Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 918 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 918/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Κ. Φ. του Μ., κατοίκου ... και 2. Α. Χ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παναγόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3672, 3679/2024 απόφασης του Β'Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Δ. Χ. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγιώτου. Το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 06.02.2025 (2) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν με δήλωση που επιδόθηκαν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 07.02.2025, έλαβαν, αντίστοιχα, αριθμούς πρωτοκόλλου 1106/2025 και 1105/2025 και οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες δύο από 6-2-2025 αιτήσεις αναίρεσης του Κ. Φ. του Μ. και της Α. Χ. του Σ., αντιστοίχως, κατά της υπ' αριθμ. 3672α/2024, 3679/11-7-2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία στις 21-1-2025 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - με την οποίαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι κατά πλειοψηφία για την πρώτη αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα, της απόπειρας παράνομης βίας από κοινού κατ' εξακολούθηση και επί πλέον, ο πρώτος εξ αυτών ομόφωνα ένοχος και η δεύτερη αναιρεσείουσα κατά πλειοψηφία ένοχη της δεύτερης πράξης και ειδικότερα, της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα παράνομης βίας από κοινού και ακολούθως, επιβλήθηκαν στον καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης οχτώ (8) μηνών για την πρώτη πράξη και ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την δεύτερη πράξη, ενώ στην συνέχεια, καθορίσθηκε σε βάρος του καθενός από αυτούς συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα (11) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία- ασκήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως για λογαριασμό των αναιρεσειόντων με δηλώσεις του συνηγόρου υπεράσπισής τους, ο οποίος παραστάθηκε στην συζήτηση της υπόθεσης στο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που επιδόθηκαν νομίμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 7-2-2025 (Αριθμ. Πρωτ. 1106 και 1105/7-2-2025 αντιστοίχως), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 2, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Επί πλέον κάθε μία από τις δύο αυτές αναιρέσεις περιέχει σαφή και ορισμένο αναιρετικό λόγο, συνιστάμενο στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ενοχή καθενός από τους εν λόγω εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες για τις παραπάνω δύο αξιόποινες πράξεις (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ) και συνεπώς, πρέπει, εφ' όσον στρέφονται κατά της ιδίας απόφασης, να συνεκδικαστούν λόγω της προφανούς συναφείας τους (κατ' άρθρο 128 ΚΠΔ) και να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα του παραπάνω λόγου τους. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά τη συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εκπροσωπήθηκε νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ο Δ. Χ. του Α., ο οποίος είχε παραστεί ως υποστηρίζων την κατηγορία κατά τη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος, "Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, που μεταγλωττίστηκε και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το ΠΔ 76/2022 (ΦΕΚ Α' 205/1-11-2022), "Κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί για πράξη ή παράλειψη, η οποία τη στιγμή της διάπραξής της δεν αποτελούσε αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο. Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη η οποία θα επιβαλλόταν κατά τη στιγμή της διάπραξης αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "Κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήσαν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, "Άν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Με την αντίστοιχη διάταξη του νέου ΠΚ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019) και ισχύει από 1-7-2019 (βλ. άρθρο δεύτερο αυτού), ορίζεται ότι: "Άν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά τον χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014, ΑΠ 1025/2020). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο σε σχέση με εκείνη του προϊσχύσαντος πΠΚ. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται, κατ' αρχάς, υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ η πρώτη θεωρείται βαρύτερη της δεύτερης, ενώ σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής (ΑΠ 86/2020, ΑΠ 1820/2019), περαιτέρω δε, επιεικέστερος είναι και ο νόμος που δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίσταση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη (ΑΠ 130/2020). Επιεικέστερος ακόμη είναι ο νόμος που απαιτεί επιπλέον στοιχείο για τη συγκρότηση συγκεκριμένου αδικήματος, ενώ αντίθετα δυσμενέστερος και ως εκ τούτου μη εφαρμοζόμενος αναδρομικά είναι ο νεότερος νόμος που καταργεί στοιχείο απαιτούμενο κατά τον προγενέστερο νόμο, υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η πράξη (ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 100/2023).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 330 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι τις 30-6-2019 ΠΚ, που τιτλοφορείται "Παράνομη βία", "Όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάσει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του", ενώ η (ευμενέστερη λόγω της διαζευκτικώς προβλεπόμενης χρηματικής ποινής) προαναφερθείσα πρώτη παράγραφος του αυτού ως άνω άρθρου με τον ίδιο τίτλο "Παράνομη βία", από 1-7-2019 τροποιήθηκε με το Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019) και διαμορφώθηκε πλέον ως εξής: "Όποιος με σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα στοιχεία του εγκλήματος της παράνομης βίας είναι, α) ο εξαναγκασμός άλλου, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, β) ο εξαναγκασμός αυτός να γίνει με τη χρήση της σωματικής βίας ή απειλής σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, γ) δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος) στον οποίο περιλαμβάνεται η γνώση ότι η απειλούμενη πράξη ή παράλειψη είναι παράνομη και η βούληση του δράστη να εξαναγκάσει τον άλλο σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε κάτι στο οποίο εκείνος δεν υποχρεούται και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ σωματικής βίας ή της απειλής σωματικής βίας κλπ, και της πράξης παράλειψης ή ανοχής του θύματος. Αν ο δράστης έκανε χρήση των ανωτέρω, υπαλλακτικώς αναφερομένων, παρανόμων μέσων, αλλά ο παθών δεν εξαναγκάστηκε να προβεί στην προδιαληφθείσα συμπεριφορά, υπάρχει απόπειρα παράνομης βίας (ΑΠ 961/2015, ΑΠ 319/2015). Η παρουσία του απειλουμένου κατά την διατύπωση της απειλής δεν είναι απαραίτητη και αρκεί ότι περιήλθε σε γνώση του, μπορεί δηλαδή να γίνει και μέσω άλλου προσώπου (ΑΠ 100/2023). Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει με σαφήνεια ότι η αντικειμενική υπόσταση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παράνομης βίας συνίσταται στον εξαναγκασμό άλλου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για τις οποίες δεν υφίσταται υποχρέωση αυτού, με τη χρησιμοποίηση από το δράστη είτε σωματικής βίας, είτε απειλής σωματικής βίας, είτε απειλής, άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Προκειμένου για απειλή παράνομης πράξης, το απειλούμενο κακό που θα προέλθει από την παράνομη πράξη, δεν απαιτείται να συμβεί άμεσα, αλλά αρκεί να συμβεί σε χρονική απόσταση από την απειλή, τόση όση είναι ικανή να εξαναγκάσει τον παθόντα να προβεί στην πράξη, παράλειψη ή ανοχή. (ΑΠ 240/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Είναι δηλαδή αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 12/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 253/2021).
Εξάλλου, με το άρθρο 46 παρ. 1α' του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, που είναι ταυτόσημο κατά περιεχόμενο με το αντίστοιχο άρθρο του νΠΚ (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), ορίζεται για τον ηθικό αυτουργό, ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς, α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία (πρόκληση) μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παροχή πληροφοριών, παραινέσεις, προτροπές, παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση, πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλο (αυτουργό) της πράξης αυτής (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 1176/2019). Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, ενώ αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 8930/2023, ΑΠ 354/2021). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 ΠΚ και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 48 του ιδίου Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του τελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξης, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει από δόλο ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Από αυτά παρέπεται ότι το αξιόποινο ως προς τον ηθικό αυτουργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ, αν δεν έχει τελεστεί αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας (ΑΠ 813/2023, ΑΠ 421/2022, ΑΠ 44/2021, ΑΠ 926/2020, ΑΠ 568/2020).
Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 9/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 πΠΚ, "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ)". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη απόπειρας απαιτείται πράξη, η οποία επιχειρείται με δόλο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος και περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως και σαν τέτοια πρέπει να θεωρηθεί κάθε ενέργεια του δράστη η οποία, αν δεν ήθελε από οποιοδήποτε λόγο ανακοπεί, οδηγεί αναμφισβήτητα, στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας ώστε κατά κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 νΠΚ "Όποιος έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη τιμωρείται αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Με την διάταξη αυτή του νΠΚ προσδιορίζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της αρχής εκτέλεσης του εγκλήματος, ώστε να είναι σαφές ότι το έγκλημα βρίσκεται σε απόπειρα, όταν έχει πραγματωθεί ένα τμήμα της αντικειμενικής του υπόστασης. Στις περιπτώσεις εκείνων των εγκλημάτων που ο ακριβής τρόπος τέλεσης δεν περιγράφεται στον νόμο αναλυτικά νοείται ότι ο δράστης αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στον νόμο πράξη, όταν εξαπολύσει κατά του εννόμου αγαθού την ενέργεια η οποία κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι ικανή να επιφέρει την αξιόποινη βλάβη, αν δεν ανακοπεί από άλλη πράξη του ιδίου ή τρίτου ή από επιγενόμενο τυχαίο γεγονός (αιτιολογική έκθεση του Ν. 4619/2019 για το άρθρο 42) (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 442/2021).
Περαιτέρω, από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 437/2025, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 27/2023).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή (ΑΠ 713/2023, ΑΠ 1416/2022). Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη στο σύνολό τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 9/2024, ΑΠ 353/2022 ΑΠ 1183/2008).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Δεν είναι απαραίτητη όμως η αξιολογική συσχέτιση και η συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία και μόνον όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1079/2023). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1079/2023).
Στην κρινομένη υπόθεση το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, ότι από τα προσδιοριζόμενα ως προς το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκεκριμένα από την ανωμοτί κατάθεση του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως), αποδείχθηκε ομόφωνα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα παράνομης βίας και κατά την άποψη της πλειοψηφίας, ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν και τις λοιπές αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι διατηρούσαν δεσμό και συγκατοικούσαν από το έτος 2017, διέθεταν μετρητά χρήματα, σε τσάντες εντός της οικίας τους και προτιθέμενοι να ταξιδέψουν τέλος Ιανουαρίου του έτους 2017, αλλά και προς αποφυγή τυχαίας ευρέσεως των χρημάτων και δεσμεύσεώς τους, εξαιτίας ενδεχόμενου ελέγχου λόγω της υπόθεσης NOVARTIS και της πρότερης απασχόλησης του κατηγορουμένου στην εν λόγω εταιρεία, όπως ο ίδιος εκθέτει στην με στοιχεία Β2017/1545 έγκλησή του, που αναγνώσθηκε, αναζητούσαν ασφαλές περιβάλλον, εκτός του τραπεζικού τομέα, για την φύλαξη αυτών. Για το λόγο αυτό εστράφησαν στους συγγενείς της κατηγορούμενης και συγκεκριμένα στον πρώτο της εξάδελφο, Α. Χ., υιό του αδελφού του πατρός της, με τον οποίο η κατηγορούμενη συνδεόταν με ισχυρό συγγενικό δεσμό. Ο προαναφερόμενος μαζί με τα αδέλφια του Κ. και Δ. Χ. δραστηριοποιούνταν στο χώρο των τροφίμων και συγκεκριμένα με την εταιρεία συμφερόντων τους με την επωνυμία "YOLENI'S HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΟΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" που έχει έδρα στην Αθήνα, επί της οδού ..., η εκπροσώπηση της οποίας ανατέθηκε στους Ν. Π., Α. Χ. και Ι. Γ. Για το λόγο αυτό η κατηγορούμενη το πρωί της 24.1.2017 ζήτησε από τον Α. Χ. να της επιτρέψουν να τοποθετήσει στο χρηματοκιβώτιο της εταιρείας τσάντα με σημαντικό περιεχόμενο προκειμένου αυτό να είναι ασφαλές, μιας και η ίδια θα απουσίαζε από την οικία της. Ο προαναφερόμενος αφού ενημέρωσε και τους αδελφούς του, τοποθέτησε τσάντα κλειδωμένη με μικρό λουκέτο παρουσία της κατηγορούμενης στο χρηματοκιβώτιο της εταιρείας που ήταν τοποθετημένο στον 5ο όροφο αυτής. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο γιός του κατηγορουμένου Δ. Φ. μετέφερε ακόμη δύο όμοιες τσάντες τις οποίες παρέδωσε προς φύλαξη στον Α. Χ., στον οποίο είχε προηγουμένως απευθυνθεί η κατηγορούμενη και είχε συνεννοηθεί, προκειμένου να τις φυλάξει στην οικία του. Την 26.1.2017 ο Α. Χ., κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του με την κατηγορούμενη και αφού έλαβε την έγκρισή της, μετέφερε τις τσάντες από την οικία του στο δεύτερο χρηματοκιβώτιο της εταιρείας, προκειμένου να φυλάσσονται σε ασφαλή χώρο. Ακολούθως, την 28.1.2017, οι εγκαλούντες κατήγγειλαν ένοπλη ληστεία σε βάρος του Χ. Κ., όπου και με την ακινητοποίηση του φύλακα ασφαλείας του κτιρίου της ως άνω εταιρείας τους, Γ. Μ., αφαίρεσαν το περιεχόμενο των χρηματοκιβωτίων. Για το συμβάν οι Α. και Κ. Χ., λίγες ώρες αργότερα από αυτό, ενημέρωσαν την εξαδέλφη τους, κατηγορούμενη και την ρώτησαν για το περιεχόμενο των φυλασσομένων τσαντών, προκειμένου να το δηλώσουν στην αστυνομία, οπότε και τους είπε για πρώτη φορά, αρχικά, ότι περιείχαν το ποσό των 100.000 ευρώ και αργότερα σε επόμενο τηλεφώνημά της ότι περιείχαν το ποσό των 1.000.000 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 100.000 ευρώ ανήκαν στην ίδια και το υπόλοιπο ποσό στον, συγκατηγορούμενό της, Κ. Φ.
Εξάλλου στις 31.1.2017 η κατηγορούμενη κατήγγειλε στο Τμήμα Ασφαλείας Συντάγματος ότι οι τσάντες που αφαιρέθηκαν ανήκουν στον σύντροφό της Φ. Κ. (συγκατηγορούμενο) και ότι περιείχαν το ποσό του 1.000.000 ευρώ. Σχετικά κατέθεσε και ο πρώτος κατηγορούμενος. Σημειώνεται ότι η κατηγορούμενη απολογούμενη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι στον εξάδελφό της Α. ανέφερε ότι οι τσάντες περιείχαν χρήματα χωρίς όμως να του αναφέρει και το ύψος των χρημάτων, που ισχυρίστηκαν εκ των υστέρων ότι περιείχαν οι τσάντες, και ότι εκείνη είχε μετρήσει τα χρήματα πριν τα παραδώσουν, εντούτοις δεν συγκεκριμενοποιεί το ακριβές ποσό, ενώ διαφοροποίηση ως προς το ποσό αυτό προκύπτει και στην προαναφερόμενη έγκληση που υπέβαλλε ο κατηγορούμενος σε βάρος του Δ. Χ., και ειδικότερα αναβιβάζει αυτό σε 1.005.000 ευρώ. Σχετικά με την ληστεία, όπως προέκυψε από έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων, μετά και την άρση απορρήτου της επικοινωνίας των τηλεφωνικών συνδέσεων που χρησιμοποιούσαν τα άτομα που γνώριζαν για την αποθήκευση και φύλαξη των ανωτέρω, δεν κατέστη δυνατή η ανακάλυψη και σύλληψη των αγνώστων δραστών και η σχετική ανακριτική δικογραφία (Θ17/5468) τέθηκε με την από 10.11.2017 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών στο αρχείο αγνώστων δραστών. Εν τω μεταξύ οι κατηγορούμενοι αμφισβητώντας αμέσως την τέλεση ληστείας απαίτησαν από τους εγκαλούντες να τους επιστρέψουν το χρηματικό ποσό των 1.000.000 ευρώ, που ισχυρίζονταν ότι περιείχαν οι τρείς τσάντες. Οι τελευταίοι αρνήθηκαν, ισχυριζόμενοι αφενός ότι δεν γνώριζαν το περιεχόμενο των σακιδίων - τσαντών, αφετέρου ότι δεν φέρουν ευθύνη για την απώλεια αυτών. Κατόπιν τούτων οι κατηγορούμενοι αποφάσισαν από κοινού να τους εξαναγκάσουν με την απειλή παράνομης πράξης, να τους παραδώσουν το ως άνω ποσό και δη, να τελέσουν το αδίκημα της παράνομης βίας και με την απειλή παράνομης πράξης να τους εξαναγκάσουν σε πράξη για την οποία οι εγκαλούντες δεν είχαν υποχρέωση. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα, στις 3-2-2017, στα γραφεία της εταιρείας με την επωνυμία "YOLENI'S HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (...), που είναι η επιχείρηση συμφερόντων των εγκαλούντων Α. Χ. του Α., Κ. Χ. του Α., Δ. Χ. του Α. και Ν. Π. του Σ., σε συνάντηση μεταξύ του εγκαλούντος Ν. Π. του Σ., νόμιμου εκπροσώπου της εν λόγω εταιρείας, με τον Ζαχαρία ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ, δικηγόρο του πρώτου και της δεύτερης των κατηγορουμένων Κ. Φ. του Μ. και Α. Χ. του Σ., που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία των τελευταίων, οι εν λόγω δύο κατηγορούμενοι ζήτησαν από τον δικηγόρο τους Ζαχαρία ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ να μεταφέρει στον εγκαλούντα Ν. Π., όπως και έπραξε σε εκτέλεση της σχετικής εντολής που έλαβε, τα εξής: "Φροντίστε να βρεθούν τα λεφτά, διαφορετικά, με τα δημοσιεύματα που θα μπορούσαμε να βγάλουμε, θα κάνουμε κακό στην εταιρεία". Εν συνεχεία, στις 5-2-2017, στο δικηγορικό γραφείο του Δημητρίου ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΥ (Σκουφά 38, Αθήνα), δικηγόρου των εγκαλούντων Α. Χ. του Α., Κ. Χ. του Α., Δ. Χ. του Α. και Ν. Π. του Σ., με την παρουσία και των τελευταίων, καθώς και του Α. Χ. του Δ., ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Φ. του Μ. και η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ., ζήτησαν από τον δικηγόρο τους Ζαχαρία ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ να μεταφέρει στους εγκαλούντες, όπως και έπραξε σε εκτέλεση της σχετικής εντολής που έλαβε, τα εξής: "Φροντίστε να βρεθούν τα λεφτά, διαφορετικά, με τα δημοσιεύματα που θα μπορούσαμε να βγάλουμε, θα κάνουμε κακό στην εταιρεία", αναφερόμενος και τις δύο φορές, ήτοι στις 3-2-2017 και 5-2-2017, στην αιτίαση του πρώτου και της δεύτερης των κατηγορουμένων Κ. Φ. του Μ. και Α. Χ. του Σ., για παράδοση σ' αυτούς από τους εγκαλούντες χρηματικού ποσού ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ., είχε παραδώσει, μέσα σε τρεις τσάντες, κλειδωμένες με λουκέτο, στα τρία ξαδέλφια της, ήτοι στους εγκαλούντες Α., Κ. και Δ. Χ., στις 24-1-2017, προς φύλαξη στα δύο χρηματοκιβώτια της πιο πάνω εταιρείας, χωρίς να τους γνωστοποιήσει το περιεχόμενο αυτών, οι οποίες (τρεις τσάντες) αφαιρέθηκαν στις 28-1-2017, κατά τη διάρκεια ένοπλης ληστείας που έλαβε χώρα από άγνωστους δράστες στην παραπάνω εταιρεία, μετά την οποία (ληστεία) ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Φ. του Μ. και η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ., γνωστοποίησαν στους εγκαλούντες ότι αυτές περιείχαν το ποσό του 1.000.000 ευρώ, εκ του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς τους, 900.000 ευρώ ανήκουν στον πρώτο κατηγορούμενο και 100.000 ευρώ ανήκουν στη δεύτερη κατηγορούμενη. Πλην όμως το αδίκημα της παράνομης βίας με απειλή κατ' εξακολούθηση από κοινού, δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης του πρώτου και της δεύτερης των κατηγορουμένων Κ. Φ. του Μ. και Α. Χ. του Σ., και συγκεκριμένα, επειδή οι εγκαλούντες δεν ενέδωσαν στις παραπάνω απειλές, μη καταβάλλοντας σ' αυτούς το αιτούμενο ποσό του 1.000.000 ευρώ. Στην συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος προκειμένου να επιτύχουν τον σκοπό τους απέστειλε στη εταιρεία και τον εκπρόσωπο αυτής Α. Χ. την από 2.3.2017 εξώδικη πρόσκληση, στην οποία ανέφερε ότι μέσω των επαφών που διενήργησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Παπαδόπουλος Ζαχαρίας και Αλέξανδρος Αλεξίου με τους εκπροσώπους της εν λόγω εταιρείας έχει καταγγείλει παράνομη ιδιοποίηση μεγάλου χρηματικού ποσού κυριότητάς του, που υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 120.000, και τους καλούσε να διευκολύνουν το έργο των αρχών δίδοντας άμεση πρόσβαση στις χρηματοροές της εταιρείας και των φυσικών προσώπων που συνδέονται με αυτήν. Σε απάντηση αυτής οι εγκαλούντες απέστειλαν την από 10.3.2017 εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση με κοινοποίηση της από 9.3.2017 επίδικης έγκλησής τους (ΑΒΜ 2017/10987), με την οποία ισχυρίζονται ότι οι κατηγορούμενοι είναι αυτουργοί της σε βάρος τους και εις βάρος της επιχείρησής τους παράνομης πράξης της εκβίασης, αλλά και ηθικοί αυτουργοί της ληστείας που διαπράχθηκε κατά τα ανωτέρω, αφού ήταν οι μόνοι που γνώριζαν που βρίσκονται τα χρηματοκιβώτια της εταιρείας τους και ότι εντός αυτών βρίσκονταν οι τσάντες. Η έγκληση αυτή, για εκβίαση και ηθική αυτουργία σε ληστεία, υποβλήθηκε στο Τμήμα Ασφαλείας Συντάγματος στις 10.3.2017, και με την υπ' αρ. 1052/6/5-στ' από 22.5.2017 αναφορά του Τ.Α. υποβλήθηκε στο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Σε απάντηση, της ως άνω εγκλήσεως, οι κατηγορούμενοι Κ. Φ. και Α. Χ., υπέβαλαν την από 8.6.2017 έγκλησή τους (Β 2017/1545) σε βάρος των εγκαλούντων και του Ν. Π., ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρείας, για ψευδή καταμήνυση, δυσφήμηση και συκοφαντική δυσφήμηση. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και δη, ότι απείλησαν με την δημοσίευση δυσφημιστικών δημοσιευμάτων που θα έβλαπταν τη φήμη της εταιρείας, προκειμένου να εξαναγκάσουν τους προαναφερόμενους να τους καταβάλουν το ποσό που ισχυρίζονταν ότι είχαν τοποθετήσει στις προς φύλαξη τσάντες. Η δεύτερη δε κατηγορούμενη ισχυρίσθηκε στην απολογία της, μεταξύ άλλων, ότι, η ίδια τουλάχιστον, είπε στο δικηγόρο να πάει να δει τι πρέπει να γίνει για την υπόθεση, και σε όλους τους δικηγόρους κάντε ότι πρέπει να γίνει, να δούμε τι έγινε με τα χρήματα, και σε αποστροφή του λόγου της σχετικά με την απειλή τους για βλαπτικά δημοσιεύματα, επί λέξει ότι: "ακριβώς το αντίθετο συνέβαινε, σε όποιους δημοσιογράφους έχω εγώ, έκανα το αντίθετο, μη τυχόν και βγεί κάτι να λέει το όνομά μας". Συνάγεται επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα, ότι είχε επικοινωνία με δημοσιογράφους και επομένως και τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει την πράξη της, και περαιτέρω ότι, οι κατηγορούμενοι αν και επεδίωκαν να τους παραδοθεί από τους εγκαλούντες το ως άνω ποσό, εν τούτοις δεν προέβησαν σε κάποια νόμιμη ενέργεια, με την άσκηση ενδίκων μέσων, μεταξύ των οποίων και σχετικής αγωγής. Αντίθετα, επιχείρησαν και στη συνέχεια να τους εξαναγκάσουν με την απειλή παράνομης πράξης και δη με την απειλή κατά της σωματικής ακεραιότητας σε βάρος του παριστάμενου για την υποστήριξη της κατηγορίας, Δ. Χ. Έτσι με πρόθεση, με πειθώ και προτροπές, προκάλεσαν στον Ε. Ζ. του Μ. και σε τρία ακόμη άτομα, αγνώστων στοιχείων, την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη της παράνομης βίας και δη, να επιχειρήσουν να εξαναγκάσουν τον εγκαλούντα Δ. Χ. με απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης, σε πράξη για την οποία ο τελευταίος δεν είχε υποχρέωση. Συγκεκριμένα στην Αθήνα, στις 30-6-2017, ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Φ. του Μ. και η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ., κατόπιν συναπόφασης και ενεργώντας από κοινού, προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς παραινέσεις και συμβουλές έπεισαν τον Ε. Ζ. του Μ., ήδη αποβιώσαντα και τρεις ακόμη δράστες, οι οποίοι παραμένουν άγνωστοι, να τελέσουν από κοινού το αδίκημα της παράνομης βίας, δηλαδή με απειλή παράνομης πράξης να εξαναγκάσουν άλλον σε πράξη, για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, το αδίκημα όμως αυτό δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους. Ειδικότερα, ο Ε. Ζ. του Μ., μετέβη, μαζί με τρεις ακόμη άγνωστους δράστες, στα γραφεία της εταιρείας με την επωνυμία "YOLENI'S HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (...), που είναι επιχείρηση συμφερόντων των εγκαλούντων Α. Χ. του Α., Κ. Χ. του Α., Δ. Χ. του Α. και Ν. Π. του Σ., και απευθυνόμενος στον εγκαλούντα Δ. Χ. του Α. του είπε πως αν δεν δώσει το χρηματικό ποσό του 1.000.000 ευρώ "που το έχεις χρεωθεί, θα έχεις κακά ξεμπερδέματα και δυσάρεστες συνέπειες", αναφερόμενος στην αιτίαση του πρώτου και της δεύτερης των κατηγορουμένων Κ. Φ. του Μ. και Α. Χ. του Σ., για παράδοση σ' αυτούς από τους παραπάνω εγκαλούντες χρηματικού ποσού ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ. είχε παραδώσει μέσα σε τρεις τσάντες, κλειδωμένες με λουκέτο, στα τρία ξαδέλφια της, ήτοι στους εγκαλούντες Α., Κ. και Δ. Χ., στις 24-1-2017, προς φύλαξη στα δύο χρηματοκιβώτια της πιο πάνω εταιρείας, χωρίς να τους γνωστοποιήσει το περιεχόμενο αυτών, οι οποίες (τρεις τσάντες) αφαιρέθηκαν, στις 28-1-2017, κατά τη διάρκεια ένοπλης ληστείας που έλαβε χώρα από άγνωστους δράστες στην παραπάνω εταιρεία, μετά την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Φ. του Μ. και η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ., γνωστοποίησαν στους παραπάνω εγκαλούντες ότι αυτές περιείχαν το ποσό του 1.000.000 ευρώ, εκ του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς τους, 900.000 ευρώ ανήκουν στον πρώτο κατηγορούμενο και 100.000 ευρώ ανήκουν στη δεύτερη κατηγορούμενη. Πλην όμως το αδίκημα της παράνομης βίας με απειλή κατά της σωματικής ακεραιότητας του εγκαλούντος Δ. Χ. του Α., δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης του Ε. Ζ. του Μ. και των τριών ακόμη αγνώστων δραστών και συγκεκριμένα, επειδή ο εγκαλών Δ. Χ. του Α., δεν ενέδωσε στην παραπάνω απειλή σε βάρος του, μη καταβάλλοντας σ' αυτούς το αιτούμενο ποσό του 1.000.000 ευρώ. Μετά και την ανωτέρω απόπειρα παράνομης βίας ο παθών, Δ. Χ., στις 5.7.2017, προσήλθε στο Τ.Α Συντάγματος και κατήγγειλε την εις βάρος του πράξη, ζητώντας την ποινική δίωξη των φυσικών και ηθικών αυτουργών. Κατέθεσε επίσης ότι ο ένας εκ των δραστών δήλωσε ότι ονομάζεται Ε. Ζ. και ότι του είπαν ότι έχει χρεωθεί προσωπικά το χρηματικό ποσό του 1.000.000 ευρώ "που είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε" στις τσάντες που εκλάπησαν, και αν δεν δώσει το συγκεκριμένο ποσό θα έχει κακά ξεμπερδέματα και δυσάρεστες συνέπειες. Κατέθεσε, περαιτέρω, μεταξύ άλλων, ότι σε συνάντηση που είχε στις 4.7.2017, με τον κατηγορούμενο Κ. Φ., στην οποία παρούσα ήταν και η δεύτερη κατηγορούμενη όπως εκθέτει ο Κ. Φ. στην με στοιχεία Γ2017/3098 έγκλησή του, ο τελευταίος δεν του επιβεβαίωσε αλλά ούτε και αρνήθηκε ότι τα άτομα που προσήλθαν στο κατάστημά του και τον απείλησαν τα έστειλε αυτός, αλλά ότι του επέμεινε ότι θα κάνει τα πάντα προκειμένου να πάρει τα λεφτά του πίσω. Παρέδωσε δε, μία φορητή συσκευή αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων (usb) με βιντεοληπτικό υλικό, στο οποίο καταγράφηκαν οι κινήσεις των δραστών, από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του χώρου, το οποίο και κατασχέθηκε και αντίγραφο της από 9.3.2017 έγκλησης, ενώ αναγνώρισε, από σημείωμα φωτογραφιών σεσημασμένων ατόμων που του επιδείχθηκε, τον Ζ. Ε. ως ένα εκ των φυσικών αυτουργών. Η εν λόγω επίδικη έγκληση υπεβλήθη με την υπ' αρ. 1053/7/2-στ' αναφορά του Τ.Α. Συντάγματος στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, έλαβε ΑΒΜ Η 2018/3223 και συσχετίστηκε με την ως άνω από 9.3.2017 έγκληση των εγκαλούντων (ΑΒΜ ΙΕ 2017/10987). Προέκυψε δε, από την ανάλυση του κατασχεθέντος βιντεοληπτικού υλικού και τη συγκριτική εξέταση φωτογραφιών ότι πρόκειται για τον σεσημασμένο στην υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών Ζ. Ε. του Μ. Απεικονίζονται επίσης στα δεκαοχτώ στιγμιότυπα, από το βιντεοληπτικό υλικό, οι κινήσεις των τεσσάρων δραστών εντός του καταστήματος, οι οποίοι έγιναν αντιληπτοί από τους εργαζόμενους στην εν λόγω εταιρεία και εκ των οποίων οι Π. Γ. και Ι. Γ., μάγειρας και υπεύθυνος επικοινωνίας της εταιρείας αντίστοιχα, άκουσαν τις ανωτέρω απειλές του Ε. Ζ. προς τον Δ. Χ., όπως βεβαιώνουν στις καταθέσεις τους που αναγνώσθηκαν. Σημειώνεται ότι οι εγκαλούντες αδελφοί Χ. και η ως άνω εταιρεία, με την από 3.4.2018 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των Κ. Φ. και Α. Χ., ζήτησαν, μετά από τροπή του αιτήματός τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να τους καταβάλουν το αναφερόμενο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που τους προκάλεσαν με την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους και δη με την απόπειρα εκβίασής τους. Με την υπ' αρ. 639/ 2020 οριστική απόφαση κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος τους την απόπειρα εκβίασης και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η σχετική αγωγή, και με την άσκηση της από 30.9.2020 έφεσης, κατά της εν λόγω αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την μη οριστική υπ. αρ. 1485/2022 απόφασή του ανέβαλλε κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ τη συζήτηση αυτής (έφεσης) μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της εν λόγω ποινικής δίκης, που έχει ανοιγεί, κατόπιν υποβολής των προαναφερομένων συσχετισθεισών από 9.3.2017 και 5.7.2017 εγκλήσεων (ΑΒΜ ΙΕ/2017/10987 και Η 2018/3223). Οι κατηγορούμενοι, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, δρούσαν από κοινού και κατόπιν συναπόφασης για την τέλεση των ως άνω πράξεων. Στην συνάντηση που έλαβε χώρα την 4.7.2017, μετά την τέλεση της τελευταίας πράξης απόπειρας παράνομης βίας, μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του παρασταθέντος για την υποστήριξη της κατηγορίας, ήταν παρούσα και η δεύτερη κατηγορούμενη, όπως εκθέτει και στην αναγνωσθείσα από 6.11.2017 με στοιχ. Γ 2017 /3098 έγκλησή του (περί δυσφήμησής του, ψευδούς καταμήνυσης κλπ), ο πρώτος κατηγορούμενος και οι δύο κατηγορούμενοι Κ. Φ. και Α. Χ., επανέλαβαν στον εγκαλούντα την απαίτησή τους, με τον Κ. Φ. να δηλώνει ότι θα κάνει τα πάντα προκειμένου να πάρει τα χρήματά του πίσω και ουδόλως διαφοροποίησε η δεύτερη κατηγορούμενη την θέση της. Άσκησαν, ακολούθως, οι κατηγορούμενοι την από 14.11.2017 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των νυν εγκαλούντων, με την οποία εκθέτουν ότι συνεπεία της αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς, όπως απορρέει από τις εν λόγω εγκλήσεις (9.3.217 και 5.7.2017) υπέστησαν ηθική βλάβη και ζητούν να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Επί της αγωγής τους εκδόθηκε η αναγνωσθείσα υπ'αριθμ. 1576/2020 απόφαση, η οποία έκρινε ότι αποδείχθηκε πως στις ως άνω από 3.2.2017 και 5.2.2017 συναντήσεις λέχθηκε ότι αν οι εναγόμενοι (νυν εγκαλούντες) δεν έβρισκαν τα χρήματα, οι ενάγοντες (νυν κατηγορούμενοι) θα έκαναν κακό στην εταιρεία με τα δημοσιεύματα που μπορούσαν να βγάλουν, κρίνοντας μη πειστική την ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου των κατηγορουμένων Ζαχαρία Παπαδοπούλου διότι εξαρτά άμεσο προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς το μέρος αυτό ως αβάσιμη. Απέρριψε δε, την αγωγή ως αβάσιμη και κατά το μέρος που στηρίζεται στην φερόμενη ως ψευδή καταμήνυση σε βάρος του Κ. Φ. από τον Δ. Χ., με την από 5.7.2017 ένορκη κατάθεση- καταγγελία του τελευταίου, διότι δεν αποδείχθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο ισχυρισμός του Δ.Χ. περί ηθικής αυτουργίας του Κ. Φ. στην ως άνω αξιόποινη πράξη της απόπειρας παράνομης βίας, ήταν ψευδής. Και τέλος έκανε δεκτή την αγωγή κατά το μέρος που οι εναγόμενοι (νυν εγκαλούντες) ισχυρίσθηκαν ότι οι ενάγοντες, ήδη κατηγορούμενοι, είναι ηθικοί αυτουργοί ληστείας, αφού καίτοι δεν δύναται να μορφωθεί πλήρης δικανική πεποίθηση ως προς το ψευδές του ισχυρισμού και επομένως αδικοπρακτική συμπεριφορά ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης, εν τούτοις ο ισχυρισμός μπορούσε να βλάψει και πράγματι έβλαψε την τιμή και υπόληψη των εναγόντων, ήδη κατηγορουμένων, και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση έκαστος, σε καθένα των εναγόντων, το ποσό των 2.000 ευρώ. Τέλος οι κατηγορούμενοι με την από 18.1.2022 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητούν να αναγνωριστεί (μετά από τροπή καταψηφιστικού αιτήματός τους) ότι οι εναγόμενοι, νυν εγκαλούντες και ο Α. Χ., τους οφείλουν ως αποζημίωση λόγω της θετικής ζημίας που υπέστησαν, το ποσό των 905.000 και 100.000 ευρώ σε καθέναν αντίστοιχα. Επί της αγωγής εκδόθηκε η αναγνωσθείσα υπ' αρ. 3042/2023 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω πλασματικής ερημοδικίας των εναγόντων και τους καταδίκασε στην δικαστική δαπάνη των εναγομένων, ύψους 16.800 ευρώ. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι δρούσαν από κοινού κατόπιν συναπόφασης και κοινού δόλου, για την τέλεση των ως άνω αδικημάτων και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι σύμφωνα με όσα ανωτέρω καθώς και στο διατακτικό εκτίθενται".
Ακολούθως το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο σχετικό διατακτικό του, τα ακόλουθα:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους παραπάνω κατηγορούμενους έ ν ο χ ο υ ς, ομόφωνα τον πρώτο κατηγορούμενο ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα παράνομης βίας και κατά πλειοψηφία ως προς τις πράξεις (ο εξ αριστερών σύνεδρος...είχε την άποψη ότι θα έπρεπε να κηρυχθούν αθώοι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι α' πράξης και αθώα η β' κατηγορούμενη, β' πράξης), του ότι: Στην Αθήνα, στις 3-2-2017, 5-2-2017 και 30-6-2017, τέλεσαν με πρόθεση τα παρακάτω αδικήματα: Α) Απόπειρα παράνομης βίας κατ' εξακολούθηση. Στην Αθήνα, στις 3-2-2017 και 5-2-2017, ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Φ. του Μ. και η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ., κατόπιν συναπόφασης και ενεργώντας από κοινού, έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το αδίκημα της παράνομης βίας κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με απειλή παράνομης πράξης να εξαναγκάσουν άλλον σε πράξη, για την οποία ο παθών δεν έχει υποχρέωση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, άρχισαν να εκτελούν την περιγραφόμενη στον νόμο αξιόποινη πράξη, το αδίκημα όμως αυτό δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους. Ειδικότερα, στην Αθήνα, στις 3-2-2017, στα γραφεία της εταιρείας με την επωνυμία "YOLENI'S HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (...), που είναι επιχείρηση συμφερόντων των εγκαλούντων Α. Χ. του Α., Κ. Χ. του Α., Δ. Χ. του Α. και Ν. Π. του Σ., σε συνάντηση μεταξύ του εγκαλούντος Ν. Π. του Σ., νόμιμου εκπροσώπου της εν λόγω εταιρείας, με τον Ζαχαρία ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ, δικηγόρο του πρώτου και της δεύτερης των κατηγορουμένων Κ. Φ. του Μ. και Α. Χ. του Σ., που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία των τελευταίων, οι εν λόγω δύο κατηγορούμενοι ζήτησαν από τον δικηγόρο τους Ζαχαρία ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ να μεταφέρει στον εγκαλούντα Ν. Π., όπως και έπραξε σε εκτέλεση της σχετικής εντολής που έλαβε, τα εξής: "Φροντίστε να βρεθούν τα λεφτά, διαφορετικά, με τα δημοσιεύματα που θα μπορούσαμε να βγάλουμε, θα κάνουμε κακό στην εταιρεία" και εν συνεχεία, στις 5-2-2017, στο δικηγορικό γραφείο του Δημητρίου ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΥ (Σκουφά 38, Αθήνα), δικηγόρου των εγκαλούντων Α. Χ. του Α., Κ. Χ. του Α., Δ. Χ. του Α. και Ν. Π. του Σ., με την παρουσία και των τελευταίων, καθώς και του Α. Χ. του Δ., ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Φ. του Μ. και η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ., ζήτησαν από τον δικηγόρο τους Ζαχαρία ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ να μεταφέρει στους εγκαλούντες, όπως και έπραξε σε εκτέλεση της σχετικής εντολής που έλαβε, τα εξής: "Φροντίστε να βρεθούν τα λεφτά, διαφορετικά, με τα δημοσιεύματα που θα μπορούσαμε να βγάλουμε, θα κάνουμε κακό στην εταιρεία", αναφερόμενος και τις δύο φορές, ήτοι στις 3-2-2017 και 5-2-2017, στην αιτίαση του πρώτου και της δεύτερης των κατηγορουμένων Κ. Φ. του Μ. και Α. Χ. του Σ., για παράδοση σ' αυτούς από τους εγκαλούντες χρηματικού ποσού ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς τους, η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ., είχε παραδώσει, μέσα σε τρεις τσάντες, κλειδωμένες με λουκέτο, στα τρία ξαδέλφια της, ήτοι στους εγκαλούντες Α., Κ. και Δ. Χ., στις 24-1-2017, προς φύλαξη στα δύο χρηματοκιβώτια της πιο πάνω εταιρείας, χωρίς να τους γνωστοποιήσει το περιεχόμενο αυτών, οι οποίες (τρεις τσάντες) αφαιρέθηκαν, στις 28-1-2017, κατά τη διάρκεια ένοπλης ληστείας που έλαβε χώρα από άγνωστους δράστες στην παραπάνω εταιρεία, μετά την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Φ. του Μ. και η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ., γνωστοποίησαν στους εγκαλούντες ότι αυτές περιείχαν το ποσό του 1.000.000 ευρώ, εκ του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς τους, 900.000 ευρώ ανήκουν στον πρώτο κατηγορούμενο και 100.000 ευρώ ανήκουν στη δεύτερη κατηγορούμενη, πλην όμως το αδίκημα της παράνομης βίας με απειλή κατ' εξακολούθηση από κοινού, δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης του πρώτου και της δεύτερης των κατηγορουμένων Κ. Φ. του Μ. και Α. Χ. του Σ. και συγκεκριμένα, επειδή οι εγκαλούντες δεν ενέδωσαν στις παραπάνω απειλές, μη καταβάλλοντας σ' αυτούς το αιτούμενο ποσό του 1.000.000 ευρώ. Β) Ηθική αυτουργία σε απόπειρα παράνομης βίας. Στην Αθήνα, στις 30-6-2017, ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Φ. του Μ. και η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ., κατόπιν συναπόφασης και ενεργώντας από κοινού, προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα, με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς παραινέσεις και συμβουλές έπεισαν τον Ε. Ζ. του Μ. και τρεις ακόμη δράστες, οι οποίοι παραμένουν άγνωστοι, να τελέσουν από κοινού το αδίκημα της παράνομης βίας, δηλαδή με απειλή παράνομης πράξης να εξαναγκάσουν άλλον σε πράξη, για την οποία ο παθών δεν έχει υποχρέωση, το αδίκημα όμως αυτό δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους. Ειδικότερα, ο Ε. Ζ. του Μ., μετέβη μαζί με τρεις ακόμη άγνωστους δράστες, στα γραφεία της εταιρείας με την επωνυμία "YOLENI'S HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (...), που είναι επιχείρηση συμφερόντων των εγκαλούντων Α. Χ. του Α., Κ. Χ. του Α., Δ. Χ. του Α. και Ν. Π. του Σ. και απευθυνόμενος στον εγκαλούντα Δ. Χ. του Α., του είπε πως αν δεν δώσει το χρηματικό ποσό του 1.000.000 ευρώ "που το έχεις χρεωθεί, θα έχεις κακά ξεμπερδέματα και δυσάρεστες συνέπειες", αναφερόμενος στην αιτίαση του πρώτου και της δεύτερης των κατηγορουμένων Κ. Φ. του Μ. και Α. Χ. του Σ., για παράδοση σ' αυτούς από τους παραπάνω εγκαλούντες χρηματικού ποσού ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς τους, η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ., είχε παραδώσει, μέσα σε τρεις τσάντες, κλειδωμένες με λουκέτο, στα τρία ξαδέλφια της, ήτοι στους εγκαλούντες Α., Κ. και Δ. Χ., στις 24-1-2017, προς φύλαξη στα δύο χρηματοκιβώτια της πιο πάνω εταιρείας, χωρίς να τους γνωστοποιήσει το περιεχόμενο αυτών, οι οποίες (τρεις τσάντες) αφαιρέθηκαν στις 28-1-2017, κατά τη διάρκεια ένοπλης ληστείας που έλαβε χώρα από άγνωστους δράστες στην παραπάνω εταιρεία, μετά την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Φ. του Μ. και η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Χ. του Σ., γνωστοποίησαν στους παραπάνω εγκαλούντες ότι αυτές περιείχαν το ποσό του 1.000.000 ευρώ, εκ του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς τους, 900.000 ευρώ ανήκουν στον πρώτο κατηγορούμενο και 100.000 ευρώ ανήκουν στη δεύτερη κατηγορούμενη, πλην όμως το αδίκημα της παράνομης βίας με απειλή κατά της σωματικής ακεραιότητας του εγκαλούντος Δ. Χ. του Α., δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης του τρίτου κατηγορουμένου Ε. Ζ. του Μ. και των τριών ακόμη αγνώστων δραστών και συγκεκριμένα, επειδή ο εγκαλών Δ. Χ. του Α., δεν ενέδωσε στην παραπάνω απειλή σε βάρος του, μη καταβάλλοντας σ' αυτούς το αιτούμενο ποσό του 1.000.000 ευρώ".
Με τον (μοναδικό) λόγο της κάθε μίας από τις ως άνω δύο αναιρέσεις, καθένας από τους δύο αναιρεσείοντες ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για τις παραπάνω δύο αξιόποινες πράξεις και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απορρέουσα σχετική πλημμέλεια, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα. Με τις προαναφερθείσες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική για τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες κρίση της, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις παραπάνω σχετικές μείζονες σκέψεις, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αμφοτέρων των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν αυτοί (αναιρεσείοντες) αλλά και οι αποδείξεις, από τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά. Συγκεκριμένα, εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται ακόμη τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί ακριβώς προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση περιγράφεται, όσον αφορά την πρώτη πράξη, αυτή δηλαδή της απόπειρας παράνομης βίας κατ' εξακολούθηση, ότι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ενεργώντας με (κοινό) δόλο εξακολουθητικά επεχείρησαν από κοινού μέσω του προαναφερθέντος δικηγόρου με τις προαναφερθείσες απειλές που εκ μέρους τους απευθύνθηκαν στους ως άνω εγκαλούντες κατά περίπτωση, να εξαναγκάσουν τους τελευταίους να τους καταβάλουν το παραπάνω αναφερόμενο χρηματικό ποσό, Περιγράφεται ακόμη στην προσβαλλόμενη απόφαση το παράνομο της απειλής των ως άνω φυσικών αυτουργών, το οποίο αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του άρθρου 330 ΠΚ και το οποίο προσδιορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η πράξη επηρεασμού της βούλησης ενός προσώπου αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, ενώ προσδιορίζεται με σαφήνεια και πληρότητα ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ως άνω απευθυνθείσας απειλής και της βλάβης των εγκαλούντων και επί πλέον, προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα τα αίτια από τα οποία δεν ολοκληρώθηκε η πράξη των ανωτέρω φυσικών αυτουργών. Σχετικά με την δεύτερη πράξη, δηλαδή της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα παράνομης βίας αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος με τον οποίο αμφότεροι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ενεργώντας με (κοινό) δόλο, έπεισαν τον προαναφερθέντα Ε. Ζ., να διαπράξει την αξιόποινη πράξη της απόπειρας παράνομης βίας ενεργώντας από κοινού με άλλα τρία πρόσωπα, τα στοιχεία της ταυτότητας των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν, απειλώντας κατ' εξακολούθηση κατά τα προαναφερθέντα τον εγκαλούντα Δ. Χ. να καταβάλει σ' αυτούς το παραπάνω αναφερόμενο χρηματικό ποσό. Αναφορικά με το δόλο των αναιρεσειόντων δεν ήταν αναγκαίο, ούτε επιβεβλημένο και απαραίτητο να αναφέρεται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση του ηθικού αυτουργού για την πραγμάτωση (ολοκλήρωση) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στο οποίο παρακίνησε αυτός τους φυσικούς αυτουργούς και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Ούτε ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται εξειδικευμένα στην απόφαση σε τι ακριβώς συνίσταντο οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα και οι υποσχέσεις, που αποτέλεσαν τον τρόπο και τα μέσα που χρησιμοποίησαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες ως ηθικοί αυτουργοί για να προκαλέσουν (ενεργώντας από κοινού) στους ανωτέρω φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να τελέσουν την παραπάνω αξιόποινη πράξη, αλλά αρκεί ότι επρόκειτο για συμπεριφορά πρόσφορη να αποτελέσει ηθική αυτουργία και ότι συνδεόταν, ως εκ του ότι συνέβαλε στη λήψη της αποφάσεως αιτιωδώς, με την άδικη πράξη που τέλεσαν οι φυσικοί αυτουργοί, πολύ δε περισσότερο δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ο βαθμός της φορτικότητας και της πειθούς και της επίδρασης αυτών στην απόφαση των φυσικών αυτουργών (ΑΠ 319/2015, ΑΠ 240/2015). Οι υπόλοιπες εξάλλου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών που κατά την άποψή τους οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το ανωτέρω δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, που αφορούν στην επί της ουσίας κρίση του εν λόγω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και αποτελούν υπερασπιστικά επιχειρήματα και αμφισβήτηση των σε βάρος τους παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, γιατί με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πλήττουν ανεπίτρεπτα την ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, (μοναδικός) αναιρετικός λόγος κάθε μίας από τις δύο κρινόμενες αναιρέσεις, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή καθενός από τους δύο αναιρεσείοντες για τις προαναφερθείσες δύο αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες αυτοί καταδικάστηκαν, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης, που να συμπεριλαμβάνεται στις ως άνω συνεκδικασθείσες δύο αιτήσεις αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν οι από 6-2-2025 αιτήσεις αναίρεσης του Κ. Φ. του Μ. και της Α. Χ. του Σ. αντιστοίχως, κατά της υπ' αριθμ. 3672α/2024, 3679/11-7-2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί καθένας από τους προαναφερθέντες δύο αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις δύο από 6-2-2025 αιτήσεις του Κ. Φ. του Μ. και της Α. Χ. του Σ., αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3672α/2024, 3679/11-7-2024 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ καθέναν από τους ως άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ