Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 915 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 915/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου K. S. του X., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ. Χίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 8/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 07 Φεβρουαρίου 2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή του Κ.Κ. Χίου, Κ. Β., έλαβε αριθμό Ε.Μ.: 02/2025 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 7/2/2025 αίτηση του κατηγορούμενου S. K. του X., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ. Χίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8/15-1-2025 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Βορείου Αιγαίου, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, υπό τη μορφή της αγοράς και κατοχής και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση του ιδίου ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης, όπου κρατείται και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ.α του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 11/3/2025 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 7/2/2025 ήτοι πριν από την ως άνω καταχώρηση, (άρθρ.466 παρ.1. 473 παρ.2 και 3, 474 παρ.1 εδ.β). Τυγχάνει επίσης παραδεκτή διότι ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε ΚΠΔ, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ.462 παρ.1β, 464, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ). Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της.
Κατά το άρθρο 20 του Ν.4139/2013 "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α` 74/20.03.2013) ορίζεται, ότι "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών. 3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία".
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 του ιδίου Νόμου "όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για δική του αποκλειστικά χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε (5) μηνών Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως (ΑΠ 560/2023 ΑΠ 481/2022, 520/2022, 1/2020).
Πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, κατ` επιλογή (ΟΛΑΠ 3/2012, ΑΠ 560/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 520/2022, ΑΠ 900/2022). Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε υπάρχει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1/2020, ΑΠ 950/2019). Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στην περίπτωση αυτή με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 1155/2022, ΑΠ 363/2020, ΑΠ 41/2020). Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Η από το δράστη κατοχή της ναρκωτικής ουσίας προς ιδίαν αποκλειστική χρήση της δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κατοχής της ναρκωτικής ουσίας. Έτσι, ο ισχυρισμός που προβάλλεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, ότι πρόκειται για προμήθεια ή κατοχή με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικών, σε ποσότητα που εξυπηρετεί αποκλειστικά μόνο τις ανάγκες του κατηγορουμένου, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό του, επί του οποίου το δικαστήριο, οφείλει να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 795/2023, ΑΠ 1084/2020).
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ( ΟλΑΠ 5/2021, ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1160/2023, ΑΠ 846/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατά το είδος τους μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, σχετικά με τον αναιρεσείοντα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Κατόπιν πληροφοριών για διακίνηση ναρκωτικών από την Αθήνα προς τη νήσο Λέσβο έλαβε χώρα άρση τηλεφωνικού απορρήτου στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης και παρακολουθήθηκαν οι τηλεφωνικές συνομιλίες των κατηγορουμένων, καθώς και ενός ακόμα ατόμου αλβανικής υπηκοότητας, κατόχου της με αριθμό ... σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας τα στοιχεία ταυτότητας του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2019 έως και την 12-4-2019. Από τις σχετικές παρακολουθήσεις προέκυψαν συνομιλίες μεταξύ του Α. C. και του πρώτου κατηγορουμένου (K. S.) στις οποίες γίνεται ευρεία χρήση κωδικών ονομασιών και φρασεολογίας με ασάφειες και γενικές αναφορές, οι δε εν λόγω συνομιλίες (τόσο σε αλβανική όσο και σε ελληνική γλώσσα μεταξύ των κατηγορουμένων) οδήγησαν τις αστυνομικές αρχές σε τρίμηνη παρακολούθηση που ολοκληρώθηκε με τη σύλληψη των κατηγορουμένων, όπως κατωτέρω αναφέρεται. Ο πρώτος αυτών (Α. C.), ο οποίος εμφανίζεται με το ψευδώνυμο "Ο.", ήταν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας για πράξη διακίνησης ναρκωτικών και χρησιμοποιούσε για τις επικοινωνίες του τα με αριθμό ..., ... και ... καρτοτηλέφωνα του ανωτέρω καταστήματος Κράτησης και ο έτερος με το ψευδώνυμο "Κ.", ήταν κάτοικος Μυτιλήνης και χρήστης των με αριθμό ... και ... τηλεφωνικών συνδέσεων. Ο δεύτερος κατηγορούμενος (B. P.) με το ψευδώνυμο "Μ.", χρήστης των με αριθμό ..., ..., ... και ... τηλεφωνικών συνδέσεων, ήταν ομοίως κρατούμενος και συνδεόταν συναισθηματικά με την Ε. Ν., αποκαλούμενη "Ε.", κάτοικο ... και χρήστρια των με αριθμούς ... και ... τηλεφωνικών συνδέσεων. Βάσει των πληροφοριών που άντλησαν από τις τηλεφωνικές επικοινωνίες οι αστυνομικοί αναζήτησαν την 12-4-2019 τον δεύτερο κατηγορούμενο K. S., ο οποίος περί ώρα 14.00 εντοπίστηκε στο 4° χλμ Μυτιλήνης- Καλλονής και κατά τη νομότυπη αστυνομική έρευνα που διενήργησαν οι αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Μυτιλήνης στο με στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας HYUNDAI , ιδιοκτησίας του, κατελήφθη ο ανωτέρω να κατέχει μία νάιλον συσκευασία που περιείχε ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, καθαρού βάρους 489,56 γραμμαρίων. Ο ανωτέρω ομολογεί την προμήθεια των ναρκωτικών ουσιών (εν όψει της κατάληψης των ναρκωτικών από τις αστυνομικές αρχές), ισχυρίζεται όμως ότι προορίζονταν αποκλειστικά για δική του χρήση, επειδή ο ίδιος ως χρήστης δεν ήθελε να εκτίθεται με συνεχείς συναλλαγές και επιδίωκε να προμηθευτεί μία μεγαλύτερη ποσότητα που θα κάλυπτε τις ανάγκες του επί μακρόν. Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν κρίνεται πειστικός και βάσιμος, καθόσον η εν λόγω ποσότητα είναι ιδιαιτέρως μεγάλη και ακριβή για να θεωρηθεί ως "καβάντζα" ενός χρήστη, μη εξαρτημένου. Επιπλέον, η ποσότητα αυτή, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης του κόστισε σ' αυτόν δύο χιλιάδες ευρώ. Το χρηματικό ποσόν αυτό κρίνεται ότι αυτός δεν μπορούσε να το διαθέσει για ναρκωτικά που θα κατανάλωνε ο ίδιος, διότι αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο εκείνο δεν εργαζόταν. Οι αστυνομικοί που τον παρακολουθούσαν τον έβλεπαν να περιφέρεται στις καφετέριες και δεν τον εντόπισαν ποτέ να εργάζεται. Εξάλλου, αυτός προσκόμισε ένσημα από την εργασία του αλλά για χρονικό διάστημα μόνο μετά τη σύλληψή του. Τα κατατιθέμενα εξάλλου από τη μάρτυρα υπεράσπισής του, ότι αυτός εργαζόταν σε οικοδομικές εργασίες και δεν του πλήρωναν κατά την περίοδο εκείνη ένσημα δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, διότι αν πράγματι εργαζόταν μπορεί να μην είχε ένσημα από όλες του τις εργασίες αλλά θα είχε εξασφαλίσει τουλάχιστον κάποια, ως φαίνεται και από το γεγονός ότι πράγματι διαθέτει έχει ένσημα για το μετέπειτα της σύλληψής του χρονικό διάστημα, ως προελέχθη. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, ο εν λόγω πρώτος κατηγορούμενος, αποδείχθηκε ότι βρισκόταν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον A. C. (πρώτο κατηγορούμενο πρωτοδίκως), που ήταν τότε κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας για πράξη διακίνησης ναρκωτικών, στις οποίες (συνομιλίες) γίνεται ευρεία χρήση κωδικών ονομασιών και φρασεολογίας με ασάφειες και γενικές αναφορές, που οδηγεί στο αβίαστο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για συνομιλίες με αντικείμενο τη διακίνηση ναρκωτικών. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατανάλωνε καθημερινώς περί τα δέκα γραμμάρια ακατέργαστης κάνναβης, ως αυτός αβασίμως υποστηρίζει. Η μάρτυρας υπεράσπισής του κατέθεσε ότι "έκανε πέντε τσιγάρα την ημέρα" και ότι η ποσότητα αυτή "θα τον έβγαζε τρεις με τέσσερις μήνες", ως πληροφορία που αρύεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Πέραν του γεγονότος ότι η μάρτυρας αυτή υπερέβη εαυτήν, δεδομένου ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατανάλωνε δύο με τρία τσιγάρα την ημέρα, δηλαδή ένα με δύο γραμμάρια καθαρής κάνναβης που αντιστοιχούν σε δέκα γραμμάρια ακατέργαστης κάνναβης, η κατάθεση αυτή ουδέν προσφέρει, δεδομένου ότι δεν επαναλαμβάνει παρά τη θέση του κατηγορουμένου. Πλην, ο ισχυρισμός αυτός δεν υποστηρίχθηκε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσον, ως προς την ποσότητα που αυτός κατανάλωνε ημερησίως. Και αληθής όμως αυτός υποτιθέμενος δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε κάποιον λόγο να θέλει να εξασφαλίσει τη δόση του για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, περίπτωση που κατά την κοινή πείρα δεν συναντάται σε χρόνιους χρήστες όπως υποστηρίζει ο ίδιος ότι ήταν κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα.
Συνεπώς δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι ο πρώτος κατηγορούμενος K. S. κατείχε τα ναρκωτικά με σκοπό τη διακίνησή τους και όχι για ιδία χρήση, ως αβάσιμα ισχυρίζεται. Περαιτέρω, αυτός ισχυρίζεται ότι η κατάθεση των αστυνομικών υπαλλήλων δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη διότι πρόκειται για κατάθεση με βάση όσα έλαβαν γνώση από τον Διοικητή τους. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, δεδομένου ότι κατά την ΚΠΔ 224 παρ. 1, ο μάρτυρας είναι υποχρεωμένος να αποκαλύψει πώς έμαθε όσα καταθέτει και αν πρόκειται για γεγονότα που άκουσε από άλλους πρέπει να κατονομάσει και αυτούς από τους οποίους τα άκουσε.
Συνεπώς ουδόλως πάσχει η μαρτυρία των αστυνομικών, εφόσον πληρώθηκε η προεκτεθείσα προϋπόθεση του νόμου, δεδομένου ότι αυτοί αποκάλυψαν αυτόν από τον οποίο έμαθαν και άκουσαν αυτά που καταθέτουν. Ο ισχυρισμός του εν λόγω πρώτου κατηγορουμένου ότι κατ' αυτόν τον τρόπο εξομοιούται η κατάθεσή τους με την ανεπίτρεπτη ανάγνωση στο ακροατήριο ενόρκων καταθέσεων της προδικασίας απόντος μάρτυρα, ουδαμώς εδράζεται στον νόμο....". Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της αγοράς και κατοχής, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό:
"Κηρύσσει τον κατηγορούμενο S. (επ.) K. (ον) ένοχο του ότι : 1) την 12-4-2019 και περί ώρα 9.00 στην περιοχή Λάρσου Λέσβου αγόρασε ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης καθαρού βάρους 489,56 γραμμαρίων από άγνωστο άτομο έναντι άγνωστου τιμήματος και 2) την 12-4-2019 και περί ώρα 14.00 στο 4ο χλμ Μυτιλήνης-Καλονής κατείχε μία νάιλον συσκευασία, που περιείχε την προαναφερθείσα ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, καθαρού βάρους 489,56 γραμμαρίων, η οποία βρέθηκε και κατασχέθηκε εντός του υπ' αριθμ.κυκλ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α`, 27 παρ. 1 , του ΠΚ και άρθρο 1 παρ. 1 και 2, 20 παρ.1,2 και 3, του ν. 4139/2013, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων και συγκεκριμένα, προσδιορίζονται οι συνθήκες τέλεσης της παράνομης διακίνησης των ναρκωτικών, με την μορφή της αγοράς και κατοχής αυτών, με τις ειδικότερες ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι ο αναιρεσείων, αγόρασε αντί αγνώστου χρηματικού ποσού και κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να διαπιστώνει ανά πάσα στιγμή την ύπαρξη και να διαθέτει κατά την βούλησή του την περιγραφόμενη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Στο σκεπτικό παρατίθενται τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που σε συνδυασμό με το διατακτικό θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Περαιτέρω με τις ουσιαστικές παραδοχές ότι η τόσο μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατοχή για ιδία χρήση, κρίση η οποία ενισχύεται από τις λοιπές διαλαμβανόμενες περιστάσεις, που συνέτρεξαν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, με τις παραδοχές ότι αυτός δεν εργαζόταν ώστε να μπορεί να διαθέσει για ναρκωτικά που θα κατανάλωνε ο ίδιος το ποσό των 2.000 ευρώ και ότι βρισκόταν σε τηλεφωνική επικοινωνία με κρατούμενο στο Κ.Κ. Λάρισας για πράξη διακίνησης ναρκωτικών, στις οποίες (συνομιλίες) γίνεται χρήση κωδικών ονομασιών και φρασεολογία δηλωτική συνομιλίας με αντικείμενο τη διακίνηση ναρκωτικών, επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών που βρέθηκε στην κατοχή του και κατασχέθηκε, προορίζονταν για δική του αποκλειστικά χρήση και ότι η αξιόποινη πράξη που του αποδίδετο θα πρέπει να μεταβληθεί από διακίνηση ναρκωτικών ουσιών σε κατοχή ναρκωτικών ουσιών για αποκλειστική χρήση. Τέλος, η αιτίαση περί αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης για το λόγο ότι ενώ δέχεται ότι αυτός (αναιρεσείων) είναι χρήστης στη συνέχεια αντιφάσκει με τα ανωτέρω, αφού απορρίπτει τον ισχυρισμό του ότι τα ναρκωτικά τα είχε μόνο για δική του χρήση είναι αβάσιμη αφού: η ουσιαστική παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων είναι χρήστης δεν οδηγεί αναγκαίως και στην παραδοχή του αυτοτελούς ισχυρισμού αυτού ότι η κατοχή των ως άνω ναρκωτικών ουσιών είναι για δική του χρήση και ως εκ τούτου καμία αντίφαση δεν υφίσταται, αφού το μεν με σαφή και επαρκή αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι αυτός είναι χρήστης, το δε απορρίπτεται με σαφή και επαρκή επίσης αιτιολογία ο αυτοτελής ισχυρισμός του για κατοχή των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών προς ιδία χρήση. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε'ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αγοράς και κατοχής της ποσότητας ναρκωτικής ουσίας για ιδία αποκλειστική χρήση είναι αβάσιμος.
Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και ο περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων η κατά το άρθρο 84 παρ.2 περ. α' του Π.Κ., "το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα". Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "Σύννομη" έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ` αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως ένα γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται αστικούς κανόνες, η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 1062/2023, ΑΠ 978/2023, 765/2023, ΑΠ 623/2023, ΑΠ 561/2023, ΑΠ 484/2023). Έτσι, όταν η ποινή, μετά την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, τελεί σε προφανή δυσαναλογία με την βαρύτητα του εγκλήματος και την ποινική απαξία της πράξης ως και την επελθούσα από το έγκλημα βλάβη, η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, σε σχέση με το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης περί χορήγησης στον κατηγορούμενο της ελαφρυντικής περίστασης του άρ. 84 παρ.2 α' του ΠΚ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της απόφασης, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς, πλην άλλων, και τον προαναφερόμενο αυτοτελή ισχυρισμό (84 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ), επικαλούμενος για την θεμελίωσή του, τα ακόλουθα " Ο κατηγορούμενος δεν έχει καταδικαστεί ποτέ για ομοειδή παράβαση ή οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη. Από το αναγνωστέο δελτίο ποινικού του μητρώου αποδεικνύεται ότι δεν έχει καταδικαστεί ποτέ στο παρελθόν για οποιαδήποτε πράξη. Προσπαθούσε ανέκαθεν να ανταπεξέρχεται στις υποχρεώσεις του στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις, την εργασία του η οποία αποτελεί τη μόνη πηγή εισοδήματος του. Ουδέποτε μέχρι και τη σύλληψη του και την απαγγελία των παραπάνω κατηγοριών, είχε εμπλοκή με τη Δικαιοσύνη για οποιαδήποτε άλλη πράξη, μείζονος ή ήσσονος σημασίας, έχοντας ζήσει, μέχρι τότε, "κατά τεκμήριο" τουλάχιστον, έντιμη οικογενειακή και κοινωνική ζωή, χωρίς ουδέποτε να έχει απασχολήσει τις διωκτικές αρχές, με οποιουδήποτε είδους προβατική συμπεριφορά. Πριν το 2019 που κατηγορήθηκε για το αδίκημα αυτό δεν έχει απασχολήσει με κανέναν τρόπο τις αρχές, παραμένοντας ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ μέχρι σήμερα και χωρίς να απασχολήσει εκ νέου τη δικαιοσύνη. Οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορείται φέρονται να τελέσθηκαν Απρίλιο 2019, εντός περιορισμένου χρονικού πλαισίου εκτροπής, έτσι δικαιολογείται πλήρως η αναγνώριση του αιτούμενου ελαφρυντικού.....Ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε την υπ' αριθ. 3146/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης (απόσπασμα), του είχε αποδοθεί κατηγορία για προμήθεια κατοχή ναρκωτικών ουσιών, για ΙΔΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ, ενώ σε κάθε περίπτωση το Ποινικό του Μητρώου αποδεικνύεται ΛΕΥΚΟ και πάντως από κανένα στοιχεία δεν προκύπτει τέλεση άδικων πράξεων του νόμου περί ναρκωτικών επί σειρά ετών. ..............Διαθέτει σταθερή εγκατάσταση και διαμονή στη Χώρα, αφού η οικογένεια του μετανάστευσε από την Αλβανία στην Ελλάδα το 1997, όταν ο κατηγορούμενος ήταν ακόμη ηλικίας 14 ετών και μεγάλωσε, ανατράφηκε, εργάστηκε, έκανε οικογένεια και βρίσκεται μόνιμα και αδιάλειπτα εγκατεστημένος στην Ελλάδα επί είκοσι επτά (27) και πλέον έτη. ...Παντρεύτηκε το 2009 στην Αλβανία με την ... είναι γονείς δύο (2) ανήλικων τέκνων:..... εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα σε εφηβική ηλικία , έζησε όλη την ενήλικη ζωή του στη Μυτιλήνη, ώστε δεν γνώρισε άλλη Πατρίδα πέραν της Ελλάδας, διαθέτοντας ουσιαστικούς βιοτικούς δεσμούς με τη Χώρα, ενώ ανατράφηκε εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα, ενώ αντίθετα όλα αυτά τα χρόνια δεν έχει επισκεφτεί καν την Αλβανία, ούτε ομιλεί την Αλβανική γλώσσα, ούτε διαθέτει συγγενείς εκεί...., εργάστηκε μετά την ολοκλήρωση της φοίτησης του στο σχολείο, εργάζεται τίμια ως ελαιοχρωματιστής - οικοδόμος και τεχνίτης πλακιδίων, .. εργάζεται με άδεια παραμονής στη Μυτιλήνη από το έτος 2002 τουλάχιστον. Κατά τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος ανέκαθεν, εργάζεται και μοχθεί για μια ήρεμη οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, τίμια και ευσυνείδητα, ζει ως σήμερα με αξιοπρέπεια και δεν έχει δώσει ποτέ δικαιώματα για αρνητικά σχόλια στην κοινωνία, ενώ βοηθά και στηρίζει την οικογένεια και τους οικείους του, όσο δύναται με τη σκληρή εργασία του, ενώ πρόκειται για μια εξαιρετικά δεμένη οικογένεια που δίνει τη μάχη της επιβίωσης, απέναντι σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες εν μέσω οικονομικής κρίσεως.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος είναι ένας άνθρωπος είναι ηλικίας 41 ετών και έχει μέχρι τούδε διάγει έναν καθόλα έντιμο βίο ως τίμιος, φιλήσυχος, νομοταγής και ουδέποτε έχει απασχολήσει τις αρχές για οποιαδήποτε αιτία, ζει με την οικογένεια του και πλέον εργάζεται τίμια και φιλότιμα ως βιοπαλαιστής εργάτης. Κατόπιν τούτων νόμιμα ζητείται η αναγνώριση του ελαφρυντικού τούτου. ... Ο κατηγορούμενος επί σειρά ετών είναι εθελοντής αιμοδότης...".Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία:
"Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με το αιτούμενο ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2α' ΠΚ, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι αυτός έζησε μέχρι την τέλεση της πράξεως σύννομη ζωή, με συμβολή στην εν γένει κοινωνική ζωή, μη εξαρκούσης μόνο της υπάρξεως λευκού ποινικού μητρώου και εν όψει των γενικών περιστάσεων της οικογενειακής επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής του, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι αυτός έχει αμετάκλητες καταδίκες στο ποινικό του μητρώο για παραβάσεις του ΚΟΚ, ενώ από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι επί σειρά ετών πριν την τέλεση της επίδικης πράξης τελεί πράξεις που συνιστούν παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και ο ίδιος ομολογεί ότι είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η μη καταδίκη του για τέτοια πράξη.
Εξάλλου, η φοίτηση των παιδιών του σε ελληνικό σχολείο, η κατάθεση μονάδας αίματος για ασθενή δεν αρκούν για την κατάφαση του σύννομου βίου του και για τη θεμελίωση του ανωτέρω ελαφρυντικού.
Συνεπώς πρέπει ο εν λόγω ισχυρισμός του να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αιτιολογία για την απόρριψη ως αβάσιμου του από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί σύννομου βίου, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε τελέσει στο παρελθόν και άλλες αξιόποινες πράξεις (παραβάσεις του ΚΟΚ) και ότι επί σειρά ετών τελεί πράξεις που συνιστούν παράβαση του Νόμου περί Ναρκωτικών, παραβιάζοντας έτσι απαγορευτικούς και επιτακτικούς κανόνες που προστατεύουν τα έννομα αγαθά στον καθημερινό βίο, χωρίς να αρκεί η συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό. Επομένως ο από το άρθρο 510§1 περ. Δ' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του προαναφερόμενου αυτοτελούς ισχυρισμού είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων, και, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρ.578 του ΚΠΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7/2/2025 αίτηση του κατηγορούμενου S. K. του X. κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ. Χίου, για αναίρεση της υπ'αριθμ.8/15-1-2025 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Βορείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακόσιων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ