ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 901/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 901/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 901/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 901 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 901/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γ. Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 1299/2024 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. N. G. T. του Γ., κάτοικο ..., 2. Ε. Χ. του Ι., κάτοικο ..., 3. Κ. Ε. του Χ., κάτοικο ..., 4. Ε. Τ. του Ν., (απεβίωσε ληξ. πράξη θανάτου με αριθμ.πρωτ. ...), 5. Ν. Τ. του Ε., κάτοικο ... και 6. Γ. Μ. του Π., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Παπαρρηγόπουλο. Υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Α. Μ. του Ι. και 2. Μ. - Ε. Κ. του Β., κατοίκων ... και 3. Χ. Κ. του Β., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αιμίλιο Τσολάκο.

Το ΣΤ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μ. Γκανέ ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην 21 Νοεμβρίου 2024 έκθεση αναίρεσης της, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Σ. Τ. και έλαβε αριθμό 48/2024 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τoν Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507", σύμφωνα με το οποίο "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και για εκείνον της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρο 510 στοιχ. Δ' ΚΠΔ ΑΠ 909/2024, ΑΠ 840/2024, ΑΠ 812/2024, ΑΠ 557/2024).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 21.11.2024 με αριθ. εκθ. 48/2024 αίτηση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της με αριθμό 1299/2024 απόφασης του Στ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους : α) N. - G. T. του Γ. β) Ε. Χ. του Ι. γ) Κ. Ε. του Χ. δ) Ε. Τ. του Ν., ε) Ν. Τ. του Ε., στ) Γ. Μ. του Π., (για τις πράξεις της ψευδούς καταθέσεως οι πρώτος έως τέταρτος και της ηθικής αυτουργίας ο πέμπτος και έκτος), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.508, 507 ΚΠΔ) με δήλωση της αναιρεσείουσας Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου στη γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, εντός της προβλεπόμενης, ενός μηνός, προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη, στις 23.10.2024 , στο κατ' άρθρο 473 παρ.3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, από δικαιούμενο πρόσωπο κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 462 παρ.1, 464, 504 παρ.1 και 505 παρ.2, 506 περ. β' του ΚΠΔ), περιέχει δε σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ (της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 368 περ. β' του από 1.7.2019 ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ. (άρθρ. 370 περ. β προϊσχύοντος Κ.Ποιν.Δ.) η ποινική δίκη τελειώνει με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης, η οποία διατάσσεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει. Από τη γενική αυτή διάταξη, που εφαρμόζεται αναλόγως και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος αποβιώσει, ο Άρειος Πάγος παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, αφού προηγουμένως αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της που αφορούν στον αποβιώσαντα αναιρεσείοντα. Ως προς τον τέταρτο κατηγορούμενο, Τ. Ε. Τ. Ν., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε ως προς αυτόν , για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης, λόγω θανάτου αυτού, που επήλθε στις 29.6.2024 (βλ. το από 30.8.2024 απόσπασμα Ληξιαρχικής πράξης του ληξιαρχείου Αλίμου ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του λόγου της, παρισταμένων των λοιπών κατηγορουμένων: α) N. - G. T. του Γ. β) Ε. Χ. του Ι. γ) Κ. Ε. του Χ., δ) Ν. Τ. του Ε., ε) Γ. Μ. του Π., και των υποστηριζόντων την κατηγορία Α. Μ., Μ. - Ε. Κ. του Β. και Χ. Κ. του Β., που κλητεύθηκαν νόμιμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 512 παρ. 1 εδ. γ' και 585 του νέου ΚΠΔ.

ΙV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1 του ισχύοντος, από 01.7.2019 ΠΚ, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ στην υπό κρίση υπόθεση ( ΑΠ 948/2024, 900/2024, ΑΠ 771/2024, ΑΠ 533/2024, ΑΠ 835/2024, ΑΠ 606/2024, ΑΠ 381/2024, ΑΠ 215/2024, ΑΠ 289/2024, ΑΠ 45/2024 ) "όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή". Από την ανωτέρω, εν προκειμένω, εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 224 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, προκύπτει, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη, ψευδούς κατάθεσης), απαιτείται: α) (ένορκη) κατάθεση του μάρτυρα, ενώπιον αρμόδιας, για την εξέτασή του, αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά, σκοπίμως, τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα, αντικειμενικώς ανακριβή (και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις), θεωρείται, δε, αντικειμενικώς ψευδές, το περιστατικό όχι μόνον, όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και ως προς εκείνα, που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή πληροφορήθηκε από διηγήσεις τρίτων και ως εκ τούτου, γνώριζε. Προϋπόθεση, για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά θα πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι συμβάντα ή καταστάσεις, συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα, κατά χρόνο και τόπο, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, τα οποία έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου, μεν, για αστική διαφορά, στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου, δε, για ποινική δίκη, στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής ή σε άλλα περιστατικά, συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας, όμως, το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στην συγκεκριμένη υπόθεση. Το ότι για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής (της κατάθεσης, δηλαδή, γεγονότος, σχέση έχοντος προς τη δικαζόμενη υπόθεση και δυναμένου να χρησιμεύσει προς απόδειξη στα πλαίσια αυτής), συνάγεται και από το ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 224 του ΠΚ κατατάσσεται στο ενδέκατο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, που αναφέρεται στα εγκλήματα, σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης, η οποία, αναγκασμένη να προσφεύγει, μεταξύ άλλων, και στο εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο, κινδυνεύει, όταν αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αλήθεια, να παραπλανηθεί, με συνέπεια τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ορθή απονομή της, ενώ, όταν τα κατατεθέντα γεγονότα είναι εντελώς άσχετα με τη δικαζόμενη υπόθεση, για την οποία δόθηκε η περιέχουσα εκείνα ένορκη κατάθεση και αλυσιτελή, προς απόδειξη, στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής, δεν θεμελιώνεται αντικειμενικά το εν λόγω έγκλημα. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, για ψευδή κατάθεση, πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται, σ' αυτή, τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών, εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται, ποιά ήταν τα αληθινά γεγονότα, κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα, που το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ήταν ψευδή και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, για την πράξη αυτή (ΑΠ 900/2024, ΑΠ 771/2024, ΑΠ 688/2022, ΑΠ 1114/2022, ΑΠ 948/2022, ΑΠ 1173/2021ΑΠ 1044/2021).

V. Εξάλλου η αθωωτική απόφαση ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) και δεδομένου ότι, αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αναδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του έχει έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, είτε όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά της αποφάσεως και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσεώς του (ΟλΑΠ 3/2010, ΑΠ 266/2024). Παγίως άλλωστε η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μία τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή, ενώ υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγραφα ή το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων. Ειδικά, στην αθωωτική απόφαση και με δεδομένο ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη δεν αποτελεί η αθωότητα, αλλά η ενοχή του κατηγορουμένου, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από τις προαναφερόμενες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, όταν, α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται με τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις), για τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε πόρισμα νόμιμης ανατροπής του τεκμηρίου αθωότητας, δηλαδή στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, παραθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα κατά την ακροαματική διαδικασία (από την κατηγορούσα αρχή και από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο υπεράσπισής του), διαμορφώνοντας αντίστοιχες πορισματικές παραδοχές και διατυπώνοντας σχετικές αιτιολογικές σκέψεις, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο αιτιολογεί με παράθεση σχετικών περιστατικών και πορισματικών παραδοχών, γιατί πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αφού, όπως σημειώθηκε, αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα αυτού (ΟλΑΠ 2/2017, ΑΠ 266/2024, ΑΠ 1/2024, ΑΠ 401/2023, ΑΠ 1343/2020, ΑΠ 1079/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020).
VI. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης με αριθμό 1299/2024 του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας στη πράξη της ψευδούς κατάθεσης με το ακόλουθο διατακτικό, κατά το μέρος που αφορά την παρούσα αίτηση :

"...ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτούς αθώους του ότι: Α) Οι εκ των κατηγορουμένων T. N. -G., Χ. Ε., Ε. Κ. [. Τ. Ε.] ενώ εξετάζονταν ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή. Ειδικότερα, οι εγκαλούντες Μ. Α., Κ. Μ. Ε. και Κ. Χ. άσκησαν σε βάρος των Τ. Ν. και Μ. Γ. την από 18-4-2019 αγωγή, με γενικό αριθμό κατάθεσης 40281 /2019 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 3522/2019 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτημα να υποχρεωθούν οι νυν κατηγορούμενοι να αποκαταστήσουν την περιουσιακή (θετική) ζημία και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αντισυμβατική συμπεριφορά του Τ. Ν. και τις αδικοπρακτικές ενέργειες των Τ. Ν. και Μ. Γ. εις βάρος τους και εις βάρος του Γ. Τ., ως κληρονόμων του θανόντος Β. Τ. του Ν. Στα πλαίσια της ανωτέρω εκκρεμούς δίκης: 1) Ο T. N. -G., την 26-7-2019, κατέθεσε ψευδώς ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, συνταγείσης της υπ' αριθμ. 7817 /2019 ένορκης βεβαίωσης, τα κάτωθι: "... Καταρχήν να ξεκαθαρίσω με κατηγορηματικό τρόπο ότι ο πατέρας μου Γ. Τ., τον οποίο υπεραγαπώ, είναι σήμερα 96 ετών και δυστυχώς τα τελευταία χρόνια παρουσίασε γεροντική άνοια, κάτι που τον εμποδίζει να αντιμετωπίσει θέματα και να πάρει αποφάσεις. Αυτό το λέω όχι μόνο σαν παιδί του που τον ζω από κοντά, αλλά και σαν ιατρός παθολόγος ... Γεροντική άνοια είχαν και οι αδελφές του Μ. Χ. και Ι. Τ., που έχουν σήμερα πεθάνει ... Δεν υπάρχει καμία περίπτωση ο πατέρας μου να στρεφόταν ποτέ δικαστικά, ούτε κατά του μικρότερου αδελφού του (ήτοι του Ε. Τ.) ούτε κατά των ανιψιών του (ήτοι των εδώ δεύτερου και τρίτου των εγκαλουμένων) ... Για τον θείο μου τον Β. (ήτοι τον θανόντα θείο μας Β. Τ.) ξέρω ότι ήταν ένας άνθρωπος με ιδιαίτερο χαρακτήρα και με έντονες συμπάθειες και αντιπάθειες για τους συγγενείς του. Δεν θα ήθελα να πω ποιους αντιπαθούσε, μπορώ όμως με βεβαιότητα να πω την προτίμηση και συμπάθεια που είχε στον Ν. Τ. Ήταν γνωστό σε όλους τους συγγενείς ότι τον εμπιστευόταν απόλυτα ανέκαθεν, είχε μάλιστα μαζί του κοινούς λογαριασμούς και κοινές οικονομικές δραστηριότητες και μάλιστα τον είχε ορίσει και διαχειριστή σε παλαιότερη διαθήκη που όλοι ξέραμε ότι είχε συντάξει ... Μεγάλη συμπάθεια και στενή σχέση είχε αναπτύξει και με τον άλλο του ανιψιό, τον Γ. Μ.... Η σύζυγός του τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει σοβαρότατα καρδιολογικά προβλήματα... και γνωρίζω πολύ καλά τα έξοδα που απαιτήθηκαν και απαιτούνται για την φροντίδα της. Θεωρώ ότι αυτός ήταν ένας ακόμη λόγος που ο θείος μου ήθελε να τον βοηθήσει ... Είναι γεγονός ότι από όλους τους συγγενείς του, αυτά τα δύο ανίψια ο Ν. και ο Γ. ήταν οι μόνοι που καθημερινά τον φρόντιζαν στη μάχη του με τον καρκίνο, μέχρι την ημέρα που πέθανε. Μου φαίνεται απολύτως λογικό και φυσιολογικό να θελήσει ο θείος μου να επιλέξει ενσυνείδητα να ανταμείψει αυτά τα δύο ανίψια του, δίνοντάς τους εν ζωή χρήματα τα οποία είχε, που άλλωστε σε ένα ποσοστό ήταν και του Ν. (ήτοι -του εδώ δευτέρου εγκαλουμένου), εξάλλου το παιδί του είχε ήδη αποβιώσει ... Ο πατέρας μου που πάσχει από γεροντική άνοια ποτέ δεν θα στρεφόταν δικαστικά κατά συγγενών του, ακόμα και αν πίστευε ότι είχε αδικηθεί. .. ". Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και συγκεκριμένα: α) είναι ψευδές ότι ο Γ. Τ. του Ν. πάσχει από γεροντική άνοια και αυτό τον εμποδίζει να αντιμετωπίσει θέματα και να πάρει αποφάσεις και γι' αυτό δεν υπάρχει καμία περίπτωση να στρεφόταν δικαστικά σε βάρος του Ε. Τ. (αδερφού του) και των Ν. Τ. και Γ. Μ. (ανιψιών του) ενώ αληθές ήταν ο Γ. Τ. δεν έπασχε από χρόνια άνοια και ήταν ικανός να παίρνει αποφάσεις για προσωπικές υποθέσεις του και ειδικότερα ως νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θανόντος αδερφού του, Β. Τ., όταν ενημερώθηκε για την από 21-11-2014 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος αδερφού του, η οποία εμφανίσθηκε από το Ν. Τ., την αμφισβήτησε εξ αρχής. β) επίσης ψευδές είναι ότι η θανούσα Μ. Χ., μητέρα της εγκαλούσας Α. συζ. Ν. Μ., είχε και εκείνη γεροντική άνοια ενώ είχε πλήρη πνευματική διαύγεια και μόνο παθολογικά και κινητικά προβλήματα. γ) αληθές είναι ότι ο Β. Τ. δεν είχε έντονες συμπάθειες και ,αντιπάθειες για τους συγγενείς του και δεν έτρεφε προτίμηση και συμπάθεια προς το Ν. Τ. και δεν ήταν γνωστό στους συγγενείς ότι τον εμπιστεύονταν απόλυτα ανέκαθεv, ότι είχε μαζί του οικονομικές δραστηριότητες και ότι τον είχε ορίσει διαχειριστή σε παλιότερη διαθήκη. δ) αληθές είναι ότι ο Ν. Τ. και ο Γ. Μ. δεν ήταν από όλους τους συγγενείς αυτοί μόνο που φρόντιζαν καθημερινά το Β. Τ. στη μάχη που έδινε με τον καρκίνο μέχρι την ημέρα που πέθανε, αλλά η εγκαλούσα Α. Μ. με το σύζυγό της Ν. Μ., ιατροί, συνέδραμαν με την ανωτέρω ιδιότητά τους το Β. Τ.. ε) αληθές είναι ότι ο Β. Τ. δεν είχε επιλέξει ενσυνείδητα να ανταμείψει το Ν. Τ. και Γ. Μ. δίνοντάς τους εν ζωή χρήματα τα οποία είχε, που άλλωστε σε ένα ποσοστό ήταν και του Ν. (Τ.). 2) Η Χ. Ε. με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή. Ειδικότερα, στην Αθήνα, στις 12-9-2017 και στις 10-9-2019, κατέθεσε ψευδώς ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, συνταχθέντων των υπ' αριθμ. 11153/2017 και 8371 /2019 ένορκων βεβαιώσεων αντίστοιχα, προς υποστήριξη της από 26-6-2017 με αριθμό κατάθεσης 550810/7168/2017 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, τα κάτωθι: "... Η μητέρα μου Μ. Χ. ήταν υπέργηρη (... ετών) και τα τελευταία χρόνια ήταν ουσιαστικά καθηλωμένη στο κρεβάτι, με σοβαρότατα προβλήματα πνευματικής διαύγειας και σχεδόν πλήρη αδυναμία πραγματικής και ουσιαστικής επικοινωνίας. Είναι αδύνατο να έδωσε ενσυνείδητα εντολή για δικαστικές ενέργειες ή να υπέγραψε ενσυνείδητα σχετική εξουσιοδότηση για δικαστικές ενέργειες κατά του Ν. Τ. για τον επιπλέον λόγο, ότι τον αγαπούσε σαν παιδί της, καθώς μεγαλώσαμε μαζί στην ίδια γειτονιά (τα σπίτια μας είναι απέναντι το ένα του άλλου). Ποτέ η μητέρα μου δεν θα στρεφόταν και μάλιστα δικαστικά κατά του ξαδέλφου μου. Αλλά και ο θείος μου στην Αμερική Γ. Τ. είναι επίσης υπέργηρος (95 ετών) με σοβαρότερα προβλήματα πνευματικής διαύγειας από της μητέρας μου, έχει δε πάρα πολλά χρόνια να έρθει στην Ελλάδα. Επίσης είναι αδύνατο ο θείος μου να έδωσε ενσυνείδητα εντολή για δικαστικές ενέργειες εναντίον του ξαδέλφου μου, τον οποίο μάλιστα είχε κοντά του στην Αμερική για πέντε χρόνια και σπούδαζε εκεί (. .. ) ποτέ δεν θα προχωρούσε σε τέτοιες ενέργειες κατά κανενός συγγενή. Κυρίως όμως γιατί σε όλη μας την ευρύτερη οικογένεια είναι απολύτως γνωστό ότι ο θείος μας Β. Τ. είχε πολύ στενή σχέση με τον ανιψιό του Ν. Τ. και προσωπική και οικονομική για δεκαετίες. Ήταν ο μόνος που ήξερε πλήρως τα οικονομικά του, τα διαχειριζόταν εν λευκώ, είχαν κοινά χρήματα και κοινούς λογαριασμούς ... Γενικά ο θείος μου ήταν δύσκολος άνθρωπος και με το υπόλοιπο σόι του είχε τυπικές, ακόμα και εχθρικές σχέσεις. Ειδικά για την οικογένεια Κ. και Μ. δεν έτρεφε καθόλου θετικά αισθήματα ... Κατά τη διάρκεια της τελευταίας ασθένειας του θείου μου, από όλη την οικογένεια, μόνο ο Ν. Τ. και ο Γ. Μ. τον φρόντισαν πραγματικά και του συμπαραστάθηκαν. Τα υπόλοιπα ξαδέλφια, αν και μας ζητήθηκε από τα αδέλφια του, αρνηθήκαμε όλα και δεν μπορώ να πω ότι συμπαθούσαν τον Β. Τ. Ειδικά τα τελευταία χρόνια είχαν κόψει κάθε επαφή μαζί του, ούτε στην κηδεία του πήγαν ...). Επιπλέον, στην υπ' αριθ. 8371 /2019 ένορκη βεβαίωσή της προσέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής αναληθή: "Ο θείος μου Β. ( ) είχε κάθε δικαίωμα να διαθέσει εν ζωή τα χρήματά του, όπως αυτός ήθελε, ανεξάρτητα αν αυτό τώρα που πέθανε δεν αρέσει ή δεν συμφέρει κάποιους άλλους συγγενείς του ... Είναι απόλυτα άδικο αυτό που γίνεται κατά του Ν. και του Γ. και αντίθετο στη γνωστή σε όλους τους συγγενείς ξεκάθαρη θέληση του θείου μας, που όλοι την αποδέχονταν και τη σέβονταν όσο ζούσε. Αυτή είναι η αλήθεια ..... ". Η αλήθεια όμως είναι ότι η Μ. Χ. εμφάνιζε τα τελευταία χρόνια της ζωής της παθολογικής φύσεως ασθένειες (καρδιακή ανεπάρκεια) και ορισμένα κινητικά προβλήματα ενώ είχε πνευματική διαύγεια έως το θάνατό της, ότι συνειδητά και ηθελημένα παρείχε εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της να ασκήσει για λογαριασμό της τα κληρονομικά δικαιώματά της και να υποβάλλει μήνυση κατά του ανιψιού της Ν. Τ. και ότι ο Γ. Τ. δεν είχε προβλήματα πνευματικής διαύγειας σοβαρότερα από τη Μ. Χ. Επίσης, αναληθές ήταν ότι σε όλη την ευρύτερη οικογένεια ήταν γνωστό ότι ο Β. Τ. είχε πολύ στενή σχέση με τον ανιψιό του Ν. Τ., ότι ήταν ο μόνος που ήξερε τα οικονομικά του και τα διαχειριζόταν εν λευκώ, ότι είχαν κοινά χρήματα και κοινούς λογαριασμούς, ότι με το υπόλοιπο σόι του ο εκλιπών Β. Τ. είχε τυπικές και εχθρικές σχέσεις και ότι για την οικογένεια Κ. και Μ. δεν έτρεφε καθόλου θετικά αισθήματα. Τέλος, η αλήθεια είναι ότι κατά τη διάρκεια της ασθένειας του Β. Τ. τον φρόντιζαν η εγκαλούσα Α. Μ. με το σύζυγό της Ν. Μ., που ήταν ιατροί και συνέδραμαν αυτόν με την ανωτέρω ιδιότητά τους. 3) Ο Ε. Κ., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή. Ειδικότερα, στην Αθήνα, στις 12-9-2017 και στις 10-9-2019, κατέθεσε ψευδώς ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, συνταχθέντων των υπ' αριθμ. ... και ... ένορκων βεβαιώσεων αντίστοιχα, προς υποστήριξη της από 26-6-2017 με αριθμό κατάθεσης 550810/7168/2017 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, τα κάτωθι: ".... Ήμουν επιστήθιος φίλος του Β. Τ. από τη δεκαετία του 1970 και είμασταν
και γείτονες στο Βύρωνα. Ειδικά από τότε που αρρώστησε τον Ιούλιο του 2014, καθημερινά τον φρόντιζε ο Ν. Τ. και ο άλλος του ανιψιός Γ. Μ. αλλά και εγώ. Κανένα άλλο από τα ανίψια του ή άλλος συγγενής του δεν τον επισκέφθηκε ποτέ, κάτι που έφερε βαρέως. Δεν είχε σχέσεις με άλλους συγγενείς του, ειδικά τα αδέλφια του που ήταν ήδη υπέργηροι και με σοβαρά προβλήματα πνευματικής διαύγειας .... Μου είχε πει ότι με τον ανιψιό του είχαν κοινούς λογαριασμούς, κοινές επενδύσεις ήδη από τότε, κοινά χρήματα, τον έβαζε δικαιούχο σε επενδυτικές τοποθετήσεις που μαζί έκαναν, ήταν ο μόνος συγγενής στον οποίο απευθύνονταν όταν είχε σοβαρό πρόβλημα, του είχε τυφλή εμπιστοσύνη και μέχρι τα τελευταία του είχαν διάφορες οικονομικές δοσοληψίες ... Από την εισαγωγή του στο νοσοκομείο τον Ιούλιο του 2014 ο Ν. Τ. μετά από ρητή επιθυμία του Β. Τ., ανέλαβε όλα τα οικονομικά θέματα για την διαχείριση των λογαριασμών και την πληρωμή όλων των δαπανών. Την εποπτεία την είχε πάντα ο Β. και έκαναν συχνά λογαριασμούς μπροστά μου. Γνωρίζαμε όλοι από τον ίδιο το Β. ότι για να μην υπόκειται στην ταλαιπωρία της μετάβασης -στην τράπεζα, του είχε κάνει (του Ν. Τ.) συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο με πλήρη δικαιώματα διαχείρισης, κάτι που φαινόταν απόλυτα λογικό λαμβάνοντας υπόψη την προσωπική και οικονομική τους σχέση, αφού ήδη είχαν κοινά χρήματα και κοινές επενδύσεις. Όλες οι δαπάνες και τα έξοδα του Β. πληρώνονταν από το Ν. Τ., όπως εφορία, ΔΕΗ, ΟΤΕ, τέλη κυκλοφορίας, φάρμακα, γιατροί, η Γεωργιανή οικιακή βοηθός που του είχαν, ότι αγορές ήθελε μέχρι τον θάνατο του και την κηδεία του ακόμα. Ήταν ο μόνος στον οποίο ο Β. είχε εμπιστευτεί τους κωδικούς του στην εφορία και μέχρι το τέλος της ζωής του ο Β. δεν είχε χρέη πουθενά. Ο Β. ήξερα ότι έχει χρήματα δεσμευμένα σε ομόλογα και μόνος του και με τον ανιψιό του Ν. Τ. Όταν ήρθε στην Αθήνα, είχε άγχος για την ανανέωση του τελευταίου ομολόγου και την τακτοποίηση των ονομάτων όπως έλεγε. Τελικά έμαθα από τον ίδιο ότι την ανανέωση την έκανε ο ανιψιός του ο Γ. Μ. και την τακτοποίηση των ονομάτων την έκανε με το πληρεξούσιο ο Ν. Τ. συvδέοντάς πχ το ομόλογο με ένα κοινό λογαριασμό που από παλαιότερα είχαν. Ρωτούσε καθημερινά και έδειξε ανακούφιση όταν πήρε στα χέρια του το νέο ομόλογο με τον κοινό λογαριασμό είχε βοηθήσει οικονομικά και τον άλλο του ανιψιό, το Γ. Μ., γιατί είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας η γυναίκα του και επίσης ήταν κοντά του ειδικά τα τελευταία χρόνια που είχε και την μεγαλύτερη ανάγκη για φροντίδα ... ". ενώ το αληθές ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν επιστήθιος φίλος του Β. Τ., τον οποίο καθημερινά φρόντιζε Γεωργιανή οικιακή βοηθός, ότι δε γνώριζε για την πνευματική κατάσταση των αδερφών του Β. Τ., ότι ο Β. Τ. με το υπ' αριθμ. 5286/2014 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο παρείχε εντολή στο Ν. Τ. να ενεργεί σύμφωνα με το ανωτέρω πληρεξούσιο και μόνο και ότι όλες οι δαπάνες και τα έξοδα του Β. Τ. πληρώνονταν από την περιουσία αυτού. Οι Τ. Ν. και Μ. Γ., στην Αθήνα και στους παραπάνω αναφερόμενους υπό στοιχ. Α' χρόνους με πρόθεση, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσαν σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που αυτοί διέπραξαν και συγκεκριμένα με πειθώ και παραινέσεις προκάλεσαν τους συγκατηγορούμενούς τους N. - G. T. και Ε. Τ. να τελέσουν την άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης, τους δε Χ. Ε. και Ε. Κ. να τελέσουν την άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση σε βάρος των νυν εγκαλούντων , ως αναλυτικά αυτές περιγράφονται στο υπό στοιχείο α του παρόντος κατηγορητηρίου". Προκειμένου να καταλήξει στην αθωωτική του κρίση το παραπάνω Δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό του κατά λέξη τα εξής : "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι: αναφορικά με τον 1o κατηγορούμενο: αυτός, την 26-7-2019 κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, συvταγείσης της υπ' αριθμ. 7817/2019 ένορκης βεβαίωσης, αυθορμήτως και χωρίς καμία πίεση, πειθώ ή φορτικότητα από κανένα, όλα όσα αποτελούσαν πεποιθήσεις του, τα οποία αποτελούν αληθή γεγονότα και συγκεκριμένα ότι ο Γ. Τ. του Ν. έπασχε από γεροντική άνοια, όντας προβεβηκώς στην ηλικία (βαθύ γήρας) και αυτό τον εμπόδιζε να αντιμετωπίσει θέματα και να πάρει αποφάσεις. Επίσης, όπως ο κατηγορούμενος και τότε μάρτυρας αξιολόγησε, ο εν λόγω Γ. Τ. δεν είχε την πρόθεση να στραφεί δικαστικά σε βάρος του Ε. Τ. (αδερφού του) και των Ν. Τ. και Γ. Μ. (ανιψιών του). Εάν εν τέλει στράφηκε, τούτο ο τότε μάρτυρας το απέδωσε σε πιέσεις, λόγω της αδυναμίας του να λαμβάνει αποφάσεις. Επίσης, αληθές αποδεικνύεται ότι η θανούσα Μ. Χ., μητέρα της εγκαλούσας Α. συζ. Ν. Μ. είχε και εκείνη γεροντική άνοια. Περαιτέρω το κατατεθέν από τον τότε μάρτυρα και νυν κατηγορούμενο ότι ο Β. Τ. έτρεφε προτίμηση και συμπάθεια προς το Ν. Τ. και ότι ήταν γνωστό στους συγγενείς ότι τον εμπιστεύονταν απόλυτα ανέκαθεν, ότι είχε μαζί του οικονομικές δραστηριότητες και ότι τον είχε ορίσει διαχειριστή σε παλιότερη διαθήκη δεν απεδείχθη ως αναληθές. Ομοίως απεδείχθη ότι ο Ν. Τ. και ο Γ. Μ. φρόντιζαν τον Β. Τ. στη μάχη που έδινε με τον καρκίνο μέχρι την ημέρα που πέθανε. Επίσης δεν απεδείχθη ως αναληθές, ότι λόγω της εκδηλωθείσας φροντίδας προς αυτόν, ο Β. Τ. είχε επιλέξει ενσυνείδητα να ανταμείψει το Ν. Τ. και Γ. Μ. δίνοντάς τους εν ζωή χρήματα τα οποία είχε, που άλλωστε σε ένα ποσοστό ήταν και του Ν. (Τ.). Πρέπει, συνεπώς να κηρυχθεί αθώος. Ως προς τη 2η κατηγορούμενη: στην Αθήνα, στις 12-9-2017 και στις 10-9-2019 αυτή, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, συvταχθέντωv των υπ' αριθμ. 11153/2017 και 8371 /2019 ένορκων βεβαιώσεων αντίστοιχα, προς υποστήριξη της από 26-6-2017 με αριθμό κατάθεσης 55081 Ο/7168/2017 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κατέθεσε αυθορμήτως και χωρίς καμία πίεση, πειθώ ή φορτικότητα από κανένα, όλα όσα αποτελούσαν πεποιθήσεις της, τα οποία αποτελούν αληθή γεγονότα και συγκεκριμένα ότι η μητέρα της ήταν υπέργηρη (97 ετών) και τα τελευταία χρόνια ήταν ουσιαστικά καθηλωμένη στο κρεβάτι, με σοβαρότατα προβλήματα πνευματικής διαύγειας και σχεδόν πλήρη αδυναμία πραγματικής και ουσιαστικής επικοινωνίας. Περαιτέρω, ως αξιολογική κρίση αυτής κατέθεσε ότι η μητέρα της είναι αδύνατο να έδωσε ενσυνείδητα εντολή για δικαστικές ενέργειες ή να υπέγραψε ενσυνείδητα σχετική εξουσιοδότηση για δικαστικές ενέργειες κατά του Ν. Τ. για τον επιπλέον λόγο, ότι τον αγαπούσε σαν παιδί της ... Επίσης δεν απεδείχθησαν ως αναληθή τα λοιπά κατατεθέντα από αυτήv σε σχέση με το θείο της στην Αμερική Γ. Τ.

Εξάλλου, στην υπ' αριθ. 8371/2019 ένορκη βεβαίωσή της προσέθεσε αξιολογικές κρίσεις. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώα. Όμοια ισχύουν και για τους λοιπούς κατηγορούμενους, οι οποίοι ήταν μάρτυρες. Συγκεκριμένα, ο 3ος κατηγορούμενος, στην Αθήνα, στις 12-9-2017 και στις 10-9-2019, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, συνταχθέντων των υπ' αριθμ. ... και ... ένορκων βεβαιώσεων αντίστοιχα, προς υποστήριξη της από 26-6-2017 με αριθμό κατάθεσης 550810/7168/2017 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αυθορμήτως κατέθεσε γεγονότα τα οποία δεν απεδείχθησαν ψευδή. Τέλος, ο 4ος κατηγορούμενος στην Αθήνα, την 10-9-2019, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, συνταγείσης της υπ' αριθμ. 4704/2019 ένορκης βεβαίωσης, αυθορμήτως κατέθεσε γεγονότα τα οποία δεν απεδείχθησαν ψευδή. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν αθώοι αμφότεροι. Μη πληρούμενης της νομοτυπικής μορφής των αδικημάτων για τα οποία κατηγορούνται οι ως άνω κατηγορούμενοι, δεν υφίσταται ηθική αυτουργία και συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν αθώοι και οι λοιποί κατηγορούμενοι".

VΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικά με το αθωωτικό του πόρισμα για τις αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους ως άνω αξιόποινες πράξεις, γιατί ουδεμία σκέψη ή συλλογισμός σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό, τα οποία να δικαιολογούν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των αποδιδομένων σ' αυτούς ως άνω πράξεων, ούτε και εξηγούνται οι λόγοι, για τους οποίους τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν δεν επαρκούσαν για την κατάφαση της ενοχής τους (ΑΠ 182/2019). Ειδικότερα, ουδόλως εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία ούτε αιτιολογείται γιατί δεν πείσθηκε το Δικαστήριο για την ενοχή των κατηγορουμένων, που, όπως προαναφέρθηκε, είναι το αντικείμενο αποδείξεως, ώστε το σκεπτικό της απόφασης να παρίσταται ουσιαστικά ανύπαρκτο. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη μεταφέρει στο σκεπτικό της αυτούσια τα γεγονότα που ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες και νυν κατηγορούμενοι, και αποδέχεται ότι αυτά είναι αληθινά , χωρίς οι παραδοχές αυτές να συνοδεύονται από αντίστοιχες αιτιολογικές σκέψεις και λόγους για τους οποίους πείστηκε το Δικαστήριο για την αλήθεια των γεγονότων αυτών και κατέληξε σε απαλλακτική κρίση. Σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων), από τα οποία το εν λόγω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην απαλλακτική του κρίση χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να εκτίθεται τι προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του σκεπτικού της πλην δεν εξηγούνται οι λόγοι, για τους οποίους τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομισθεί δεν επαρκούσαν για την κατάφαση της ενοχής των κατηγορουμένων. Η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει απολύτως τυπικό σκεπτικό και αρκείται μόνο στην επανάληψη των ελεγχόμενων ως ψευδών γεγονότων που κατέθεσαν οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι στις αντίστοιχες ένορκες βεβαιώσεις τους, όπως προκύπτει ευχερώς και από τη διατύπωση της αποφάσεως, όπου πριν από κάθε επιμέρους παραδοχή της, προβαίνει κατ' επανάληψη στη χρήση εισαγωγικών φράσεων όπως "... αυτός (ήτοι ο κατηγορούμενος) κατέθεσε ότι ..." ή "... όπως κατηγορούμενος και τότε μάρτυρας αξιολόγησε...." ή " ο τότε μάρτυρας το απέδωσε".

Συνεπώς , μεταφέρει στο σκεπτικό της, αυτούσια, τα γεγονότα που ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες και αποδέχεται ότι αυτά είναι αληθινά, χωρίς οι παραδοχές αυτές να συνοδεύονται από αντίστοιχες αιτιολογικές σκέψεις, και λόγους για τους οποίους πείστηκε το δικαστήριο για την αλήθεια των γεγονότων αυτών και κατέληξε σε απαλλακτική κρίση.

Περαιτέρω το σκεπτικό της αποφάσεως απασχόλησε μέρος μόνο και όχι το σύνολο του κατηγορητηρίου αλλά ακόμα και το τμήμα αυτό δεν παρατίθεται οιαδήποτε ουσιώδης παραδοχή και οιοδήποτε στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας πού να αιτιολογεί την απόκλιση του αποδεικτικού πορίσματος από τα επιβαρυντικά για τους κατηγορουμένους αποδεικτικά στοιχεία.

Εξ άλλου, ενώ το δικάσαν Δικαστήριο προβαίνει σε τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι δεν έλαβε υπόψη του το σύνολο αυτών και μάλιστα των ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων που εισφέρθηκαν στη δίκη μεταξύ άλλων και εγγράφων στοιχείων, όπως παραστατικά έγγραφα τράπεζας, κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών, δημόσια έγγραφα, και εισαγγελικές διατάξεις . Ειδικότερα από τη συγκριτική επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως και των παρατιθέμενων ψευδών καταθέσεων των τριών πρώτων κατηγορουμένων, καθώς και από το αποδεικτικό υλικό της υποθέσεως όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης, προκύπτει ότι στερείται αιτιολογίας διότι: Α) η παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας ότι ".... δεν απεδείχθη ως αναληθές, ότι λόγω της εκδηλωθείσας φροντίδας προς αυτόν, ο Β. Τ. είχε επιλέξει ενσυνείδητα να ανταμείψει τον Ν. Τ. (ήτοι τον πέμπτο κατηγορούμενο) και Γ. Μ. (ήτοι τον έκτο κατηγορούμενο) δίνοντάς τους εν ζωή χρήματα τα οποία είχε, που άλλωστε σε ένα ποσοστό ήταν και του Ν. (Τ.)" συνιστά επανάληψη των ισχυρισμών των κατηγορουμένων στις καταθέσεις τους ως μαρτύρων χωρίς να παρατίθεται οποιαδήποτε αιτιολογική σκέψη γιατί το δικαστήριο πείστηκε ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών αυτών αλλά και αν αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία ήτοι: α) το αποδεικτικό προθεσμιακής κατάθεσης ποσού κεφαλαίου 135.000 ευρώ με ημερομηνία 12.09.2014 από το οποίο προκύπτει ότι ο Β. Τ. (ο οποίος απεβίωσε την 25.03.2015) διατηρούσε τα επίμαχα χρήματά του σε προθεσμιακή κατάθεση με την ειδική εντολή, κατά τη λήξη της, να πιστωθούν τα χρήματα στον υπ' αριθ. ... ατομικό λογαριασμό του στην τράπεζα alpha bank (σελ. 37 των πρακτικών της δίκης), β) την από 11.09.2014 ειδική εξουσιοδότηση, την οποία χορήγησε ο Β. Τ. μέσα στο Σισμανόγλειο νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν εκείνη την περίοδο, προς τον έκτο κατηγορούμενο (Γ. Μ.), με την οποία του χορήγησε τη ρητή εντολή να ανανεώσει εκείνος για λογαριασμό του την ανωτέρω εξαμηνιαία προθεσμιακή κατάθεση ποσού 135.000 ευρώ και ότι με αυτόν τον τρόπο ο αποβιώσας εκδηλώσει εμπράκτως την επιθυμία του της τα χρήματα του να παραμείνουν σε ατομικό του λογαριασμό (σελ. 35 των πρακτικών της δίκης), γ) την υπ' αριθμ . ΕΜΠ ... αναλυτική βεβαίωση νοσηλείων του νοσοκομείου Σισμανογλείου, από την οποία προκύπτουν οι ημερομηνίες των τελευταίων νοσηλειών του αποβιώσαντος Β. Τ. προ του θανάτου του, σε συνδυασμό με : α) τις εκτυπώσεις κινήσεων για το χρονικό διάστημα 25/01/2014 - 25/03/2015, του υπ' αριθμ. ... ατομικού λογαριασμού του θανόντος Β. Τ. και β) Το υπ' αριθμ. ... κοινού λογαριασμού του Β. Τ. με συνδικαιούχο τον πέμπτο κατηγορούμενο, γ) το έγγραφο μεταβολών στοιχείων ομολογία στις 15/01/2015 της alpha bank, δ) το από 13/03/2015 αποδεικτικό αναλήψεως ποσού 5.000 ευρώ και ε) από 13 Μαρτίου 2015 αποδεικτικό μεταφοράς ποσού 125.000 ευρώ (σελίδες 36 και 37 των πρακτικών της απόφασης), Δ) της υπ' αριθμ. 1357/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και η υπ' αριθμ. 402/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ο πέμπτος κατηγορούμενος καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, για το αδίκημα της χρήσης πλαστού εγγράφου, λόγω της προσκόμισης προς δημοσίευση στο ειρηνοδικείο Αθηνών της από 21.11.2014 φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης του Β. Τ., σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της πλαστής αυτής διαθήκης, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφερόταν η πρόταση " όσα χρήματα βρεθούν στους λογαριασμούς μετά τον θάνατό μου να τα μοιραστούν ο Ν. Τ. και Γ. Μ.". Το δίκασαν δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την αντίθετη προς τα παραπάνω αδιαμφισβήτητα στοιχεία κρίση του, τα οποία είναι σαφές ότι δεν έλαβε υπόψη του και τα αγνόησε παντελώς.

Συνεπώς στερείται αιτιολογίας η απαλλακτική κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεχόμενη ως αληθείς τους κατωτέρω παρατιθέμενους ψευδείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων στις καταθέσεις τους ως μαρτύρων, όπως αυτοί εντάσσονται στο κατηγορητήριο: α) N. - G. T.: "... Μου φαίνεται απολύτως λογικό και φυσιολογικό να θελήσει ο θείος μου να επιλέξει ενσυνείδητα να ανταμείψει αυτά τα δύο ανίψια του, δίνοντάς τους εν ζωή χρήματα τα οποία είχε", β) Ε. Χ. : " ... Ο θείος μου Β. (...) είχε κάθε δικαίωμα να διαθέσει εν ζωή χρήματά του, όπως αυτός ήθελε ... Είναι απόλυτα άδικο αυτό που γίνεται κατά του Ν. και του Γ. και αντίθετο στη γνωστή σε όλους τους συγγενείς ξεκάθαρη θέληση του θείου μας", γ) Κ. Ε.: "Όταν ήρθε στην Αθήνα (ενν. ο Β. Τ.) είχε άγχος για την ανανέωση του τελευταίου ομολόγου και την τακτοποίηση των ονομάτων, όπως έλεγε ...", αναφερόμενος στο επίμαχο ποσό των 135.000 ευρώ του προθεσμιακού λογαριασμού του Β. Τ.. "... Τελικά έμαθα από τον ίδιο ότι .. την τακτοποίηση των ονομάτων την έκανε με πληρεξούσιο ο Ν. Τ. συνδέοντας πάλι το ομόλογο με έναν κοινό λογαριασμό που από παλαιότερα είχαν" και "έδειξε ανακούφιση όταν πήρε στα χέρια του το νέο ομόλογο με τον κοινό λογαριασμό ... . Β) Με την παραδοχή της ότι απεδείχθη ως αληθές το κατατεθέν από τους κατηγορουμένους ότι: "ο Γ. Τ. του Ν. έπασχε από γεροντική άνοια" και ότι "αυτό τον εμπόδιζε να αντιμετωπίσει θέματα και να πάρει αποφάσεις η προσβαλλομένη απόφαση περιορίζεται στην επανάληψη των ελεγχόμενων ως ψευδών ισχυρισμών που κατέθεσαν οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι ως μάρτυρες, δίχως να παρατεθεί έστω ένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας από το οποίο να πείστηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών αυτών. Η δε παραδοχή ότι ο (ήδη σήμερα αποβιώσας) Γ. Τ. βρισκόταν κατά τον επίμαχο χρόνο "σε προχωρημένη ηλικία (βαθύ γήρας)", ομοίως επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ψευδούς καταθέσεως των κατηγορουμένων, ενώ σε καμία περίπτωση δεν συνιστά αιτιολογία, έστω και συνοπτική, καθότι το προχωρημένο του στοιχείο απόδειξης "γεροντικής άνοιας", πόσο μάλλον εφόσον ουδεμία ιατρική γνωμάτευση προσκομίστηκε, εφόσον απουσιάζουν παντελώς από το σκεπτικό της αποφάσεως θεμελιωτικά της γεροντικής άνοιας στοιχεία και εφόσον οι πέμπτος και έκτος των κατηγορουμένων ουδέποτε προσέβαλαν το κύρος των πληρεξουσίων που χορήγησε, ούτε άσκησαν οιαδήποτε ένσταση ελλείψεως πληρεξουσιότητας. Γ) Η παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι αληθώς ο Γ. Τ. "δεν είχε την πρόθεση να στραφεί δικαστικά σε βάρος του Ε. Τ. (αδερφού του) και των Ν. Τ. και Γ. Μ. (ανιψιών του)" και ότι εάν εν τέλει στράφηκε, τούτο ο κατηγορούμενος (μάρτυρας) το απέδωσε σε "πιέσεις λόγω της αδυναμίας του (Γ. Τ.) να λαμβάνει αποφάσεις", συνιστά ομοίως επανάληψη των ισχυρισμών που κατέθεσαν οι κατηγορούμενοι (μάρτυρες), πάλι δίχως την παραμικρή αναφορά σε οιοδήποτε στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας από το οποίο να πείστηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών αυτών και δεν αιτιολογεί γιατί δεν πείστηκε από τα αντίθετα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν ήτοι: 1) Την υπ' αριθ. 114261/18.07.2019 ένορκη βεβαίωση της θυγατέρας του Γ. Τ. και διαμένουσας μόνιμα μαζί του στις Η.Π.Α., Α. - Μ. Τ. του Γ. ενώπιον του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στη Νέα Υόρκη, την οποία προσκομίσαμε μετ' επικλήσεως, η οποία καταθέτει, μεταξύ άλλων, ότι ο πατέρας της βρισκόταν "σε πλήρη πνευματική διαύγεια παρά τη μεγάλη ηλικία του", ότι γνώριζε άριστα την πραγματική επιθυμία του αδελφού του (Β. Τ.) λόγω της πολύ καλής σχέσης και συχνής επικοινωνίας που είχαν, ότι "δεν πίστεψε ποτέ ότι ήταν γνήσια η διαθήκη που παρουσιάστηκε", ότι "συμβουλεύτηκε δικηγόρους ώστε να πραγματοποιηθούν οι ενδεδειγμένες δικαστικές ενέργειες" και ότι "από την αρχή της υπόθεσης είχε παρακαλέσει την αδελφή του Μ. Χ. και την κόρη της Α. Μ. (ήτοι την πρώτη εξ ημών) να ενεργήσουν και εκ μέρους του όλες τις αναγκαίες δικαστικές ενέργειες για τη διαλεύκανση της γνησιότητας της διαθήκης, καθώς και την αναζήτηση της τύχης που είχαν οι χρηματικές καταθέσεις του αδελφού του" (σελίδα 39 των πρακτικών της απόφασης) 2) Τις από 14.05.2015 και 22.09.2015 επιστολές που έλαβε ο Γ. Τ. από τον δικηγόρο Δημήτριο Χαλατσά για την ίδια υπόθεση, από τις οποίες προκύπτει, ότι όταν ο Γ. Τ. ενημερώθηκε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο της πλαστής από 21.11.2014 διαθήκης, συμβουλεύτηκε τον ανωτέρω δικηγόρο, ο οποίος με τις ανωτέρω δύο έγγραφες επιστολές επιβεβαίωσε την τηλεφωνική τους επικοινωνία και του εξήγησε αναλυτικά τις δικαστικές ενέργειες που έπρεπε να γίνουν για την δικαστική ακύρωση της διαθήκης. 3) Τις συσκευές αποθήκευσης με βιντεοσκοπημένες δηλώσεις του Γ. Τ., σύμφωνα με τις οποίες, την 01.07.2017, εν γνώσει του και έχοντας συναινέσει στην βιντεοσκόπησή του, αναφέρεται στην πλαστότητα της διαθήκης (την οποία αποκαλεί "ψευτοδιαθήκη"), εκθέτει την πραγματική βούληση του αδελφού του (Β. Τ.) και καλεί την οικογένεια του πέμπτου κατηγορουμένου να σταματήσουν τις ενέργειές τους. (σελίδα 35 των πρακτικών της απόφασης). 4) Τα δύο πληρεξούσια που υπέγραψε ο Γ. Τ. ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Νέα Υόρκη, με το ένα εκ των οποίων μάλιστα χορήγησε πληρεξουσιότητα στον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο (Ευστράτιο Τζουραμάνη) προκειμένου να ασκηθεί αγωγή ακύρωσης της διαθήκης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και το από 14.06.2019 δικαστικό πληρεξούσιο προς την πληρεξούσια δικηγόρο (Μ. Εμμανουήλ) για την άσκηση της αγωγής μας κατά των πέμπτου και έκτου των κατηγορουμένων (σελ. 38 των πρακτικών της απόφασης). Δ) Οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι απεδείχθησαν αληθή ότι "η θανούσα Μ. Χ. ..., είχε και εκείνη γεροντική άνοια" ότι "... τα τελευταία χρόνια ήταν ουσιαστικά καθηλωμένη στο κρεβάτι, με σοβαρότατα προβλήματα πνευματικής διαύγειας και σχεδόν πλήρη αδυναμία πραγματικής και ουσιαστικής επικοινωνίας ..." και ότι "είναι αδύνατο να έδωσε ενσυνείδητα εντολή για δικαστικές ενέργειες ή να υπέγραψε ενσυνείδητα σχετική εξουσιοδότηση για δικαστικές ενέργειες κατά του Ν. Τ. για τον επιπλέον λόγο ότι τον αγαπούσε σαν παιδί του " συνιστούν και αυτές επανάληψη των ισχυρισμών των κατηγορουμένων - μαρτύρων, δίχως καμία περαιτέρω αιτιολογία. Και στην περίπτωση αυτή, η απόφαση τυγχάνει αναιτιολόγητη, διότι ουδεμία θέση λαμβάνει επί των κατωτέρω αναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων και ισχυρισμών και συγκεκριμένα: 1) Επί των δύο συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων που υπέγραψε η Μ. Χ. ενώπιον Συμβολαιογράφου (σχετικά 43 .και 44, σελ. 38 των πρακτικών του Δικαστηρίου), με το ένα εκ των οποίων χορήγησε ρητή εντολή για την άσκηση της προαναφερόμενης αγωγής ακύρωσης της διαθήκης. (σελίδα 38 των πρακτικών της απόφασης). 2) Επί της από 14.06.2017 εξουσιοδότησης που υπέγραψε η Μ. Χ. στο Κ.Ε.Π. Παλαιού Φαλήρου, με την οποία εξουσιοδότησε τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο για την κατάθεση της από 13.06.2017 αρχικής μηνύσεώς μας κατά του πέμπτου κατηγορουμένου για την ίδια υπόθεση, με ενσωματωμένο το κείμενο της μηνύσεως στην εξουσιοδότηση (υπογεγραμμένη "σελίδα σελίδα" από την ανωτέρω μηνύτρια). Το δικάσαν Δικαστήριο, ουδόλως αιτιολόγησε, έστω και συνοπτικώς, για ποιο λόγο δεν επείσθη από την χορήγηση αυτών των πληρεξουσίων και εξουσιοδοτήσεων εκ μέρους της Μ. Χ., αρκούμενο μόνο στην επανάληψη των ισχυρισμών των κατηγορουμένων. Ε) Οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι απεδείχθησαν αληθή ότι "ο Β. Τ. έτρεφε προτίμηση και συμπάθεια προς το Ν. Τ. και ότι ήταν γνωστό στους συγγενείς ότι τον εμπιστευόταν απόλυτα ανέκαθεν, ότι είχε μαζί του οικονομικές δραστηριότητες και ότι τον είχε ορίσει διαχειριστή σε παλιότερη διαθήκη" και ότι "ο Ν. Τ. και ο Γ. Μ. φρόντιζαν τον Β. Τ. στη μάχη που έδινε με τον καρκίνο μέχρι την ημέρα που πέθανε", συνιστούν ομοίως επανάληψη των ισχυρισμών που κατέθεσαν οι κατηγορούμενοι μάρτυρες, δίχως καμία περαιτέρω αιτιολογία.
Περαιτέρω δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν, τα κατωτέρω αποδεικτικά στοιχεία που εισφέρθηκαν στη δίκη και συγκεκριμένα: 1) Το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 114261/18.07.2019 ένορκης βεβαίωσης της Α. - Μ. Τ., στο οποίο η μάρτυρας κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως τα ακόλουθα: "... ο μακαρίτης (ήτοι ο Β. Τ.) είχε πει στον πατέρα μου (ήτοι στον Γ. Τ.) πως δεν εμπιστευόταν τον τελευταίο καιρό τον Νίκο (ήτοι τον πέμπτο κατηγορούμενο), ο οποίος... είχε δώσει και αφορμή με την συμπεριφορά του", "ο πατέρας μου (σ.σ. Γ. Τ.) ποτέ δεν πείστηκε πώς ο αδελφός του είχε καταστήσει τον Νίκο συνδικαιούχο των λογαριασμών του" και "για επενδύσεις και συνεργασίες μεταξύ του θανόντος και του Ν. Τ. δεν έχουμε ακούσει ποτέ, γιατί απ' ότι γνωρίζω από τον πατέρα μου, ο θείος μου δεν εμπιστευόταν τον Ν. Τ. τα τελευταία χρόνια και ειδικά μετά το θάνατο του παιδιού του. Σε κάθε περίπτωση τα χρήματα που υπήρχαν στους λογαριασμούς και τις προθεσμιακές καταθέσεις του θείου μου, δεν είχαν καμία σχέση με τέτοιες επενδύσεις Τα χρήματα αυτά ήταν αποκλειστικά του θείου μου". 2) Τον ισχυρισμό - ομολογία της δεύτερης κατηγορουμένης, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, όπου είχε καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης του πέμπτου κατηγορουμένου, επί λέξει "ο θανών περιθάλφθηκε από την αδελφή μου και το Ν. Μ. ... Όλοι συντρέξαμε στον άρρωστο θείο" ( σελ. 20, 2η σειρά από το τέλος εκ των προσκομισθέντων πρακτικών της υπ' αριθ. 957/2020 Τριμ.Εφ. Αθ.). ΣΤ) Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί η έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με το ότι η προσβαλλομένη απόφαση κάνει γενικόλογη αναφορά ως προς τους τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων, χωρίς να κρίνει περί της αλήθειας ή μη των ισχυρισμών τους, που παρατίθενται στο κατηγορητήριο. Παρέλειψε δε να αποφανθεί και ιδίως να αιτιολογήσει την κρίση της, αναφορικά με τους κατωτέρω ισχυρισμούς που ελέγχονται ως ψευδείς, σύμφωνα με το κατηγορητήριο και συγκεκριμένα: Ουδεμία ειδική αναφορά διαλαμβάνει ως προς τον ψευδή ισχυρισμό του τρίτου κατηγορουμένου (Κ. Ε.) ότι δήθεν "ήταν επιστήθιος φίλος του Β. Τ." και ότι δήθεν γνώριζε την κατάσταση της υγείας των Γ. Τ. και Μ. Χ., όπως οι ισχυρισμοί αυτοί ελέγχονται από το κατηγορητήριο (στοιχ, 3 εδ. α' και β' του κατηγορητηρίου). Επί του ζητήματος αυτού, το δικάσαν Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την κρίση του, γιατί πείστηκε για την αλήθεια των ανωτέρω ισχυρισμών του τρίτου κατηγορουμένου αλλά δεν έκρινε πειστικούς τους αντίθετους ισχυρισμούς τριών προσώπων της οικογένειας, δηλαδή της Α. συζύγου Ν. Μ., ότι "δεν τον ήξερα ποτέ, δεν είχε έρθει ποτέ στο εξοχικό στον Κάλαμο, δεν τον είχα δει" και ότι τον γνώρισα "πρώτη φορά στην κηδεία του θείου μου" (σελ. 9 των πρακτικών της δίκης, σειρές 36η έως 39η), την κατάθεση της Μ. - Ε. Κ., όπου ανέφερα ότι "δεν τον γνωρίζω, τον είδα πρώτη φορά στο δικαστήριο" και ότι "δεν τον είδαμε ποτέ στο εξοχικό, εγώ μεγάλωσα εκεί με το θείο μου τα καλοκαίρια Πάσχα όλα εκεί, ποτέ δεν τον είδα" (σελ. 15, σειρές 25η έως 27η), καθώς και του μάρτυρα του κατηγορητηρίου, Ν. Μ., συζύγου της Α. Μ., ο οποίος αναφέρει ότι τον γνώρισε "πρώτη φορά στο εφετείο ... " (σελ. 30, 4η σειρά από το τέλος) και ότι σε καμία περίπτωση δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό του στοιχεία που να τον καθιστούν "επιστήθιο φίλο" και πολύ περισσότερο, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την πνευματική κατάσταση της Μ. Χ., την οποία ουδέποτε είχε γνωρίσει και συναντήσει. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων για τα οποία αθωώθηκαν οι κατηγορούμενοι, οι αποδείξεις (κατ' είδος) από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τους κατηγορούμενους κρίση η οποία είναι "επιλεκτική", στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά' άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτήν, και δημιουργούνται λογικά κενά, ώστε η αιτιολογία να κρίνεται ως μη εμπεριστατωμένη, αφού, δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Επιπλέον δε, η προσβαλλόμενη απόφαση τυγχάνει αναιρετέα και ως προς την παραδοχή της περί των " αξιολογικών κρίσεων" μέρους των ψευδών γεγονότων που κατέθεσαν ο πρώτος και η δεύτερη αντιστοίχως των ανωτέρω κατηγορουμένων (σελ. 53 και 54 των πρακτικών της), προβαίνοντας σε εσφαλμένη εφαρμογή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 Π.Κ. Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και συντρέχει περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής και έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής όπως βάσιμα ισχυρίζεται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου (άρθρα 510 παρ.1 στοιχείο Δ', Ε' ΚΠΔ) και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά τους λοιπούς κατηγορουμένους και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (αρ.519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1299/2024 απόφαση του ΣΤ ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καθόσον αφορά τους κατηγορουμένους : α) N. - G. T. του Γ. β) Ε. Χ. του Ι. γ) Κ. Ε. του Χ., δ) Ν. Τ. του Ε. και ε) Γ. Μ. του Π., (για τις πράξεις της ψευδούς καταθέσεως οι πρώτος έως τρίτος και της ηθικής αυτουργίας ο τέταρτος και πέμπτος )

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Παύει οριστικώς λόγω θανάτου την εναντίον του Ε. Τ. του Ν. ποινική δίωξη του ότι : "στην Αθήνα, την 10-9-2019, κατέθεσε ψευδώς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, συνταγείσης της υπ'αριθμ. 4704/2019 ένορκης βεβαίωσης, τα κάτωθι: " ... Όταν πέθανε ο σύζυγος της αδελφής μου Ι. Τ., η οποία έπασχε από άνοια, δημιουργήθηκε μια αντιπαράθεση ανάμεσα στ' αδέλφια από τη μία και τον Ν. Μ. από την άλλη, διότι ήθελε να επιβάλει την άποψή του στα αδέλφια, θεωρώντας ότι εκείνος εξέφραζε τη βούληση του θανόντος γαμπρού μας. Τα υπόλοιπα αδέλφια συμπεριλαμβανομένης και της αδελφής μου και πεθεράς του Μ. Χ., δεν του το επιτρέψαμε και από τότε η σχέση του με την οικογένεια είχε διαταραχθεί. .... Τα αδέλφια, λόγω ηλικίας είχαμε κυρίως επαφές τηλεφωνικές όμως τα τελευταία χρόνια, τόσο με την αδελφή μου Μ. Χ., όσο και με τον αδελφό μου Γ. Τ. στην Αμερική κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό, διότι και οι δύο παρουσίασαν άvοια ...... O γιος μου και ο αδελφός μου ήταν τα τελευταία 25 χρόνια πολύ κοντά. Ο αδελφός μου συζητούσε τα πάντα μαζί του, τον είχε συvδικαιούχο τόσο στους τραπεζικούς του λογαριασμούς όσο και σε επενδυτικά προγράμματα στα οποία από κοινού συμμετείχαν. Λόγω των σοβαρών προβλημάτων και εξαρτήσεων που είχε ο γιός του, Ν. Τ. και αυτός, ο αδελφός μου ο Β. μου είχε ξεκαθαρίσει ότι ο γιος μου Ν. Τ. είναι στα μάτια μου σαν γιος του ..... Όταν ο αδελφός μου ασθένησε, ο γιος μου μαζί με τον ανιψιό μου Γ. Μ. και τον επιστήθιο φίλο του Κ. Ε. ανέλαβαν όλη του την φροντίδα. Κανένα άλλο ανίψι, αν και τους ζητήθηκε, δε θέλησε να ασχοληθεί με το παραμικρό Όταν θέλησε ο αδελφός μου να κάνει αλλαγές στις προθεσμιακές του καταθέσεις, του ζήτησε η τράπεζα, ο εκπρόσωπός του να έχει συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Για το λόγο αυτό έκανε ειδικό πληρεξούσιο και ενημέρωσε τηλεφωνικώς τόσο εμένα όσο και τα άλλα δύο αδέλφια, λέγοντάς μου μάλιστα χαρακτηριστικά ότι δεν πιστεύει τα άλλα δύο αδέλφια του να κατάλαβαν πολλά λόγω της άνοιας.

Όταν ωρίμασε η προθεσμιακή κατάθεση ο ίδιος με ενημέρωσε για την απόφασή του να διαθέσει συνολικά από τα μετρητά του 60.000 ευρώ στον Γ. Μ. .... Μου είχε πει χαρακτηριστικά ότι τον Γ. θα τον αναλάβει αυτός και δεν θα τον μπερδέψει με τα ακίνητα. Επίσης, τα υπόλοιπα χρήματά του θα τα διέθετε αυτός όπου αλλού εκείνος νόμιζε και κυρίως στον γιο μου Ν. που τον θεωρούσε γιο του και με τον οποίο είχε ούτως ή άλλως οικονομικές σχέσεις και κοινά χρήματα. Αυτά δεν μου τα μετέφερε κανείς αλλά μου τα είπε ο ίδιος όταν το αποφάσισε και σε δεύτερη επικοινωνία μας όταν ολοκλήρωσε την επιθυμία του ..... Όταν ενημερώθηκα για τη διαθήκη μίλησα με τ' αδέλφια μου, Μ. και Γ. Ήταν δύσκολο να συνεννοηθούμε, συμφωνήσαμε όμως να επιμεληθεί ο δικηγόρος Δημήτριος Χαλατσάς, προσωπικός φίλος και δικηγόρος των αδελφών μου. Μίλησα και ο ίδιος μαζί του. Μου εξήγησε ότι η διαθήκη αυτή απεικόνιζε τη βούληση του θείου μου, όπως και αυτός ήξερε, δεν αφορούσε τον γιο μου και τον ανιψιό μου Γ. Μ., καθότι η διάθεση· των μετρητών είχε γίνει εν ζωή και άρα δεν κληρονομούσαν τίποτα. Πρότεινε ένας από τους δύο να τη δημοσιεύσει, χωρίς να την κηρύξει κυρία, αφού δεν γνωρίζαμε ποιος την είχε γράψει... Να σημειώσω ότι αν αυτή η διαθήκη εφαρμοζόταν θα είχαν όλοι μεγαλύτερο όφελος, αφού εξαιρούσε Τον Γ. Μ., κληρονόμο κατά το 1/8. Ζήτησα από τον γιο μου και τον ανιψιό του να μην ασχοληθούν με την υπεράσπιση της διαθήκης διότι δεν θα ήθελα ποτέ να βρεθώ αντίδικος με τα αδέλφια μου, παρότι ήξερα ότι είναι γνώριζαν τίποτα και από πίσω από αυτούς βρισκόνταν άλλοι...", ενώ το αληθές ήταν ότι ο Ν. Μ. ουδέποτε επιχείρησε να επιβάλει την άποψη του στα αδέρφια της οικογένειας και αυτό αποτελούσε την αιτία να διαταραχθεί η σχέση με την πεθερά του Μ. Χ., ότι η Μ. Χ. και ο Γ. Τ. δεν είχαν άνοια, ότι ο Β. Τ. είχε ίδια συναισθήματα για όλα τα ανίψια του και δεν είχε μόνο αδυναμία στο Ν. Τ., ότι το Β. Τ. καθημερινά φρόντιζε Γεωργιανή οικιακή βοηθός και ότι η πρώτη εγκαλούσα Α. Μ. με το σύζυγό της Ν. Μ., που ήταν ιατροί, τον συνέδραμαν και τον φρόντιζαν, ότι το ανωτέρω πληρεξούσιο δεν έγινε επειδή ο Β. Τ. ήθελε να κάνει αλλαγές στις προθεσμιακές καταθέσεις, ότι ποτέ δεν τον είχε ενημερώσει για την απόφασή του να διαθέσει συνολικά 60.000 στο Γ. Μ. και ότι τα υπόλοιπα θα τα διέθετε στο Ν. Τ., ότι η διαθήκη ήταν πλαστή και ότι ο Ν. Τ. καταδικάστηκε για το λόγο αυτό για την πράξη της πλαστογραφίας με την υπ' αριθμ. 3096/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών."

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2025.

Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή