Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 909 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 909/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Παππαδά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ο. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 61/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (Β' Βαθμού). Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Β. Α. του Π., κάτοικο ..., που δεν εμφανίσθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας (Β' Βαθμού), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις από 7-1-2025 και 28-1-2025, αντίστοιχα, δύο αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η πρώτη αίτηση αναίρεσης, να γίνει δεκτή η δεύτερη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., "εναντίον του ιδίου βουλεύματος ή της ίδιας απόφασης δεν μπορεί ποτέ να ασκηθεί για δεύτερη φορά το ίδιο ένδικο μέσο που έχει κριθεί". Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής προϋπόθεση για την απαγόρευση άσκησης για δεύτερη φορά του ενδίκου μέσου της αίτησης αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης (ΑΠ 1560/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, o αναιρεσείων Α. Ο. του Δ., με κατάθεση δικογράφου ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 7-1-2025, άσκησε εμπροθέσμως την από 3-1-2025 πρώτη αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ` αριθμό 61/2024 καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας (Β' Βαθμού), που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 8-1-2025, με αριθμό 279 και στην συνέχεια άσκησε εμπροθέσμως την από 27-1-2025 δεύτερη αίτηση αναίρεσης, με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου στις 28-1-2025, στρεφόμενη κατά της ίδιας ως άνω, σε βάρος του απόφασης.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει εισέτι κριθεί η πρώτη από τις παραπάνω δύο αιτήσεις αναίρεσης, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, κάμπτεται η από το άρθρο 466 παρ.3 του Κ.Π.Δ. απαγόρευση άσκησης της δεύτερης από αυτές και θεωρείται, ότι το περιεχόμενο αμφοτέρων συνιστά ενιαίο κείμενο, που ερευνάται από το επιλαμβανόμενο της εκδίκασής τους δικαστήριο και πρέπει, να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.
Περαιτέρω, οι ανωτέρω δύο αιτήσεις αναιρέσεως κατά της ως άνω υπ` αριθμ. 61/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας (Β' Βαθμού), με την οποία ο ως άνω αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τα αδικήματα της κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Περιέχουν δε ορισμένους και παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` και Ε' ΚΠοινΔ (απόλυτη ακυρότητα και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης). Επομένως, είναι παραδεκτές (άρθρα 473 παρ. 1, 2, 3, 474 παρ. 1 και 2, 504 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω, ερήμην του παραστάντος για την υποστήριξη της κατηγορίας Β. Α., ο οποίος όπως προκύπτει από το από 17-2-2025 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα του ΑΤ Αμυνταίου Λ. Χ. και το από 12-2-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα του ΑΤ Κοζάνης Ν. Β. στον αντίκλητο δικηγόρο του Χρήστο Σαββίδη, κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 362 και367 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο αυτής ακόμη και στον Άρειο Πάγο και θεμελιώνει λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, όταν το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, λάβει υπόψη του έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του εκ του ανωτέρω άρθρου 358 ΚΠοινΔ απορρέοντος δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας (παραβίασης) δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης. Η ως άνω ακυρότητα, αποτρέπεται, όταν τα ως άνω έγγραφα αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή το μη αναγνωσθέν στο ακροατήριο περιεχόμενο αυτών προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ΑΠ 1383/2023 , ΑΠ 164/2022, ΑΠ 477/2020).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με αριθμό 61/2024, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για τις πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών, με το εξής διατακτικό:
''ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στους κατωτέρω τόπους και χρόνους ενεργώντας με δόλο, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, ορισμένα εκ των οποίων αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τα οποία τιμωρούνται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: (Α) Στον ... την 10-07-2008, με πρόθεση κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ήτοι εξ υπαρχής δημιούργησε έγγραφο κατά τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι καταρτίστηκε από πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο από το οποίο πράγματι εκδόθηκε, με αποτέλεσμα να παρέχεται η αναληθής εντύπωση ως προς την ταυτότητα του εκδότη, ήτοι να παρέχεται η εντύπωση ότι εκδόθηκε από άλλο πρόσωπο, ενώ εκδόθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, και εν συνεχεία έκανε χρήση του εγγράφου αυτού, ενώ με την πράξη του αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, το δε συνολικό περιουσιακό του όφελος ή η συνολική ζημία του εγκαλούντος υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατάρτισε το από 10- 07-2008 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Σύστασης Κοινοπραξίας, στο οποίο ο εγκαλών, Ε. Α. του Π., φέρεται μεταξύ άλλων να είναι διευθυντής και διαχειριστής της Κοινοπραξίας "Τ. Α.- Α. Ε." και με συμμετοχή στα κέρδη και στις ζημίες κατά 50%, με έδρα τον ..., η οποία (Κοινοπραξία) κατά το ανωτέρω καταρτισθέν από τον κατηγορούμενο έγγραφο αποδέχθηκε ως ανάδοχος το έργο "ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΠΥΛΗΣ", το οποίο δημοπρατήθηκε από το Δήμο Πρεσπών του Ν. Φλώρινας, προϋπολογισμού 154.247,06 ευρώ (χωρίς Φ.Π.Α.), στο κάτω μέρος δε του ως άνω συμφωνητικού φέρεται να έθεσε την υπογραφή του ο εγκαλών, Ε. Α. του Π.. Πλην όμως, αν και ο τελευταίος είχε υπογράψει με τον Α. Τ., το από 28-03-2008 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Δήλωσης Κοινοπραξίας για τη συμμετοχή στον ανωτέρω διαγωνισμό, ουδέποτε ο εγκαλών κατήρτισε το από 10-07-2008 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Σύστασης Κοινοπραξίας ούτε υπέγραψε σε αυτό, πράξη που έκανε ο κατηγορούμενος, μιμούμενος την υπογραφή του ανωτέρω εγκαλούντος και χωρίς τη συναίνεση αυτού προς τούτο. Στην ανωτέρω πράξη του προέβη με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς χωρίς την υπογραφή του ως άνω Ιδιωτικού Συμφωνητικού Σύστασης Κοινοπραξίας, αφενός ο ανωτέρω εγκαλών δεν θα συμμετείχε ως φερόμενος ανάδοχος (μέλος της ανωτέρω Κοινοπραξίας) του παραπάνω έργου παραπλανώντας (ο κατηγορούμενος) τους υπαλλήλους του Δήμου Πρεσπών, ο οποίος ήταν ο κύριος του έργου, αλλά και του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο κατέβαλε την πληρωμή του έργου στον Α. Τ. του Σ., αφετέρου το ανωτέρω έργο δεν θα υφίστατο φορολογικά για τον ανωτέρω εγκαλούντα παραπλανώντας (ο κατηγορούμενος) τους υπαλλήλους της ΔΟΥ Αμυνταίου, στους οποίους προσκομίστηκε στην ανωτέρω ημερομηνία το ανωτέρω πλαστό έγγραφο, αλλά και τους υπαλλήλους της ΔΟΥ Καστοριάς, οι οποίοι επέβαλαν στον ανωτέρω εγκαλούντα το ποσό των 177.242,06 ευρώ ως πρόστιμο προερχόμενο εκ της ιδιότητάς του ως διαχειριστή της ανωτέρω Κοινοπραξίας. Επιπλέον, την 10-07-2008 έκανε χρήση του παραπάνω πλαστού εγγράφου ενώπιον των υπαλλήλων της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Πρεσπών, προκειμένου να αποδεχθεί η ανωτέρω Κοινοπραξία κατά την ανωτέρω ημερομηνία το ανωτέρω έργο, αλλά και αφενός την 10-07-2008 στη ΔΟΥ Αμυνταίου, στην οποία επίσης προσκομίστηκε το ανωτέρω πλαστό έγγραφο, όπως και ενώπιον των υπαλλήλων της ΔΟΥ Καστοριάς την 20-1-2015 κατά την πράξη επιβολής του ανωτέρω προστίμου στον ανωτέρω εγκαλούντα, αφετέρου ενώπιον του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας κατά την προσκόμιση του ανωτέρω (πλαστού εγγράφου), με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος του (α) ποσά 100.000 ευρώ και 57.375,68 ευρώ, τα οποία κατέβαλε την 05-11-2008 και την 08-12-2008 αντίστοιχα το Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας στον Α. Τ. του Σ. ως πληρωμή του έργου (στο οποίο δήθεν συμμετείχε ως ανάδοχος-μέλος της ανωτέρω Κοινοπραξίας ο ανωτέρω εγκαλών) με τις με αριθμούς ... και ... επιταγές της Τράπεζας της Ελλάδος αντίστοιχα, ήτοι συνολικό περιουσιακό όφελος ποσού 157.375,68 ευρώ με αντίστοιχη ζημία του τελευταίου (εγκαλούντος) που δεν συμμετείχε ως (πραγματικός) ανάδοχος του ανωτέρω έργου, αλλά και επίσης ζημία του ανωτέρω εγκαλούντος ποσού (β) 177.242,06 ευρώ το οποίο επιβλήθηκε ως πρόστιμο στον τελευταίο ως διαχειριστή της ανωτέρω Κοινοπραξίας από την Δ.Ο.Υ. Καστοριάς με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του κατηγορούμενου, καθώς προήλθε από δική του πραγματική δραστηριότητα, ήτοι ποσά [ανωτέρω (α) και (β) που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, (Β) Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους και με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενεργώντας με πρόθεση και δόλο με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του ψευδή παράσταση γεγονότων ως αληθινών με περιουσιακό του όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Ειδικότερα, στους κατωτέρω τόπους και χρόνους και με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αφού κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστό έγγραφο μιμούμενος την υπογραφή του εγκαλούντος Ε. Α. του Π. και, συγκεκριμένα, το από 10-07-2008 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Σύστασης Κοινοπραξίας, όπως περιγράφεται ανωτέρω στο υπό στοιχείο (Α), α) την 10-07-2008 παρέστησε ψευδώς στους κατωτέρω τόπους, ήτοι στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Πρεσπών και στο Αμύνταιο Φλώρινας και δη στους υπαλλήλους της ανωτέρω Τεχνικής Υπηρεσίας αλλά και της ΔΟΥ Αμυνταίου αντίστοιχα περί της γνησιότητας του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο και προσκόμισε, πείθοντας τους μεν πρώτους να επιτρέψουν τη συμμετοχή της ανωτέρω Κοινοπραξίας ως αναδόχου του ανωτέρω έργου (και δη του ανωτέρω εγκαλούντος ως φερόμενου μέλους αυτής) και γενικότερα να εκτελέσουν όλες τις απαραίτητες ενέργειες περί πιστοποίησης προς πληρωμή εκτελέσεως του λογαριασμού του έργου και εμπρόθεσμης περαίωσης αυτού, τους δε δεύτερους, στους οποίους επίσης προσκομίστηκε το ανωτέρω έγγραφο, να προβούν σε όλες τις ενέργειες σχετικά με τη φορολογική αντιμετώπιση της ανωτέρω Κοινοπραξίας, β) την 20-01-2015 στην Καστοριά παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της ΔΟΥ Καστοριάς περί της γνησιότητας του ανωτέρω εγγράφου πείθοντας αυτούς, με την προσκόμισή του κατά την ανωτέρω ημερομηνία, στην πράξη επιβολής σε βάρος του εγκαλούντος, Ε. Α. του Π., προστίμου 177.242,06 ευρώ, προερχόμενου εκ της ιδιότητάς του ως διαχειριστή της ανωτέρω Κοινοπραξίας, με ζημία αυτού (του εγκαλούντος) το ανωτέρω ποσό το οποίο και του επιβλήθηκε και αντίστοιχο όφελος του ιδίου (κατηγορούμενου), καθώς προήλθε από δική του πραγματική δραστηριότητα, γ) στην Κοζάνη κατά τις κατωτέρω ημερομηνίες παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας περί της γνησιότητας του ανωτέρω εγγράφου πείθοντας αυτούς να καταβάλλουν στον Α. Τ. ως πληρωμή του έργου [που δήθεν συμμετείχε ως ανάδοχος (ως μέλος της Κοινοπραξίας) ο ανωτέρω εγκαλών] με τις με αριθμό ... και ... επιταγές της Τράπεζας της Ελλάδος την 05-11-2008 και 08-12- 2008 αντίστοιχα, ποσά 100.000 και 57.375,68 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι παράνομο περιουσιακό συνολικό όφελος του ιδίου 157.375,68 ευρώ με αντίστοιχη ζημία του ανωτέρω εγκαλούντος, που δεν συμμετείχε ως (πραγματικός) ανάδοχος του ανωτέρω έργου, ήτοι ποσά [ανωτέρω (β) και (γ)] που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ''. Για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση του, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε στο σκεπτικό του της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά λέξη, τα ακόλουθα: ''Ο εγκαλών, Ε. Α., δραστηριοποιείτο ως πολιτικός μηχανικός από το έτος 2000, με αντικείμενο δραστηριότητας την έκδοση οικοδομικών αδειών, ενώ παράλληλα, από το έτος 2003 δραστηριοποιείτο είτε ατομικά είτε με τη μορφή κοινοπραξίας, με την ανάληψη δημόσιων έργων, με έδρα το Αμύνταιο Φλώρινας όπου διατηρούσε και μελετητικό γραφείο. Στα πλαίσια της εν λόγω δραστηριότητάς του, ο εγκαλών συμφώνησε με τον πρωτοδίκως δεύτερο κατηγορούμενο Α. Τ., ηλεκτρολόγο-μηχανολόγο Τ.Ε., τον οποίο γνώριζε προηγουμένως ως καταγόμενο από τον ..., να συμμετάσχουν από κοινού στη δημοπρασία που επρόκειτο να διεξαχθεί από τον Δήμο Πρεσπών του νομού Φλώρινας, για την εκτέλεση του έργου "ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΠΥΛΗΣ", ο μεν εγκαλών υπό την ιδιότητά του ως πολιτικού μηχανικού, ο δε Α. Τ. υπό την ιδιότητά του ως ηλεκτρολόγου-μηχανολόγου. Για τον σκοπό αυτό, ήτοι μόνο για τη συμμετοχή τους στην παραπάνω δημοπρασία, κατάρτισαν το από 28.3.2008 ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ -ΔΗΛΩΣΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ, με ποσοστό συμμετοχής στο σύνολο του έργου 90% όσον αφορά τον εγκαλούντα και 10% όσον αφορά τον Α. Τ. Με το εν λόγω συμφωνητικό - δήλωση συμφωνήθηκε -μεταξύ άλλων- ότι εάν η Κοινοπραξία Α. Ε. - Τ. Α. αναδειχθεί Ανάδοχος του έργου, θα συστήνονταν στη συνέχεια αυτή (Κοινοπραξία) με συμβολαιογραφική πράξη, όπου θα ορίζονταν τα ποσοστά συμμετοχής των μελών της, τα οποία θα ήταν τα ίδια με τα ανωτέρω ποσοστά, που συμφωνούνταν ήδη με το ίδιο αυτό συμφωνητικό- δήλωση (90%, 10%). Ακολούθως, με το υπ' αριθμόν ....2009 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ο εγκαλών ορίστηκε από τον Α. Τ., ως ειδικός πληρεξούσιος και αντίκλητος της Κοινοπραξίας "Α. Β.-Τ. Α.", με εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί στην επίδοση προσφοράς για την αναδοχή του ως άνω έργου, προϋπολογισμού 187.300,00 ευρώ, στη δημοπρασία που έλαβε χώρα στις 28.3.2008, κατά την οποία η Κοινοπραξία αυτή αναδείχθηκε τελευταίος μειοδότης. Ακολούθως, με το υπ' αριθμόν 7/2008 πρακτικό της Δημαρχιακής Επιτροπής επικυρώθηκε η δημοπράτηση του έργου και υπογράφηκε με τον Δήμο Πρεσπών το συμφωνητικό ανάθεσης του έργου στην εν λόγω Κοινοπραξία, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες εκτέλεσης που προβλέπονταν από τη διακήρυξη. Μετά την υπογραφή του συμφωνητικού με τον Δήμο Πρεσπών, ο εγκαλών ανέμενε πρόσκληση από τον Δήμο, με την οποία θα του γνωστοποιούνταν και ο ορισμός επιβλέποντος το έργο μηχανικού, έτσι ώστε να ξεκινήσει την εκτέλεση του έργου. Πλην όμως, επειδή η πρόσκληση αυτή δεν ερχόταν, ο εγκαλών επικοινώνησε με την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου Πρεσπών, οπότε πληροφορήθηκε ότι η εκτέλεση του έργου είχε ήδη ξεκινήσει και είχε κατατεθεί το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του έργου στις 19-5-2008. Μετά από σχετική έρευνα διαπίστωσε ότι το έργο είχε αρχίσει να εκτελείται από τον κατηγορούμενο, Α. Ο., στενό συνεργάτη του Α. Τ. από πολλών ετών. Για να καταστεί δε δυνατόν να προχωρήσει η εκτέλεση του έργου, να πραγματοποιηθούν όλες οι γραφειοκρατικές διαδικασίες και να εισπραχθεί η αμοιβή από τον Δήμο Πρεσπών, ήταν αναγκαίο να προσκομιστεί σ' αυτόν και δη στην Τεχνική του Υπηρεσία, το συμφωνητικό σύστασης της παραπάνω κοινοπραξίας. Προσκομίστηκε δε πράγματι στον εν λόγω Δήμο στις 10-7-2008 το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης κοινοπραξίας, με την επωνυμία "Τ. Α.-Α. Ε.", στο οποίο φερόταν -μεταξύ άλλων- ότι τόσο ο εγκαλών Ε. Α., όσο και ο Α. Τ. ήταν διευθυντές, διαχειριστές και εκπρόσωποι της Κοινοπραξίας αυτής, με συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημίες κατά ποσοστό 50% έκαστος, η οποία Κοινοπραξία με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό αποδέχθηκε ως ανάδοχος το παραπάνω έργο "Διαμόρφωση Κεντρικής Πλατείας Οικισμού Πύλης", το οποίο δημοπρατήθηκε από τον Δήμο Πρεσπών, προϋπολογισμού 154.247,06 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ). Στο κάτω μέρος δε του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού φερόταν να έχει θέσει την υπογραφή του ο εγκαλών Ε. Α. (και ο Α. Τ.). Πλην όμως αποδείχθηκε ότι ουδέποτε ο εγκαλών κατήρτισε το από 10-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης κοινοπραξίας με την επωνυμία μάλιστα Τ. Α. - Α. Ε", ούτε υπέγραψε σ' αυτό, αλλά η υπογραφή του τέθηκε κατ' απομίμηση της πραγματικής, όπως όλα τούτα προκύπτουν από το "γεγονός ότι σύμφωνα με το από 28-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό - δήλωση κοινοπραξίας για τη συμμετοχή στον ανωτέρω διαγωνισμό: α) η σύσταση της κοινοπραξίας θα γινόταν με συμβολαιογραφικό και όχι με ιδιωτικό έγγραφο, β) η επωνυμία της κοινοπραξίας θα ήταν "Α. Ε.- Τ. Α.", όπως και στο εν λόγω από 28-3-2008 συμφωνητικό - δήλωση κοινοπραξίας και γ) τα ποσοστά συμμετοχής των δύο συμβαλλομένων δεν θα ήταν 50%-50%, αλλά 90% για τον εγκαλούντα και 10% για τον Α. Τ., όπως είχαν συμφωνήσει με το από 28-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό και δικαιολογούνταν λόγω της φύσης των προς εκτέλεση έργων (μεγαλύτερο τμήμα του έργου αντιστοιχούσε στις εργασίες του εγκαλούντος και πολύ μικρότερο τμήμα σ' αυτές του Α. Τ.). Επίσης, σύμφωνα με την από 18-7-2016 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Μ. Φ.- Ξ., στο από 10-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης κοινοπραξίας οι υπογραφές κάτω από την ένδειξη "ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ" δεν είναι γνήσιες υπογραφές του εγκαλούντος και του Α. Τ., δεν έχουν χαραχθεί από αυτούς αλλά από κάποιο άλλο πρόσωπο και είναι πλαστές. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε και ομολογεί ο κατηγορούμενος, εκτέλεσε υπεργολαβικά, κατόπιν συμφωνίας του με τον συνεργάτη του Α. Τ. (βλ. και κατάθεση του τελευταίου τόσο στον ανακριτή όσο και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), ένα τμήμα του έργου που αντιστοιχούσε στις ηλεκτρομηχανολικές εργασίες (η εκτέλεση των οποίων βάραινε τον Τ.) και συγκεκριμένα, σύμφωνα με την κατάθεσή του (κατηγορουμένου) ενώπιον του ανακριτή και στο παρόν δικαστήριο, ένα χαντάκι, από το οποίο πέρασε ένα καλώδιο, εισπράττοντας ως αμοιβή το ποσό των 950 ευρώ. Ωστόσο, παρά την εν λόγω συμφωνία, κατά την οποία ο κατηγορούμενος επρόκειτο να εκτελέσει μόνο το παραπάνω τμήμα του έργου, που αντιστοιχούσε στον Α. Τ., αυτός επεκτάθηκε και στην εκτέλεση του τμήματος του έργου που επρόκειτο να εκτελέσει ο εγκαλών Ε. Α. και τούτο μάλιστα εν αγνοία του τελευταίου, καθόσον για την εκτέλεση του έργου αυτού (που θα εκτελούσε ο εγκαλών) δεν αποδείχθηκε, ούτε κατηγορούμενος επικαλείται, καμιά συμφωνία μεταξύ αυτού και του κατηγορουμένου. Και ναι μεν στην ενδικοφανή προσφυγή, άσκησαν ο εγκαλών και ο Α. Τ. κατά των πράξεων επιβολής προστίμου, συνολικού ποσού 177.242,06 ευρώ, εναντίον τους από τη ΔΟΥ Καστοριάς, ως διαχειριστών της παραπάνω κοινοπραξίας Τ. Α.- Α. Ε. για την αποδοχή από αυτή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αναφέρεται ότι αυτοί είχαν αναθέσει στον κατηγορούμενο, με προφορική συμφωνία, πριν τη συμμετοχή της κοινοπραξίας στον μειοδοτικό διαγωνισμό του Δήμου, την εκτέλεση όλου του έργου, με τη μορφή της αφανούς εταιρίας, όμως το δικαστήριο θεωρεί βάσιμο τον ισχυρισμό του εγκαλούντος, ότι ο ισχυρισμός αυτόν προτάθηκε κατόπιν συμβουλής του συντάξαντος την προσφυγή δικηγόρου , ο οποίος πρόβαλε αυτόν ως τη μοναδική λύση για την απαλλαγή από το υπέρογκο πρόστιμο και την οποία ο ίδιος αποδέχθηκε, λόγω της δύσκολης θέσης στην οποία βρισκόταν και της αδυναμίας του να προτείνει άλλη λύση. Ο ισχυρισμός αυτός του εγκαλούντος άλλωστε αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι και ο κατηγορούμενος αρνείται ότι έγινε τέτοια συμφωνία μεταξύ τους, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι δεν εκτέλεσε καν το έργο, πλην του παραπάνω τμήματος του Τ., ισχυρισμός όμως που διαψεύδεται από την κατάθεση του μάρτυρα Α. Σ., επιβλέποντος το έργο μηχανικού της ΤΥΔΚ, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος εκτελούσε το σύνολο του έργου, ενώ είδε μια φορά τον εγκαλούντα στον τόπο του έργου (βλ. και κατάθεσή του στον ανακριτή), γεγονός που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του εγκαλούντος, ότι πήγε στον τόπο του έργου μόνο όταν πληροφορήθηκε από τους υπαλλήλους του Δήμου ότι το έργο εκτελούνταν ήδη από άλλον. Επίσης διαψεύδεται ο παραπάνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου και από την από 26-1- 2017 κατάθεση του Ν. Σ. ενώπιον του πταισματοδίκη Φλώρινας, σύμφωνα με την οποία δεν γνωρίζει τον εγκαλούντα και ότι μόνο ο κατηγορούμενος αγόρασε από αυτόν για λογαριασμό της επίμαχης κοινοπραξίας κάποια οικοδομικά υλικά για τα οποία μάλιστα δεν είχε πληρωθεί ακόμη, γι' αυτό και είχε στραφεί εναντίον του δικαστικώς. Με βάση αυτά το δικαστήριο κρίνει ότι στην κατάρτιση του παραπάνω από 10-7-2008 πλαστού ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης της κοινοπραξίας "Τ. Α.- Α. Ε.", καθώς και στην θέση της υπογραφής του εγκαλούντος (που ενδιαφέρει εν προκειμένω)επ' αυτού έθεσε ο κατηγορούμενος, χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος, αφού τέτοια συναίνεση δεν επικαλείται ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, και τούτο διότι αυτός είχε συμφέρον να προβεί στην πράξη αυτή, συνισταμένου του συμφέροντος του αυτού στην πρόθεσή του να προβεί ο ίδιος στην εκτέλεση ολόκληρου του έργου και στην είσπραξη της σχετικής αμοιβής, αφού με βάση το πλαστό αυτό ιδιωτικό συμφωνητικό θα εκτελούσε έργο το οποίο δεν μπορούσε διαφορετικά να αναλάβει για να εκτελέσει, δεδομένου ότι ανάδοχος αυτού είχε αναδειχθεί η μέλλουσα να συσταθεί κοινοπραξία "Α. Ε.- Τ. Α." (ο ίδιος στερούνταν του απαιτούμενου πτυχίου για συμμετοχή στον διαγωνισμό), θα εκτελούσε δηλαδή και το μέρος που επρόκειτο να εκτελέσει ο εγκαλών, εν αγνοία αυτού, με συμφωνία μόνο με τον Α. Τ. (για το δικό του τμήμα) και εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι, όπως κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες, ο κατηγορούμενος ήταν ταυτισμένος στις υπηρεσίες του Δήμου με τον Α. Τ., λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας τους, οπότε δεν θα προκαλούσε σε κανέναν εντύπωση η εκτέλεση του συνόλου του έργου από αυτόν, με σκοπό να αφήσει εκτός της εκτέλεσης του έργου τον αγνοούντα εγκαλούντα και να λάβει ο ίδιος το σύνολο της αμοιβής (μέσω του Α. Τ., όπως θα λεχθεί παρακάτω). Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη από τον κατηγορούμενο από Νοεμβρίου 2024 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Δ. Κ., σύμφωνα με την οποία η υπογραφή του εγκαλούντος (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) δεν έχει χαραχθεί από τον κατηγορούμενο, η οποία δεν κρίνεται πειστική διότι ο γραφολόγος καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό αντιπαραβάλλοντας τις δειγματικές υπογραφές του κατηγορουμένου με την υπό κρίση υπογραφή του εγκαλούντος, αναφέροντας ότι μεταξύ τους εντοπίζονται σημαντικές διαφορές στα γενικά και ειδικά χαρακτηριστικά, τις ιδιομορφίες και τον αυτοματισμό της υπογραφικής κίνησης. Όμως κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, όποιος προσπαθεί να μιμηθεί την υπογραφή κάποιου άλλου, απομακρύνεται από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιομορφίες του δικού του τρόπου υπογραφής, ακριβώς γιατί προσπαθεί να μιμηθεί την ξένη υπογραφή. Στην παραπάνω δε πράξη προέβη ο κατηγορούμενος, με σκοπό να παραπλανήσει αφενός μεν τους υπαλλήλους του Δήμου Πρεσπών, που ήταν ο κύριος του έργου, καθώς χωρίς την κατάρτιση και υπογραφή του επίμαχου συμφωνητικού ο εγκαλών δεν θα συμμετείχε ως φερόμενος ανάδοχος (μέλος της ανωτέρω κοινοπραξίας) του ανωτέρω έργου και συνεπώς δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί το έργο, αλλά και του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο κατέβαλε την αμοιβή του έργου, αφετέρου δε τους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Αμυνταίου, στους οποίους προσκομίστηκε από τον κατηγορούμενο (είτε αυτοπροσώπως είτε από άλλον, κατ' εντολήν του) το παραπάνω πλαστό έγγραφο, κατά την παραπάνω ημερομηνία, προκειμένου να αποκτήσει φορολογική οντότητα η κοινοπραξία, αλλά και τους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Καστοριάς στους οποίους προσκομίστηκε από τον κατηγορούμενο (είτε αυτοπροσώπως είτε από άλλον, κατ' εντολήν του) το πλαστό αυτό έγγραφο στις 20-1-2015, οι οποίοι επέβαλαν στη συνέχεια στον εγκαλούντα Ε. Α. (και στον Α. Τ.) το ποσό των 177.242,06 ευρώ, ως πρόστιμο προερχόμενο από την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων από την επίμαχη κοινοπραξία, λόγω της ιδιότητάς του ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της Κοινοπραξίας αυτής, κάνοντας έτσι (ο κατηγορούμενος) και χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου. Το δε περιουσιακό όφελος στο οποίο απέβλεπε ο κατηγορούμενος ανέρχονταν στο ποσό των 157.375,68 ευρώ, το οποίο κατέβαλε το Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας, ως αμοιβή για την εκτέλεση του έργου και έλαβε εξ ολοκλήρου ο ίδιος με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος που δεν συμμετείχε, αν και ανάδοχος - μέλος της ανωτέρω κοινοπραξίας του ανωτέρω έργου, αλλά και με ζημία του ίδιου εγκαλούντος, ανερχόμενη στο ποσό των 177.242,06 ευρώ, το οποίο επιβλήθηκε ως πρόστιμο στον τελευταίο, ως νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της παραπάνω Κοινοπραξίας από τη Δ.Ο.Υ. Καστοριάς, με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι το πρόστιμο αυτό προέκυψε λόγω πραγματικής δραστηριότητας του τελευταίου. Και είναι γεγονός ότι η είσπραξη του παραπάνω ποσού της αμοιβής έγινε με την έκδοση από το Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας των υπ' αριθμόν ... και ... επιταγών της Τράπεζας της Ελλάδος, εκδοθεισών στις 5.1 1.2008 και 8.12.2008 αντίστοιχα σε διαταγή της Κοινοπραξίας "Τ. Α.- Α. Ε.", της μεν πρώτης, ποσού 100.000 ευρώ, η οποία παρελήφθη από τον Α. Τ., ως διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο της εν λόγω κοινοπραξίας από κοινού με τον εγκαλούντα, με βάση το ανωτέρω πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης της κοινοπραξίας αυτής, ο οποίος στη συνέχεια την οπισθογράφησε στον κατηγορούμενο, ο οποίος και την εισέπραξε, της δε δεύτερης, ποσού 57.000 ευρώ, η οποία επίσης παραδόθηκε στον Α. Τ. και εισπράχθηκε από τον ίδιο, ο οποίος στη συνέχεια παρέδωσε το ποσό αυτό στον κατηγορούμενο. Όπως δε κρίθηκε αμετάκλητα με την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία ο Α. Τ. αθωώθηκε για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και ο παρών κατηγορούμενος, (έκρινε η εκκαλούμενη ότι ουδεμία γνώση είχε ο Α. Τ. αναφορικά με τη σύνταξη και την ύπαρξη του από 10.7.2008 πλαστού ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης της Κοινοπραξίας και ουδέποτε έθεσε την υπογραφή τόσο τη δική του, όσο και του εγκαλούντος επ' αυτού και ότι έλαβε γνώση για την ύπαρξη του παραπάνω πλαστού ιδιωτικού συμφωνητικού, μετά την έναρξη των εργασιών από τον εδώ κατηγορούμενο στο επίμαχο έργο, όταν του τηλεφώνησε ο εγκαλών, προκειμένου να τον ενημερώσει -περί τον μήνα Μάιο του 2008- για τις εξελίξεις αναφορικά με την εκτέλεση του έργου από τον νυν κατηγορούμενο, οπότε ο τελευταίος, για να τον καθησυχάσει (τον Τ.), του υποσχέθηκε ότι θα τακτοποιούσε τη μεταξύ τους διαφορά, δίνοντας στον εγκαλούντα τμήμα της αμοιβής που θα ελάμβανε για την εκτέλεση του έργου. Για τον λόγο αυτό ο Α. Τ., που φερόταν ως εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας, έλαβε τις παραπάνω επιταγές), στις ανωτέρω πράξεις του προέβη ο Α. Τ., έχοντας την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος, αφενός μεν θα κάλυπτε τις υποχρεώσεις της Κοινοπραξίας που απέρρεαν από την εκτέλεση του παραπάνω έργου, το ακριβές ύψος των οποίων μόνο αυτός (κατηγορούμενος) γνώριζε (δεδομένου ότι ο Α. Τ. κρίθηκε ότι ουδεμία ανάμειξη είχε, ασχολούμενος αποκλειστικά με την επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων στον ...), αφετέρου δε προκειμένου να τακτοποιήσει την υποχρέωση που είχε αναλάβει έναντι του εγκαλούντος, ήτοι ότι θα του έδινε τμήμα της αμοιβής για την εκτέλεση του έργου, όπως του είχε υποσχεθεί. Πλην όμως ο κατηγορούμενος, ουδέν ποσό κατέβαλε στον εγκαλούντα, παρά τις υποσχέσεις του. Και είναι γεγονός ότι ο εγκαλών αν και πληροφορήθηκε την ύπαρξη του πλαστού ιδιωτικού συμφωνητικού το έτος 2010, όταν θέλησε να λάβει φορολογική ενημερότητα, την οποία δεν μπορούσε να λάβει λόγω οφειλής της παραπάνω κοινοπραξίας, δεν προέβη σε καμιά κίνηση εναντίον του κατηγορουμένου, παρά μόνο σε λύση αυτής, από κοινού με τον Α. Τ., και τούτο διότι με την λύση θεώρησε ότι το θέμα είχε λήξει, αφού αφενός μεν ο Δήμος Πρεσπών του είχε υποσχεθεί ότι θα έλυνε τη σύμβαση μαζί του ως μέλους της κοινοπραξίας, αφετέρου δε είχε τη διαβεβαίωση του κατηγορουμένου (όπως του είχε μεταφέρει ο Α. Τ.) ότι θα τακτοποιούσε κάθε εκκρεμότητα της (με το πλαστό έγγραφο συσταθείσας) κοινοπραξίας, όταν όμως κλήθηκε να καταβάλει το πρόστιμο των 177.242, ευρώ, οπότε και κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος ουδεμία εκκρεμότητα είχε τακτοποιήσει, προέβη σε έγκληση.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με το παραπάνω από 10-7-2008 πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης κοινοπραξίας παρέστησε ψευδώς στις 10-7- 2008 στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Πρεσπών και δη στους υπαλλήλους της ανωτέρω Τεχνικής Υπηρεσίας, αλλά και της ΔΟΥ Αμυνταίου περί της γνησιότητας του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο και προσκόμισε (είτε αυτοπροσώπως είτε από άλλον για λογαριασμό του), πείθοντας τους μεν πρώτους να επιτρέψουν τη συμμετοχή της ανωτέρω Κοινοπραξίας ως αναδόχου του ανωτέρω έργου (και δη του ανωτέρω εγκαλούντος ως φερόμενου μέλους αυτής) και γενικότερα να εκτελέσουν όλες τις απαραίτητες ενέργειες περί πιστοποίησης προς πληρωμή εκτελέσεως του λογαριασμού του έργου και εμπρόθεσμης περαίωσης αυτού, τους δε δεύτερους, στους οποίους επίσης προσκομίστηκε από τον κατηγορούμενο (είτε αυτοπροσώπως είτε από άλλον για λογαριασμό του), το ανωτέρω έγγραφο, να προβούν σε όλες τις ενέργειες σχετικά με τη φορολογική αντιμετώπιση της ανωτέρω Κοινοπραξίας. Επίσης την 20-01-2015 στην Καστοριά παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της ΔΟΥ Καστοριάς περί της γνησιότητας του ανωτέρω εγγράφου πείθοντας αυτούς κατά την ανωτέρω ημερομηνία στην πράξη επιβολής σε βάρος του εγκαλούντος, Ε. Α. του Π., προστίμου 177.242,06 ευρώ, προερχόμενου εκ της ιδιότητάς του ως διαχειριστή της ανωτέρω Κοινοπραξίας, με ζημία αυτού (του εγκαλούντος) κατά το ανωτέρω ποσό το οποίο και του επιβλήθηκε και αντίστοιχο όφελος του ιδίου (κατηγορούμενου), εναντίον του οποίου έπρεπε να επιβληθεί, καθώς προήλθε από δική του πραγματική δραστηριότητα. Επιπλέον στην Κοζάνη παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας περί της γνησιότητας του ανωτέρω εγγράφου πείθοντας αυτούς να καταβάλλουν στον Α. Τ. ως πληρωμή του έργου [που δήθεν συμμετείχε ως ανάδοχος (ως μέλος της Κοινοπραξίας) ο εγκαλών] με τις με αριθμό ... και ... επιταγές της Τράπεζας της Ελλάδος την 05-11-2008 και 08-12-2008 αντίστοιχα, ποσά 100.000 και 57.375,68 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία στη συνέχεια ο Α. Τ. έδωσε στον ίδιο με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, με παράνομο περιουσιακό συνολικό όφελος του ιδίου 157.375,68 ευρώ και αντίστοιχη ζημία του ανωτέρω εγκαλούντος, που δεν συμμετείχε ως (πραγματικός) ανάδοχος του ανωτέρω έργου, ήτοι ποσά που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των παραπάνω πράξεων, κατ' εξακολούθηση, σύμφωνα και με όσα ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, όπως κρίθηκε και με την εκκαλούμενη απόφαση, και σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις που ίσχυαν πριν τη θέση σε ισχύ του νέου Π.Κ., οι οποίες είναι εφαρμοστέες, διότι τυγχάνουν ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη''. Την ως άνω απόφαση πλήττει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της δεύτερης εκ των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης, αποδίδοντας σ' αυτήν την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, ισχυριζόμενος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και στήριξε την καταδικαστική του κρίση σε έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του, με συνέπεια να στερηθεί αυτός (κατηγορούμενος) της άσκησης ως προς τα συγκεκριμένα έγγραφα, του παρεχομένου σ' αυτόν από τη διάταξη του άρθρου 358 του ΚΠοινΔ δικαιώματος να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του α) την από 26-1-2017 κατάθεση του Ν. Σ. ενώπιον του Πταισματοδίκη Φλώρινας και β) την ενδικοφανή προσφυγή που άσκησε ο εγκαλών και ο Α. Τ., κατά των πράξεων επιβολής προστίμου εναντίον τους, ως διαχειριστών της επίμαχης κοινοπραξίας ''Τ. Α. Α. Ε'', οι οποίες ουδέποτε αναγνώστηκαν, είτε στον πρώτο, είτε στο δεύτερο βαθμό, ούτε περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων αμφοτέρων των βαθμών. Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι πράγματι δεν αναγνώσθηκαν η από 26-1-2017 κατάθεση του Ν. Σ. ενώπιον του πταισματοδίκη Φλώρινας και η ως άνω ενδικοφανής προσφυγή. Ούτε οι εν λόγω προανακριτική κατάθεση και προσφυγή είχαν αναγνωσθεί και στην πρωτόδικη δίκη, τα πρακτικά της οποίας αναγνώσθηκαν και παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα των αναιρετικών λόγων, ώστε να είχε λάβει γνώση αυτών εμμέσως ο κατηγορούμενος. Τα έγγραφα όμως αυτά, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας τα αξιοποίησε αποδεικτικώς, στηρίζοντας και σε αυτά την περί καταφάσεως της ενοχής κρίση του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφαση, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν μπόρεσε (διά του συνηγόρου του, που τον εκπροσωπούσε), να επιφέρει τις κατ' άρθρο 358 ΚΠοινΔ παρατηρήσεις του για τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Ειδικότερα, τα ανωτέρω έγγραφα επηρέασαν την κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας για την ενοχή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου καθόσον α) η από 26-1-2017 κατάθεση του Ν. Σ. ενώπιον του Πταισματοδίκη Φλώρινας αξιολογήθηκε αποδεικτικά για την απόρριψη του υπερασπιστικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ότι ο τελευταίος εκτέλεσε μόνο τμήμα του επίμαχου έργου που του ανατέθηκε από τον συγκατηγορούμενό του στον πρώτο βαθμό Α. Τ. και β) η ως άνω ενδικοφανής προσφυγή (που άσκησαν ο εγκαλών και ο Α. Τ. κατά των πράξεων επιβολής προστίμου, συνολικού ποσού 177.242,06 ευρώ, εναντίον τους από τη Δ.Ο.Υ. Καστοριάς, ως διαχειριστών της κοινοπραξίας ''Τ. Α. - Α. Ε.'', για την αποδοχή από αυτήν εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπου συνομολογούν ότι αυτοί είχαν αναθέσει στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο με προφορική συμφωνία, πριν τη συμμετοχή της κοινοπραξίας στον επίμαχο μειοδοτικό διαγωνισμό, την εκτέλεση όλου του έργου, με τη μορφή αφανούς εταιρίας), σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας αρνητικά και σε βάρος του κατηγορουμένου, ενώ αποσείστηκε η ισχύς του εγγράφου αυτού, χωρίς να δοθεί η δυνατότητα στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο να σχολιάσει υπέρ αυτού. Εξάλλου δεν προκύπτει έμμεσα το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών από άλλο αναγνωσθέν έγγραφο ή από άλλο νόμιμο αποδεικτικό μέσο, που αποτέλεσε αντικείμενο της επ' ακροατηρίου διαδικασίας.
Συνεπώς παραβιάσθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας το δικαίωμα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις για τα ως άνω έγγραφα, ως αποδεικτικά μέσα, οπότε σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 171παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ο τρίτος λόγος της από 27-1-2025 δεύτερης αίτησης αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (από τη λήψη υπόψη των ως άνω μη αναγνωσθέντων εγγράφων) να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως ως αλυσιτελών, λόγω του ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καλύπτει το σύνολο της υπόθεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Αναιρεί τη με αριθμ. 61/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας (Β' Βαθμού).
-Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που την δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ