ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 939/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 939/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 939/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 939 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 939/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Α. Π. του Α. και 2.Α. Π. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βούλγαρη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 814/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Π. Ρ. του Δ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βουγιούκα.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24.02.2025 δύο (2) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Βόλου, Ν. Κ., έλαβαν, αντίστοιχα, αριθμούς 2/2025 και 1/2025 και οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση από 24-2-2025 αιτήσεις των 1) Α. Π. του Α. και 2) Α. Π. του Ν., κατοίκων ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 814/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κήρυξε τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες ένοχους για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας από κοινού σε απλή σωματική βλάβη και τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών τον πρώτο και έξι (6) μηνών τον δεύτερο, ανασταλείσα επί τριετία έχει ασκηθεί νομότυπα από τον ειδικά εξουσιοδοτηθέντα για την άσκηση της αναίρεσης αυτής πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Δημήτριο Βούλγαρη, με δήλωσή του ενώπιον της Γραμματέως του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, συνταχθείσης συναφώς της με αριθμό 1/2025 έκθεσης αναίρεσης (άρθρο.466 παρ.2, 474 παρ.1) και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ.α του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 04/02/2025 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 24/2/2025, εντός δηλαδή της προβλεπόμενης στο άρθρο 473 παρ.2 ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο (άρθρ.473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ). Τυγχάνει επίσης, παραδεκτή διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Θ και Δ του ΚΠΔ, (υπέρβαση εξουσία, έλλειψη ειδικής αιτιολογίας) (462 παρ.1β, 464, 474 παρ.4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ). Πρέπει επομένως η αίτηση αναίρεσης, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 114 του ΠΚ, υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθ. 117 προισχύσαντος ΠΚ) ορίζεται ότι : "1. 'Οταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης το αξιόποινο αυτής εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμετόχους της. 2. Το ίδιο αποτέλεσμα συνεπάγεται και η ρητή δήλωση του δικαιούχου της έγκλησης ενώπιον αρχής ότι παραιτείται από το δικαίωμα της έγκλησης".

Εξάλλου στη διάταξη του άρθρου 116 του ΠΚ, (άρ. 119 προϊσχύσαντος Π.Κ) ορίζεται ότι "Η ποινική δίωξη ασκείται εναντίον όλων των συμμετόχων του εγκλήματος και αν ακόμη η έγκληση που υποβλήθηκε στρέφεται εναντίον ενός από αυτούς", ενώ στη διάταξη του άρθρου 117 του ΠΚ ( άρ.120 παρ. 1 και 2 προισχύσαντος ΠΚ) "Αυτός που υπέβαλε την έγκληση μπορεί να την ανακαλέσει με τους όρους που ορίζει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Η ανάκληση που έγινε για έναν από τους συμμετόχους της πράξης έχει συνέπεια την παύση της ποινικής δίωξης και των υπολοίπων, αν και αυτοί διώκονται κατ' έγκληση". Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι η έγκληση συνδέεται όχι μόνο με την αξίωση της πολιτείας για την επιβολή της ποινής, αλλά και με το δικαίωμα για έγερση της ποινικής αγωγής και εντεύθεν έχει μικτό νομικό χαρακτήρα. Έτσι η έγκληση αφενός αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, διότι η παραμέληση της υποβολής της εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως και αφετέρου συνιστά και δικονομικό θεσμό, διότι αποτελεί δικαστική προϋπόθεση για την έγκαιρη γένεση της ποινικής δίκης. Εκ τούτου έπεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 114 παρ. 1 και 2, 116 και 117 παρ. 1 και 2 ΠΚ αποτελούν θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, διότι στις περιπτώσεις αυτές το συμβούλιο ή το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 310 παρ. 1β και 370 περ. β, γ ΚΠΔ, παύει οριστικά ή κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Περαιτέρω με τις διατάξεις των άρθρων 116 και 117 παρ. 2 ΠΚ καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εγκλήσεως, που αφορά την πράξη και όχι τα κατ' ιδίαν πρόσωπα και έχει εφαρμογή όταν ο εγκαλών δεν επιθυμεί οπωσδήποτε την τιμωρία του σε βάρος του διαπραχθέντος και κατ'έγκληση διωκομένου εγκλήματος. Τότε μόνον η υπέρ ενός των συμμετόχων ανάκληση ή παραίτηση εκ της εγκλήσεως επεκτείνεται και στους υπολοίπους (ΟΛΑΠ 1/2007, ΑΠ 262/2020). Ο περιορισμός όμως της εγκλήσεως σε ορισμένους μόνο συμμετόχους δεν θεωρείται ως σιωπηρή παραίτηση ως προς εκείνους που δεν περιελήφθησαν στην έγκληση ώστε, κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου αυτής, η σιωπηρή αυτή παραίτηση να επεκτείνεται και υπέρ των περιλαμβανομένων στην έγκληση συμμετόχων ως προς τους οποίους ο εγκαλών δηλώνει τη βούλησή του να τιμωρηθούν. Διότι στην περίπτωση αυτή, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 116 ΠΚ, η ποινική δίωξη επεκτείνεται εναντίον όλων των συμμετόχων και δεν είναι αναγκαίο να υποβληθεί έγκληση εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 114 παρ. 1 ΠΚ και ως προς αυτούς (ΟΛΑΠ 1/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εγκαλών Π. Ρ. με την επέχουσα θέση εγκλήσεως από 29-4-2027 ένορκη εξέτασή του ως μάρτυρα, ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ Μηλέων Βόλου αφού εξέθεσε τις πράξεις που τέλεσαν σε βάρος του οι αναιρεσείοντες και ο Ν. Π. δήλωσε ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του τελευταίου. Με βάση την έγκληση αυτή ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Βόλου άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος των ανωτέρω για απλή σωματική βλάβη από κοινού και με την υπ'αριθμ.1285/2022 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου καταδικάσθηκαν οι ήδη αναιρεσείοντες, κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό για την πράξη της άμεσης συνέργειας από κοινού σε απλή σωματική βλάβη του τέλεσε ο Ν. Π. σε βάρος του εγκαλούντος (αρ.47 εδ.α ΠΚ). Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου) οι συνήγοροι των αναιρεσειόντων προέβαλαν (προφορικά) τον αυτοτελή ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης σε βάρος τους (των αναιρεσειόντων) επειδή με την επέχουσα θέση εγκλήσεως από 29-4-2017 ένορκη κατάθεση του ο εγκαλών ζήτησε την ποινική δίωξη μόνο του αυτουργού της σε βάρος του πράξης. Το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό, με την ακόλουθη αιτιολογία:

"Στην προκείμενη περίπτωση ο παθών Π. Ρ. του Δ. και ήδη υποστηρίζων την κατηγορία, με την επέχουσα θέση εγκλήσεως από 29.04.2017 ένορκη εξέταση του ως μάρτυρα ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ Μηλέων, δήλωση ότι για την ερευνώμενη αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής του βλάβης επιθυμεί την ποινική δίωξη μόνο του πρώτου εκκαλούντος-κατηγορουμένου Ν. Π. Πλην, όμως, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη, μολονότι η έγκληση υποβλήθηκε μόνο σε βάρος του τελευταίου εκκαλούντος-κατηγορουμένου, η ποινική δίωξη καλώς ασκήθηκε και σε βάρος των λοιπών εκκαλούντων - κατηγορουμένων, καθώς αυτοί φέρεται ότι τέλεσαν την ανωτέρω πράξη με τον πρώτο εκκαλούντα-κατηγορούμενο Ν. Π. ως συμμέτοχοι αυτού". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας τον προαναφερόμενο αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης ελλείψει τους εγκλήσεως σε βάρος τους, δεν υπερέβη την εξουσία του καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η έγκληση καταλαμβάνει αδιαιρέτως όλους τους συμμετόχους της αξιόποινης πράξεως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Θ` ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσειοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας προχώρησε στην έκδοση καταδικαστικής απόφασης σε βάρος τους, παρά την έλλειψη εγκλήσεως σε βάρος τους, αλλά και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού τους περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω της έλλειψης εγκλήσεως σε βάρος τους, είναι αβάσιμοι. Η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για το λόγο ότι δεν παρατίθεται η σχετική διάταξη του άρθρου 116 του ΠΚ, που προβλέπει ότι "η ποινική δίωξη ασκείται εναντίον όλων των συμμετόχων του εγκλήματος και αν ακόμη η έγκληση που υποβλήθηκε στρέφεται εναντίον ενός από αυτούς" είναι αβάσιμη, καθόσον η υποχρέωση παράθεσης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν εκτείνεται και στην παράθεση του άρθρου του ποινικού νόμου που προβλέπει τα πρόσωπα, στα οποία αφορά η κατ'έγκληση, in rem, διωκόμενη αξιόποινη πράξη. Κατόπιν τούτων, και, αφού δεν υπάρχουν άλλοι αναιρετικοί λόγοι προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 578 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 24-2-25 αιτήσεις των 1)Α. Π. του Α., και 2) Α. Π. του Ν., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 814/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου (Β'βαθμού).

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή