Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 917 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 917/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. ή Π. Τ. του Β. - Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γιασλά, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΔΤ 3218/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Σ., έλαβε αριθμό Ε.Μ.: 8/2025 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-2-2025 αίτηση του Π. ή Π. Τ. του Β.-Δ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθ.3218/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και τον κήρυξε ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της παράλειψης καταβολής: α) εργοδοτικών και β) εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, και, ύστερα από την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ.β' ΠΚ, τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων (14) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα για λογαριασμό του από τον Ευάγγελο Γιασλά, Δικηγόρο Αθηνών. δυνάμει της από 12-2-2025 εξουσιοδότησης το γνήσιο της υπογραφής του επί της οποίας βεβαιώθηκε, κατ' άρθρο 42 παρ.2 εδ.γ' του Κ.Ποιν.Δ., με δήλωσή του στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, ως εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, συνταχθείσης σχετικώς της με αριθμό Ε.Μ.8/2025 έκθεσης, και εμπρόθεσμα στις 17-2-2025, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη η απόφαση, στις 30-1-2025, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ'αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.1, 2, 3, 474 παρ.1, 505 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ). Η κρινόμενη αίτηση περιέχει επί πλέον σαφή και ορισμένο αναιρετικό λόγο (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ) της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδ. με άρθρ.171 παρ.1 δ' και 358 του ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του λόγου της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις, που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις, που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 358 του ΚΠΔ, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του, οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.2, 357 παρ.3, 365 (το οποίο αποτελεί ειδικότερη ανάπτυξη των διαλαμβανομένων στο άρθρ. 333) του ΚΠΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις. Από τις διατάξεις, όμως, αυτές ή άλλη διάταξη του Κ.Ποιν.Δ. ή από το άρθρο 6 παρ. 3 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ.53/1974) και το άρθρο 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν.2462/1997), τα οποία καθορίζουν τα δικαιώματα και τις εγγυήσεις, που προβλέπονται για τους κατηγορουμένους για ποινικά αδικήματα στα πλαίσια της κατοχυρούμενης από τις διεθνείς αυτές συμβάσεις δίκαιης δίκης, δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίνει το λόγο στους διαδίκους αυτοβούλως, ούτε να τους ρωτήσει αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση πριν από τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και διευκρινίσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν, με εξαίρεση την περίπτωση του πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας, οπότε ο Πρόεδρος έχει οίκοθεν την υποχρέωση να δώσει το λόγο σε όλους τους παράγοντες της δίκης και τελευταία στον κατηγορούμενο, κατ' άρθρ. 367 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. (ΑΠ 447/2020). Εφόσον, όμως, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζητήσουν τον λόγο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας από τον Πρόεδρο και δεν τους δοθεί, μετά από προσφυγή τους σε ολόκληρο το δικαστήριο, κατ' άρθρ. 335 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, κατά το προπαρατεθέν άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ., λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, από την οποία ιδρύεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. Αν, όμως, δεν ζητήσουν αυτοί το λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 131/ 2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 3218/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε έχουν προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρ.141 παρ.3 Κ.Π.Δ.), προκύπτει ότι ενώπιον του δικάσαντος ως άνω Δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκδίκαση κατ'έφεση της ποινικής κατηγορίας κατά του κατηγορούμενου ήδη αναιρεσείοντος, εξετάσθηκε η μάρτυρας κατηγορίας Ι. Π., αναγνώσθηκαν η πρωτοβάθμια απόφαση με τα πρακτικά της και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη και ένα επιπλέον έγγραφο που προσκομίσθηκε προς ανάγνωση με επιμέλεια της Εισαγγελέα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου δεν παραστάθηκε αλλά εκπροσωπήθηκε από τον συνήγορό του Ευάγγελο Γιασλά, Δικηγόρο Αθηνών, ο οποίος δεν ζήτησε τον λόγο από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στο ακροατήριο, για να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαιώματά του μετά την εξέταση της μάρτυρα και μετά την ανάγνωση των ως άνω εγγράφων. Επομένως δεν υπήρχε από το νόμο υποχρέωση του ως άνω διευθύνοντος τη συζήτηση να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη. Συνακόλουθα, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από το ότι ο διευθύνων τη συζήτηση παρέλειψε να δώσει αυτοβούλως, χωρίς προηγούμενο αίτημά του, στον συνήγορο του κατηγορουμένου τον λόγο μετά από την ανάγνωση κάθε εγγράφου ή την εξέταση της μάρτυρος, αφού η επικαλουμένη από τον αναιρεσείοντα ακυρότητα -λόγω του ότι δεν του δόθηκε ο λόγος μετά από την ανάγνωση κάθε εγγράφου και την εξέταση της μάρτυρος - δεν οφείλεται σε παράλειψη υποχρέωσης του δικαστηρίου. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τήρησης της διάταξης του άρθρ. 358 του Κ.ΠΔ. σε συνδ.με το άρθρ.171 παρ.1 δ' ιδίου κώδικα που προβλέπει την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου που του παρέχονται από το νόμο και την Ευρωπαϊκή σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν.5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθ.εκθ.8/2025 από 17-2-2025 αίτηση του Π. ή Π. Τ. του Β.-Δ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της με αριθμό 3218/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ