Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 920 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 920/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαρμαρινό, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 7631/2024 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (β'βαθμού).
Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης (β'βαθμού) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 05 Μαρτίου 2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Π. Τ. έλαβε αριθμό 5/2025 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 5-3-2025 αίτηση αναίρεσης του Χ. Χ. του Γ., κατά της υπ' αριθμ. 7631/30-9-2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που στις 14-2-2025 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - με την οποίαν, αφού συνεκδικάσθηκαν οι ασκηθείσες εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος υπ' αριθμ. καταθέσεως: 2206 και 2205/25-10-2022 εφέσεις κατά των υπ' αριθμ. 21861 και 21908/2022 (καταδικαστικών εις βάρος του) αποφάσεων του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αυτός καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ΕΦΚΑ μισθωτών (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) κατ' εξακολούθηση και της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ μισθωτών (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) κατ' εξακολούθηση και, αφού αναγνωρίσθηκε σ' αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. β' ΠΚ, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών για την κάθε μία από τις ως άνω δύο αξιόποινες πράξεις, ενώ στην συνέχεια καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης δέκα τεσσάρων (14) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 5-3-2025 με σχετική προς τούτο δήλωσή του στην γραμματέα του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 εδ. α', 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Επί πλέον η κρινομένη αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, στην σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α', Β', Δ', Ε' και Θ' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των παραπάνω λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00 €) και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000,00) δραχμών, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €), με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς, μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων(10.000,00) δραχμών. Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, στο άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951 ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί (για την καταβολή τους). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων χρηματικών ποσών εντός μηνός, αφ' ότου κατέστησαν απαιτητές, στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό, ενώ για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης των συγκεκριμένων εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενο αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, που ως τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την εργασία ή υπηρεσία του. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών απαιτείται το υποκείμενό τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του ΑΝ 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση, το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό, στο πρόσωπο δε, αυτού, στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση του κατηγορουμένου στην επιχείρηση, καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και η νομική μορφή της τελευταίας, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό. Ειδικότερα, όταν εργοδότης είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 69 παρ. 2 του Ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του Ν. 2238/1994. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4- 2012, σύμφωνα με την οποία, ως αυτουργοί των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και απόδοσης εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες είναι: α) Οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από τον νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) σε περίπτωση που λείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) Για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μέχρι τις 11-4-2012, οπότε θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και 2) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11-4-2012 και οφείλονται από ανώνυμη ημεδαπή εταιρία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι όσοι ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, ήτοι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων (ανεξαρτήτως του αν χαρακτηρίζονται μη εκτελεστικοί, εφόσον δεν προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση στην παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012), οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της ΑΕ, ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον, αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (αντιπρόεδροι και μέλη διοικητικών συμβουλίων) ασκούν πράγματι, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική (ΑΠ 567/2024).
Εξάλλου, από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 437/2025, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 27/2023).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 106 Γ του Ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", με τον τίτλο "Αποτελέσματα της επικύρωσης", "1. Από την επικύρωσή της, η συμφωνία εξυγίανσης δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών, οι απαιτήσεις των οποίων ρυθμίζονται από αυτή, ακόμη και αν δεν είναι συμβαλλόμενοι στη συμφωνία εξυγίανσης." Δεν δεσμεύονται πιστωτές οι απαιτήσεις των οποίων γεννήθηκαν μετά την έκδοση της απόφασης που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης. (Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 14 παρ. 7 του Ν. 4491/2017 (ΦΕΚ Α' 152/13.10.2017), ενώ σύμφωνα με την παρ.11 του αυτού άρθρου και νόμου, εφαρμόζεται επί διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4491/2017. Ως έναρξη διαδικασιών νοείται η κατάθεση της αίτησης πτώχευσης ή αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης. 2. Τα δικαιώματα των πιστωτών κατά των εγγυητών και συνοφειλετών εις ολόκληρον του οφειλέτη, καθώς και τα υφιστάμενα δικαιώματά τους σε περιουσιακά αντικείμενα τρίτων, περιορίζονται στο ίδιο ποσό με την απαίτηση κατά του οφειλέτη, εκτός αν δεν συναινεί ο πιστωτής. Κατ' εξαίρεση, όταν ο εξασφαλιζόμενος πιστωτής δεν συναινεί, η ευθύνη του εγγυητή περιορίζεται όταν ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο συνδεδεμένο με τον οφειλέτη, υπό την έννοια ότι είναι σύζυγοι, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δεύτερου βαθμού. Σε περίπτωση ικανοποίησης πιστωτή από εγγυητή ή συνοφειλέτη εις ολόκληρον, ο οφειλέτης ευθύνεται έναντι των τελευταίων, εάν συντρέχει δικαίωμα αναγωγής, με τον ίδιο τρόπο που ευθύνεται κατά τη συμφωνία έναντι του πιστωτή που ικανοποιήθηκε από αυτούς...3. Με την επικύρωση της συμφωνίας: α) Αίρεται αυτοδικαίως η απαγόρευση ή το κώλυμα έκδοσης επιταγών που είχε επιβληθεί στον οφειλέτη πριν από την έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης. β) "Αναστέλλεται η ποινική δίωξη των πλημμελημάτων της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 25 του Ν. 1882/1990, καθώς και της καθυστέρησης καταβολής οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία, εφόσον οι παραπάνω πράξεις έχουν τελεσθεί πριν από την υποβολή της αίτησης κατά το άρθρο 104". Η αναστολή δεν υπόκειται στο χρονικό περιορισμό της παραγράφου 3 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα και ισχύει για όσο χρονικό διάστημα προβλέπεται να διαρκέσει η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη που απορρέουν από τη συμφωνία εξυγίανσης και υπό τον όρο της εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων. (Το πρώτο εδάφιο της περ. β' αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν.4491/2017 (ΦΕΚ Α' 152/13.10.2017),σύμφωνα δε με τη παρ. 11 του αυτού άρθρου και νόμου, εφαρμόζεται επί διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4491/2017. Ως έναρξη διαδικασιών νοείται η κατάθεση της αίτησης πτώχευσης ή αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης. γ) Οι ρυθμιζόμενες με τη συμφωνία εξυγίανσης οφειλές προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης καθίστανται ενήμερες υπό τον όρο τήρησης της συμφωνίας εξυγίανσης και οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να χορηγούν τις αντίστοιχες βεβαιώσεις ενημερότητας, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στη συμφωνία εξυγίανσης. 4. Σε περίπτωση πλήρους και εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη που απορρέουν από τη συμφωνία εξυγίανσης εξαλείφεται το αξιόποινο των πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος. 5. Η απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης αποτελεί τίτλο εκτελεστό για τις αναλαμβανόμενες με αυτήν υποχρεώσεις, εφόσον από τη συμφωνία προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής". Το άρθρο 106γ, το οποίο είχε προστεθεί με το άρθρο 12 του Ν. 4013/2011 (ΦΕΚ Α' 204/15.9.2011), αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 6 παρ. 10α του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22.12.2016). Σύμφωνα με τη περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 13 του αυτού νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 4491/2017 (ΦΕΚ Α' 150: "Στην περίπτωση της παραγράφου 11 του άρθρου 106 β' και στην περίπτωση γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 106 γ' υπάγονται και οι διαδικασίες στις οποίες οι συμφωνίες εξυγίανσης έχουν ήδη επικυρωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η υλοποίησή τους".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Ακόμη, η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και (οι οποίοι) τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Το δικαστήριο της ουσίας όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022). Ωστόσο, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό η άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 1267/2017). Δεν αποτελούν συνεπώς, μεταξύ άλλων, αυτοτελείς ισχυρισμούς (εκτός από την άρνηση των στοιχείων του εγκλήματος), τα πραγματικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αναφέρονται σε αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ενοχής (ΑΠ 660/2020). Η ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης ή για αναστολή της ποινικής δίωξης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 106 Γ παρ. 3 του Πτωχευτικού Κώδικα, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αίτησης αυτής κρίση του (ΑΠ 896/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022). Στην κρινόμενη υπόθεση το ανωτέρω Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία, μέρος, κατά την (αναιρετικώς) ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που περιέχεται στα ενσωματωμένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη από την 1η Σεπτεμβρίου 2017 έως την 1η Οκτωβρίου 2017, τυγχάνοντας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "SYNCO ΣΥΝΘΕΤΙΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΟΥΦΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΔΗ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΑΕ" και Α.Μ.Ε. ..., ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 506 ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΗΣ, είδος Επιχείρησης: Κατασκευή πορτών, παράθυρων, πλαισίων και κατωφλιών για πόρτες, παραθυρόφυλλων, ρολών και παρόμοιων ειδών και μερών τους, από πλαστικές ύλες και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/07/2017 έως 31/08/2017 στην επιχείρησή του, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του (άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 33.088,64 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό .../2017 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 33.088,64 ΕΥΡΩ. Ειδικότερα δε, 1. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 22.059,09 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 11.029 ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σε αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη για αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Περαιτέρω στη Θεσσαλονίκη, από την 1η Σεπτεμβρίου 2018 έως την 1η Απριλίου 2019, τυγχάνοντας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "SYNCO ΣΥΝΘΕΤΙΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΟΥΦΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΔΗ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΑΕ" και Α.Μ.Ε.: ..., ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 506 ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΗΣ, είδος Επιχείρησης: Κατασκευή πορτών, παράθυρων, πλαισίων και κατωφλιών για πόρτες, παραθυρόφυλλων, ρολών και παρόμοιων ειδών και μερών τους, από πλαστικές ύλες και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/07/2018 έως 28/02/2019 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) τις παρακάτω εισφορές ποσού 111.736,55 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό .../2019 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 111.736,55 ΕΥΡΩ. Ειδικότερα: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 74.491,03 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 37.245,52 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Σημειώνεται ότι κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος κατ' εξακολούθηση τέλεσε αφ' ενός, το αδίκημα της μη καταβολής των βαρυνουσών των ίδιο εισφορών του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, αφ' ετέρου δε, το αδίκημα της μη καταβολής των εισφορών των εργαζομένων του άρθρου 1 παρ. 2 του ΑΝ 86/1967, καθώς οι περισσότερες πράξεις τελούν σε ενότητα δόλου..., ενώ η εν λόγω μεταβολή από αληθινή πραγματική συρροή κατ' άρθρο 94 § 1 ΠΚ σε κατ' εξακολούθηση κατ' άρθρο 98 ΠΚ από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν συνιστά απαγορευμένη χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου...
Περαιτέρω ο κατηγορούμενος διέπραξε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις με δόλο, καθώς μόνη η οικονομική δυσχέρεια της εταιρίας δεν αίρει το δόλο, καθώς το στοιχείο της υπαιτιότητας δεν ερμηνεύεται με βάση την οικονομική δυνατότητά της, αλλά με βάση τη στάση του κατηγορουμένου έναντι της οικείας υπόθεσης και την αποδοχή του ότι η εταιρία θα συνεχίσει να λειτουργεί απασχολώντας προσωπικό και δεν θα καταβάλει τις κατά το νόμο οφειλόμενες εισφορές στον ΕΦΚΑ. Πλην όμως η ως άνω αδυναμία για την πλήρη ανταπόκριση της εταιρίας που εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος στις οικονομικές της υποχρεώσεις επηρεάστηκε σε κάποιο βαθμό από την οικονομική κρίση και ύφεση που επηρέασε τον οικονομικό κλάδο στον οποίο δραστηριοποιείται. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό και να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η προβλεπόμενη από το άρθρο 84 παρ. 2β του ΠΚ ελαφρυντική περίσταση".
Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο σχετικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, επί λέξει τα εξής:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο για τις πράξεις: 1) Της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και 2) της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι: Στη Θεσσαλονίκη από την 1η Σεπτεμβρίου 2017 έως την 1η Οκτωβρίου 2017, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "SYNCO ΣΥΝΘΕΤΙΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΟΥΦΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΔΗ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ" και Α.Μ.Ε. ..., ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 506 ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΗΣ, είδος Επιχείρησης: Κατασκευή πορτών, παράθυρων, πλαισίων και κατωφλιών για πόρτες, παραθυρόφυλλων, ρολών και παρόμοιων ειδών και μερών τους, από πλαστικές ύλες, και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/07/2017 έως 31/08/2017 στην επιχείρησή του, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του (άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 33.088,64 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό .../2017 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 33.088,64 ΕΥΡΩ. 1. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 22.059,09 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 11.029 ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σε αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη για αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Στη Θεσσαλονίκη, από την 1η Σεπτεμβρίου 2018 έως την 1η Απριλίου 2019, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "SYNCO ΣΥΝΘΕΤΙΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΟΥΦΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΔΗ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΑΕ" και Α.Μ.Ε: ..., ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 506 ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΗΣ, είδος Επιχείρησης: Κατασκευή πορτών, παράθυρων, πλαισίων και κατωφλιών για πόρτες, παραθυρόφυλλων, ρολών και παρόμοιων ειδών και μερών τους, από πλαστικές ύλες και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/07/2018 έως 28/02/2019 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ) τις παρακάτω εισφορές ποσού 111.736,55 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό .../2019 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 111.736,55 ΕΥΡΩ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΓΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 74.491,03 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 37.245,52 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση".
Με τα τρία σκέλη του τετάρτου αναιρετικού λόγου - κατά το ορθό νοηματικό τους περιεχόμενο - ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για τις παραπάνω δύο αξιόποινες πράξεις, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 του ΑΝ 86/1967, όπως ισχύει και επί πλέον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και προσάπτει σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) τις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του αμέσως προηγουμένως αναφερθέντος άρθρου και της έλλειψης νόμιμης βάσης. Με τις προαναφερθείσες παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους, χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τί ακριβώς προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας του κάθε αποδεικτού μέσου, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση (όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων). Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται με σαφήνεια όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών, καθώς και τα κατ' είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, με τη γενική αναφορά ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία (δηλαδή τον δημοσίως στο ακροατήριο εξετασθέντα μάρτυρα αλλά και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά των (δύο) πρωτοβαθμίων δικών), η οποία (αναφορά) ήταν αρκετή για την πληρότητα της αιτιολογίας.
Περαιτέρω, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων προέβη στην τέλεση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, ενεργώντας με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της προαναφερθείσας (εμπορικής) ανώνυμης εταιρείας, η οποία, αν και απασχόλησε, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας κατά τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα, εν τούτοις δεν κατέβαλε νομοτύπως τις οφειλόμενες στο ΙΚΑ, για την απασχόληση του προσωπικού αυτού, εργοδοτικές αλλά και εργατικές εισφορές που αναλυτικώς παραπάνω αναφέρονται. Επομένως και τα τρία σκέλη του ανωτέρω τετάρτου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται εκ μέρους του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής του κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τις παραπάνω τελεσθείσες εκ μέρους του αξιόποινες πράξεις αλλά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και επί πλέον, για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι.
Οι υπόλοιπες εξάλλου, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αφορούν την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων για το προαναφερθέν θέμα, την ενοχή δηλαδή του αναιρεσείοντος για τις ως άνω πράξεις, στην πραγματικότητα συνιστούν επιχειρήματα και διαφορετική αξιολόγηση των αποδείξεων και πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα, υπό τη επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση, μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ενώ κατά το άρθρο 171 ΚΠΔ με τον τίτλο "Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν...γ) την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος...2. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί μία απόφαση, μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1 ΚΠΔ) και δεν καλύφθηκε, καθώς και η κατά το άρθρο 172 παρ. 2 ΚΠΔ έλλειψη ακρόασης, ενώ κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συ¬ντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 761/2024, ΑΠ 844/2024, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο - κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του νομίμως υποβληθέντος για λογαριασμό του αιτήματος αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης "εν όψει έκδοσης απόφασης επί εκκρεμουσών ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον Διοικητικών Δικαστηρίων", όπως επί λέξει αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα αλλά και για "κρείσσονες αποδείξεις κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ" και προσάπτει σ' αυτήν την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα. Επί πλέον, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας υπερβαίνοντας την εξουσία του αλλά και δίχως ειδική αιτιολογία, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα υποβληθέντα για λογαριασμό του αιτήματα, που σημειωτέον αποτελούσαν και λόγους έφεσης, α) περί αναστολής της ασκηθείσας εις βάρος του ποινικής δίωξης κατ' άρθρο 106 Γ' παρ. 3 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) και β) αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις κατ' άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠΔ - που συνιστά επανάληψη του δευτέρου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου - και με τα (αντίστοιχα) δύο πρώτα σκέλη του δευτέρου λόγου αιτιάται - όπως ορθά εκτιμάται από το Δικαστήριο - την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και της υπέρβασης εξουσίας, αλλά και επί πλέον, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α', Δ' και Θ' ΚΠΔ). Με το τρίτο σκέλος του ιδίου (δευτέρου) λόγου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε χωρίς ειδική αιτιολογία το προαναφερθέν υποβληθέν για λογιαριασμό του αίτημα περί αναστολής της ασκηθείσας εις βάρος του ποινικής δίωξης κατ' άρθρο 106 Γ' παρ. 3 του Ν. 3588/2007, ενώ με το τέταρτο σκέλος του αυτού ως άνω (δευτέρου) λόγου - που συνιστά ουσιαστικά επανάληψη μέρος του προαναφερθέντος τετάρτου αναιρετικού λόγου, που, όπως ήδη αναφέρθηκε, απορρίφθηκε ως αβάσιμος - ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για τις παραπάνω δύο αξιόποινες πράξεις και προσάπτει σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και με το πέμπτο σκέλος του δευτέρου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 79 ΠΚ κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας σ' αυτόν συνολικής ποινής, προσάπτοντας σ' αυτήν (την προσβαλλόμενη απόφαση) την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια και συγκεκριμένα, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του ως άνω άρθρου 79 παρ. 6 ΠΚ.
Εξάλλου, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, που πρέπει να συνεκδικασθεί τόσο με τον πρώτο, όσο και με το δεύτερο λόγο, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας "παρέλειψε να αποφανθεί επί των 4 εκ των 5 λόγων που νομίμως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς προβλήθηκαν ενώπιόν του, με το συνημμένο στις υπ' αριθμ. 2206/2022 από 25-10-2022 και 2205/ από 25-10-2022 εκθέσεις εφέσεως και αναπόσπαστο με αυτές από 25-10-2022 έγγραφο ενώπιον του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο και μνημονεύεται στην άνω έκθεση", όπως επί λέξει αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Β' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια και συγκεκριμένα, της σχετικής ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε. Από την επιτρεπτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των ως άνω πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι το προαναφερθέν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απάντησε σε όλα ανεξαιρέτως τα ανωτέρω υποβληθέντα για λογαριασμό του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αιτήματα, διαλαμβάνοντας στο (αμέσως παρακάτω αναφερόμενα σχετικά) σκεπτικό του τα ακόλουθα: (Στην σελ. 10 της προσβαλλόμενης απόφασης): "Από το σύνολο των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο καθώς και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος δια της συνηγόρου του ζήτησε από το Δικαστήριο την αναβολή της δίκης, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης επί των ως άνω αναγνωσθέντων ανακοπών κατά ταμειακών βεβαιώσεων των ένδικων οφειλών και προσφυγών της οφειλέτιδας εταιρίας κατά των ένδικων πράξεων επιβολής εισφορών ΕΦΚΑ. Το εν λόγω αίτημα αναβολής είναι νόμιμο στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 61 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 73 του ν. 5090/2024, αλλά πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο καθώς οι ως άνω αναγνωσθείσες ανακοπές και προσφυγές δεν βάλλουν κατά της ύπαρξης και του κύρους της οφειλής της εταιρίας προς τον ΕΦΚΑ (βλ και σχετική κατάθεση μάρτυρα), αλλά αμφισβητούν την τυπική νομιμότητα των ταμειακών βεβαιώσεων και των πράξεων επιβολής εισφορών. Η διάγνωση της ένδικης ποινικής υπόθεσης χωρίς να έχει προηγηθεί τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην ανακοπή και προσφυγή που ασκήθηκαν, δικαιολογείται από το ότι ο νόμος ποινικοποιεί συμπεριφορά του κατηγορουμένου, για την ποινική αξιολόγηση της οποίας δεν είναι απαραίτητος ο προηγούμενος έλεγχος της βασιμότητας ή όχι της εν λόγω παράβασης από τα διοικητικά δικαστήρια. Τούτο δε διότι τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια καλούνται να αποφανθούν, αν συντρέχουν ή όχι τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του άρθρου 1 § 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, δηλαδή για ζήτημα, το οποίο σχετίζεται μεν, αλλά δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη, με το αντικείμενο της δίκης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων τα οποία εν προκειμένω καλούνται να αποφανθούν αναφορικά με την τυπική νομιμότητα των προσβαλλόμενων πράξεων.
Εν προκειμένω η επίδικη αξιόποινη πράξη είναι γνήσιο έγκλημα δια παραλείψεως τελεσθέν και έχει τελεσθεί με την πάροδο χωρίς καταβολή των επίδικων εισφορών των τριάντα ημερών των μηνών που έπονται τους μήνες κατά τους οποίους παρασχέθηκε η εργασία στον κατηγορούμενο, η δυνατότητα δε ή μη είσπραξης των εισφορών από το ΙΚΑ δια αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής του υπόστασης και είναι αδιάφορη για την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου...Επομένως το αίτημα της αναβολής κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ, που συνιστά και ειδικό λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Τέλος, το συναφές αίτημα αναβολής κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ ενόψει της υπαγωγής της οφειλέτιδας εταιρίας στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο καθώς ο κατηγορούμενος δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να αποδεικνύουν την αληθινή βούληση και την πραγματική δυνατότητα να ενταχθεί η εταιρία στις ρυθμίσεις του Ν. 4738/2020". (Στην σελ. 13 της προσβαλλόμενης απόφασης):
"Περαιτέρω ο κατηγορούμενος με ειδικό λόγο έφεσης παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το αίτημα αναστολής της ποινικής δίωξης λόγω επικύρωσης της συμφωνίας επικύρωσης, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει λήξει, ούτε αυτή έχει ανατραπεί τελεσιδίκως. Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος και δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής της ποινικής διαδικασίας, διότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 106 Γ ΠτΚ αναστολή, τελεί υπό τον όρο της εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων με την συμφωνία εξυγίανσης...
Εν προκειμένω, εκδόθηκε για λογαριασμό της εταιρίας "SYNCO ΣΥΝΘΕΤΙΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΟΥΦΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΔΗ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΑΕ", της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είναι ο κατηγορούμενος, η με αριθμό 2444/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία άνοιξε την διαδικασία εξυγίανσης για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας και ακολούθως η ίδια απόφαση επικύρωσε την από 14-9-2017 συναφθείσα γενική συμφωνία εξυγίανσης, μαζί με τις επιμέρους συμφωνίες εξυγίανσης με τους συμφωνούντες πιστωτές της εταιρίας. Ειδικότερα με την απόφαση επικυρώθηκε και η επιμέρους με ημερομηνία 2-8-2017 συμφωνία που συνήψε ο ΕΦΚΑ συνήψε με την εταιρία με την οποία ρυθμίστηκε η καταβολή της οφειλής της εταιρίας σε 144 συνεχείς μηνιαίες δόσεις με 20% έκπτωση στις προσαυξήσεις. Πλην όμως, όπως ρητά καταθέτει ο μάρτυρας κατηγορίας - υπάλληλος του ΕΦΚΑ, ουδόλως η εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο εταιρία, τηρεί κατά τον παρόντα χρόνο, τη συμφωνία εξυγίανσης αναφορικά με τον ΕΦΚΑ καθώς οι δόσεις της ως άνω συμφωνίας δεν πληρώθηκαν, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί ο κατηγορούμενος. Επομένως και με δεδομένο ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 106γ § 3 ΠτΚ (Πτωχευτικός Κώδικας Ν. 3588/2007) αναστολή ισχύει, μόνο εφόσον τηρούνται οι όροι της σχετικής συμφωνίας εξυγίανσης και όχι μέχρι να ανατραπεί τελεσίδικα ο ειδικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί". Ακόμη ως προς την επιβληθείσα στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ποινή, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 16) τα ακόλουθα: "Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο η αναφερόμενη στο διατακτικό ποινή φυλάκισης, ως ανάλογη και δίκαιη στερητική της ελευθερίας ποινή προς τιμωρία του εγκλήματος. Στην ως άνω κρίση του οδηγήθηκε το δικαστήριο μετά από αξιολόγηση των κριτηρίων που αναφέρονται στο άρθρο 79 ΠΚ, και ιδίως από την εκτίμηση, α) της βαρύτητας του εγκλήματος, λαμβάνοντας υπόψη του τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που το συνόδευσαν, όπως αυτά προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία με τη ρητή επισήμανση ότι δεν ελήφθησαν υπόψη στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής, β) του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, ήτοι την ένταση του δόλου, τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη, γ) με στάθμιση όλων των στοιχείων που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του κατηγορουμένου που αναφέρονται στο άρθρο 79 ΠΚ. Περαιτέρω λόγω της αναγνώρισης ελαφρυντικής περίστασης το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί μόνο ποινή φυλάκισης και όχι χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 83 εδ. τελευταίο ΠΚ". Με τις προαναφερθείσες παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη των ως άνω υποβληθέντων αιτημάτων, αφού δέχθηκε ότι για την ποινική αξιολόγηση των παραπάνω αναφερόμενων αξιοποίνων πράξεων δεν είναι απαραίτητος ο προηγούμενος έλεγχος της βασιμότητας ή όχι της εν λόγω παράβασης από τα διοικητικά δικαστήρια αλλά και ότι δεν προσκομίσθηκαν στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η αληθινή βούληση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος αλλά και η πραγματική δυνατότητα να ενταχθεί η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρία στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων [Ν. 4738/2020 (ΦΕΚ Α' 207/27.10.2020) "Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις"], ενώ δεν υπερέβη την εξουσία του, ούτε προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο και συνεπώς, οι προαναφερθέντες σχετικοί αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι. Επί πλέον, ως προς την επιμέτρηση των ποινών φυλάκισης των δέκα (10) μηνών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την κάθε μία από τις δύο πράξεις του αλλά και της καθορισθείσας εις βάρος του προαναφερθείσας συνολικής ποινής των δέκα τεσσάρων (14) μηνών, που όπως ήδη αναφέρθηκε, η εκτέλεσή της ανεστάλη επί τριετία, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση όλα τα ως άνω τα προβλεπόμενα κριτήρια για την επιβολή αυτής και ως εκ τούτου ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, ενώ όπως ήδη αναφέρθηκε, εξετάσθηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όλοι οι υποβληθέντες σ' αυτό λόγοι έφεσης και ως εκ τούτου ο προαναφερθείς σχετικός (τρίτος) αναιρετικός λόγος είναι επίσης αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου (παραδεκτού) λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η από 5-3-2025 αίτηση αναίρεσης του Χ. Χ. του Γ., κατά της υπ' αριθμ. 7631/2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-3-2025 αίτηση του Χ. Χ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7631/2024 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ