ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 914/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 914/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 914/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 914 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 914/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παγώνας Ζάκκα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Παπαδοπούλου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2725/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην 29 Ιανουαρίου 2025 αίτησή της, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30.01.2025, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 871/2025 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα και την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 29-1-2025 αίτηση της Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της με αριθ.2725/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και καταδίκασε αυτήν για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης κατά συρροή (άρθρ.94, 306 παρ.1α του ΠΚ) και ύστερα από την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ, επέβαλε σε αυτήν την συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, με το από 29-1-2025 δικόγραφο, που υπογράφεται από την ίδια, το οποίο επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30-1-2025 (με αριθ. γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 871/30-1-2025), και εμπρόθεσμα στις 30-1-2025, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε η απόφαση καθαρογραμμένη, στις 10-1-2025 με αριθ.65, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ'αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.1, 2, 3, 474 παρ.2Α, 505 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ). Η κρινόμενη αίτηση περιέχει επί πλέον σαφή και ορισμένο αναιρετικό λόγο (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία ως προς το κεφάλαιο της καταδίκης της αναιρεσείουσας (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του λόγου της.
Με τη διάταξη του άρθρου 306 παρ.1 του προισχύσαντος Π Κ, και την ταυτοσήμου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 306 παρ. 1 του νέου Π.Κ. (που ισχύει από 1-7-2019 (ν.4619/2019) τόσο κατά την νομοτυπική μορφή της πράξης όσο και κατά την απειλούμενη ποινή, ορίζεται "όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει στην προστασία του ή που έχει την υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών..". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκθεσης, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, τελείται με δύο τρόπους: α) με την έκθεση άλλου, έτσι ώστε να καταστεί τούτος αβοήθητος (έκθεση σε στενή έννοια), και β) με την άφεση αβοήθητου του προσώπου που βρίσκεται υπό την προστασία κ.λ.π. του δράστη. Η έννοια των φράσεων του νόμου "καθιστά αβοήθητο" και "αφήνει αβοήθητο" σημαίνει ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις δημιουργείται κατάσταση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του παθόντος ή κατάσταση επίτασης του επισυμβάντος κινδύνου. Ειδικότερα, ο πρώτος τρόπος του εγκλήματος της έκθεσης, σε στενή έννοια, που ενδιαφέρει στην προκείμενη υπόθεση, υπάρχει, όταν με μία θετική ενέργεια (ή παράλειψη) του δράστη το θύμα μεταφέρεται από μία σχετικά ασφαλή θέση σε μία ανασφαλή και έτσι εκτίθεται σε κίνδυνο η ζωή ή η υγεία του. Η αβοήθητη θέση, στην οποία περιάγεται το θύμα, συνίσταται στη δημιουργία όρων, με τους οποίους αρχίζει μια αυτοδύναμη διαδικασία που θα οδηγήσει σε βλάβη του εννόμου αγαθού της ζωής, αν δεν ανακοπεί με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, είναι αδιάφορο, εάν το θύμα τελικά διασωθεί με την παρέμβαση τρίτων ή από τύχη. Και τούτο, γιατί στα εγκλήματα ειδικής διακινδύνευσης, στα οποία εντάσσεται και η έκθεση, η συμπεριφορά του δράστη εξαντλείται στην πρόκληση του κινδύνου και δεν συνδέεται με την επέλευση της βλάβης. Επομένως, είναι αδιάφορο, εάν αναμένεται με βεβαιότητα ή με υψηλή πιθανότητα η παροχή βοήθειας από τρίτο. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκθεσης απαιτείται να έχει ο δράστης δόλο, έστω και ενδεχόμενο, να γνωρίζει δηλαδή ότι ο παθών βρίσκεται σε κίνδυνο της ζωής ή της υγείας του και να το αποδέχεται (ΑΠ 1138/2022, ΑΠ 838/2020, ΑΠ 1757/2019).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς και να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. Α.Π. 1/2005, Α.Π. 999/2020, ΑΠ 41/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθ.2725/2024 καταδικαστικής απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης στο ακροατήριο, που περιέχεται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκαν τα εξής: Η κατηγορούμενη έχει στην κυριότητα της τρία διαμερίσματα, κείμενα σε πολυκατοικία "Δελφίνια" που βρίσκεται επί της παραλιακής οδού ... στον Ωρωπό Αττικής. Η πολυκατοικία αποτελείται από τριάντα (30) διαμερίσματα και εκτός από τα τρία διαμερίσματα της κατηγορούμενης, δύο (02) διαμερίσματα ανήκουν στον υιό της και ένα (1) διαμέρισμα στον αδελφό της. Η κατηγορούμενη τα τρία διαμερίσματα κατά τους μήνες Ιούνιο και Αύγουστο του έτους 2017 τα είχε εκμισθώσει σε ηλικιωμένους και δη στο ένα διαμέρισμα διέμενε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ενώ στο δεύτερο και στο τρίτο ένας ηλικιωμένος αντίστοιχα, αναλαμβάνοντας την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη και τη διατροφή τους ενώ δεν είχε προς τούτο ειδικές γνώσεις. Τα παραπάνω αποδεικνύονται πλήρως από τις αγγελίες που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο από την κατηγορούμενη. Συγκεκριμένα στον ιστότοπο ... η κατηγορούμενη γνωστοποιούσε στο ευρύ κοινό ότι διέθετε ξενώνα, αποτελούμενο από ιδιόκτητα διαμερίσματα 2, 3 ή 4 κλινών, όπου φιλοξενούνται ηλικιωμένα ή μοναχικά άτομα όλων των ηλικιών και παρέχονται υπηρεσίες φροντίδας (εάν ζητούνταν) σε καθημερινή βάση, ανάλογα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του εκάστοτε ενοίκου. Ιατρικές επισκέψεις και φαρμακευτική συνταγολόγηση ήταν στις δυνατότητες του ξενώνα, προκειμένου να διευκολύνονται οι ενοικιαστές και παρέχονταν κατόπιν συνεννόησης με την κατηγορούμενη. Περαιτέρω, ως τρόπος επικοινωνίας η κατηγορούμενη ανέφερε τα τηλέφωνα ... και ... καθώς και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ... Τέλος, η κατηγορουμένη ανέφερε ότι οι τιμές του ξενώνα της ήταν πολύ ανταγωνιστικές αλλά σε κάθε περίπτωση εξετάζονταν και τιμολογούνταν βάσει των αναγκών του ενοίκου, κατόπιν ενημέρωσης ανάλογα με την εξατομικευμένη ανάγκη του ενοίκου. Από την από 06-11-2017 ένορκη εξέταση μάρτυρα της Η. Ζ. αποδεικνύεται ότι η εν λόγω μάρτυρας εργάστηκε ως υπάλληλος γενικών καθηκόντων στον ξενώνα της κατηγορούμενης για 2,5 μήνες, διαμένοντας στην ίδια οικοδομή. Η μάρτυρας αυτή και εργαζόμενη στον εν λόγω ξενώνα διαπίστωσε ότι οι συνθήκες διαμονής των ηλικιωμένων ήταν άθλιες. Συγκεκριμένα διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη παρείχε στους ηλικιωμένους κακής ποιότητας φαγητό σε μικρή ποσότητα και ότι εκεί διέμεναν άτομα (ηλικιωμένα) με άνοια. Περαιτέρω κατέθεσε ότι η κατηγορουμένη έδινε τα ίδια φάρμακα στους ηλικιωμένους, ότι στον ξενώνα επικρατούσε βρωμιά και δυσοσμία και ότι κυκλοφορούσαν μέσα στην οικοδομή σκυλιά που έκαναν εκεί τις ακαθαρσίες τους. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το από 01-09-2017 Υπηρεσιακό Σημείωμα της Κοινωνικής Λειτουργού Α. Χ., Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας, Περιφερειακής Ενότητας Ανατολικής Αττικής και την από 06-02- 2019 Έκθεση Ένορκης Εξέτασης Μάρτυρα Αστυνομικού, καθόσον ως προ το πρώτο η κατηγορούμενη έδειξε η ίδια στην κοινωνική λειτουργό δυο διαμερίσματα όπου διέμεναν οι ηλικιωμένοι (χωρίς να προκύπτει ποια ήταν αυτά) αλλά δεν της επέτρεψε να διενεργήσει η ίδια αυτοψία στα τρία διαμερίσματα και ως προς το δεύτερο τα όσα κατέθεσε η αστυνομικός αφορούν τα όσα διαπίστωσε σε ένα διαμέρισμα στις 06-02- 2019, δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο του επίδικου χρονικού διαστήματος (Ιούνιο και Αύγουστο του έτους 2017). Τέλος τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας υπεράσπισης όπως και όσα περιέχονται στην από 22-04-2024 Υπεύθυνη Δήλωση, του (ον.) A. (επ.) D. του Q., στην με ημερομηνία βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής, 10-05-2024 υπεύθυνη δήλωση της Α. Π. του Σ. και στην από 20-04-2024 υπεύθυνη δήλωση της Α. Ε. του Ε., σχετικά με τη σχέση της κατηγορουμένης με τη μάρτυρα Η. Ζ. δεν κρίνονται πειστικά, λαμβανομένου υπόψη ότι το δικαστήριο αμφιβάλλει για την παρουσία του μάρτυρα υπεράσπισης στην οικοδομή, ενώ τα όσα αναφέρουν στις υπεύθυνες δηλώσεις τα άνω αναφερόμενα άτομα αποτελούν μη πειστικές μαρτυρίες, λαμβανομένου υπόψη ότι τα άτομα αυτά δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο για να εξεταστούν ως μάρτυρες. Κατόπιν αυτών το δικαστήριο πείστηκε ότι η κατηγορούμενη τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη της κατά συρροή έκθεσης (άρθρο 306 ΠΚ) και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη του ότι στον Ωρωπό Αττικής, κατά τους μήνες Ιούνιο και Αύγουστο του 2017, εξέθεσε άλλον και έτσι τον κατέστησε αβοήθητο και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ ήταν ιδιοκτήτρια διαμερισμάτων σε πολυκατοικία στην παραλία Ωρωπού, εκμίσθωσε τρία από τα ανωτέρω διαμερίσματα σε ηλικιωμένους και δη στο ένα διαμέρισμα διέμενε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και στο δεύτερο και τρίτο από ένας ηλικιωμένος, αντίστοιχα, αναλαμβάνοντας την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη και τη διατροφή τους ενώ δεν είχε προς τούτο ειδικές γνώσεις. Από τη συμπεριφορά της αυτή, προκλήθηκε κίνδυνος της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των ανωτέρω ηλικιωμένων". Στη συνέχεια το άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την τότε κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την πράξη της έκθεσης κατά συρροή με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' Π.Κ. και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για κάθε ένα εκ των τεσσάρων παθόντων και σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο κατά λέξη διατακτικό:

"Κηρύσσει την κατηγορούμενη ένοχη του ότι: Στον Ωρωπό Αττικής, κατά τους μήνες Ιούνιο και Αύγουστο του 2017, εξέθεσε άλλον και έτσι τον κατέστησε αβοήθητο και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ ήταν ιδιοκτήτρια διαμερισμάτων σε πολυκατοικία στην παραλία Ωρωπού, εκμίσθωσε τρία από τα ανωτέρω διαμερίσματα σε ηλικιωμένους και δη στο ένα διαμέρισμα διέμενε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και στο δεύτερο και τρίτο από ένας ηλικιωμένος, αντίστοιχα, αναλαμβάνοντας την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη και τη διατροφή τους ενώ δεν είχε προς τούτο ειδικές γνώσεις. Από τη συμπεριφορά της αυτή προκλήθηκε κίνδυνος της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των ανωτέρω ηλικιωμένων". Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης κατά συρροή, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περισταστικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14, 16, 18, 26 εδ. α', 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 83, 84 παρ. 2 εδ. α', 94 παρ. 1, 306 παρ.1α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, για την πλήρωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω αδικήματος και, συνεπώς την κατάφαση της ενοχής της αναιρεσείουσας, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή κατά πλάγιο τρόπο με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, επί των αιτιάσεων της αναιρεσείουσας, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται με αιτιολογική επάρκεια, σαφήνεια και πληρότητα όλες οι ουσιώδεις και αναγκαίες παραδοχές για τη θεμελίωση των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξης της έκθεσης κατά συρροή, ότι με θετική ενέργεια της κατηγορουμένης οι τέσσερεις ανήμποροι ηλικιωμένοι μεταφέρθηκαν από την οικία τους, σχετικά ασφαλή θέση, σε μία ανασφαλή θέση στα διαμερίσματα που τους εκμίσθωσε, όπου διατηρούσε ξενώνα φιλοξενίας αναλαμβάνοντας η ίδια και την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη και τη διατροφή τους, ενώ δεν είχε προς τούτο ειδικές γνώσεις, χορηγώντας σε όλους τα ίδια φάρμακα, ανεξαρτήτως των αναγκών εκάστου εξ αυτών, παρέχοντας κακής ποιότητας φαγητό και σε μικρές μερίδες, οι δε συνθήκες διαβίωσης που επικρατούσαν εκεί ήταν άθλιες και ανθυγιεινές, και έτσι, περιήλθαν σε αβοήθητη θέση συνιστάμενη στη δημιουργία από την αναιρεσείουσα όρων, με τους οποίους άρχισε μια αυτοδύναμη διαδικασία που οδηγούσε σε βλάβη του εννόμου αγαθού της ζωής και της σωματικής τους ακεραιότητας αφού από τις άνω ενέργειες της αναιρεσείουσας, προκλήθηκε κίνδυνος της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των ανωτέρω ηλικιωμένων με εύθραυστη, και από μόνο το προχωρημένο της ηλικίας τους, υγεία, ανήμπορων και χρηζόντων ειδικής διατροφής και φροντίδας, χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός των πλήρων στοιχείων ταυτότητας ενός εκάστου των παθόντων, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το ανωτέρω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση. Πιο συγκεκριμένα, παρατίθενται εκτενώς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατά τα άνω ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, αφού προσδιορίζεται με ακρίβεια κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, ότι η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα έχοντας στην κυριότητά της τρία διαμερίσματα, κείμενα σε πολυκατοικία "Δελφίνια" που βρίσκεται επί της παραλιακής οδού ... στον Ωρωπό Αττικής κατά τους μήνες Ιούνιο και Αύγουστο του 2017, εξέθεσε άλλους και έτσι τους κατέστησε αβοήθητους και συγκεκριμένα α) ενώ ήταν ιδιοκτήτρια διαμερισμάτων στην παραπάνω πολυκατοικία, τα οποία διατηρούσε ως ξενώνα φιλοξενίας, τον οποίο γνωστοποιούσε με αγγελίες που είχε αναρτήσει στο διαδίκτυο στον ιστότοπο ..., για ηλικιωμένα και μοναχικά άτομα παρέχοντας και υπηρεσίες φροντίδας σε καθημερινή βάση, ανάλογα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του εκάστοτε ενοίκου, ιατρικές επισκέψεις και φαρμακευτική συνταγολόγηση προς διευκόλυνσή τους, και στα πλαίσια αυτά εκμίσθωσε τρία από τα ανωτέρω διαμερίσματα σε τέσσερεις ηλικιωμένους και δη σε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι το ένα διαμέρισμα και σε ένα ηλικιωμένο πρόσωπο καθένα από τα λοιπά δύο, για να μεταβούν και να διαμείνουν εκεί, όπως και συνέβη, αναλαμβάνοντας η ίδια και την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη και τη διατροφή τους, ενώ δεν είχε προς τούτο ειδικές γνώσεις, β) οι συνθήκες διαμονής των τεσσάρων αυτών ηλικιωμένων ήταν άθλιες και ανθυγιεινές, η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα τους παρείχε κακής ποιότητας φαγητό σε μικρή ποσότητα, τους έδινε τα ίδια φάρμακα με όλους τους άλλους ηλικιωμένους διαμένοντες στον ίδιο ξενώνα, ενώ επρόκειτο για άτομα (ηλικιωμένα) με άνοια, στον δε ξενώνα και σε όλους τους χώρους των διαμερισμάτων και της οικοδομής επικρατούσε βρωμιά και δυσοσμία και μέσα στην οικοδομή κυκλοφορούσαν σκυλιά που έκαναν εκεί τις ακαθαρσίες τους και γ)από τη συμπεριφορά της αυτή, προκλήθηκε κίνδυνος της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των ανωτέρω ανήμπορων με εύθραυστη υγεία λόγω του προχωρημένου της ηλικίας τους, και χρηζόντων ειδικής διατροφής και φροντίδας ηλικιωμένων. Το Δικαστήριο με την απόφασή του δεν διέγνωσε ενδεχόμενο δόλο στο πρόσωπο της κατηγορουμένης ήδη αναιρεσείουσας, ώστε να απαιτούνται πρόσθετα περιστατικά για την αιτιολογία του υποκειμενικού στοιχείου, αλλά πρόθεση της τελευταίας, η οποία γνώριζε τον κίνδυνο και τον αποδέχθηκε, και δεν απαιτείτο ειδικότερη αιτιολογία του υποκειμενικού στοιχείου, το οποίο ενυπάρχει στη βούληση παραγωγής των περιστατικών της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης. Σχετικά με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν κατά την διέπουσα το κεφάλαιο των αποδείξεων του Κ.Ποιν.Δ. αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρ. 177 παρ. 1 του εν λόγω κώδικα) για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης χωρίς αντιφατικές σκέψεις όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το εν λόγω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην κατάφαση της ενοχής της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη, συνεκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι επιλεκτικά, στα οποία περιλαμβάνονται και η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Β. Π. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, καθώς και οι υπεύθυνες δηλώσεις του A. D., της Α. Π., της Α. Ε., διαλαμβάνουσα σκέψεις και επ'αυτών, κατέληξε δε στην καταδικαστική του κρίση μετά από επιμελή έρευνα, αξιολόγηση και αξιοποίησή τους, προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ., και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ από το οποίο απορρέει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, να διευκρινίζεται με αναλυτική παράθεσή τους από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ούτε να γίνεται ειδική μνεία του τί προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ούτε επίσης να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση και εκτίμηση του περιεχομένου τους, αφού ουδόλως συνάγεται ότι το δικάσαν δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Επίσης, προκύπτει ότι με αιτιολογική επάρκεια και επιμέλεια ερευνήθηκαν οι αρνητικοί ισχυρισμοί της κατηγορουμένης, στα πλαίσια των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών, ήτοι της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του, της αρχής του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και της αρχής in dubio pro reo, προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια και απαντήθηκαν διεξοδικώς και εκτεταμένως, χωρίς αντιφάσεις και χωρίς το Δικαστήριο να αντιστρέψει το βάρος απόδειξης, μετακυλίοντάς το στην ίδια, ο δε ενιαίος τρόπος εκφοράς μαζί με την κύρια επί της ενοχής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι δόκιμος, αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί εντάσσονται στην κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία συνδέει άρρηκτα το δικαίωμα υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης, ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία, κατά την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του δικαστηρίου. (Α.Π. 32/2021). Με την ίδια εξάλλου επιμέλεια ερευνήθηκαν από το δικάσαν Δικαστήριο και τα υπερασπιστικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, τα οποία αρκούντως αποκρούει με την κύρια επί της ενοχής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνουσα σκέψεις και επ'αυτών, όπως προεκτέθηκε. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει, σύμφωνα με όσα στο σκεπτικό της λεπτομερώς αναλύονται και προαναφέρθηκαν, σαφείς απαντήσεις, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ στηρίζει το διατακτικό της χωρίς αντιφατικές και ενδοιαστικές διατυπώσεις και δεν χρειάζονταν επιπλέον αιτιολογίες για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται διάσπαρτες στο αναιρετήριο και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Σημειώνεται ότι η αναιρεσείουσα με την επικαλούμενη με το υπόμνημά της, με αριθ.360/4-2-2025 απόφαση του ΙΕ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώα για την πράξη της έκθεσης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση δώδεκα ηλικιωμένων τελεσθείσα στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα 2019-2022 και συγκεκριμένα ότι εξέθεσε άλλους και έτσι τους κατέστησε αβοήθητους, υπό την ιδιότητά της ως ιδιοκτήτρια δώδεκα διαμερισμάτων επί της παραλιακής λεωφόρου ... Ωρωπού τα οποία εκμίσθωνε στα πρόσωπα αυτά αναλαμβάνοντας και την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη και διατροφή, μολονότι δεν είχε ειδικές γνώσεις προς τούτο και από τη συμπεριφορά της αυτή προκλήθηκε κίνδυνος ζωής και σωματικής ακεραιότητας των ανωτέρω ηλικιωμένων, επιχειρεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, προς αυτεπάγγελτη έρευνα από το παρόν Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ύπαρξης δεδικασμένου, επικαλούμενη τον κανόνα ne bis in idem που διαλαμβάνεται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 57 παρ. 1 ΚΠΔ, χωρίς όμως να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών, εφόσον δεν υφίσταται ταυτότητα πράξης, υπό την έννοια ότι η ερευνώμενη κατηγορία δεν συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της η κατηγορία για την οποία αθωώθηκε- ταυτόσημα περιστατικά ή ουσιωδώς όμοια κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ (ΑΠ 47/2023), κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί, με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου, που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί το δικαίωμα αυτού από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ να πληροφορηθεί την κατηγορία που του αποδίδεται και να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει και στο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α` και β` της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 Σ.). Η ακυρότητα όμως αυτή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 172 παρ.1, 174 παρ. 2 και 175 παρ. 2 του ΚΠΔ, είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και, αν ο κατηγορούμενος δεν την προτείνει μέχρι να αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, η ακυρότητα αυτή καλύπτεται. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η εν λόγω ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ' αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διαλαμβάνοντας στην έφεσή του ειδικό λόγο περί τούτου. Αν η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβληθεί με παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης και το δικαστήριο απορρίψει αναιτιολόγητα τη σχετική ένσταση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Ποιν.Δ., για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 1437/2022, ΑΠ 359/2020, ΑΠ 1122/2020). Αν όμως ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται γι' αυτό αναιρετικός λόγος (ΑΠ 615/2024, Α.Π. 564/2023, Α.Π.425/2023, ΑΠ 1122/2020, ΑΠ 1027/2016, ΑΠ 1296/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού αναιρετικού λόγου προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα τον ισχυρισμό της περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω μη ακριβούς καθορισμού σ'αυτό της πράξης και των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και αποδιδόμενη σε αυτήν πράξη, ο οποίος είχε απορριφθεί πρωτοδίκως και τον προέβαλε και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Η επικαλούμενη έλλειψη αναγκαίων στοιχείων του κλητηρίου θεσπίσματος προκαλεί, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, ακυρότητα, η οποία είναι σχετική, αφού αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί (176 παρ. 2 ΚΠΔ), αν δεν καλυφθεί. Από την επισκόπηση των πρακτικών της με αριθμό 2090/2023 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και των οικείων πρακτικών αυτής, μετά από έφεση κατά της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 2725/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προβλήθηκε μεν από την κατηγορούμενη σχετική ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ότι δεν είναι ακριβή τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και αποδιδόμενη σε αυτήν πράξη, η οποία όμως απορρίφθηκε και δεν επαναφέρθηκε με σχετικό λόγο της με αριθμό 2672/2023 έφεσής της ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, παρά μόνον πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας προέβαλε σχετικό ισχυρισμό, τον οποίο ανέπτυξε προφορικά και διέλαβε στο έγγραφο που κατέθεσε (σελ.5 πρακτικών προσβαλλόμενης απόφασης). Ειδικότερα προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την με αριθμό 2090/2023 απόφασή του. Στη συνέχεια όμως στην με αριθμό 2672/24-11-2023 έφεση της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 2090/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν διατυπώθηκε ειδικός λόγος έφεσης σχετικά με την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της ένστασης ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία είχε προτείνει ενώπιόν του, ο οποίος-λόγος- δεν αναπληρώνεται με την προβολή της ακυρότητας προφορικά και με έγγραφο, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών. Επομένως, η επικαλούμενη σχετική ακυρότητα έχει καλυφθεί και δεν μπορεί να αποτελέσει σχετικό αναιρετικό λόγο. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, η ύπαρξη ειδικού λόγου έφεσης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την παραδεκτή πρόταση της ένστασης ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα οποιασδήποτε συμπλήρωσης στο ακροατήριο του δικάζοντος την έφεση δικαστηρίου, με έγγραφο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.

Περαιτέρω, αφού ο παραπάνω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στη σχετική έκθεση έφεσης κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να τον εξετάσει και να αποφανθεί επ'αυτού και δη αιτιολογημένα. Έτσι το Εφετείο, το οποίο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό ως απαράδεκτο, με συναφή, εκ περισσού αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ πλημμέλεια, και ο ερευνώμενος μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν.5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-1-2025 αίτηση της Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της με αριθμό 2725/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή