Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 919 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 919/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου B. R. του R., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ. Λάρισας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δήμο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4971/2024 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το ΣΤ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 31.03.2025, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 2398/31.03.2025 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 31/3/2025 αίτηση του R. B. του R., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κ.Κ Λάρισας, για αναίρεση της υπ'αριθμ.4971/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ληστείας και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών έχει ασκηθεί νομότυπα, από τον παραστάντα κατά τη συζήτηση συνήγορο του κατηγορουμένου Δ. Δ., με δήλωσή του, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 31/3/2025 (άρ.466 παρ.1 και 2, 474 παρ.2Α) και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ.α του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 10/3/2025 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 31/3/2025, εντός δηλαδή της προβλεπόμενης 20ημερης προθεσμίας (473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ). Τυγχάνει επίσης παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο ως προς το περί ενοχής κεφάλαιο, όσο και ως προς τη μη αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84παρ.2 α'και ε' ΠΚ. Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 εδ. α', όπως ίσχυε μέχρι την 30-6-2019, "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα ή το εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Με την όμοια, ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ ο δράστης ληστείας τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή και είναι ως εκ τούτου, ευμενέστερη της προϊσχύσασας, ως προς το πλαίσιο της προβλεπόμενης ποινής κάθειρξης, αφού το ανώτατο ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής ποινής, είναι, κατ' άρθρο 52 του νΠΚ, τα 15 έτη, ενώ με την προηγούμενη ταυτάριθμη διάταξη, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, ήταν 20 έτη και, επομένως, η νεότερη, ως άνω διάταξη τυγχάνει εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Από το προαναφερόμενο άρθρο 380 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με την οποία προσβάλλεται, τόσο η προσωπική ελευθερία, όσο και η ατομική ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών κατ' αυτού, που μπορούν να κάμψουν την αντίστασή του, ενωμένων με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του και η ταυτόχρονη αφαίρεση με τη βία από την κατοχή εκείνου ξένου (ολικό ή μερικά) κινητού πράγματος ή ο εξαναγκασμός του προσώπου σε παράδοση του πράγματος, για να το ιδιοποιηθεί παράνομα ο δράστης. Είναι έγκλημα σύνθετο, αποτελούμενο από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (372 ΠΚ) και της παράνομης βίας (330ΠΚ), η οποία, ως μέσον, άγει στην ικανοποίηση του σκοπού (ΑΠ 591 /2024, ΑΠ 1123/2023, ΑΠ 98/2022, ΑΠ 253/2021). Ως σωματική βία νοείται εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκασμένου και υπερνικά την προβαλλόμενη ή αναμενόμενη αντίστασή του. Αν η ληστεία τελείται με την άσκηση σωματικής βίας, δεν απαιτείται να προκαλείται επικείμενος κίνδυνος σώματος ή ζωής. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει την γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή την κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσεως σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος (ΑΠ 591/2024, ΑΠ 1123/2023, ΑΠ 786/2022, ΑΠ 912/2022).
Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, η σχετική δε με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1/2020). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ` επιλογή (ΟΛΑΠ 3/2012, ΑΠ 560/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 900/2022, ΑΠ 520/2022). Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ή από ποιο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή (ΑΠ 560/2023 ΑΠ 481/2022, 520/2022, 1/2020). Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε υπάρχει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1/2020). Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως , η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στην περίπτωση αυτή με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 1155/2022, ΑΠ 363/2020, ΑΠ 41/2020).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε, για πρώτη φορά, από την Ελλάδα, με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου, με το Ν.Δ. 53/74 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε ..., είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Αναγνωρίζεται, δηλαδή, στον κατηγορούμενο, το δικαίωμα για "δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της αποφάσεως, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης, υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Στην έννοια της δίκαιης δίκης, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων και η υποχρέωση αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων. Και ναι μεν, η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ισχύοντος ΚΠΔ, μπορεί, όμως, να συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους, από την διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγους και τότε, προκαλεί απόλυτη ακυρότητα της δικαστικής αποφάσεως. Μια τέτοια πλημμέλεια, που μπορεί να έχει σαν συνέπεια, την απόλυτη ακυρότητα, είναι και η μη τήρηση της υποχρέωσης για αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων. Κατά συνέπεια, παρότι, όπως προελέχθη, η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο αναίρεσης, εντούτοις η έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης της καταδικαστικής απόφασης, στα πλαίσια που διαμορφώνει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου, για "δίκαιη δίκη" που παρέχεται από το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και γεννά απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, επιτρέπουσα την άσκηση αναιρέσεως, κατά της καταδικαστικής απόφασης, για το λόγο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ισχύοντος ΚΠΔ (ΟλΑΠ 2/2014,ΑΠ 894/2024 ΑΠ 970/2023 , ΑΠ 47/2023, ΑΠ 29/2023, 1241/2022). Επίσης, κατά το άρθρο 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Με τις ως άνω διατάξεις, στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο, εν αμφιβολία, να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo). Η παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1301/2023) πέραν εκείνου της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας (510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδ. με171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ) (ΑΠ 1277/2023, ΑΠ 970/2023, ΑΠ 969/2023, ΑΠ 812/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 931/2022, ΑΠ 442/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλομένης, υπ'αριθ.4971/2024 αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 19.9.2011 και περί ώρα 22.45, ο παθών Κ. Μ., ιδιοκτήτης της επιχείρησης Max Stores STORES, επέστρεψε στην οικία του επί της οδού ..., στον Άλιμο Αττικής μεταφέροντας σακούλες με τις ημερήσιες εισπράξεις των καταστημάτων του. Όταν άνοιξε τη θύρα εισόδου της πολυκατοικίας, τον πλησίασε άγνωστος αρχικά στις αρχές δράστης και με πιστόλι που κρατούσε τον κτύπησε επανειλημμένα στο κεφάλι, προκαλώντας του σοβαρά τραύματα, κατάφερε δε να αποσπάσει από τον παθόντα το χρηματικό ποσό των 80.000 ευρώ και διάφορα έγγραφα, στη συνέχεια δε επιβιβάσθηκε σε δίκυκλη μοτοσικλέτα, όπου τον ανέμενε άγνωστος συνεργός του και διέφυγαν προς τη λεωφόρο Αλίμου. Κατά την ώρα του περιστατικού αυτού, έπεσε από το δράστη ένα μαύρο τσαντάκι μέσα στο οποίο βρέθηκε ένας πλαστικός μηχανισμός εισπνοών, στο εσωτερικό του οποίου ήταν προσαρμοσμένο ένα μεταλλικό φιαλίδιο, στην εξωτερική επιφάνεια του οποίου βρέθηκε τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος, που όπως διαπιστώθηκε δακτυλοσκοπικά ανήκει στο δεξιό αντίχειρα του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του δεν έδωσε σαφή απάντηση για το πώς βρέθηκε το δακτυλικό αποτύπωμα στο μεταλλικό φιαλίδιο που βρισκόταν στον μηχανισμό εισπνοών και στη σχετική ερώτηση, είπε ότι δεν μπορεί να εξηγήσει πως βρέθηκε αυτό το αντικείμενο σε αυτήν την τσάντα με το αποτύπωμά του, αφού δεν χρησιμοποιούσε τσαντάκι, αλλά το είχε στη τσέπη. Αλλά και η εξήγηση που ο κατηγορούμενος έδωσε στην ίδια ερώτηση στη δίκη στον πρώτο βαθμό λέγοντας ότι πιθανόν το αντικείμενο αυτό να ήταν δικό του, να το πέταξε και να το βρήκε ο δράστης της ληστείας, αντιβαίνει στη λογική, αφού ουδείς θα μάζευε από κάτω ένα μεταχειρισμένο και μη λειτουργικό φιαλίδιο εισπνοών για να το προσαρμόσει στο δικό του μηχανισμό εισπνοών. Ενόψει των ανωτέρω, αντίθετα με τα όσα ο κατηγορούμενος διατυπώνει στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του που ενσωματώθηκαν στην απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, πλήρως αιτιολογείται η εύρεση του δακτυλικού αποτυπώματος του στο συγκεκριμένο φιαλίδιο και δεν αποτελεί ένδειξη αλλά απόδειξη της αξιόποινης πράξης της ληστείας σε βάρος του παθόντος. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, παρότι ζούσε στην Ελλάδα επί έξι έτη μέχρι τη ληστεία σε βάρος του ανωτέρω παθόντος, στη συνέχεια επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του, την Αλβανία, όπου παρέμεινε μέχρι την 24.5.2023, οπότε συνελήφθη στο Συνοριακό Φυλάκιο Κακκαβιάς κατά την προσπάθειά του να επανέλθει, κίνηση συμβατή με προσπάθεια αποφυγής της σύλληψής του, αλλά και ανάλωσης των κλοπιμαίων σε ασφαλή γι'αυτόν χώρα. Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης της σε βάρος του ανωτέρω παθόντος ληστείας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως και πρωτοδίκως".
Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ληστείας και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών), με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι Στον 'Αλιμο Αττικής (οδός ...) στις 12.09.2011 και περί ώρα 22:45, ενεργώντας εκ προθέσεως και με τη συνδρομή, άλλου, άγνωστου μέχρι σήμερα δράστη, με σωματική βία εναντίον προσώπου, αφαίρεσε από άλλον ξένο κινητό πράγμα για να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ενεργώντας με τη συνδρομή, άλλου, άγνωστου μέχρι σήμερα δράστη και με δόλο, αφού ανέμενε την άφιξη του Κ. Μ. (παθών), μέσα στην αυλή μιας πολυκατοικίας όπου βρίσκεται το διαμέρισμα - οικία του παθόντος, εν συνεχεία και συγκεκριμένα όταν ο ανωτέρω παθών, έφθασε στη πυλωτή της προαναφερόμενης πολυκατοικίας όπου στάθμευσε το υπ'αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας ΒΜW (ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΧ STORES") και επιχείρησε να ανοίξει την πόρτα του οδηγού προκειμένου να εξέλθει από το παραπάνω αυτοκίνητο, αυτός τον πλησίασε και κρατώντας στο χέρι του ένα πιστόλι (α.λ,σ.), τον κτύπησε στο πρόσωπο και στο κεφάλι του (τουλάχιστον τρεις φορές) και έκαμψε, την αναμενόμενη αντίστασή του και αφαίρεσε από τον παθόντα, δύο τσάντες νάιλον και μια τσάντα δερμάτινη α.λ.σ., που έφερε μαζί του οι οποίες περιείχαν τα παρακάτω χρηματικά ποσό. και έγγραφα: α) οι δύο νάιλον τσάντες το συνολικό χρηματικό ποσό των [60.000 (πρώτη) + 20.000 (η δεύτερη) =] 80.000 ευρώ. β) η μια δερμάτινη τσάντα άγνωστο με μέχρι σήμερα ανάκριση αριθμό τιμολογίων, δελτίων αποστολής, Ζ ταμειακών μηχανών και Ζ πιστωτικών καρτών, πάντως όχι μεγαλύτερο αριθμό των 20 τιμολογίων, 20 δελτίων αποστολής, είκοσι 20 (Ζ),ταμειακών μηχανών και 20 (Ζ),πιστωτικών καρτών και όχι μικρότερο αριθμό των 5 τιμολογίων, 5 δελτίων αποστολής. 5 (Ζ) ταμειακών μηχανών και 5 (Ζ) πιστωτικών καρτών, προκειμένου να τα ιδιοποιηθεί παράνομα ακολούθως δε επιβιβάσθηκε σε μία δίκυκλη μοτοσυκλέτα, α.λ.σ., που οδηγούσε ο ανωτέρω, άγνωστος μέχρι σήμερα συνεργός του". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την πράξη της ληστείας αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως της ληστείας, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 380 παρ.1 ΠΚ σε συνδ. με άρθρ.26 εδ. α', 27 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα εκτίθενται όλα τα στοιχεία, που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της ληστείας από κοινού, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, ενώ από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Περαιτέρω αιτιολογείται επαρκώς ο τρόπος με τον οποίο έδρασε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων στην τέλεση της παραπάνω πράξης, ήτοι η με άσκηση σωματικής βίας κατά του παθόντος Κ. Μ., αφαίρεση από την κατοχή του των αναφερομένων στην απόφαση χρηματικών ποσών και εγγράφων, τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς. Επίσης, με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας απάντησε και απέρριψε τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και τα υπερασπιστικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος και ειδικότερα με εκτενή αιτιολογία στο σκεπτικό αιτιολογείται η σύνδεση του ανευρεθέντος δακτυλικού αποτυπώματος με την πράξη της ληστείας. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και συγκεκριμένα των καταθέσεων του παθόντος, απαραδέκτως προβάλλονται, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν, αφού το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω πλήρη και σαφή αιτιολογία ουδεμία εντεύθεν προσβολή του δικαιώματος υπεράσπισής του και του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη επήλθε (άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ του ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ). Επίσης, οι προεκτεθείσες παραδοχές του δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του Δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής ούτε μετακύλιση στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο του βάρους απόδειξης της αθωότητάς του, και ουδόλως αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τεκμηρίου της αθωότητας αυτού, όπως ο ίδιος αβάσιμα διατείνεται, αφού από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανελέγκτως το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της άνω απόφασης, ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, διότι αποδείχθηκε η ενοχή του και όχι, διότι αυτός δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητά του, ενώ από τις προεκτεθείσες παραδοχές της απόφασης αυτής ουδόλως προκύπτει, ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτού κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo". Ενόψει τούτων, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (380 ΠΠΚ), ως προς την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος για την πράξη της ληστείας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε'ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 §2 και 333 §2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και έχουν αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δηλαδή με επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ακόμη δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους(ΟΛΑΠ 2/2005, ΑΠ 591/2024, ΑΠ 660/2023, ΑΠ 1192/2023, ΑΠ 1062/2023, ΑΠ 147/2023). Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα ποινής (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 433/2020, ΑΠ 189/2020), την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης (ΑΠ 863/2022, ΑΠ 565/2021). Ειδικότερα, ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων οι προβλεπόμενες σ' αυτό υπό στοιχεία α' " ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα", και ε' "ότι ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ είναι πλέον η σύννομη ζωή του υπαιτίου. Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "σύννομη", έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη (ΟΛΑΠ 2/2022, ΑΠ 49/2023). Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται αστικούς κανόνες, η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Π.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για την θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 1062/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 623/2023, ΑΠ 561/2023, ΑΠ 484/2023).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 περ. ε' του ισχύοντος ΠΚ, σαφώς διαφοροποιείται, ως προς τον κρατούμενο δράστη και είναι ευμενέστερη της αντίστοιχη διάταξης του προϊσχύσαντος ΠΚ και συνεπώς εφαρμόζεται κατ' άρθρο 2 ΠΚ και για τους υπαιτίους αξιόποινων πράξεων που τελέστηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα και είναι κρατούμενοι, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση, ακόμα και κατά το χρόνο κράτησής του, ως δείγμα της αντικειμενικά αξιολογούμενης υποχρέωσής του να συμπεριφέρεται "καλά", δηλ. νόμιμα. (ΑΠ 1192/2023, ΑΠ 374/2023, ΑΠ 741/2023, ΑΠ 931/2023, ΑΠ 1289/2022). Η αποδοχή της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του δράστη είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και του μέσου κρατουμένου, αντίστοιχα, και συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του. Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαίτιου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού ή για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις υποβολής ενός τέτοιου ισχυρισμού, οπωσδήποτε δε πρέπει να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του που να μαρτυρεί την αληθινή ψυχική του μεταβολή προς το καλύτερο (ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 466/2021, ΑΠ 253/2021, ΑΠ 527/2020, ΑΠ 395/2020).
Συνεπώς, για την αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης στον διαβιούντα υπό συνθήκες κράτησης δράστη δεν αρκεί μόνο το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της κρατήσεως του μέσα στη φυλακή, δεν υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα ή είχε καλή συμπεριφορά, αλλά πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του εξαιρετικά θετική και διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενο, η οποία να συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα του (ΑΠ 1192/2023, ΑΠ 447/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 1135/2022, ΑΠ 1276/2022, ΑΠ 1702/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση τα προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπό του (αναιρεσείοντος) των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α και ε' ΠΚ, επικαλούμενος σε σχέση με τις εν λόγω ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Από το Δελτίο Ποινικού Μητρώου του κατηγορουμένου, αλλά και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι στο παρελθόν δεν έχει τελέσει κανένα έγκλημα, ουδεμία άλλωστε - οπό οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο - εμπλοκή του προκύπτει με τις διωκτικές αρχές και την ποινική δικαιοσύνη. Ο κατηγορούμενος έχει οργανωμένη οικογενειακή ζωή και επαγγελματική ζωή, αφού συνεχώς και αδιαλείπτως εργάζεται προκειμένου να συμβάλλει στο οικογενειακό εισόδημα. Η όλη διαγωγή του μέχρι σήμερα είναι άριστη και ουδέποτε έχει δώσει αφορμή για δυσμενή σχόλια σε βάρος του, πολύ περισσότερο για συμμετοχή του σε παράνομες δραστηριότητες. Ποτέ δεν απασχόλησε δικαστικές ή αστυνομικές αρχές και τούτο διαπιστώνεται από το λευκό του ποινικό μητρώο που υπάρχει στην δικογραφία. Ο έντιμος βίος του αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως που εξετάστηκε στο ακροατήριο, ο οποίος βεβαίωσε για την προσωπικότητα του και για το ότι πάντα υπήρξε αγαπητός στην κοινωνία που ζει. Είχε σταθερή επαγγελματική δραστηριότατα. Είχε κοινωνική παρουσία μέσω της επαγγελματικής του δραστηριότητος. Μάλιστα όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας υπεράσπισης, ήταν εργασιομανής. Όπως άλλωστε προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα, ο κατηγορούμενος δεν είχε δώσει την παραμικρή αφορμή και ήταν άνθρωπος εμπιστοσύνης και συνεπής στην εργασία του. Όλοι τον αγαπούσαν και τον αγαπάνε. Γι' αυτό άλλωστε και η στήριξη τους προς το πρόσωπο του σ" αυτήν την δύσκολη γι'αυτόν στιγμή. Όλα όσα ανέφερε και ζήτησε να αναγνωσθούν και όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες υπερασπίσεως σε σχέση με την επαγγελματική δραστηριότητα, την οικογενειακή ζωή και την κοινωνική του παρουσία, αποδεικνύουν ότι είχε θετική κοινωνική παρουσία και αποδεδειγμένα έντιμο βίο. Δεν υφίσταται εξάλλου κανένα στοιχείο που να αντικρούει όσα απέδειξε δια μαρτύρων και εγγράφων. Ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε ΠΙΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναγνώριση της παραπάνω ελαφρυντικής περίστασης θα πρέπει να γίνει δεκτή, καθώς: (α) Σύμφωνα με τα προσαγόμενα έγγραφα των Κ.Κ. Κορυδαλλού και Λάρισας αντίστοιχα βεβαιώνουν ότι ο κατηγορούμενος και εργάσθηκε εντός των φυλακών και παρακολούθησε σχολεία και είχε συμπεριφορά ΑΡΙΣΤΗ. Περαιτέρω από τον χρόνο του συμβάντος μέχρι και σήμερα έχει διέλθει χρονικό διάστημα 13 ετών κατά το οποίο ο κατηγορούμενος ήταν υπόδειγμα νομοταγούς πολίτη, Η υιοθέτηση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η καλή συμπεριφορά μετά την πράξη αναιρείται από έτερο μεταγενέστερο της πράξης του ένταλμα σύλληψης θα πρέπει να μη γίνει δεκτή από το Δικαστήριο Σας, αφού για το ένταλμα αυτό κρίθηκε αθώος με την υπ' αριθμ. απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν θα πρέπει να οδηγήσουν στην αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Η αναγνώριση των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων οδηγεί σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης σε επιβολή ελαττωμένης ποινής, κατ' άρθρο 83 Π.Κ". Το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε απολογούμενος, διέμεινε στην Ελλάδα από το έτος 2007 μέχρι και το 2013, οπότε επέστρεψε στην χώρα καταγωγής του, την Αλβανία. Η ανακριτική διαδικασία για την ανωτέρω πράξη της ληστείας, αρχικώς κατά άγνωστου δράστη, περατώθηκε με την από 09. 04.2013 διαβίβασή της προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών χωρίς να έχει προκύψει η ταυτότητα του δράστη. Αργότερα, με το από 02.12.2018 έγγραφο της Δ.Ε.Ε. ενημερώθηκε το Τ.Α Αλίμου περί του ότι ένα τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος που βρέθηκε στην εξωτερική επιφάνεια μεταλλικού φιαλιδίου, το οποίο ήταν προσαρμοσμένο εσωτερικά σε πλαστικό μηχανισμό εισπνοών, ταυτίζεται με το αποτύπωμα του δεξιού αντίχειρα του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια η ανακριτική δικογραφία περατώθηκε με το 4/2021 ένταλμα σύλληψης του κατηγορουμένου, που εκδόθηκε από τον Ανακριτή του 6ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Αθηνών, διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και εκδόθηκε η 206/2022 Πράξη του Προέδρου Εφετών με την οποία διατηρήθηκε η ισχύς του ανωτέρω εντάλματος και παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος με απευθείας κλήση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ακολούθως, επειδή εκκρεμούσαν εναντίον του τόσο το ανωτέρω ένταλμα σύλληψης και η Πράξη του Προέδρου Εφετών με την οποία διατηρήθηκε σε ισχύ όσο και το με αριθμό 1/2019 όμοιο του Ανακριτή του 25ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Αθηνών και η 432/1903.2019 Διάταξη του Προέδρου Εφετών που το διατηρεί σε ισχύ. ο κατηγορούμενος συνελήφθη στη συνοριακό φυλάκιο Κακαβιάς στις 24.05.2023. Αυτός ισχυρίστηκε ότι μέχρι την τέλεση της ληστείας, για την οποία κρίθηκε ένοχος κατά τα ανωτέρω, έζησε σύννομο βίο. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι η τέλεση της συγκεκριμένης ληστείας απαιτούσε προπαρασκευή, με μακρά παρακολούθηση του παθόντος για τον εντοπισμό των ημερών που μετέφερε τις εισπράξεις στην κατοικία του, αποφασιστικότητα και ετοιμότητα για κάθε ενδεχόμενο, εφόσον τελέστηκε με την απειλή πυροβόλου όπλου, αλλά και προηγούμενη εμπειρία και συνεργασία με άλλους δράστες για την επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος, χαρακτηριστικά που δεν διαθέτει ο μέσος πολίτης που ζει συννόμως, όπως ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι έπραττε, πλην όμως δεν ενισχύθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε αποδείχτηκε ότι αυτός άσκησε κάποιο νόμιμο επάγγελμα για τον βιοπορισμό του τόσο ζούσε στην Ελλάδα και στην Αλβανία, χωρίς να αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο για την κατάφαση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης..... Ακολούθως ο αυτοτελής ισχυρισμός που πρότεινε ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο αυτού της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρθηκαν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι αυτός επέδειξε καλή συμπεριφορά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των πράξεών του ενώ, ακόμη όμως και αν ήθελε κριθεί ορισμένος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ'ουσίαν, δεδομένου ότι δεν έγινε από τον κατηγορούμενο επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών των πράξεών του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης, τάξης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης. Αντίθετα η ύπαρξη καλής διαγωγής η παρακολούθηση σχολικών μαθημάτων και η έλλειψη πειθαρχικής καταδίκης που επικαλείται ο κατηγορούμενος δεν αρκούν για την χορήγηση του σχετικού ελαφρυντικού. Ειδικότερα, η ανωτέρω συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι η συνήθης καλή συμπεριφορά κάθε κρατουμένου και αποσκοπούσε στη στοιχειώδη και αυτονόητη εκπλήρωση υποχρεώσεών του ως κρατουμένου και στη συμμόρφωσή του προς τον κανονισμό λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, ενώ η υπ'αυτού πραγματοποίηση ημερομισθίων ευεργετικώς προσμετρουμένων αποσκοπεί στη συντομότερη αποφυλάκισή του προς όφελος του. Δεν αποδείχθηκε δηλαδή ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου και συνέχεται με την εξαιρετική βελτίωση αυτής, εκφραζόμενη ποικιλοτρόπως". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την απόρριψη ως αβάσιμου του ελαφρυντικού του πρότερου σύννομου βίου (84 παρ.2α'ΠΚ), καθόσον το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψιν του το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύονται αναλυτικά στην απόφαση και συναξιολογώντας και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η εν λόγω πράξη (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 935/2022), (χρήση όπλου, μακρά παρακολούθηση παθόντος, προηγούμενη εμπειρία, συνεργασία με άλλους δράστες, χαρακτηριστικά που δεν διαθέτει ο μέσος πολίτης που ζει συννόμως) καθώς και το ότι ο κατηγορούμενος δεν άσκησε νόμιμο επάγγελμα για βιοπορισμό, ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Αλβανία, αιτιολόγησε επαρκώς, με τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές γιατί δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού. Επίσης, ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, για αναγνώριση της από το άρθρο 84 παρ.2 εδ.ε' ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, ορθώς και με επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε κυρίως μεν ως αόριστος, επικουρικά δε και ως αβάσιμος, αφού ο αναιρεσείων, δεν επικαλέστηκε ούτε και αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του προϋπόθεση η οποία απαιτείται να συντρέχει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην οικεία μείζονα σκέψη, ώστε να καταφάσκεται η ελαφρυντική αυτή περίσταση. Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των προβληθέντων από τον αναιρεσείοντα αυτοτελών ισχυρισμών για την αναγνώριση σ'αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων των άρθρων 84 παρ.2 α' και ε' του ΠΚ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατ'αρ. 578 παρ.1 ΚΠΔ κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31/3/2025 αίτηση του R. B. του R., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ Λάρισας, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4971/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ