ποινή φυλάκισης). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνευτική εκδοχή ότι η ένδικη πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό της χαρακτήρα, επειδή το εδάφιο του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", εφαρμόζεται μόνο όταν υφίσταται αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, θα οδηγούσε στο "άτοπο" Α) να τιμωρείται στην ένδικη περίπτωση (ελλείψει φαινομενικής συρροής με κάποιο άλλο αδίκημα του άρθρου 66) για κακούργημα με πρόσκαιρη κάθειρξη ο κατηγορούμενος που εξέδωσε και αποδέχθηκε πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 830.371 ευρώ (332.420 ευρώ για το έτος 2006 + 497.951120 ευρώ για το έτος 2008), τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποίησε για να παραπλανήσει την Φορολογική Αρχή, ώστε να του επιστρέψει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α., με συντελεστή Φ.Π.Α. 7% (όπως ο συντελεστής αυτός ισχύει για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού 23.269,40 ευρώ για το έτος 2006 και ποσού 43.433,85 ευρώ για το έτος 2008 (ποσά Φ.Π.Α. κατώτερα του ελαχίστου ορίου των 50.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης του Φ.Π.Α), ενώ Β) εάν ο ίδιος κατηγορούμενος ήθελε υποτεθεί ότι είχε αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 1.830.371,20 ευρώ (500.000 υποθετικώς + 332.420 ευρώ για το έτος 2006 και 500.000 υποθετικώς + 497.951,20 ευρώ για το έτος 2008), τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποιούσε για να παραπλανήσει την Φορολογική Αρχή, ώστε να του επιστρέψει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α., με συντελεστή Φ.Π.Α. 7% (όπως ο συντελεστής αυτός ισχύει για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού 58.269,40 ευρώ για το έτος 2006 και ποσού 69.856,58 ευρώ για το έτος 2008 (ποσά Φ.Π.Α. ανώτερα του ελαχίστου ορίου των 50.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης του Φ.Π.Α, κατώτερα όμως του ορίου των 100.000 ευρώ που απαιτείται για να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα η πράξη του Φ.Π.Α.), οι οποίες (πράξεις της επιστροφής αχρεωστήτως Φ.Π.Α. 58.269,40 ευρώ και 69.856,58) θα απορροφούσαν την πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικού ποσού ανώτερου των 200.000 ευρώ), θα ετιμωρείτο μόνο για το πλημμέλημα της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. κατ' εξακολούθηση με ποινή φυλάκισης. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρθηκε στην υπό στοιχείο Β νομική σκέψη, η ερμηνευτική εκδοχή ότι το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", δεν εφαρμόζεται εάν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της φοροδιαφυγής που να αφορά τα επίδικα εικονικά τιμολόγια ή δεν έχει καταδικαστεί ο κατηγορούμενος για την πράξη της φοροδιαφυγής, για οποιονδήποτε λόγο, θα καθιστούσε το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013 παντελώς ανεφάρμοστο - "κενό γράμμα", καθότι δεν θα υπήρχε καμία περίπτωση θεωρητικής εφαρμογής του. Ειδικότερα εάν ήθελε υποτεθεί ότι υφίστατο στην προκειμένη περίπτωση κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που αφορούσε τα εκδοθέντα ένδικα εικονικά τιμολόγια θα είχε διωχθεί ή καταδικαστεί ο κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 και δεν θα ετίθετο ζήτημα εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66παρ.5 του Ν. 4174/2013, ήτοι συνυπολογισμού ή μη συνυπολογισμού των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66, λόγω της προηγηθείσας συρροής και της εξ ολοκλήρου απορρόφησης της πράξης των εικονικών τιμολογίων από την πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013. Επειδή εν προκειμένω, δεν υφίστατο κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που να αφορά τα εκδοθέντα ένδικα εικονικά τιμολόγια, εάν και πάλι δεν αφαιρούνταν (ήτοι συνυπολογίζονταν) τα ένδικα φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη - υποστήριξη πράξης των παραγράφων 1 έως 4 - αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., τότε δεν θα υπήρχε για την συγκεκριμένη υπόθεση καμία δυνατότητα θεωρητικής εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, παρότι τα ένδικα εικονικά τιμολόγια τα χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να διαπράξει αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013. Τέλος, ενόψει του, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος, όσον αφορά τα αναφερόμενα στο διατακτικό πλαστά και εικονικά τιμολόγια των ετών 2006 και 2008, που φέρεται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος, θα πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 111 παρ. 3 και 113 παρ. 2 του ΠΚ και 368 περ. β του Κ.Π.Δ., να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, καθόσον, σύμφωνα με την υπό στοιχείο Γ νομική σκέψη της παρούσας, ο χρόνος τέλεσης του κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμελήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος είναι ο χρόνος έκδοσης και αποδοχής των πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, ήτοι τα έτη 2006 και 2008, και συνεπώς έχει παρέλθει έως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο το προβλεπόμενο στα άρθρα 111 παρ. 3 και 113 παρ. 2 του ΠΚ ανώτατο για την παραγραφή των πλημμελημάτων χρονικό διάστημα της οκταετίας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και την διάταξη του άρθρου 368 περ. β ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής με το ακόλουθο διατακτικό: "Παύει Οριστικά την Ποινική Δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής, για την κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ' εξακολούθηση, στην απλή μορφή του εγκλήματος του άρθρου 66 παρ. 5 εδάφιο α' του Ν. 4174/2013, ήτοι για το ότι στο Άρμα Βοιωτίας, εντός των ετών (οικονομικών χρήσεων) 2006 και 2008, με περισσότερες και μερικότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνους με περισσότερες και μερικότερες πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και με ενότητα δόλου: 1) εξέδωσε πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία, η αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ και 2) αποδέχθηκε, ήτοι και έλαβε εικονικά φορολογικά στοιχεία, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Ειδικότερα: Ι) Στην Θήβα, κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που φέρουν τα τιμολόγια και αναφέρονται κατωτέρω στον ακόλουθο πίνακα, υπό την ιδιότητά του ως αγρότης ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., εξέδωσε με πρόθεση, προς όφελος του τέσσερα (4) πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγροτικών προϊόντων - δελτία αποστολής, ως πλαστών νοούμενών των εκ δοθέντων φορολογικών στοιχείων που έχουν διατρηθεί ή σφραγισθεί με άγνωστο τρόπο και δεν έχουν καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία των αρμόδιων φορολογικών αρχών σχετικές πράξεις θεώρησής τους, ως εικονικών νοούμενών αυτών που αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές, ήτοι εξέδωσε στο όνομά του, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει ο ίδιος, τα κάτωθι αναφερόμενα στον πίνακα πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγροτικών προϊόντων - δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 122.532,40 ευρώ, που είχαν διατρηθεί και σφραγισθεί με άγνωστο τρόπο και δεν είχαν καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία των αρμοδίων φορολογικών αρχών σχετικές πράξεις θεώρησης τους, με φερόμενο ως εκδότη τον Τ. Α.. Γ., με αντικείμενο δραστηριότητας το γενικό εμπόριο ζωοτροφών και αγροτικών προϊόντων, έδρα επί της οδού Εθνικής Αντιστάσεως αρ. 11 στον Πύργο, ΑΦΜ: 059682258-ΔΟΥ Πύργου, ο οποίος ουδέποτε πραγματοποίησε μαζί του τις συναλλαγές επί των οποίων εξεδόθησαν τα ακόλουθα αναφερόμενα στον πίνακα τιμολόγια.
ΧΡΗΣΗ 2008 Α/Α Α/Α ΤΙΜ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΓΡΑΦΟΜΕΝΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ ΑΞΙΑ (ΕΥΡΩ) 1 418 30-12-1999 Γ. Τ. Α. 29.998,80 2 419 30-12-1999 Γ. Α.. 30.253,60 3 424 30-12-1999 Γ. Α.. 31.098,00 4 425 30-12-1999 Γ. Α.. 31.182,00 ΣΥΝΟΛΟ 122.532,40
ΙΙ) Στον ίδιο πιο πάνω τόπο και εντός των οικονομικών χρήσεων των ετών 2006 και 2008 κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που φέρουν τα τιμολόγια και αναφέρονται κατωτέρω στους ακόλουθους πίνακες, υπό την ίδια ιδιότητα του αγρότη ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., με πρόθεση ενεργώντας, με περισσότερες και μερικότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, ως εικονικών νοούμενων των εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές, η αξία των οποίων, στο σύνολό τους υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ, (150.000 ευρώ), ήτοι ζήτησε και έλαβε είκοσι (20) εικονικά τιμολόγια αγροτικών προϊόντων - δελτία αποστολής συνολικής αξίας 707.838,80ευρώ, εκ των οποίων οκτώ (8) συνολικής αξίας 332.420 ευρώ το έτος 2006 και δώδεκα (12) συνολικής αξίας 375.418,80 ευρώ το έτος 2008, που αναφέρονται ακολούθως.
ΧΡΗΣΗ 2006 ΑΙΑ ΑΙΑ ΤΙΜΟΛ.
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΓΡΑΦΟΜΕΝΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ ΑΞΙΑ ( ΕΥΡΩ) 1 76 26-05-2006 Π. Π.. Γ. 43.800,00 2 77 28-05-2006 Π. Π.. Γ. 43.200,00 3 80 04-06-2006 Π. Π.. Γ. 39.000,00 4 86 01-06-2006 Π. Π.. Γ. 37.400,00 5 91 15-06-2006 Π. Π.. Γ. 42.820,00 6 94 21-06-2006 Π. Π.. Γ. 37.950,00 7 82 12-05-2006 Α. Γ.. Ι. 43.800,00 8 85 22-05-2006 Α. Γ.. Ι. 44.450,00 ΣΥΝΟΛΟ 332.420,00 ΧΡΗΣΗ 2008 ΑΙΑ ΝΑ ΤΙΜΟΛ.
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΓΡΑΦΟΜΕΝΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ ΑΞΙΑ (ΕΥΡΩ) 1 15 07-11-2008 Φ. Χ.. Γ. 31.294,00 2 17 08-11-2008 Φ. Χ.. Γ. 31.336,οο 3 148 10-03-2008 Ε. Ι..
31.025,00 Δ. 4 175 04-12-2008 Ε. Δ. Ι..
31.322,00 5 176 05-12-2008 Ε. Δ. Ι..
30.870,40 6 177 17-02-2008 Ε. Δ. Ι..
31.677,50 7 178 18-02-2008 Ε. Δ. Ι..
31.720,00 8 182 19-02-2008 Ε. Δ. Ι..
31.547,60 9 183 20-02-2008 Ε. Δ. Ι..
31.658,80 10 276 05-02-2008 Ε. Δ. Ι..
31.300,οο 11 279 07-02-2008 Ε. Δ. Ι..
30.805,00 12 280 08-02-2008 Ε. Δ. Ι..
30.862,50 ΣΥΝΟΛΟ 375.418,80 Άπαντα τα ανωτέρω εικονικά και πλαστά - εικονικά φορολογικά στοιχεία (είκοσι τέσσερα σε αριθμό), ήτοι τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων, συνολικού ύψους 830.371,20 ευρώ, εκ των οποίων άλλα εξέδωσε και άλλα αποδέχθηκε, κατά την διάκριση που γίνεται ανωτέρω, χρησιμοποίησε άπαντα ταύτα, ήτοι τα υπέβαλε ως συνημμένα δικαιολογητικά α) τα οκτώ εικονικά τιμολόγια που αποδέχθηκε το έτος 2006, αξίας 332.420,00 ευρώ στην μετρ. 572/2007 δήλωση του - αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α., και β) τα δώδεκα εικονικά τιμολόγια που αποδέχθηκε το έτος 2008 συνολικής αξίας 375.418,80 ευρώ και τα τέσσερα πλαστά - εικονικά τιμολόγια που εξέδωσε το ίδιο έτος συνολικής αξίας 122.532,40 ευρώ στην με αρ. 247/2009 δήλωσή του αίτησης επιστροφής-ΦΠΑ, τις οποίες υπέβαλε μέσω της Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών Θηβών προς την Δ.Ο.Υ. Θηβών, προκειμένου να τύχει παράνομης επιστροφής ΦΠΑ, ύψους για την χρήση του έτους 2006 ύψους 23.269,40 ευρώ και για την χρήση του έτους 2008 (με βάση την αξία που δηλώθηκε στην αίτηση - δήλωση με ανύπαρκτα φορολογικά στοιχεία εκ 620.483,60ευρώ), ύψους 43.433,85 ευρώ. Εξάλλου, η από 07-03-2014 σχετική έκθεση ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε., Περιφερειακή Διεύθυνση Στερεάς Ελλάδος, των ελεγχόντων υπαλλήλων, Γ. Α. και Μ. Ε., θεωρήθηκε στις 18-03-2014 από την Προϊσταμένη της ανωτέρω Υπηρεσίας Γ. Ι.".
Ωστόσο, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που παρατέθηκαν, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Εύβοιας, με το να δεχτεί αφενός μεν ότι δεν υποβλήθηκε μηνυτήρια αναφορά από τη ΔΟΥ Θηβών ή το ΣΔΟΕ Περιφέρειας Δυτικής Στερεάς Ελλάδας για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. και ότι μηνυτήρια αναφορά υποβλήθηκε μόνο για το αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, με συνολική αξία υπερβαίνουσα τις 200.000 ευρώ, πράξη για την οποία και μόνον, ασκήθηκε ποινική δίωξη, να παύσει δε, στη συνέχεια, την ποινική δίωξη, δεχόμενο ότι τα ένδικα φορολογικά στοιχεία δεν πρέπει να συνυπολογιστούν για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της διακεκριμένης [κακουργηματικής] μορφής του εγκλήματος και ότι πρόκειται για - κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό - πράξη πλημμεληματικού χαρακτήρα και δη για έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ' εξακολούθηση, στην απλή μορφή του εγκλήματος του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. α' Ν.4174/2013, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 66 παρ.5 Ν.4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015 και ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 66 παρ. 5 Ν.4987/2022 [και η τελευταία με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 4 Ν.5104/2024]. Τούτο δε διότι η ως άνω διάταξη ρητά ορίζει ότι <<για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος ...>>, ήτοι απαιτεί ως απαραίτητη προϋπόθεση για να απορροφηθεί η διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β' Ν. 4174/2013 [και ήδη άρθρου 79 παρ. 4 β' Ν. 6104/2024], από τη διάταξη της παρ. 5 α' του ως άνω άρθρου και να μην είναι αυτοτελώς κολάσιμη, τα εικονικά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έχει ασκηθεί και εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη, για τις πράξεις αυτές, όπως ήδη αναφέρθηκε στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας. Περαιτέρω, εσφαλμένα το δικάσαν σε πρώτο βαθμό Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ενόψει του αναφερόμενου, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος που φέρεται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος, θα πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 111 παρ. 3 και 113 παρ. 2 του ΠΚ και 368 περ. β' ΚΠΔ, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, καθόσον σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ο χρόνος τέλεσης του πλημμελήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, είναι ο χρόνος αποδοχής των εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατά τα έτη 2006 και 2008 και συνεπώς έχει παρέλθει έως την εκδίκαση της υπόθεσης [18-2-2022], το προβλεπόμενο στα άρθρα 111 παρ. 3 και 113 παρ. 2 ΠΚ ανώτατο για την παραγραφή των πλημμελημάτων χρονικό διάστημα της οκταετίας. Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 3 και 4, 92 και 96 α' του Ν.4745/2020, που έχουν διφυή χαρακτήρα [δικονομικό και ουσιαστικό] και τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 55 Α παρ. 3 του Ν.4174/2013, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 32 του ως άνω νόμου [4745/2020] και του άρθρου 2 ΠΚ. Τούτο δε διότι οι ως άνω περί παραγραφής και αναστολής διατάξεις, μη υποκείμενες στον έλεγχο του άρθρου 2 ΠΚ, αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, του οποίου η διάσπαση δεν είναι επιτρεπτή, και ως εκ τούτου στην προκειμένη περίπτωση παρά το ότι η έκδοση των εικονικών φορολογικών στοιχείων έχει τελεστεί πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4745/6-11-2020, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από τη θεώρηση του ελέγχου από την φορολογική αρχή, ήτοι στις 18-3-2014 και όχι από την έκδοση των εικονικών φορολογικών στοιχείων. Επιπλέον, το Δικαστήριο της ουσίας το οποίο, λόγω της κατά τα ως άνω παραγραφής του αδικήματος και της εξ αυτού οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης δεν διερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Επομένως, είναι βάσιμοι οι προβληθέντες από την Εισαγγελέα Εφετών Εύβοιας, λόγοι αναίρεσης, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβασης εξουσίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 24/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Εύβοιας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ].


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 4-12-2024 [υπ' αριθ. 10/4-12-2024] αίτηση αναίρεσης της Εισαγγελέως Εφετών Ευβοίας Β. Δ..

Αναιρεί την υπ' αριθ. 24/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2025. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή