Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 938 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 938/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου K. T. του S., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μεθόδιο Ματαλιωτάκη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 49/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.02.2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17.02.2025, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1348/2025 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η κρινόμενη από 17.2.2025 αίτηση του K. T. του S. για αναίρεση της 49/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό και επέβαλε στoν κατηγορούμενo και ήδη αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, ασκήθηκε νομοτύπως (άρθ. 466 παρ.1 και 474 παρ. 2Α του ΚΠΔ) και εμπροθέσμως (άρθ. 473 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ), διότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 29.1.2025 και η αναίρεση ασκήθηκε με επίδοση της αίτησης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17.2.2025. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ II. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, εφαρμοστέα, κατ' άρθρο 2παρ. 1 ΠΚ, στην υπό κρίση υπόθεση, (ΑΠ 997/2024, ΑΠ 900/2024, ΑΠ 814/2024, ΑΠ 771/2024, ΑΠ 711/2024, ΑΠ 533/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 381/2024, ΑΠ 289/2024, ΑΠ 215/2024, ΑΠ 269/2024, ΑΠ 198/2024, ΑΠ 45/2024) " όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.". Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται: α) καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, δηλαδή, είτε με τον τύπο του άρθρου 42 ΚΠΔ, είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, β) η καταμήνυση να έγινε, ενώπιον αρχής, γ) η καταμήνυση να αναφέρεται στη τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να αφορά σε άλλον, που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, ε) η καταμήνυση να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής και στ) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση αυτού, να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό αυτού (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση), να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί σχετικά με το ψευδές της καταμήνυσης. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει την κίνηση της διαδικασίας, κατά του καταμηνυθέντος, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Το έγκλημα είναι τυπικό και συνεπώς, τετελεσμένο, με την περιέλευση στην αρχή της μήνυσης, αναφοράς κ.λ.π., ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης ή αν ο καταμηνυθείς τελικώς απαλλάχθηκε (ΑΠ 1097/2024, ΑΠ 1176/2024, ΑΠ 907/2024, ΑΠ 900/2024, ΑΠ 771/2024, ΑΠ 711/2024, ΑΠ 289/2024 ΑΠ 815/2022).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά.
Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν, για την ψευδή καταμήνυση: η καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, δηλαδή είτε με τον τύπο του άρθρου 42 του Κ.Π.Δ. είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, να έγινε ενώπιον αρμόδιας αρχής, να αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, να αφορά άλλον που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής. Ο δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί σχετικά με το ψευδές της καταμήνυσης. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει την κίνηση της διαδικασίας κατά του καταμηνυθέντος, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Το έγκλημα είναι τυπικό και συνεπώς τετελεσμένο με την περιέλευση στην αρχή της μήνυσης, αναφοράς κ.λ.π., ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης ή αν ο καταμηνυθείς τελικώς απαλλάχθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός καταδίωξης του μηνυθέντος. Ο δόλος, δηλαδή η γνώση του ψευδούς της καταμήνυσης πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία συνάγεται αυτή. Και τούτο, διότι, σε σχέση με τον άμεσο δόλο, η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της μήνυσης ή αναφοράς ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως όπως προεκτέθηκε και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη από την καταδικαστική απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1097/2024 ΑΠ 958/2023, ΑΠ 60/2023, ΑΠ 104/2021, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 301/2020 Α.Π. 999/2020).
III. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Αποδείχθηκε πλήρως και πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος στον Κορυδαλλό στις 08.02.2017, εν γνώσει του καταμήνυσε την εγκαλούσα, Ι. Α., ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της για αυτήν. Συγκεκριμένα, αφού εμφανίστηκε ενώπιον του αρμόδιου για τη παραλαβή εγκλήσεων και μηνύσεων, ανακριτικού υπαλλήλου του Τ.Α. κορυδαλλού, καταμήνυσε ενώπιον της αρχής την εγκαλούσα ότι τέλεσε σε βάρος του, τις αξιόποινες πράξεις α) της σωματικής βλάβης από αμέλεια και β) της εγκατάλειψης σε τροχαίο με σωματικές βλάβες και δη αιτήθηκε την άσκηση ποινικής δίωξης και την κατά νόμο τιμωρία της ανωτέρω εκεί εγκαλουμένης (νυν εγκαλούσας) , ισχυριζόμενος τα κάτωθι: "Την 08/11/2016 και περί ώρα 08:40 οδηγούσα το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας μου, επί της οδού ... στο Κερατσίνι, από ... προς … Η ταχύτητά μου δεν υπερέβαινε τα 35- 40 χιλιόμετρα/ ώρα και ήμουν απόλυτα συγκεντρωμένος στην οδήγηση. στη διασταύρωση της οδού ... με την οδό ... το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕΑ που οδηγούσε μια γυναίκα αγνώστων λοιπών στοιχείων, 40 περίπου ετών και εκείνοι το προηγούμενο στην οδό ... με κατεύθυνση από οδό ... προς οδό ... παραβίαζε πινακίδα Ρ - STOP που είχε στην πορεία του στην οδό ... και εισήλθε παρανόμως στον κόμβο, φράσσοντας πλήρως και κάθετα την ευθεία πορεία μου. η κίνηση του IXEA ήταν εντελώς απρόβλεπτη και ανέλεγκτη, ώστε παρά τον δεξιό αποφευκτικό ελιγμό με τροχοπέδηση που έκανα, ήταν αδύνατο να αποφύγω τη σύγκρουση της μοτοσικλέτας μου με την εμπρόσθια αριστερή επιφάνεια κυρίως στον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του IXEA , να πέσω στο οδόστρωμα και να τραυματιστώ. Η οδηγός του ΙΧΕΑ στην αρχή κατέβηκε από το όχημά της, αλλά μετά και ενώ εγώ είχα ενημερώσει την Τροχαία, αποχώρησε χωρίς να δώσει τα στοιχεία της και χωρίς να ενδιαφερθεί για την υγεία μου, συνεχίζοντας την πορεία της στην ... ... Αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος και του τραυματισμού μου είναι η άγνωστη ακόμη οδηγός του υπ' αρ. κυκλοφ. ..., λευκού CITROEN, τύπου C4 ΙΧΕΑ, η οποία παραβίασε πινακίδα STOP, της οποίας επιθυμώ την ποινική δίωξη και για τις σωματικές βλάβες που προκάλεσε και για την εγκατάλειψη του τόπου του ατυχήματος. Επιθυμώ την πλήρη αστική μου αποζημίωση". Όλα, όμως, τα ως άνω περιγραφόμενα γεγονότα που καταμήνυσε ο κατηγορούμενος, με την ως άνω έγκλησή του, ήταν εν γνώσει του ψευδή, αφού η αλήθεια, την οποία αυτός γνώριζε θετικά, ήτοι με πλήρη βεβαιότητα και σιγουριά (άμεσος δόλος β' βαθμού: άρθρα 229 § 1 και 27 § 2 εδ. α' ΠΚ και Μ. Μαργαρίτης οπ.π.), ήταν ότι την 8.11.2016 η εγκαλούσα ήταν ακινητοποιημένη με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... όχημά της επί της οδού ... στη συμβολή της με την οδό ..., προ ρυθμιστικής πινακίδας ΣΤΟΠ, με κατεύθυνση προς την οδό ... Ενώ, λοιπόν η εγκαλούσα ήταν ακινητοποιημένη προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνται επί της οδού ..., προφανώς λόγω αυξημένης κυκλοφορίας των οχημάτων στην οδό αυτή, ένα από αυτά, που κινούνταν με κατεύθυνση από ... προς ..., ακινητοποιήθηκε και της παραχώρησε προτεραιότητα προκειμένου προφανώς να μην αποκλειστεί η κίνηση των οχημάτων που κινούνταν, ως και η εγκαλούσα, κάθετα στη .... Τότε η εγκαλούσα ξεκίνησε την πορεία της, κινούμενη εντός του νοητού ορίου που κάλυπτε το όχημα που της είχε παραχωρήσει προτεραιότητα, και συνέχισε την πορεία της έχοντας ελάχιστη ταχύτητα για να ελέγξει και την κίνηση των αντιθέτως κινουμένων αυτοκινήτων επί της ..., ήτοι από ... προς .... Την αυτή χρονική στιγμή, επί της οδού ..., με κατεύθυνση από την οδό ... προς την ... εκινείτο ο κατηγορούμενος με την με αρ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του. Η κίνησή του όμως, ήταν παράνομη και αντικανονική, αφού για να αποφύγει την αυξημένη κυκλοφορία των οχημάτων, ενεργούσε αντικανονική προσπέραση των οχημάτων, έχοντας μάλιστα εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα. να μην αντιληφθεί την παραχώρηση προτεραιότητας από το άγνωστο αυτοκίνητο στην εγκαλούσα και να αιφνιδιαστεί βλέποντας το όχημα αυτής, εν συνεχεία δε να απωλέσει τον έλεγχο της μηχανής του με συνέπεια να επιπέσει στο έδαφος και να συρθεί για περίπου δέκα μέτρα, σταματώντας περί το ένα μέτρο απόσταση από το όχημα της εγκαλούσας. Με βάση τα ανωτέρω αποκλειστικά υπαίτιος για το επίδικο τροχαίο ατύχημα ήταν ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω δε η εγκαλούσα ενδιαφέρθηκε αμέσως για την κατάσταση της υγείας του, προσφέρθηκε μάλιστα να τον μεταφέρει σε κάποιο νοσοκομείο, πλην, όμως εκείνος αρνήθηκε και ενώ αποδέχτηκε την υπαιτιότητά του της δήλωσε ότι δεν έχει τραυματιστεί με αποτέλεσμα η εγκαλούσα, πειθόμενη από τα λεγόμενά του, να αποχωρήσει από το σημείο. Κατόπιν, όμως, και μετά την αποχώρησή της εγκαλούσες ο κατηγορούμενος κάλεσε την τροχαία για να καταγράψει το συμβάν και δήλωσε ότι δήθεν η εγκαλούσα αποχώρησε. Με την ως άνω, από 08.02.2017, έγκλησή του ο κατηγορούμενος σκόπευε να προκαλέσει (άμεσος δόλος α' βαθμού: άρθρα 229 § 1 του, προ του Ν. 4619/2019, ΠΚ και 27 § 2 εδ. β' ΠΚ και Μ. Μαργαρίτης οπ.π.) και πράγματι προκάλεσε την καταδίωξη της εγκαλούσας αφού σχηματίστηκε σε βάρος της η με ΑΒΜ Γ2107/2405 ποινική δικογραφία, και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, πλην όμως, αυτή αθωώθηκε αμετακλήτως για την πράξη της εγκατάλειψης, ενώ για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος της, με την με αριθμόν ΑΜ-326/2022 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Σαφείς και κατηγορηματικές και μετά λόγου γνώσεως υπήρξαν σχετικά οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίες συμπορεύονται σε μεγάλο βαθμό με το περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων της κατηγορίας και οι οποίες δεν αναιρούνται ούτε αποδυναμώνονται από την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως. Να σημειωθεί ότι ο ως άνω δόλος του εκκαλούντος κατηγορουμένου και δη τόσο ο άμεσος δόλος του β' βαθμού ως προ το ψευδές της καταμήνυσης, όσο και ο άμεσος δόλος του α' βαθμού ως προς την κίνηση της ποινικής δίωξης εις βάρος της εγκαλούσας δεν αίρεται από το γεγονός ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε ως απώτερο στόχο να εξαπατήσει την ασφαλιστική εταιρεία της εγκαλούσας και να εισπράξει από αυτήν αχρεωστήτως αποζημίωση για το ένδικο ατύχημα (..........) στόχο τον οποίον επεδίωξε ανεπιτυχώς ασκώντας την σχετική αστική αγωγή του αποζημίωσης (κατά της εγκαλούσας ως προς την οποία παραιτήθηκε εν συνεχεία από το δικόγραφο της αγωγής και) κατά της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας, αγωγή που απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμη (ως προς την ασφαλιστική εταιρεία) με τη νομίμως αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 1895/2022 οριστική πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Αυτοκινήτων/Περιουσιακών Διαφορών)". Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την ως άνω αξιόποινη πράξη με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό "
Κηρύσσει ένοχο τον παραπάνω κατηγορούμενο του ότι: "Στον Κορυδαλλό στις 08.02.2017, εν γνώσει του καταμήνυσε την εγκαλούσα, Ι. Α., ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή της γι' αυτήν. Συγκεκριμένα, αφού εμφανίστηκε ενώπιον του αρμόδιου για την παραλαβή εγκλήσεων και μηνύσεων, ανακριτικού υπαλλήλου του Τ.Α Κορυδαλλού, καταμήνυσε ενώπιον της αρχής την εγκαλούσα ότι τέλεσε σε βάρος του, τις αξιόποινες πράξεις α) της σωματικής βλάβης από αμέλεια και β) της εγκατάλειψης σε τροχαίο με σωματικές βλάβες και δη αιτήθηκε την άσκηση ποινικής δίωξης και την κατά νόμο τιμωρία της ανωτέρω, εκεί εγκαλουμένης (νυν εγκαλούσας), ισχυριζόμενος τα κάτωθι: "Την 8.11.2016 και περί ώρα 08:40 οδηγούσα την υπ' αρ. κυκλοφ. ... δίκυκλο μοτ/το, ιδιοκτησίας μου, επί της οδού ... στο Κερατσίνι, από οδό ... προς ... Η ταχύτητά μου δεν υπερέβαινε τα 35-40 χλμ/ώρα και ήμουν απόλυτα συγκεντρωμένος στην οδήγηση, στη διασταύρωση της οδού ... με την οδό ... το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΈΑ που οδηγούσε μία γυναίκα αγνώστων λοιπών στοιχείων, 40 περίπου ετών και εκινείτο προηγουμένως στην οδό ... με κατεύθυνση από οδό ... προς οδό ... παραβίασε πινακίδα Ρ-2 STOP που είχε στην πορεία του στην οδό ... και εισήλθε παρανόμως στον κόμβο, φράσοντας πλήρως και κάθετα την ευθεία πορεία μου. Η κίνηση του ΙΧΕΑ ήταν εντελώς απρόβλεπτη και ανέλεγκτη, ώστε παρά τον δεξιό αποφευκτικό ελιγμό με' τροχοπέδηση που έκανα, ήταν αδύνατον να αποφύγω τη σύγκρουση της μοτ/τας μου με την εμπρόσθια αριστερή επιφάνεια, κυρίως τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του ΙΧΕΑ, να πέσω στο οδόστρωμα και να τραυματιστώ, Η οδηγός του ΙΧΕΑ στην αρχή κατέβηκε από το όχημά της, αλλά μετά και ενώ εγώ είχα ενημερώσει την Τροχαία, αποχώρησε χωρίς να δώσει τα στοιχεία της και χωρίς να ενδιαφερθεί για την υγεία μου, συνεχίζοντας την πορεία της στην ... ... Αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος και του τραυματισμού μου είναι η άγνωστη ακόμη οδηγός του υπ' αρ. κυκλοφ. ..., λευκού CITROEN, τύπου C4 ΙΧΕΑ, η οποία παραβίασε πινακίδα STOP, της οποίας επιθυμώ την ποινική δίωξη και για τις σωματικές βλάβες που προκάλεσε και για την εγκατάλειψη του τόπου του ατυχήματος. Επιθυμώ την πλήρη αστική μου αποζημίωση". Όλα, όμως, τα ως άνω περιγραφόμενα γεγονότα που καταμήνυσε ο κατηγορούμενος, με την ως άνω έγκλησή του, ήταν εν γνώσει του ψευδή, αφού η αλήθεια, την οποία αυτός ήταν ότι την 8.11.2016 η εγκαλούσα ήταν ακινητοποιημένη με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... όχημά της επί της οδού ... στη συμβολή της με την οδό ..., προ ρυθμιστικής πινακίδας ΣΤΟΠ, με κατεύθυνση προς την οδό .... Ενώ, λοιπόν η εγκαλούσα ήταν ακινητοποιημένη προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνται επί της οδού ..., προφανώς λόγω αυξημένης κυκλοφορίας των οχημάτων στην οδό αυτή, ένα από αυτά, που κινούνταν με κατεύθυνση από ... προς ..., ακινητοποιήθηκε και της παραχώρησε προτεραιότητα προκειμένου προφανώς να μην αποκλειστεί η κίνηση των οχημάτων που κινούνταν, ως και η εγκαλούσα, κάθετα στη .... Τότε η εγκαλούσα ξεκίνησε την πορεία της, κινούμενη εντός του νοητού ορίου που κάλυπτε το όχημα που της είχε παραχωρήσει προτεραιότητα, και συνέχισε την πορεία της έχοντας ελάχιστη ταχύτητα για να ελέγξει και την κίνηση των αντιθέτως κινουμένων αυτοκινήτων επί της ..., ήτοι από Λεωφ. ... προς ... Την αυτή χρονική στιγμή, επί της οδού ..., με κατεύθυνση από την οδό ... προς την ... εκινείτο ο κατηγορούμενος με την με αρ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του. Η κίνησή του όμως, ήταν παράνομη και αντικανονική, αφού για να αποφύγει την αυξημένη κυκλοφορία των οχημάτων, ενεργούσε αντικανονική προσπέραση των σχημάτων, έχοντας μάλιστα εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την παραχώρηση προτεραιότητας από το άγνωστο αυτοκίνητο στην εγκαλούσα και να αιφνιδιαστεί βλέποντας το όχημα αυτής, εν συνεχεία δε να απωλέσει τον έλεγχο της μηχανής του με συνέπεια να επιπέσει στο έδαφος και να συρθεί για περίπου δέκα μέτρα, σταματώντας περί το ένα μέτρο απόσταση από το όχημα της εγκαλούσας. Με βάση τα ανωτέρω αποκλειστικά υπαίτιος για το επίδικο τροχαίο ατύχημα ήταν ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω δε η εγκαλούσα ενδιαφέρθηκε αμέσως για την κατάσταση της υγείας του, προσφέρθηκε μάλιστα να τον μεταφέρει σε κάποιο νοσοκομείο, πλην, όμως εκείνος αρνήθηκε και ενώ αποδέχτηκε την υπαιτιότητά του της δήλωσε ότι δεν έχει τραυματιστεί με αποτέλεσμα η εγκαλούσα, πειθόμενη από τα λεγόμενά του, να αποχωρήσει από το σημείο. Κατόπιν, όμως, και μετά την αποχώρησή της εγκαλούσας ο κατηγορούμενος κάλεσε την τροχαία για να καταγράψει το συμβάν και δήλωσε ότι δήθεν η εγκαλούσα αποχώρησε. Με την ως άνω, από 08.02.2017, έγκλησή του ο κατηγορούμενος προκάλεσε την καταδίωξη της εγκαλούσας αφού σχηματίστηκε σε βάρος της η με ΑΒΜ Γ2107 /2405 ποινική δικογραφία, και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, πλην όμως, αυτή αθωώθηκε αμετακλήτως για την πράξη της εγκατάλειψης, ενώ για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος της, με την με αριθμόν ΑΜ-326/2022 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.". Με τις προαναφερθείσες παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σχετική προεκτεθείσα νομική σκέψη, την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος και ειδικότερα, της απόπειρας κλοπής, για το οποίο - μεταξύ των άλλων- καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, που το θεμελιώνουν και από τις οποίες προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους, χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τί ακριβώς προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας του κάθε αποδεικτού μέσου, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αυτής, πριν από την αντικατάστασή της με τον νόμο 4619/ 2019 νΠΚ , την οποία διάταξη ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Περαιτέρω, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι α) τα όσα διέλαβε ο αναιρεσείων στην από 08/02/2017 έγκληση του κατά της εγκαλουμένης ήταν ψευδή, β) παρατίθενται τα ανταποκρινόμενα στην αλήθεια πραγματικά περιστατικά, γ) αιτιολογείται επαρκώς ο αναγκαίος προς τούτο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, ο οποίος είχε επίγνωση της αλήθειας των ισχυρισμών του, δ) ότι προέβη στην κατάθεση της έγκλησης του ενώπιον του αρμόδιου για την παραλαβή εγκλήσεων και μηνύσεων, ανακριτικού υπαλλήλου του Τ.Α. Κορυδαλλού, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της για τις αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια και της εγκατάλειψης σε τροχαίο με σωματικές βλάβες και μάλιστα αιτήθηκε την άσκηση ποινικής δίωξης και την κατά νόμο τιμωρία της ανωτέρω εκεί εγκαλουμένης (νυν εγκαλούσας). Ως προς τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι α) από τη με αριθμό ΑΜ - 326/2022 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς με την οποία το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος της τότε κατηγορουμένης, κατόπιν της κατ' άρθρον 314 ΠΚ δήλωσης του, αποδεικνύεται, κατά τον ίδιο, ότι αυτός με την κατάθεση της ψευδούς έγκλησης του δεν είχε σκοπό την καταδίωξη της, όπως αντιθέτως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή η αιτίαση προβάλλεται απαράδεκτα αφού πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, β) ότι το Δικαστήριο δέχθηκε αντιφατικά ότι είχε σκοπό την καταδίωξη της εγκαλούσας, αλλά ταυτόχρονα δέχθηκε ότι είχε απώτερο σκοπό την εξαπάτηση της ασφαλιστικής της εταιρείας ώστε να εισπράξει αποζημίωση από το ένδικο ατύχημα, η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ο πρωταρχικός σκοπός της ψευδούς καταμήνυσης δεν αποκλείει τον απώτερο σκοπό της εξαπάτησης της ασφαλιστικής εταιρείας, σκοπός ο οποίος δεν επετεύχθη αφού με την υπ' αριθμό 1895/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία αυτοκινήτων/ περιουσιακών διαφορών) απορρίφθηκε η αγωγή του κατά της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται εκ μέρους του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής του κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για την παραπάνω τελεσθείσα εκ μέρους του αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης είναι αβάσιμος. Οι λοιπές εξάλλου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αφορούν την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων για το προαναφερθέν θέμα, την ενοχή δηλαδή του αναιρεσείοντος για την ως άνω πράξη, στην πραγματικότητα συνιστούν επιχειρήματα και διαφορετική αξιολόγηση των αποδείξεων και πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα, υπό τη επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες.
IV. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά και να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 217/2025, ΑΠ 1416/2024, ΑΠ 1410/2024, ΑΠ 1401/2024). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, που τείνει στην μείωση της επιβλητέας ποινής κατ' άρθρο 83 ΠΚ, θεωρείται κατά την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 υπό στοιχείο α' του κυρωθέντος με τον Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου) ΠΚ, που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα". Κριτήριο συνεπώς για την συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει τελέσει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου ή έχει διαπράξει κάποιο, ελαφρό όμως, πλημμέλημα, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής και του Δικαστή δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από τα άρθρο 178 ΚΠΔ. Υπό την ισχύ λοιπόν του νέου ΠΚ και κατά τα αναγραφόμενα χαρακτηριστικά στην αιτιολογική του έκθεση (σελ. 6 και 22) αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής του προϊσχύσαντος ΠΚ, υιοθετήθηκε το ορθολογικότερο και δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο υπεύθυνος πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει όπως ο ίδιος κρίνει, οφείλοντας μόνο, να συμμορφώνεται στον νόμο, μη απαιτουμένης πλέον της εκπλήρωσης ηθικών καθηκόντων, που έχει φυσικοδικαιϊκό χαρακτήρα, ασυμβίβαστο με την θετικότητα του ποινικού δικαίου, απλά επιδεικνύοντας διαρκή σεβασμό στα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά, τα οποία αποτελούν το περιεχόμενο αυτού, σύμφωνα με την συνταγματικά κατοχυρωμένη "αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου", δια της οποίας αναδεικνύεται η διαλεκτική σχέση και το αδιαίρετο της προσωπικής ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης (σελ. 3 αιτιολογικής έκθεσης του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ). Έτσι, όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει τελέσει αξιόποινη πράξη ή έχει μεν καταδικαστεί, αλλά για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β') "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή, ενώ το δικάζον Δικαστήριο για να αναγνωρίσει την συνδρομή της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης οφείλει να διαπιστώσει το σύννομο βίο του δράστη, διαγιγνώσκοντας στο πρόσωπο του το διαρκή σεβασμό του στα παραπάνω έννομα αγαθά και δικαιούμενο να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της εκδικαζόμενης αξιόποινης πράξης, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ, με τις οποίες διασαφηνίζεται η υποχρέωσή του να εξετάζει και μάλιστα αυτεπαγγέλτως κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, να καταλήξει στην κρίση ότι το δικαζόμενο έγκλημα εμφανίζεται ως εξαίρεση στην κατά τα ως άνω σταθερή στάση της ζωής του. Υπό την έννοια αυτή η σύννομη ζωή του υπαιτίου αποδεικνύεται πρωτίστως με την απουσία από το ποινικό του μητρώο καταδικαστικών αποφάσεων, του λευκού ποινικού του μητρώου που συνιστά αναμφίβολα ένα ισχυρό (μαχητό) τεκμήριο για την ύπαρξη προηγούμενης σύννομης ζωής, χωρίς όμως τούτο να αποτελεί και το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του πρότερου σύννομου βίου, αφού, κατά τα προηγουμένως εκτιθέμενα, η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των κατά τα ως άνω προστατευόμενων στο κράτος δικαίου εννόμων αγαθών. Αυτό προκύπτει και εξ αντιδιαστολής από την ίδια την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 στοιχ. α' ΠΚ, κατά την οποία δεν αποκλείεται η αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του υπαιτίου για ελαφρό πλημμέλημα, αλλά εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος Δικαστηρίου να αξιολογήσει το τελεσθέν πλημμέλημα ως ελαφρό ή μη, συνεκτιμώντας παράλληλα και τις περιστάσεις τέλεσης του δικαζόμενου εγκλήματος και την χρονική απόσταση της παλαιότερης καταδίκης από τη νέα εκδικαζόμενη πράξη. Έτσι, για το ορισμένο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του υπαιτίου, η οποία υπάρχει όταν αυτός στην διάρκεια του πριν από την τέλεση της δικαζόμενης πράξης χρόνου, στην καθημερινή του συμβίωση με τους άλλους σέβεται τα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, στην έννοια του οποίου διαλαμβάνονται και οι δεσμευτικοί κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτός διαβιώνει, με την ελεύθερη βούληση και επιλογή του, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή ως ένα γεγονός το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο από τον συγκεκριμένο δράστη (ΑΠ 1410/2024, ΑΠ 1292/2024, ΑΠ 1265/2024, ΑΠ 1024/2024, ΑΠ 1083/2024).
Περαιτέρω, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της περίπτωσης δ' της ως άνω διάταξης, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επεζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγνώμης ή η ομολογία της πράξης (ΑΠ 35/2025, ΑΠ 1294/2024, ΑΠ 1268/2024, ΑΠ ΑΠ 1047/2024, ΑΠ 888/2024, ΑΠ 614/2024). Ο κατηγορούμενος που δεν αποδέχεται ότι τέλεσε την ένδικη πράξη, προδήλως δεν έχει επίγνωση των συνεπών αυτής και επομένως δεν δείχνει ότι μεταμελήθηκε, άρα δεν συντρέχουν τα στοιχεία της έμπρακτης και ειλικρινούς μεταμέλειας που απαιτεί η ως άνω διάταξη για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού (ΑΠ 147/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 περ. ε' του ισχύοντος ΠΚ, ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και ότι ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Η σχετική διάταξη, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης διάταξης του προϊσχύσαντος ΠΚ και συνεπώς εφαρμόζεται κατ' άρθρο 2ΠΚ και για τους υπαιτίους αξιόποινων πράξεων που τελέστηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα και είναι κρατούμενοι, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση ακόμα και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, απαιτείται να επικαλείται ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση της πράξεως, είτε κρατούμενου είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του και όχι μόνο το συνήθως συμβαίνον σε κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο Συντρέχει δε στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος πραγματικά μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξεώς του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη, ενέργεια και συμπεριφορά (ΑΠ 1410/2024, ΑΠ 6/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 374/2023, ΑΠ 466/2021, ΑΠ 253/2021, ΑΠ 1064/2021, ΑΠ 1042/2021, ΑΠ 527/2020, ΑΠ 20/2020). Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή του, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία για να τον απορρίψει, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό (ΑΠ 987/2023, ΑΠ 395/2020, ΑΠ 189/2018).
V. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας και μετά την έκδοση απόφασης επί της ενοχής του κατηγορουμένου η συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α'και ε'ΠΚ. Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. Α' ΠΚ , να αναγνωριστεί στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ο προβληθείς ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ 2 εδ. ε' ΠΚ και επιπλέον να αναγνωριστεί αυτεπαγγέλτως η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ 2 εδ. δ' ΠΚ. Η συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο, ενέμεινε στο αίτημά της και συντάχθηκε με την πρόταση της εισαγγελέα ως προς την αναγνώριση στο πρόσωπο του εντολέα της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ'ΠΚ. Όπως υποβλήθηκε το αίτημα αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ) ήταν αόριστο, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη διότι γίνεται επίκληση μόνο της νομικής διάταξης που τα προβλέπουν και όχι επίκληση πραγματικών περιστατικών που τα θεμελιώνουν, ενώ σε ότι αφορά στο ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, που πρότεινε ο Εισαγγελέας, δεν υποβλήθηκε από τον συνήγορο του κατηγορουμένου παραδεκτά, σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός, αφού ειπώθηκε απλώς από αυτή είναι ότι συντάσσεται με την πρόταση του εισαγγελέα χωρίς την από μέρους της επίκληση πραγματικών περιστατικών που να στοιχειοθετούν την ελαφρυντική αυτή περίσταση (ΑΠ 796/2019).
Παρά ταύτα, το Δικαστήριο, με ειδική αιτιολογία απέρριψε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς και της ειλικρινούς μεταμέλειας με τις ακόλουθες παραδοχές: "α) ... δεν έζησε σύννομα έως τον χρόνο που τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη του, για την οποία καταδικάστηκε με την παρούσα απόφαση, συμμορφούμενος δηλαδή προς τις επιταγές του νόμου και σεβόμενος τα έννομα αγαθά, κατά τέτοιον τρόπο ώστε το ως άνω επίδικο έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία για και κάτι που κανένας δεν περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη". Ως προς το αορίστως προβληθέν αίτημα της αναγνώρισης του πρότερου σύννομου βίου το δικαστήριο χωρίς να είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, υποχρεωμένο να απαντήσει , αφού έλαβε υπόψη του το ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος το οποίο ανέγνωσε χωρίς να το ανακοινώσει στο ακροατήριο το απέρριψε δεχόμενο ότι: "κατά την ομόφωνη γνώμη του παρόντος δικαστηρίου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικώς αβάσιμη ισχυρισμοί και τα αιτήματα του εκκαλούντος κατηγορουμένου περί παραδοχής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 και ε' του ΠΚ α) γιατί τούτος δεν έζησε σύννομα έως τον χρόνο που τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη του, για την οποία καταδικάσθηκε με την παρούσα απόφαση, συμμορφούμενος δηλαδή προς τις επιταγές του νόμου και σεβόμενος τα έννομα αγαθά, κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το ως άνω επίδικο έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία και κάτι που κανένας δεν περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη".
Περαιτέρω αν και δεν όφειλε το Δικαστήριο απέρριψε με ειδική αιτιολογία το ελαφρυντικό της μετέπειτα καλής συμπεριφορά με τις ακόλουθες παραδοχές : β) ... δεν συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά από την ως άνω πράξη του, αφού δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης και σαφούς μεταστροφής του χαρακτήρα του ως άνω κατηγορουμένου.", ενώ απέρριψε κατά πλειοψηφία και το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας ως ουσιαστικώς αβάσιμο γιατί αυτός: "δεν επέδειξε μετάνοια ειλικρινή και έμπρακτη, με επιδίωξη δηλαδή άρσης ή μείωσης των συνεπειών της ως άνω πράξεως του δεν επέδειξε μετάνοια ειλικρινή και έμπρακτη, με επιδίωξη δηλαδή άρσης ή μείωσης των συνεπειών της ως άνω πράξεώς του, αφού ενέμεινε με συνέπεια στην πραγμάτωση της απώτερης επιδίωξής του να εξαπατήσει την ασφαλιστική εταιρεία της εγκαλούσας και να εισπράξει από αυτήν αχρεωστήτως αποζημίωση για το ένδικο ατύχημα, επιδίωξη ένεκα της οποίας τέλεσε και την επίδικη αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως. Συγκεκριμένα, άσκησε την σχετική αστική αγωγή του αποζημίωσης ( κατά της εγκαλούσας ως προς την οποία παραιτήθηκε εν συνεχεία από το δικόγραφο της αγωγής και) κατά της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας, ως προς την οποία και προχώρησε κανονικά την συζήτηση, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η νομίμως αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 1895(2022 οριστική πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Αυτοκινήτων/Περιουσιακών Διαφορών), η οποία και απέρριψε την ως άνω αγωγή του εκκαλούντος κατ/νου ως ουσιαστικώς αβάσιμη, ως προς την ασφαλιστική εταιρεία". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ως προς την απόρριψη των εν λόγω αυτοτελών ισχυρισμών, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις 93 παράγραφος 2 του συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε ανέλεγκτα στις ουσιαστικές παραδοχές ότι δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά του αναιρεσείοντος δηλωτική της ποιότητας του ήθους του, της κοινωνικής προδιάθεσης του και της αρμονικής διαβίωσης του στην κοινωνία για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ενώ δεν απέδειξε μετάνοια ειλικρινή και έμπρακτη αφού ενέμενε με συνέπεια στην πραγμάτωση τις απώτερης επιδίωξης του να εξαπατήσει την ασφαλιστική εταιρεία της εγκαλούσας και να εισπράξει από αυτήν αχρεωστήτως αποζημίωση για το ένδικο ατύχημα, επιδίωξη ένεκα της οποίας τέλεσε και την επίδικη αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως. Επομένως ο τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης , από τα άρθρο 139 και 510 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι.
VI.Στη διάταξη του άρθρου 79 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), όπως η παρ. 7 αυτού έχει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 περ. 1 του ν. 4637/2019 και η παρ. 2 μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 3 του ν. 4855/2021, που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (21.1.2025), για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής ορίζονται τα ακόλουθα: 1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που αυτή προξένησε ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή της. 3. Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4. Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5. Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6. Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε". Στην αρχική μορφή της παρ. 7 του ως άνω άρθρου 79 του νέου ΠΚ οριζόταν ότι: "Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγουμένων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία". Στις διατάξεις των παρ. 1 έως 6 του άρθρου 79 του νέου ΠΚ, αλλά και στις παρόμοιες διατάξεις των παρ. 1 έως 3 του άρθρ. 79 του προϊσχύσαντος ΠΚ, περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης της ποινής, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας ανήκει στον δικαστή, στον οποίο παρέχονται τα κριτήρια του in concreto καθορισμού της, εντός των τεθέντων ορίων, οπότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής επιεικέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων για την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 755/2024 , ΑΠ 1378/2022, ΑΠ 18/2022, ΑΠ 13/2022).
Εξάλλου, η διάταξη της παρ. 7 του άρθρ. 79 του νέου ΠΚ (όμοιου περιεχομένου με την ήδη ισχύουσα ήταν και η διάταξη της παρ. 4 του άρθρ. 79 του προϊσχύσαντος ΠΚ), η οποία αναφέρεται στον τρόπο αιτιολόγησης της επιμέτρησης της ποινής, κατά τρόπο αντίστοιχο με τα οριζόμενα στο άρθρο 139 ΚΠΔ για την αιτιολόγηση των αποφάσεων, δεν έχει τον χαρακτήρα ουσιαστικής ποινικής διάταξης και, συνεπώς, δεν τίθεται, επίσης, ζήτημα εφαρμογής, ως επιεικέστερης, της σχετικής διάταξης, όπως είχε στην αρχική της μορφή, μετά την ισχύ του νέου ΠΚ, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού. Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρ. 79 ΠΚ, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα της πράξης και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά με την προηγηθείσα απόφαση για την ενοχή του. Υποχρέωση επανάληψης των περιστατικών αυτών στην περί της ποινής απόφαση δεν υφίσταται. Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 ΠΚ και την δια μέσου αυτών, σιωπηρή έστω, επίκληση των όσων ήδη έγιναν δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής, χωρίς να έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά (ΑΠ 755/2024, ΑΠ 712/2024, ΑΠ 423/2024, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1203/2022, ΑΠ 1112/2022 ΑΠ 758/2022, ΑΠ 676/2022, και υπό την όμοια ρύθμιση του προγενέστερου ΠΚ, ΑΠ 1582/2018, ΑΠ 1016/2018).
VII. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το σχετικό περί ενοχής σκεπτικό και διατακτικό της απόφασής του, έκρινε ένοχο τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 παρ. 1 πΠΚ ) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18 ) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) έτη . Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του, αναφορικά με την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε, τα ακόλουθα επί λέξει: "... κατά τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.3 του Ν4239/2014 και 79 του ΠΚ, που κυρώθηκε με τον νόμο Ν. 4619/2019 και ισχύει από 1-7-2019,όπως η παρ. 7 του άρθρου 79 αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4637/ 18-11-2019, το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής που θα εφαρμόσει σύμφωνα με το διατακτικό, μέσα στα όρια που διαγράφονται με τα παραπάνω άρθρα, αξιολογεί ευεργετικώς τη μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και. τις εξ αυτής επιπτώσεις σε βάρος του κατηγορουμένου, που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του (......) και λαμβάνει περαιτέρω υπόψη του τις επί μέρους διατάξεις του ως άνω άρθρου 79 του ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 79 του ΠΚ, με την επιμέτρηση της ποινής ορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι ' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: σ) τη βλάβη που προξέvησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του (παρ. 2). Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στηv εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν. την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του (παρ. 3). Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος (παρ. 4). Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών (παρ. 5). Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρηση της (παρ. 6). Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε(7)" .Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι "με βάση τη βαρύτητα των προπεριγραφομένων πράξεων που τέλεσε ο κατηγορούμενος και τον βαθμό της ενοχής του, να επιβληθεί σε βάρος του, η αναφερόμενη ειδικότερα στο διατακτικό ποινή φυλάκισης των δεκαοκτώ (l8) μηνών, η οποία αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της συγκεκριμένης ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του και αφού λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη του, συνεπεία της οποίας καταδικάστηκε, η φύση, το είδος και το αντικείμενο της εν λόγω πράξεως, όλες τις προπερεγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεση της πράξης, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή του εκκαλούντος κατηγορουμένου κατά την διάρκεια της πράξης και μετά απ' αυτήν, καθώς και τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του ως άνω εγκλήματος και δη ο απώτερος στόχος του εκκαλούντος κατ/νου να εξαπατήσει την ασφαλιστική εταιρεία της εγκαλούσας και να εισπράξει από αυτήν αχρεωστήτως αποζημίωση για το ένδικο ατύχημα". Για την επιμέτρηση της ποινής, με όσα έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στο περί ενοχής σκεπτικό και το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο με πληρότητα αιτιολογίας προέβη στην επιμέτρηση της επιβλητέας στον αναιρεσείοντα ποινής. Ειδικότερα προκύπτει ότι το δικάσαν Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, τα οποία και παραθέτει. Η δικαστική κρίση περί επιβλητέας ποινής αιτιολογείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που στηρίζουν και την επί της ενοχής απόφαση του δικαστηρίου και ειδικότερα, όπως από την επισκόπηση του αντίστοιχου σκεπτικού στην προσβαλλομένη προκύπτει, το Δικαστήριο ρητά αναφέρει ότι οι ανωτέρω ποινές, αποτελούν την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του αναιρεσείοντος, διαλαμβάνοντας με την επιβεβλημένη από το Σύνταγμα και την Ποινική Δικονομία αιτιολογική επάρκεια, ότι για την επιβολή τους έλαβε υπόψη τη βαρύτητα της πράξεως, τη βλάβη που προξένησε, τη φύση και το είδος της, τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση αυτών αλλά και τις συνέπειες της συγκεκριμένης ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. Βάσει αυτών το Δικαστήριο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 299 παρ. 1, πΠΚ, 79 νΠΚ , καθόσον η επιβληθείσα ποινή είναι μέσα στα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές όρια. Επίσης, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ανέπτυξε σ' αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων στηρίχθηκε για να μορφώσει την περί ποινής κρίση του. Συνακόλουθα, ο πέμπτος λόγος, από το άρθρο. 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠΔ, υπό την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη, για την επιµέτρηση της ποινής για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, και, αφού δεν υπάρχουν άλλοι αναιρετικοί λόγοι προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.2.2025 αίτηση του K. T. του S. και της B., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ