ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 916/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 916/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 916/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 916 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 916/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο-Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου L. S. του F., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Ζαμπίτη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 249/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Φεβρουαρίου 2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 27.02.2025, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1655/2025 στους από 17.04.2025 πρόσθετους λόγους αυτής τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 27-2-2025 αίτηση αναίρεσης του L. S. του F., κατά της υπ' αριθμ. 249/10-12-2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία στις 10-2-2025 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου ποινικού δικαστηρίου - με την οποίαν ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της κατοχής και της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή δράστη και αφού αναγνωρίσθηκε σ' αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. α' ΠΚ, του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με δήλωση του ιδίου του αναιρεσείοντος, που επιδόθηκε νομίμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 27-2-2025 (αριθμός πρωτοκόλλου: 1655/27-2-2025), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ, ενώ με το από 17-4-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο ο ίδιος ο αναιρεσείων αυτοπροσώπως κατέθεσε στις 17-4-2025 στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, άσκησε προσθέτους λόγους αναίρεσης κατά της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. 249/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Η κρινόμενη αίτηση αλλά και το ιδιαίτερο δικόγραφο των προσθέτων αυτής λόγων περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ αντιστοίχως). Επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν η αίτηση αναίρεσης αλλά και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητά τους.

Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και τέτοια (απόλυτη) ακυρότητα προκαλείται κατά το άρθρο 171 παρ. 1, περ. 1 ΚΠΔ, "Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και του παρόντος κώδικα για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 ΚΠΔ που τιτλοφορείται "Δικαστήρια που δικάζουν τα κακουργήματα", "1. Τα δικαστήρια που δικάζουν τα κακουργήματα, συγκροτούνται ως εξής...δ) Το τριμελές εφετείο που διακρίνεται ιεραρχικά i) σε τριμελές εφετείο που δικάζει εφέσεις κατά αποφάσεων τριμελούς εφετείου, ii) σε τριμελές εφετείο που δικάζει κακουργήματα σε πρώτο βαθμό και εφέσεις κατά αποφάσεων μονομελούς εφετείου επί κακουργημάτων, iii) σε τριμελές εφετείο που δικάζει εφέσεις κατά πλημμελημάτων...Στην υποπερ. i) το τριμελές εφετείο συντίθεται σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 111. Στις υποπερ. ii) και iii) το τριμελές εφετείο συντίθεται από τον πρόεδρο εφετών ή τον αναπληρωτή του και από δύο (2) εφέτες", ενώ κατά το άρθρο 4 του Ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", με τον τίτλο "Συγκρότηση των Δικαστηρίων - Τμήματα", "1. Τα πολιτικά - ποινικά δικαστήρια συγκροτούνται ως εξής...δ. το πολιτικό τριμελές εφετείο και το ποινικό τριμελές εφετείο των υποπερ. ii) και iii) της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 και των περ. 1 έως 7 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), από πρόεδρο εφετών ή εφέτη και δύο (2) εφέτες, ε. το ποινικό τριμελές εφετείο της υποπερ. i) της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 και της παρ. 8 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, από πρόεδρο εφετών και δύο (2) εφέτες". Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 του αυτού ως άνω Ν. 4938/2022, "1. Σε όσα πρωτοδικεία, εφετεία και στις αντίστοιχες εισαγγελίες προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση...Στους πίνακες που καταρτίζονται από την ολομέλεια περιλαμβάνεται ο ανάλογος με τις ανάγκες του δικαστηρίου αριθμός δικαστών, μεταξύ των οποίων γίνεται η κλήρωση των τακτικών και αναπληρωματικών, σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος, από το πρώτο τριμελές πλημμελειοδικείο ή τριμελές ποινικό εφετείο... 7.β. Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, αν εμφανιστεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του, αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα αντιστοίχως...10. Η μη τήρηση των παρ. 2 έως 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που θεραπεύεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης" (ΑΠ 1222/2023, ΑΠ 835/2022). Από τις παραπάνω διατάξεις με σαφήνεια συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολύμελών πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, εάν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, οπότε έχει εφαρμογή το άρθρο 20 παρ.1 και 7α του ανωτέρω κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν.4938/2022) ο πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή και αυτός κωλυόμενος από τον αμέσως νεότερο. Η αναπλήρωση αυτή είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανιστεί το κώλυμα, χωρίς έκδοση σχετικής πράξης εκείνου που διευθύνει το δικαστήριο, περαιτέρω δε, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σ'αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου τον οποίο αναπληρώνει η πολύ περισσότερο να αναφέρεται σε τι συνίσταται το κώλυμα του δικαστή που αναπληρώνεται, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο (ΑΠ 652/2023, 440/2022, 1561/2018). Με τον πρόσθετο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω κακής σύνθεσης του ανωτέρω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και επικουρικώς, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, στη σύνθεση του δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που σημειωτέον δεν καθορίσθηκε με κλήρωση (και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η σύνταξη σχετικής πράξης αναπλήρωσης), συμμετείχε ως Προεδρεύων ο Εφέτης Δημήτριος Τριανταφύλλου, "κωλυομένου του Προέδρου Εφετών" όπως επί λέξει αναφέρεται στο σχετικό σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ προκύπτει ακόμη ότι δεν προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, όπως προβλέπεται στην παρ. 10 του άρθρου 20 περ. β' του Ν. 4938/2022, σχετική αιτίαση για κακή σύνθεση του δικαστηρίου.
Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, η σύνθεση του εν λόγω Δικαστηρίου υπήρξε νόμιμη, καθόσον δεν απαιτείτο να μνημονεύεται στα πρακτικά ο λόγος για τον οποίο κωλύετο ο Πρόεδρος Εφετών Δωδεκανήσου, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Όσον αφορά τη μη αιτιολόγηση του λόγου αντικατάστασης του Προέδρου Εφετών Δωδεκανήσου, πρέπει να αναφερθεί ότι η σύνθεση του δικάζοντος Ποινικού Δικαστηρίου που πρόκειται να δικάσει τις υποθέσεις είναι ανακοινώσιμη πριν από την ημερομηνία της δικασίμου, που έχουν δυνατότητα να γνωρίζουν οι διάδικοι και έτσι καθίσταται γνωστή στον κατηγορούμενο και στον συνήγορο υπεράσπισής του και επί πλέον, παρέχεται η ευχέρεια σ' αυτούς κατά την έναρξη της δικασίμου να λάβουν γνώση του προσώπου του αναπληρωτή δικαστή που καλείται να δικάσει, ώστε με την προβολή της σχετικής ένστασης σε περίπτωση που δημιουργείται αμφιβολία σχετικά με την διαφάνεια της διαδικασίας αντικατάστασης και τον πραγματικό χαρακτήρα των λόγων που την προκάλεσαν, να μην παραβιάζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου ως προς τη νόμιμη σύνθεση της έδρας που θα εκδικάσει την υπόθεσή του. Κατόπιν αυτών η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η πρόταση της ένστασης πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης είναι εκ των πραγμάτων ανέφικτη σε δικαστήρια και δη, σε Εφετεία όπου οι συνθέσεις δεν ορίζονται με κλήρωση, ώστε πριν την έναρξη της διαδικασίας ο διάδικος και ιδίως ο κατηγορούμενος είναι πρακτικώς αδύνατο να γνωρίζουν τον λόγο και την ανυπέρβλητη δυσχέρεια στην οποία οφείλεται η αντικατάσταση του Προέδρου Εφετών, τυγχάνει αβάσιμος.

Συνεπώς, αμφότεροι οι προαναφερθέντες πρόσθετοι λόγοι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ ' ΚΠΔ αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, στον ισχύοντα από 20-3-2013 Ν. 4139/2013, που τιτλοφορείται "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 74/20.3.2013) και στο άρθρο 20 αυτού (διακίνηση ναρκωτικών) ορίζονται τα εξής: "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών...3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία". Με το ανωτέρω άρθρο τυποποιείται το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο οποίο αναφέρονται ενδεικτικά οι διάφοροι τρόποι τέλεσής του, που αποτελούν ένα μόνο έγκλημα αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, ενώ περιέχεται μεταξύ αυτών η κατοχή και η μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Με τον όρο "κατοχή" νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί αυτός κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διάθεσης της ναρκωτικής ουσίας και περαιτέρω, με τον όρο "μεταφορά" νοείται η μετακίνηση των ναρκωτικών ουσιών από ένα τόπο σε άλλο, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, ξένο ή ιδιόκτητο, αυτοπροσώπως ή μέσω τρίτου, εκτός αν πρόκειται για ατομική χρήση (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 1377/2020). Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και την θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει τη πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση καθενός από τους τρόπους τέλεσής τους (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 1354/2022, ΑΠ 483/2020).

Εξάλλου αναφορικά με την μεταχείριση εξαρτημένων χρηστών από ναρκωτικές ουσίες, στο άρθρο 30 του αυτού ως άνω Ν. 4139/2013 ορίζονται ότι: "1. Όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του άρθρου αυτού και των άρθρων 31-35. 2. Η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου διαπιστώνεται κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης και σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως, όπως ορίζεται από το άρθρο 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 3. Για τη διάγνωση της εξάρτησης ενός προσώπου από ναρκωτικά συνεκτιμώνται ιδίως ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία: πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης, χορήγησης υποκατάστατων ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών, περίθαλψης για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών, ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα που αφορούν τον κατηγορούμενο, ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρονες περιόδους. Σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας δύναται να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει εξάρτηση, όπως επίσης και το είδος και η βαρύτητα αυτής. Η αποδοχή ή η απόρριψη του αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη πρέπει να αιτιολογείται ειδικά. Η πραγματογνωμοσύνη συνεκτιμάται με τα παραπάνω διαγνωστικά κριτήρια...". Οι ως άνω διατάξεις των παρ. 2 και 3 δεν μετέβαλαν το προϋφιστάμενο της ισχύος του άνω Ν. 4139/2013 νομικό καθεστώς, καθόσον η αρχή της ηθικής απόδειξης από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ, ουδέποτε έπαυσε ισχύουσα, ώστε να επαναβεβαιωθεί η ισχύς της, ενώ από το άρθρο 178 ΚΠΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα, το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις ενός προσώπου, ως αποδεικτικό μέσο, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, υπό την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως το δικαστήριο, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικανική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά, που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Η υποχρέωση συνεκτίμησης των ανωτέρω στην παρ. 3 του άνω Ν. 4139/2013 ενδεικτικώς παρατιθέμενων "στοιχείων", δεν μεταβάλλει αυτά σε αυξημένης αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα. Αν η δικαστική πραγματογνωμοσύνη αποφαίνεται αρνητικά για την τοξικομανία κατηγορουμένου, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη θέση αυτή και οφείλει να ερευνήσει και τα λοιπά εισφερόμενα στη διαδικασία αποδεικτικά μέσα, ιδίως άλλες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, συνταχθείσες σε απώτατο ή και σε μεταγενέστερο χρόνο ή και ιδιωτικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, αν ο κατηγορούμενος προβάλλει σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό τοξικομανίας, πρέπει να αναφέρει ειδικά και συγκεκριμένα αρνητικά περιστατικά, που οδηγούν σε απορριπτική κρίση, αντικρούοντας τα αντίθετα συμπεράσματα. (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 1246/2022, ΑΠ 225/2022, ΑΠ 786/2021).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Ακόμη, η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και (οι οποίοι) τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Το δικαστήριο της ουσίας όμως δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου που κατηγορείται για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών ότι έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών, την οποία δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, αφού για τον τοξικομανή προβλέπεται από το άρθρο 30 παρ. 4 του Ν. 4139/2013 περί εξαρτησιογόνων ουσιών ευνοϊκότερη μεταχείριση. Η τοξικομανία είναι κατάσταση εξάρτησης από τα ναρκωτικά που συνίσταται στην χρόνια δηλητηρίαση του οργανισμού. Οι κύριες συνέπειές της είναι τόσο η ανάγκη για συνεχή αύξηση της δόσης, όσο και η δημιουργία μιας ψυχικής ή σωματικής εξάρτησης από τη συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία. Η εξάρτηση αυτή δεν μπορεί να αποβληθεί μόνο με την θέληση του ατόμου, αλλά απαιτεί ειδική θεραπευτική μεταχείριση, ενώ χαρακτηριστικό της φυσικής εξάρτησης είναι οι έντονες σωματικές διαταραχές σε περίπτωση διακοπής της χρήσης των ναρκωτικών και τα σύνδρομα στέρησης και αποχής. Σε περίπτωση σχετικών ιδιωτικών ή δημοσίων εγγράφων ή πορίσματος πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε στα πλαίσια άλλης ποινικής δίκης, αυτά συνεκτιμώνται ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις για την διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου, ως απλά έγγραφα, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή τους (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 661/2023, ΑΠ 56/2020). Η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί τοξικομανίας, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 225/2022, ΑΠ 199/2017). Στην κρινόμενη υπόθεση το προαναφερθέν Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και περιέχεται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης, την από 21-6-2017 πραγματογνωμοσύνη του ψυχιάτρου Μ. Δ. του ΓΝ Ρόδου, που διατάχθηκε στο πλαίσιο της κρινόμενης υπόθεσης με το 622/2017 έγγραφο της Ανακρίτριας Ρόδου, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίστηκαν στα ίδια πρακτικά (στα οποία περιλαμβάνεται και η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη της ψυχιάτρου Α. Δ., που διενεργήθηκε στο πλαίσιο άλλης ποινικής δίκης του κατηγορουμένου...και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠοινΔ), αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Την 18-6-2017 και περί ώρα 11:35, στο λιμάνι της Ακαντιάς, στη Ρόδο, μετά την άφιξη του Ε/Γ πλοίου BLUE STAR PATMOS, σε τυχαίο έλεγχο που έγινε από λιμενικούς, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατείχε και μετέφερε από τον Πειραιά στη Ρόδο, ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, κατά την έννοια του ν. 4139/2013. Συγκεκριμένα, με την συνδρομή αστυνομικού σκύλου, βρέθηκε στις αποσκευές του κατηγορούμενου μια συσκευασία κρέμας NIVEA εντός της οποίας υπήρχαν, μέσα στην κρέμα, δύο μικρότερες συσκευασίες και ειδικότερα, νάϋλον συσκευασία μικτού βάρους 56 γραμμαρίων και καθαρού βάρους 50 γραμμαρίων και άλλη νάϋλον συσκευασία μικτού βάρους 13 γραμμαρίων και καθαρού βάρους 11,5 γραμμαρίων. Οι δύο αυτές συσκευασίες περιείχαν κοκαΐνη (βλ. για τα ανωτέρω την από 18-6-2017 έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης και την ...-2016 από 28-6-2017 έκθεση του τμήματος Χημικών Υπηρεσιών Ρόδου της Χημικής Υπηρεσίας Αιγαίου). Όπως κατατέθηκε από τους λιμενικούς μάρτυρες ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα πρακτικά της εκκαλουμένης που αναγνώστηκαν, στην αρχή όταν ρωτήθηκε ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι μεταφέρει ναρκωτικές ουσίες, κατόπιν όμως παραδέχτηκε ότι μετέφερε τις παραπάνω ποσότητες και ανέφερε ότι τις είχε προμηθευτεί από κάποιον Αλβανό υπήκοο στο Μεταξουργείο, στην Αθήνα, τον οποίο γνώριζε ως "Κ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων και ότι φτάνοντας στο λιμάνι της Ρόδου, θα τις παρέδιδε σε άγνωστο άτομο, που θα τον συναντούσε όταν έφτανε στη Ρόδο. Το ίδιο ανέφερε ο κατηγορούμενος - εκκαλών στην απολογία του στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπου είπε επίσης ότι το άτομο που του είχε δώσει τα ναρκωτικά (ο "Κ.") του είπε να φορά ένα καπέλο που θα έγραφε ..., ώστε ο παραλήπτης, που θα περίμενε στην έξοδο του λιμανιού, να τον αναγνωρίσει και να τον πλησιάσει για να γίνει η παράδοση των ναρκωτικών. Επειδή έγινε έλεγχος πριν την έξοδο του λιμανιού, το άτομο που θα παραλάμβανε τις ναρκωτικές ουσίες, αντιλήφθηκε την παρουσία των λιμενικών στο σημείο και την ανεύρεση των ναρκωτικών στον κατηγορούμενο και απομακρύνθηκε, χωρίς να ολοκληρωθεί η παράδοση. Ο κατηγορούμενος ήδη από το στάδιο της ανάκρισης (στο απολογητικό υπόμνημα που κατέθεσε τότε και το οποίο προσκομίστηκε και αναγνώστηκε από την συνήγορο του κατηγορούμενου) έχει αποδεχτεί την πράξη της κατοχής και μεταφοράς της παραπάνω ποσότητας, αναφέροντας ότι γνώριζε ότι μεταφέρει ναρκωτικές ουσίες, ανέφερε δε (τόσο στην προδικασία όσο και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) ότι όταν του ζητήθηκε να μεταφέρει τα ναρκωτικά αυτά το έκανε προκειμένου να εξασφαλίσει ότι θα συνεχίσει να προμηθεύεται ναρκωτικές ουσίες από το άτομο που του τα έδωσε στην Αθήνα (τον "Κ.") και ότι θα ελάμβανε ως αντάλλαγμα μέρος της μεταφερόμενης ποσότητας, περίπου 10 γραμμάρια. Η ποσότητα αυτή, ενόψει του συνολικού (καθαρού) βάρους (50 + 11,5 = 61,5 γραμμάρια) και του είδους της ναρκωτικής ουσίας (κοκαΐνη) προοριζόταν για διάθεση σε τρίτους. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ήδη από το στάδιο της κυρίας ανάκρισης, ότι είναι άτομο εξαρτημένο από τις ναρκωτικές ουσίες και δεν μπορεί να αποβάλει την έξη με τις δικές του δυνάμεις. Για τον λόγο αυτό άλλωστε διατάχθηκε από την Ανακρίτρια Ρόδου, η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί ο ισχυρισμός αυτός. Στην πραγματογνωμοσύνη αυτή του ψυχιάτρου Μ. Δ. αναφέρεται "Ο ανωτέρω (εννοείται ο κατηγορούμενος) εξετάστηκε σήμερα 21-6-2017 στην Ψυχιατρική κλινική του Γ.Ν. Ρόδου και βεβαιώνεται ότι πάσχει από ψυχολογική εξάρτηση από κοκαΐνη. Η εξάρτηση αυτή δεν έχει καμία επίδραση στον καταλογισμό του στην παρούσα φάση. Ο ανωτέρω εμφανίζει ήπια καταθλιπτική συμπτωματολογία". Από την παραπάνω περιγραφή της κατάστασης του κατηγορούμενου δεν μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα ότι αυτός είναι τοξικομανής κατά την έννοια του νόμου. Δεν προκύπτει από την πραγματογνωμοσύνη αυτή ούτε η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε (κλινικές ή εργαστηριακές εξετάσεις), αλλά γίνεται αόριστη αναφορά ότι "εξετάστηκε" ο κατηγορούμενος, χωρίς να είναι σαφές ότι η εξέταση αυτή ήταν κλινική ή βασίστηκε μόνο σε όσα ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στον πραγματογνώμονα. Επίσης από το ανωτέρω κείμενο της πραγματογνωμοσύνης δεν προκύπτει με σαφήνεια εάν ο πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη του και άλλα έγγραφα που προσκομίστηκαν σε αυτόν από τον κατηγορούμενο (προγενέστερες ιατρικές εξετάσεις, ιατρικές συνταγές), προκειμένου να βεβαιώσει τα όσα αναφέρει. Προς υποστήριξη του σχετικού, περί τοξικομανίας, ισχυρισμού του ο κατηγορούμενος προσκομίζει την έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της ψυχιάτρου του Γ.Ν. Ρόδου Α. Δ., η οποία συντάχθηκε στο πλαίσιο άλλης ποινικής δίκης του κατηγορούμενου (ΕΦ 2018/179), κατόπιν του 1114/27-11-2018 εγγράφου της Ανακρίτριας Ρόδου. Στην έκθεση αυτή, αναφέρεται, αρχικά "εξέτασα τον παραπάνω (εννοείται ο νυν κατηγορούμενος) και κατά την κλινική εξέταση διαπίστωσα τα κάτωθι:", ακολούθως δε παρατίθεται αναφερόμενο ιστορικό σχετιζόμενο με την χρήση ουσιών, όσα δηλαδή ανέφερε ο κατηγορούμενος στην ψυχίατρο και συγκεκριμένα: "ιστορικό έναρξης ψυχοδραστικών ουσιών από ηλικίας 21 ετών το έτος 1997, ενώ εκτελούσε την στρατιωτική του θητεία στην Αλβανία περίπου 1 τσιγάρο/ημερησίως, σε ηλικία 24 ετών συστηματική χρήση χασίς άνω των 5 τσιγάρων/ημερησίως, το 2004 και σε ηλικία 27 ετών παράλληλη χρήση κοκαΐνης δια ρινικής εισρόφησης, περιστασιακή χρήση καπνιστής κοκαΐνης, η καπνιστή κοκαΐνη δεν συνεχίστηκε διότι του προκαλούσε συμπτώματα σχιζότυπης διαταραχής: ιδέες παρακολουθήσεως, φοβίες και παραισθήσεων. Προ διετίας αναφέρεται η χρήση ηρωΐνης ρινικά λίγες φορές στα πλαίσια πένθους, θάνατος του αδερφού του. Δεν αναφέρεται η χρήση χαπιών". Μετά την αναφορά της οικογενειακής (τότε) κατάστασης του κατηγορούμενου, παρατίθεται η παρούσα κατάσταση, όπως διαπιστώθηκε από την ψυχίατρο: "προ τριημέρου τελευταία χρήση κοκαΐνης και χασίς, περίπου 2 γρ κοκαΐνης, 5 τσιγάρα χασίς, ψυχιατρικά παρουσιάζει καταθλιπτική συνδρομή, αδυναμία συγκέντρωσης στη λήψη ψυχιατρικού ιστορικού. Έχει καταθέσει τα απαραίτητα έγγραφα για έναρξη απεξάρτησης στο πρόγραμμα υποκατάστασης ΟΚΑΝΑ". Τέλος, εξετάζοντας την συνδρομή των προβλεπόμενων κριτηρίων κατά το άρθρο 7 του ΠΔ 148/2007 - ΦΕΚ 191/τ. Α'/10.8.2007 "Κωδικοποίηση των διατάξεων κανονιστικών διαταγμάτων και κανονιστικών υπουργικών αποφάσεων της εθνικής νομοθεσίας για τα ναρκωτικά" [που αποτελεί κωδικοποίηση της προγενέστερης ΥΑ Α2β/οικ3982/7.10/4.11.1987 (ΦΕΚ Β-577.1987)]. Τα κριτήρια αυτά είναι τα εξής: α) Καταναλώνει ουσίες σε μεγαλύτερες ποσότητες ή για μεγαλύτερη χρονική περίοδο από αυτήν που είχε την πρόθεση. β) Έχει την επίμονη επιθυμία ή έχει κάνει μία ή περισσότερες ανεπιτυχείς προσπάθειες να μειώσει ή να ελέγξει τη χρήση της ουσίας. γ) Καταναλώνει μεγάλο μέρος του χρόνου του σε δραστηριότητες αναγκαίες για την προμήθεια της ουσίας (π.χ. κλοπές), για χρήση αυτής (επανειλημμένη χρήση της κατά τη διάρκεια της ημέρας) ή για την αποκατάσταση από την επίδρασή της. δ) Εμφανίζει καταστάσεις μέθης ή στερητικά συμπτώματα ενώ: αα) αναμενόταν να εκπληρώσει σημαντικές υποχρεώσεις στη δουλειά του, στο σχολείο ή στο σπίτι (π.χ. δεν πηγαίνει στη δουλειά γιατί βρίσκεται σε κατάσταση κακουχίας από στέρηση, δεν πηγαίνει στο σχολείο ή δεν εργάζεται γιατί βρίσκεται κάτω από την άμεση επίδραση της ουσίας, είναι σε κατάσταση μέθης ενώ φροντίζει παιδιά), ββ) αναλαμβάνει δραστηριότητες επικίνδυνες για τη σωματική του ακεραιότητα (π.χ. οδήγηση μεταφορικού οχήματος). ε) Εγκαταλείπει σημαντικές κοινωνικές, επαγγελματικές ή ψυχαγωγικές ασχολίες εξαιτίας της χρήσης της ουσίας. στ) Συνεχίζει τη χρήση της ουσίας παρά την επίγνωση ύπαρξης ενός διαρκούς ή περιοδικού κοινωνικού, ψυχολογικού και σωματικού προβλήματος υγείας που το προκαλεί ή το επιδεινώνει η χρήση της. ζ) Έχει ανάγκη για σημαντικά μεγαλύτερες ποσότητες της ουσίας (ανάπτυξη ανοχής - αύξηση της κατανάλωσης της ουσίας κατά 50% προκειμένου να φτάσει στη μέθη ή στο επιθυμητό αποτέλεσμα) ή εμφανίζει σημαντικά μειωμένη επίδραση με τη συνεχιζόμενη χρήση της ίδιας ποσότητας ναρκωτικής ουσίας. η) Εμφανίζει χαρακτηριστικά στερητικά συμπτώματα. θ) Χρησιμοποιεί την ουσία συχνά για να ανακουφιστούν ή να αποφευχθούν τα στερητικά συμπτώματα, καταλήγει να δεχτεί ότι ο κατηγορούμενος πληροί συνολικά 7 από τα κριτήρια αυτά. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου η επικαλούμενη έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης είναι ελλιπής κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να μην είναι δυνατή η ασφαλής κρίση περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου. Πουθενά σε αυτήν δεν τίθενται τοιαύτες ερωτήσεις, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη θετική διάγνωση των εν λόγω κριτηρίων, ενώ χαρακτηριστικά στερητικά συμπτώματα δεν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα. Δεν περιλαμβάνεται πρόταση για την ειδική μεταχείριση του χρήστη, με υπόδειξη για το καταλληλότερο κατά περίπτωση υποστηρικτικό ή θεραπευτικό μέτρο, ενώ δεν καταλήγει σε συμπέρασμα αναφορικά με την τοξικομανία ή μη του κατηγορούμενου, δηλαδή στην αδυναμία του να αποβάλει τον εθισμό του με τις δικές του δυνάμεις, η εν λόγω δε παράλειψη καταλύει την όποια αποδεικτική της ισχύ, δοθέντος ότι το παραπάνω στοιχείο πρέπει κατά το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 να συντρέχει σωρευτικά με εκείνο της εξάρτησης και όχι απλώς της χρήσης, η οποία ουδόλως ταυτίζεται με την εξάρτηση.

Περαιτέρω, παρατηρείται πλήρης διάσταση ανάμεσα στα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στην ανωτέρω ψυχίατρο σε σχέση με όσα ανέφερε ο ίδιος κατά την απολογία του στην Ανακρίτρια Ρόδου (στο πλαίσιο της κρινόμενης υπόθεσης). Ειδικότερα, ενώ η ιατρός αναφέρει στο ιστορικό που της δηλώθηκε ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση δια ρινικής εισρόφησης κοκαΐνης από το 2004, περιστασιακά δε και καπνιστής κοκαΐνης (την οποία διέκοψε) και ότι περίπου προ διετίας (ήτοι το 2016) ξεκίνησε χρήση ηρωΐνης ρινικά λίγες φορές λόγω πένθους εξαιτίας του θανάτου του αδερφού του, στην Ανακρίτρια Ρόδου, κατά την απολογία του την 21-6-2017 (που αναγνώστηκε με αίτημα της συνηγόρου του κατηγορούμενου), ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι κάνει χρήση ναρκωτικών και δη, κοκαΐνης από τότε που πέθανε ο αδερφός του πριν από 2 περίπου χρόνια (δηλαδή το 2015). Μάλιστα στο απολογητικό υπόμνημα, με την ίδια ημερομηνία που κατέθεσε (το οποίο επίσης προσκομίστηκε από την συνήγορό του και αναγνώστηκε), ανέφερε ότι ο θάνατος του αδερφού του αποτέλεσε "χρονικά το έναυσμα για την ανάμιξή μου με την κοκαΐνη, στην οποία κατέφυγα έκτοτε για να καλύψω το συναισθηματικό και ψυχολογικό μου κενό", χωρίς να αναφέρεται καθόλου σε χρήση ηρωΐνης, όπως δήλωσε στην ψυχίατρο. Από τις αντιφάσεις αυτές ενισχύεται η κρίση του Δικαστηρίου, ότι η πραγματογνωμοσύνη της Α. Δ., πέραν των προαναφερθεισών ελλείψεων που εμφανίζει, δεν στηρίχτηκε σε ορθά και αληθή δεδομένα και δεν είναι αξιόπιστη ώστε να τεκμηριωθεί βάσιμα ο ισχυρισμός τοξικομανίας του κατηγορούμενου. Πέραν του εγγράφου αυτού, ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε κάποιο άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο για την εξάρτησή του από τις ναρκωτικές ουσίες, όπως απαιτείται από το νόμο: πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης, χορήγησης υποκατάστατων ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών, περίθαλψης για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών, ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα που αφορούν την κατηγορούμενο, ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρονες περιόδους (σημειώνεται ότι τα προσκομιζόμενα και αναγνωσθέντα ιατρικά πιστοποιητικά που τον αφορούν, σχετίζονται με τον τραυματισμό του σε τροχαίο ατύχημα τον Νοέμβριο 2016 και όχι με την εξάρτησή του από τις ναρκωτικές ουσίες). Τα όσα κατατέθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από την σύζυγό του, Ν. Β., καθώς και όσα αναφέρονται από την ίδια και τους φίλους του (Π. Π. και Ν. Β.) στην 80/2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αμαλιάδας, δεν επαρκούν ούτε για να ενισχύσουν τα αναφερόμενα στις προαναφερθείσες ιατρικές πραγματογνωμοσύνες, ούτε για να αποδείξουν εξάρτηση του κατηγορούμενου από τις ναρκωτικές ουσίες. Οι μάρτυρες αναφέρονται αόριστα ότι μετά τον θάνατο του αδερφού του άρχισε να κάνει χρήση κοκαΐνης και άλλων ουσιών, χωρίς να προσδιορίζουν συγκεκριμένα ποσότητες που κατανάλωνε καθημερινά ή την συχνότητα της χρήσης αυτής, ενώ καταλήγουν σε συμπεράσματα περί εθισμού του, χωρίς κάποια ειδικότερη τεκμηρίωση. Με βάση τις παραπάνω σκέψεις πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός περί εξάρτησης από τις ναρκωτικές ουσίες που προβάλει ο κατηγορούμενος και περί μεταβολής της κατηγορίας κατά το άρθρο 30 Ν. 4139/2013 ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη, όπως του αποδίδεται, δηλαδή για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης), με την μορφή της κατοχής και μεταφοράς, από δράστη μη τοξικομανή, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό (άρθρα 1 παρ. 1 και 2 Πιν. Β' στοιχ. 3 του Ν. 3459/2006 και 1 και 20 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 4139/2013)".

Ακολούθως το ανωτέρω δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στο διατακτικό του, τα εξής:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ως άνω αναφερόμενο κατηγορούμενο ένοχο, του ότι: Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις, κατελήφθη να διακινεί με πρόθεση παράνομα ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του Ν. 4139/2013, που ως τέτοιες νοούνται ουσίες με διαφορετική χημική δομή και διαφορετική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, την μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού, καθώς και την ανακούφιση των χρονίως πασχόντων από τα συμπτώματα συγκεκριμένης νόσου, για την οποία αυτές κρίνονται ιατρικά επιβεβλημένες, με τη μορφή της κατοχής και μεταφοράς αυτών. Ειδικότερα: i. Στη Ρόδο και στον λιμένα ΑΚΑΝΤΙΑΣ την 18-06-2017 και περί ώρα 11.35 π.μ. σε γενόμενο νομότυπο έλεγχο που του διενεργήθηκε μετά την αποβίβασή του από το Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο "BLUE STAR PATMOS" από λιμενικούς του Γραφείου Δίωξης Ναρκωτικών του Λιμεναρχείου Ρόδου με την συνδρομή ειδικά εκπαιδευμένου για τον εντοπισμό ναρκωτικών, σκύλου, καταλήφθηκε να έχει στην κατοχή του, δηλαδή στην φυσική του εξουσίαση και σε μέρος το οποίο επόπτευε και είχε τον έλεγχο κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και με δική του βούληση να διαθέτει πραγματικά, ναρκωτικές ουσίες και ειδικότερα εντός της αποσκευής του και εντός πλαστικής συσκευασίας καλλυντικών (βαζάκι), δύο νάϋλον συσκευασίες περιέχουσες ποσότητα κοκαΐνης, συνολικού μικτού βάρους εξήντα εννέα γραμμαρίων (69 γρ.) και συνολικού καθαρού βάρους 61,5 γραμμαρίων, ήτοι μία συσκευασία μικτού βάρους πενήντα έξι γραμμαρίων (56 γρ.) και καθαρού βάρους πενήντα (50) γραμμαρίων και μία μικτού βάρους δεκατριών γραμμαρίων (13 γρ.) και καθαρού βάρους έντεκα γραμμαρίων και πενήντα εκατοστών του γραμμαρίου (11,5), με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή της προς τρίτους. ii. Στη Ρόδο και στον λιμένα ΑΚΑΝΤΙΑΣ την 18-06-2017 και περί ώρα 11.35 π.μ. μετά την αποβίβασή του από το Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο "BLUE STAR PATMOS" καταλήφθηκε από τους ανωτέρω λιμενικούς του Λιμεναρχείου Ρόδου να μεταφέρει από το λιμάνι του Πειραιά στη Ρόδο τις αναφερόμενες στο εδάφιο i του παρόντος δύο νάϋλον συσκευασίες περιέχουσες ποσότητα κοκαΐνης, συνολικού μικτού βάρους εξήντα εννέα γραμμαρίων (69 γρ.) και συνολικού καθαρού βάρους 61,5 γραμμαρίων, ήτοι μία συσκευασία μικτού βάρους πενήντα έξι γραμμαρίων (56 γρ.) και καθαρού βάρους πενήντα (50) γραμμαρίων και μία μικτού βάρους δεκατριών γραμμαρίων (13 γρ.) και καθαρού βάρους έντεκα έντεκα γραμμαρίων και πενήντα εκατοστών του γραμμαρίου (11,5) κοκαΐνη, την οποία είχε παραλάβει στο Μεταξουργείο στην Αθήνα από άγνωστο άτομο με το όνομα "Κ.", ως προς τον οποίο η δικογραφία τέθηκε στο Αρχείο Αγνώστων Δραστών, μέχρι να προκύψουν τα στοιχεία της ταυτότητάς του, με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή της προς τρίτους". Με τις ως άνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την απαιτούμενη από τις προεκτεθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ως άνω νομοτύπως υποβληθέντος για λογαριασμό του αναιρεσείοντος αυτοτελούς ισχυρισμού περί τοξικομανίας του κατά το χρόνο τέλεσης της σχετικής πράξης, δηλαδή στις 18-6-2017, κρίνοντας ότι αυτός δεν ήταν κατά τον κρίσιμο αυτόν χρόνο, τοξικομανής, δηλαδή άτομο εξαρτημένο από την χρήση ναρκωτικών ουσιών, που δεν μπορούσε να αποβάλει μόνος του την έξη της χρήσης τους. Την κρίση του αυτή στήριξε το Δικαστήριο της ουσίας σε όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία και αναφορά στα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα, ενώ εκτίθενται ακόμη στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ανωτέρω αναλυτικώς αναφερθέντα ειδικά αρνητικά περιστατικά, που οδήγησαν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην επαρκώς αιτιολογημένη απορριπτική αυτή κρίση του και επί πλέον, με ειδική αιτιολογία αντικρούονται και συνεκτιμώνται τα επικαλούμενα από τον κατηγορούμενο προσκομισθέντα για την απόδειξη της βασιμότητας του περί τοξικομανίας ισχυρισμού του έγγραφα. Βεβαίως, το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται ότι από την συνταχθείσα εκ μέρους του προαναφερθέντος Μ. Δ., πραγματογνωμοσύνη δεν μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα ότι ο αναιρεσείων είναι τοξικομανής κατά την έννοια του νόμου, καθόσον δεν προκύπτει από αυτή (πραγματογνωμοσύνη) η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε (κλινικές ή εργαστηριακές εξετάσεις), αλλά γίνεται αόριστη αναφορά ότι "εξετάστηκε" ο κατηγορούμενος, χωρίς να είναι σαφές αν η εξέταση αυτή ήταν κλινική ή βασίστηκε μόνο σε όσα ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στον πραγματογνώμονα, ενώ από το ίδιο κείμενο της πραγματογνωμοσύνης δεν προκύπτει με σαφήνεια εάν ο ως άνω πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη του και άλλα έγγραφα που προσκομίστηκαν σε αυτόν από τον κατηγορούμενο (προγενέστερες ιατρικές εξετάσεις, ιατρικές συνταγές), προκειμένου να βεβαιώσει τα όσα αναφέρει. Περαιτέρω, το ίδιο Δικαστήριο δέχεται με την προσβαλόμενη απόφασή του ότι η συνταχθείσα από την Α. Δ., πραγματογνωμοσύνη είναι ελλιπής και δεν είναι δυνατή η ασφαλής κρίση περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου, ότι δεν καταλήγει σε συμπέρασμα αναφορικά με την τοξικομανία ή μη του κατηγορουμένου και επί πλέον, ότι υπάρχει πλήρης διάσταση ανάμεσα στα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στην ανωτέρω ψυχίατρο σε σχέση με όσα ανέφερε ο ίδιος κατά την απολογία του στην Ανακρίτρια Ρόδου στο πλαίσιο της κρινόμενης υπόθεσης και ότι από τις αντιφάσεις αυτές ενισχύεται η κρίση του Δικαστηρίου, ότι η πραγματογνωμοσύνη της Α. Δ., πέραν των προαναφερθεισών ελλείψεων που εμφανίζει, δεν στηρίχτηκε σε ορθά και αληθή δεδομένα και δεν είναι αξιόπιστη ώστε να τεκμηριωθεί βάσιμα ο ισχυρισμός τοξικομανίας του κατηγορουμένου. Επίσης από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων από αυτά, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά όλα τα αποδεικτικά μέσα, ούτε να αναφέρεται τί ακριβώς προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά και να αιτιολογήσει ποιό βάρυνε περισσότερο στην κρίση του. Όλες εξάλλου οι υπόλοιπες αιτιάσεις του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ως προς την απόρριψη του προαναφερθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του, τυγχάνουν απαράδεκτες, καθόσον, συνιστούν επιχειρήματα και με την επίφαση της συνδρομής του ως άνω αναιρετικού λόγου, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του (αναιρεσείοντος) ως άνω ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα (μοναδικός) αναιρετικός λόγος του κυρίως δικογράφου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, ότι δηλαδή κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ήταν τοξικομανής, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η από 27-2-2025 αίτηση αναίρεσης και οι από 17-4-2025 πρόσθετοι αυτής λόγοι του L. S. του F., κατά της υπ' αριθμ. 249/2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-2-2025 αίτηση και τους από 17-4-2025 προσθέτους αυτής λόγους του L. S. του F., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 249/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή